Αντίχριστος

Συγγραφή: Κεπενές Δημ. Ευάγγελος (17/04/2017)                                                                                                                                                                                                                    Βιβλικές παραπομπές από: WH, Βάμβας, LXXA


 

Στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. ο απόστολος Ιωάννης έγραψε

«Παιδία εσχάτη ώρα εστίν και καθώς ηκούσατε ότι αντίχριστος έρχεται και νυν αντίχριστοι πολλοί γεγόνασιν όθεν γινώσκομεν ότι εσχάτη ώρα εστίν, εξ ημών εξήλθαν (= αποστασία/απόσχιση από την αρχέγονη εκκλησία), αλλ’ ουκ ήσαν εξ ημών, ει γαρ εξ ημών ήσαν, μεμενήκεισαν αν μεθ΄ημών (θα είχαν μείνει μαζί μας), αλλ΄ ίνα φανερωθώσιν ότι ουκ εισίν πάντες εξ ημών και υμείς χρίσμα έχετε από του αγίου και οίδατε πάντες». (Α΄Ιωάν. 2:18-20, Β΄Θεσ. 2:3)

 

Βιβλική αναδρομή για την κατανόηση των γραφθέντων υπό Ιωάννου

Ο Συμεών είπε στη Μαρία για τον οκταήμερο τότε Ιησού: «Ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον». (Λουκ. 2:34)

Τα ιστορούμενα γεγονότα από τους συγγραφείς της Καινής Διαθήκης επαλήθευσαν πλήρως τα λόγια του Συμεών. Η αποδοχή του Ιησού που είναι η αλήθεια η ζωή και η οδός που οδηγεί στον Πατέρα  ήταν η αιτία για ανάσταση πολλών εις τον Ισραήλ  και η άρνηση / αντιλογία / εναντίωση για την πτώση πολλών. (Ιωάν. 14:6)

Αυτή η αντιλογία στην ταυτότητα και διδασκαλία του Ιησού είχε αφετηρία Ιουδαίους αρνητές και συνεχίζεται έως και σήμερα από τις θρησκείες.   

«Αντιλεγόντων δε των Ιουδαίων ηναγκάσθην επικαλέσασθαι Καίσαρα, ουχ ως του έθνους μου έχων τι κατηγορείν». (Πράξ. 28:19)

«Προς δε τον Ισραήλ λέγει: Όλην την ημέραν εξεπέτασα τας χείρας μου προς λαόν απειθούντα και αντιλέγοντα». (Ρωμ. 10:21, Τίτ. 1:9)

 

Σε ποιους απεστάλη ο Ιησούς

Αποκρινόμενος ο Κύριος Ιησούς Χριστός στους Ιουδαίους  μαθητές του, όταν του ζήτησαν να απολύσει την Χαναναία είπε: «Ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ» αποκαλύπτοντας τους έτσι ότι αυτός ήταν ο «καλός ποιμένας» που ήρθε να συνάξει τα πρόβατα τα διασκορπισμένα του οίκου Ισραήλ για να τους δώσει ζωή. (Ματθ. 15:24, Ιωάν. 10:11-17, 11:52, Ιεζ. 34:6,12, Ησαΐας 40:10-11)

Ο Ιωάννης επιμαρτυρεί: 

«Εις τα ίδια ήλθεν και οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον. Όσοι δε έλαβον αυτόν, έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι, τοις πιστεύουσιν εις το όνομα αυτού, οι ουκ εξ αιμάτων ουδέ εκ θελήματος σαρκός ουδέ εκ θελήματος ανδρός (βιολογική σπορά Αβραάμ) αλλ’ εκ Θεού εγεννήθησαν (πνευματική σπορά)». (Ιωάν. 1:11-13)

«Αναγεγεννημένοι ουκ εκ σποράς φθαρτής (βιολογικής) αλλά αφθάρτου, δια λόγου ζώντος Θεού και μένοντος». (Α΄ Πέτρ. προς Εβραίους 1:23)

 

Που έδρασε ο Ιησούς

Ο Ιησούς έδρασε στην Γαλιλαία όπου κατοικούσαν Ισραηλίτες (παλαιότερα έμεναν και εθνικοί εξ ου και το Γαλιλαία των εθνών) και στην Ιουδαία, περιοχές της Παλαιστίνης, γνωστή ως γη του Ισραήλ και Αγία γη. Η διδαχή και το κήρυγμα του Ιησού έως την ανάσταση του, απευθύνονταν στους υπόλογους Εβραίους, που ήταν οι παραλήπτες και γνώστες της Παλαιάς Διαθήκης.

 

«Μη νομίζετε ότι ήλθον καταλύσαι τον νόμον η τους προφήτας ουκ ήλθον καταλύσαι αλλά πληρώσαι». (Ματθ. 5:17, 4:23)

 

“Και ημείς είμεθα μάρτυρες πάντων όσα έκαμε και εν τη γη των Ιουδαίων και εν Ιερουσαλήμ· τον οποίον εφόνευσαν κρεμάσαντες επί ξύλου». (Πράξ. 10:39)

 

Οι Ιουδαίοι ήταν υπόλογοι για την τήρηση του Μωσαϊκού νόμου

 

Η εντολή προς τους Εβραίους όταν παρέλαβαν τον Μωσαϊκό νόμο, δεν ήταν να τον κηρύξουν στα έθνη, ώστε οι εθνικοί να περιτέμνονται να φυλάνε το Σάββατο να μη τρώνε χοιρινό και να ζουν Ιουδαϊκά, αλλά οι ίδιοι να υπακούσουν στις εντολές του Θεού τους. Εξαίρεση για την περιτομή υπήρχε μόνο για τους αγορασθέντες με αργύριο και τους προσήλυτους που ήθελαν να γιορτάσουν το Πάσχα. (Γεν. 17:13, Έξ, 12:48)

 

«Και ήξουσιν επί σε πάσαι αι ευλογίαι αύται και ευρήσουσιν σε εάν ακοή ακούσης της φωνής Κυρίου του Θεού σου». (Δευτ. 28:2)

 

«Ουκ επακολουθήσετε ειδώλοις και θεούς χωνευτούς ου ποιήσετε υμίν εγώ κύριος ο Θεός υμών». (Λευϊτ. 19:4)

 

«Και έσεσθε μοι άγιοι ότι εγώ άγιος κύριος ο Θεός υμών ο αφορίσας υμάς από πάντων των εθνών είναι εμοί». (Λευϊτ. 20:26)

 

Ο νόμος κατεργάζεται οργή                                  

 

Η  παράβαση του νόμου από τους απειθείς Ιουδαίους και η απόρριψη από αυτούς της διδαχής του Ιησού και των αποστόλων, επέφερε και την οργή του Θεού πάνω τους όπως είχε προαναγγελθεί σύμφωνα με τον γραπτό νόμο. Τα Ουαί του Κυρίου στον απειθή λαό εκτελέστηκαν με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και του Ναού της το 70 μ.Χ.. (Βλ. Λευ. κεφ. 26)

 

«Εμποδίζοντες ημάς να λαλήσωμεν προς τα έθνη διά να σωθώσι, διά να αναπληρώσωσι τας αμαρτίας εαυτών πάντοτε. Έφθασε δε επ' αυτούς η οργή μέχρι τέλους». (Ι Θεσ. 2:16)

 

«Ουαί ταις εν γαστρί  εχούσαις και ταις θηλαζούσαις εν εκείναις ταις ημέραις, έσται γαρ ανάγκη μεγάλη επί της γης (της Ιουδαίας) και οργή τω λαώ τούτω (τον Ιουδαϊκό) και πεσούνται στόματι μαχαίρης και αιχμαλωτισθήσονται εις τα έθνη πάντα και Ιερουσαλήμ έσται πατουμένη υπό εθνών, άχρι ου πληρωθώσιν καιροί εθνών». (Ρωμ. 4:15, Λουκ. 21:23-24, 19:43-44. Δανιήλ 2:44-45, Αποκ. 11:15, 6:4)

 

σ.σ. Οι Ιουδαίοι στη διάρκεια του πολέμου με τους Ρωμαίους  αιχμαλωτίσθηκαν εις όλα τα έθνη όπου υπήρχαν, λόγω της υφισταμένης τότε διασποράς.

 

«Και επάξω την χείρα μου επί σε και πυρώσω σε εις καθαρόν τους δε απειθούντας απολέσω και αφελώ (= αφαιρέσω) πάντας ανόμους από σου και πάντας υπερηφάνους ταπεινώσω». (Ησαΐας 1:25, Ιούδας 1:14-15)

 

 

 Ιστορικές μαρτυρίες  για την οργή του Θεού στους ασεβείς Ιουδαίους

 

Ο Ευσέβιος κατέγραψε τις πληροφορίες που δίνει ο Ιώσηπος, για τις συμφορές που έπληξαν όλο το Ιουδαϊκό έθνος . Μας ιστορεί λοιπόν ότι το 12ο έτος της βασιλείας του Νέρωνος άρχισε ο πόλεμος όπου σταυρώθηκαν πολλοί εξέχοντες Ιουδαίοι στην Ιερουσαλήμ, επί επιτρόπου Φλώρου. Οι πόλεις στην επαρχία γέμισαν άταφα πτώματα από τον αλληλοσπαραγμό των Ιουδαίων, προσδοκούσαν δε μεγαλύτερα κακά από όσα ήδη συνέβαιναν. (Εκ. Ιστ. Β΄26: 1-2)

 

 Ο δε Βεσπασιανός διέταξε μετά την άλωση των Ιεροσολύμων να διωχθούν όλοι οι εκ του γένους Δαυίδ. (Εκ. Ιστ. Γ΄12)

 

Επί πλέον μας ιστορεί ότι η μακροθυμία του Θεού πρόσμενε τους Ιουδαίους σαράντα χρόνια μετά την σταύρωση του Ιησού, για να μετανοήσουν και να σωθούν και να  μη συμβούν σ’ αυτούς τα μέλλοντα κακά. (Εκ. Ιστ. Γ΄7: 8-9)

 

Σχετικά με την μακροθυμία του Θεού στους Ιουδαίους έγραψε και ο Πέτρος, ο απόστολος των περιτετμημένων, καθώς ήταν και ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης (Γαλ. 2:7-8), στην δεύτερη προς αυτούς επιστολή.

 

«Ου βραδύνει Κύριος της επαγγελίας, ως τινες βραδύτητα ηγούνται, αλλά  μακροθυμεί εις υμάς (= τους Ιουδαίους) μη βουλόμενος τινάς απολέσθαι αλλά πάντας εις μετάνοιαν χωρήσαι». (Β΄ Πέτρ. 3:9, Βλ. και Β΄Τιμ. 2:25-26)

 

Περισσότερες ιστορικές πληροφορίες για τα όσα συνέβησαν το 70 μ.Χ. στην Ιερουσαλήμ μπορείτε να διαβάσετε  εδώ .

 

 

Οι προειδοποιήσεις του Ιησού στην πρώτη εκκλησία

 

Τα όσα έμελλαν να συμβούν στην γενεά των αποστόλων είχαν τεράστια σημασία για τον Ισραηλιτικό λαό και την εθνική τους υπόσταση, αφού η επίγεια ζωή τους καθορίζονταν από τις Μωσαϊκές διατάξεις  και τη λειτουργία του Ναού. Ήταν λοιπόν εύλογο ο Κύριος Ιησούς να τους προειδοποιήσει για τις επικείμενες αλλαγές και τα μέλλοντα να συμβούν σε αυτούς, στη γη τους και στο έθνος τους. Μάλιστα στους μαθητές του έδωσε και σημεία τα οποία θα προηγούντο από τις έσχατες ημέρες του τέλους του νόμου, όπως το βδέλυγμα της ερημώσεως, την έγερση ψευδόχριστων και ψευδοπροφητών που θα έδειχναν σημεία και τέρατα ψεύδους, την αποστασία από την εκκλησία, το ξεσκέπασμα του υιού της ανομίας, τις διώξεις που υπέστησαν από τους απειθείς Ιουδαίους, την διεθνοποίηση του Χριστιανισμού και την περικύκλωση της Ιερουσαλήμ και τα χαρακώματα γύρω από αυτή, από τα ρωμαϊκά στρατεύματα, και το κάψιμο του Ναού της.  (Λουκ. 21:31-36,  Ματθ. 24:3, 9-13).

  

Όσα  προείπε ο Ιησούς για την μεγάλη θλίψη, τον ερχομό του «εν τω επανελθείν αυτόν» και την συντέλεια του αιώνα  -συντέλεση/εκπλήρωση του Μωσαϊκού νόμου-  αφορούσαν τους συγχρόνους του Ιουδαίους και θα γινόντουσαν στην δική τους γενεά. (Λουκ. 19:15)]

 

«Ου μη παρέλθη η γενεά αύτη έως εάν πάντα ταύτα γένηται». (Ματθ. 24:34)

 

Ο επίγειος  χειροποίητος ναός του Ισραήλ θα έδινε τη θέση του στον επουράνιο ναό του σώματος του Ιησού, ο σαρκικός Ισραήλ θα έδινε τη θέση του στον πνευματικό Ισραήλ  ο θάνατος θα έδινε τη θέση του στην ανάσταση εκ των νεκρών, η σαρκική λατρεία θα έδινε τη θέση της στη  πνευματική λατρεία και η παλαιά βασιλεία του Ισραήλ θα άλλαζε και θα έδινε τη θέση της στη νέα βασιλεία. (Ιωάν. 2:21, Εβρ. 9:11, Αποκ. 21:22, Γαλ. 6:15-16, Α’ Πέτρ. 1:23, Β΄Κορ. 3:6-9, Α΄Κορ. κεφ.15, Εβρ. 9:9-10, Ιωάν. 4:23-24,  Ματθ. 21:43).

 

Ο Ιησούς λοιπόν ετέθη για πτώση και ανάσταση πολλών εις τον Ισραήλ και εις σημείο αντιλεγόμενο. Τα ιστορικά συμβάντα της αποστολικής γενεάς ήταν η εκπλήρωση των προφητειών της Παλαιάς Διαθήκης με συνέπειες εξαρτώμενες από το τι θέση πήρε ο καθένας μπροστά στην αλήθεια και ζωή, τον επουράνιο Ιησού.

 

«Βλέπετε ουν μη επέλθη το ειρημένον εν τοις προφήταις». (Πράξ. 13.40)

 

Ιουδαίοι οι πρώτοι μαθητές  

 

Ο Ιησούς ο Ναζωραίος «ων υιός, ως ενομίζετο, Ιωσήφ» έζησε Ιουδαϊκά, περιτμήθηκε την όγδοη ημέρα, γιόρταζε το Πάσχα, συνήθιζε να πηγαίνει στην συναγωγή κάθε Σάββατο και να συμμετέχει στην ανάγνωση των εβραϊκών γραφών, ήτο αποδεκτός από τους Ιουδαίους ως ραββί, είχε την φήμη ως ο μέγας Προφήτης, ήτο σύμφωνος με την διδαχή των Φαρισαίων και των Γραμματέων όχι όμως με τα έργα τους ούτε με τις προφορικές τους παραδόσεις, αναφερόταν συνεχώς εις το «γεγραμμένο εν τοις προφήταις», διακόνησε μεταξύ των Ιουδαίων στην γη Ισραήλ, έκλεξε Ιουδαίους αποστόλους και αφού τους έδωσε εξουσία, τους απέστειλε στις πόλεις του Ισραήλ  λέγων:

 

«Εις οδόν εθνών μη απέλθετε και εις πόλιν Σαμαρειτών μη εισέλθετε πορεύεσθε δε μάλλον προς τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ». (Ματθ. 10:5-7)

 

«Και εις ην αν πόλιν εισέρχησθε και δέχωνται υμάς, εσθίετε τα παρατιθέμενα υμίν και θεραπεύετε τους εν αυτή ασθενείς και λέγετε αυτοίς ήγγικεν εφ’ υμάς η βασιλεία του Θεού. Εις ην δ΄αν πόλιν εισέλθητε και μη δέχωνται υμάς, εξελθόντες εις τας πλατείας αυτής είπατε: Και τον κονιορτόν τον κολληθέντα ημίν εκ της πόλεως υμών εις τους πόδας απομασσόμεθα (τινάζουμε) υμίν, πλην τούτο γινώσκετε ότι ήγγικεν η βασιλεία του Θεού». (Λουκ. 10:8-11)

 

Οι πρώτοι λοιπόν μαθητές (απαρχή) ήταν Ιουδαίοι και ο αρχικός γνήσιος χριστιανισμός  έχει υπόβαθρο και εκπόρευση τους προφήτες του Ισραήλ και τον νόμο του Μωυσή και όχι τον ελληνισμό.

 

«Και νυν επ΄ελπίδι της εις τους πατέρας ημών επαγγελίας γενομένης υπό του θεού έστηκα κρινόμενος, εις ην το δωδεκάφυλον ημών εν εκτενεία νύκτα και ημέραν λατρεύον ελπίζει καταντήσαι. Περί ης ελπίδος εγκαλούμαι υπό Ιουδαίων, βασιλεύ Αγρίππα». (Πράξ. 26:6-7, 24:14-15, 28:20)

 

«Εξετίθετο διαμαρτυρόμενος την βασιλείαν του Θεού πείθων τε αυτούς τα περί του Ιησού από τε του νόμου του Μωϋσέως και των προφητών από πρωί έως εσπέρας». (Πράξ. 28:23)

 

Όμως από τους πρώτους ήδη αιώνες μ.Χ. αυτό τον γνήσιο χριστιανισμό, ιστορικοπολιτικές συνθήκες τον νόθευσαν, συμμορφώνοντας τον με τα θρησκευτικά έθιμα και το ηλιολατρικό  πάνθεο της εξελληνισμένης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μεταλλάσσοντας τον σε θρησκεία των Οικουμενικών συνόδων με υπόβαθρο τον ελληνισμό. Η νέα θρησκεία ενδεδυμένη τους αποτεφρωμένους τύπους του ιουδαϊσμού και με την βοήθεια των όπλων, μεταλλικών οργάνων βασανισμού, αποκεφαλισμούς και αναγκαστικών αντιπαγανιστικών αυτοκρατορικών νόμων/έδικτα, επεβλήθη καταστρατηγώντας το «Ει τις θέλει οπίσω μου έρχεσθαι ......» και κατεστάθη όργανο εξουσίας και εξυπηρέτησης επίγειων συμφερόντων, επιφέροντας διαχρονικό πνευματικό σκοταδισμό.

 

Το κήρυγμα εις τα έθνη

 

Όταν ο Ιησούς ανέστη εκ νεκρών έδωσε εντολή στους Ιουδαίους αποστόλους να κηρύξουν εις όλα τα έθνη όχι τον Μωσαϊκό νόμο, αλλά  μετάνοια και άφεση αμαρτιών δια πίστεως εις το όνομα του. (Πράξ. κεφ. 15)

 

«Τούτω πάντες οι προφήται μαρτυρούσιν, άφεσιν αμαρτιών λαβείν δια του ονόματος αυτού πάντα τον πιστεύοντα εις αυτόν».  (Πράξ. 10:43, Ρωμ. 3:21)

 

Πρώτος ο Πέτρος μίλησε στα έθνη (Πράξ. 15:70). Στη συνέχεια ο Παύλος μετά την άρνηση των υιών της βασιλείας (βιολογικοί απόγονοι Αβραάμ) να δεχτούν το δώρο της δια πίστεως σωτηρίας, εστράφη και κατήγγειλε «την εν τω Ιησού ανάστασιν εκ των νεκρών» και στα έθνη. (Ματθ. 8:11-12, Πράξ. 28:23-28, Εφεσ. 2:8)

 

 

Η εκπλήρωση του κηρύγματος  εις όλα τα έθνη τελέστηκε στην γενεά των αποστόλων.

 

«Εις δε τον δυνάμενον να σας στηρίξη κατά το ευαγγέλιόν μου και το κήρυγμα του Ιησού Χριστού, κατά την αποκάλυψιν του μυστηρίου του σεσιωπημένου μεν από χρόνων αιωνίων, φανερωθέντος δε τώρα διά προφητικών γραφών κατ' επιταγήν του αιωνίου Θεού και γνωρισθέντος εις πάντα τα έθνη προς υπακοήν πίστεως». (Ρωμ. 16:25-26)

 

«Και αναντιρρήτως το μυστήριον της ευσεβείας είναι μέγα· ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν πνεύματι, εφάνη εις αγγέλους, εκηρύχθη εις τα έθνη, επιστεύθη εις τον κόσμον, ανελήφθη εν δόξη». (Ι Τιμ. 3:16)

 

«Εάν επιμένητε εις την πίστιν, τεθεμελιωμένοι και στερεοί και μη μετακινούμενοι από της ελπίδος του ευαγγελίου, το οποίον ηκούσατε, του κηρυχθέντος εις πάσαν την κτίσιν την υπό τον ουρανόν, του οποίου εγώ ο Παύλος έγεινα υπηρέτης». (Κολ. 1:23)

 

Το γεγονός, διεθνοποίησε τον γνήσιο Χριστιανισμό και σήμανε την πτώση της Ιερουσαλήμ και το τέλος/εκπλήρωση/αποτέλεση του Μωσαίκού νόμου, που προέβλεπε την οργή στους απειθείς παραλήπτες του Νόμου και τη συμμετοχή των εθνών εις την αιώνιον βασιλείαν του Κυρίου ημών και σωτήρος Ιησού Χριστού.

 

«Και κηρυχθήσεται τούτο το ευαγγέλιον της βασιλείας εν όλη τη οικουμένη εις μαρτύριον πάσιν τοις έθνεσιν και τότε ήξει το τέλος». (Ματθ. 24:14, Εφεσ. Κεφ. 2, Γεν. 17:5)

 

Την  συμετοχή των εθνών προείπαν οι προφήται όταν μίλησαν για την διαθήκη που θα έκανε ο θεός μαζί με τον Ισραήλ/τα πρόβατα και τα έθνη/τα θηρία.

 

«Και διαθήσομαι αυτοίς εν εκείνη τη ημέρα διαθήκην μετά των θηρίων του αγρού και μετά των πετεινών του ουρανού και μετά των ερπετών της γης και τόξον και ρομφαίαν και πόλεμον συντρίψω από της γης και κατοικιώ σε επ΄ελπίδι». ( Ωσηέ 2:18, Βλ. και Πράξ. 10:11-12)

 

 

Ο Ιησούς έπρεπε να πάθει και να αποδοκιμασθεί από εκείνη την γενιά 

 

«Επερωτηθείς δε υπό των Φαρισαίων πότε έρχεται η βασιλεία του Θεού απεκρίθη αυτοίς και είπεν: ουκ έρχεται η βασιλεία του Θεού μετά παρατηρήσεως «Ιουδαίοι σημεία αιτούσιν» ουδέ ερούσιν ιδού ώδε (εδώ) η εκεί. Ιδού γαρ η βασιλεία του Θεού εντός υμών έστιν. Είπεν δε προς τους (Ιουδαίους) μαθητάς: Ελεύσονται ημέραι ότε επιθυμήσετε μίαν των ημερών του υιού του ανθρώπου ιδείν και ου όψεσθε και ερούσιν υμίν, ιδού ώδε, μη απέλθητε μηδέ διώξητε, ώσπερ γαρ η αστραπή αστράπτουσα εκ της υπό τον ουρανόν εις την υπ’ ουρανόν λάμπει, ούτως έσται ο υιός του ανθρώπου εν τη ημέρα αυτού. Πρέπει δε δει αυτόν πολλά παθείν και αποδοκιμασθήναι από της γενεάς ταύτης».  (Λουκ. 17:20-25)

 

Σε άλλη συνομιλία με τους Ιουδαίους μαθητές, τους φανερώνει ποιοί θα τον θανατώσουν.

 

«Δει τον υιόν του ανθρώπου πολλά παθείν και αποδοκιμασθήναι από των πρεσβυτέρων και αρχιερέων και γραμματέων και αποκτανθήναι και τη Τρίτη ημέρα εγερθήναι». (Λουκ. 9:22)

 

Συγχρόνως τους προειδοποίησε ότι και αυτοί θα διώκονταν από τους ομοεθνείς τους Ιουδαίους.

 

«Μνημονεύετε του λόγου ου εγώ είπον υμίν.  Ουκ έστιν δούλος μείζων του κυρίου αυτού, ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν, ει τον λόγον μου ετήρησαν και τον υμέτερον τηρήσουσιν». (Ιωάν. 15:20, Α΄ Θεσ. 2:14-16)

 

«Ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων, γίνεσθε ουν φρόνιμοι ως οι όφεις και ακέραιοι ως αι περιστεραί. Προσέχετε δε από των ανθρώπων, παραδώσουσιν γαρ υμάς εις συνέδρια, και εν ταις συναγωγαίς αυτών μαστιγώσουσιν υμάς και επί ηγεμόνας δε και βασιλείς αχθήσεσθε (θα οδηγηθείτε) ένεκεν εμού εις μαρτύριον αυτοίς και τοις έθνεσιν». (Ματθ. 10:16-17, Α΄Θεσ. 2:14-16)

 

«Αποσυναγώγους ποιήσουσιν υμάς αλλ’ έρχεται ώρα ίνα πας ο αποκτείνας υμάς δόξη λατρείαν προσφέρειν τω Θεώ». (Ιωάν. 16:2)

 

Λύκοι και λιοντάρια

 

Λύκους και λιοντάρια που ωρύονται αποκαλεί ο Κύριος τους άρχοντες της Ιερουσαλήμ και τους ψευδοπροφήτες.

 

«Οι άρχοντες αυτής εν μέσω αυτής ως λύκοι αρπάζοντες αρπάγματα του εκχέαι αίμα όπως πλεονεξία πλεονεκτώσι». (Ιεζ. 22:27)

 

«Οι άρχοντες αυτής εν αυτή ως λέοντες ωρυόμενοι οι κριταί αυτής ως λύκοι της Αραβίας ουχ υπελίποντο (δεν αφήνουν τίποτα) εις το πρωί». (Σοφ. 3:3, Ψαλμ. 22:13)

 

«Προσέχετε από τους ψευδοπροφήτες, οι οποίοι έρχονται προς εσάς με ενδύματα προβάτων, ενώ από μέσα είναι λύκοι άρπαγες». (Ματθ. 7:15)

 

Οι ίδιοι Ιουδαίοι άρχοντες «λύκοι βαρείς» θα έμπαιναν αργότερα στην εκκλησία του Θεού «μη φειδόμενοι του ποιμνίου» και θα εισήγαγαν «αιρέσεις απωλείας». (Πράξ. 20:29,  Β΄Πέτρ. Κεφ. 2)

 

Η οδός

 

«Λέγει αυτώ ο Ιησούς, εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή, ουδείς έρχεται προς τον πατέρα ει μη δι΄ εμού». (Ιωάν. 14:6)

 

Η οδός του Κυρίου Ιησού, ήταν οδός θλίψεων.


«Έγεινε δε κατ' εκείνον τον καιρόν ταραχή ουκ ολίγη περί ταύτης της οδού». (Πράξ. 19:23)


«Ότι στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν και ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες αυτήν». (Ματθ. 7:14)

 

Η αμοιβή όμως ήταν μεγάλη.


«Μη φοβού το μικρόν ποίμνιον, ότι ευδόκησεν ο πατήρ δούναι υμίν την βασιλείαν». (Λουκ. 12:32, Αποκ. 1:6, 5:10 κείμενο)

 

Για αυτή την βασιλεία είχε μιλήσει και ο Δανιήλ:

«Ταύτα τα θηρία τα μεγάλα τα τέσσαρα τέσσαρες βασιλείαι αναστήσονται επί της γης αι αρθήσονται και παραλήμψονται την βασιλείαν άγιοι Υψίστου και καθέξουσιν αυτήν έως αιώνος των αιώνων». (Δανιήλ 7:17)

 

«Και άδουσιν ωδήν καινήν λέγοντες: Άξιος ει λαβείν το βιβλίον και ανοίξαι τας σφραγίδας αυτού, ότι εσφάγης και ηγόρασας τω θεώ εν τω αίματι σου εκ πάσης φυλής και γλώσσης και λαού και έθνους και εποίησας αυτούς τω θεώ ημών βασιλείαν και ιερείς και βασιλεύουσιν επί της γης». (Αποκ. 5:9-10)

 

Το διάστημα που θα διώκονταν το μικρό ποίμνιο του Κυρίου από τους Ιουδαίους άρχοντας και το ιερατείο έως τον ερχομό του, δεν θα ήταν μεγάλο.

 

«Όταν δε διώκωσιν υμάς εν τη πόλει ταύτη, φεύγετε εις την ετέραν. Αμήν γαρ λέγω υμίν, ου μη τελέσετε τας πόλεις του Ισραήλ έως αν έλθη ο υιός του ανθρώπου», «Και τότε αποδώσει εκάστω κατά την πράξιν αυτού». (Ματθ. 10:23, 16:27, Β’ Θεσ. Κεφ. 1)

 

«Αμήν λέγω υμίν ότι εισίν τινές των ώδε εστώτων οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου έως αν ίδωσιν τον υιόν του ανθρώπου ερχόμενον εν τη βασιλεία αυτού». (Ματθ. 16:28. 24:30)

 

«Λέγει αυτώ ο Ιησούς: Εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε; Συ μοι ακολούθει». (Ιωάν. 21:22)

 

 

Το πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον της εποχής του Ιησού και των αποστόλων όπου εκπληρώθηκαν οι ρήσεις των προφητών και του Ιησού    

 

Το πολιτικό περιβάλλον

 

Η Ιουδαία στις αρχές του 1ου αι. π.Χ. εντάχτηκε στην ρωμαϊκή επαρχία της Συρίας. Ήταν μέρος της βασιλείας του Ηρώδη ο οποίος ανακηρύχτηκε βασιλιάς των Ιουδαίων από την Σύγκλητο (40 π.Χ.). Η πολιτική των Ηρωδών, ήταν άκρως φιλορωμαϊκή εξυπηρετούσα Ρωμαϊκά συμφέροντα. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος το 66 μ.Χ., βασιλιάς ήταν ο Ηρώδης Αγρίππας Β’, μισητός από τους Ιουδαίους, που πήρε το μέρος των Ρωμαίων και πολιόρκησε τα Γάμαλα, μέρος της επικράτειας του, όταν οι κάτοικοι της τάχτηκαν με τους επαναστάτες (Ιώσ. Ιουδ. Πολ. Δ΄i 10). Η αρχαιολογία πιστοποιεί την τύπωση των κεφαλών των Ρωμαίων αυτοκρατόρων πάνω στα νομίσματα του.

Την ανώτατη εξουσία στην Ιουδαία την είχαν οι Ρωμαίοι και την εξασκούσαν με τους επιτρόπους, οι μόνοι που διέταζαν την θανατική ποινή. Οι Ρωμαίοι είχαν παραχωρήσει πολλά προνόμια στο Θεοκρατικό Ισραήλ αντιμετωπίζοντας το ως ξεχωριστό έθνος.


Το κοινωνικό περιβάλλον


Οι κοινωνικές τάξεις της Ιουδαίας στα χρόνια εκείνα περιλάμβαναν τις εξής ομάδες:

 

-Το Συνέδριον: Θεωρείται συνέχεια των συμβουλίων των πρεσβυτέρων του Μωυσή. Υπήρχαν τα «επαρχιακά» με 23 μέλη, και το «Μεγάλο συνέδριο» με 71. Αποτελείτο από αρχιερείς, ιερείς, γραμματείς και πρεσβυτέρους. Πρόεδρος ήταν ο «αρχιερέας του ενιαυτού». Το Σανχεντρίν είχε δικαστική, θρησκευτική και διοικητική εξουσία ελεγχόμενη από τους Ρωμαίους. Η ισχύς του έπαυσε με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ.

 

 -Οι Σαδδουκαίοι: Τάξη πλουσίων, φίλοι των Ρωμαίων με ανεπιβεβαίωτη προέλευση, δεν πίστευαν σε ανάσταση, ούτε σε αγγελικά πνεύματα, ούτε στις προφορικές Ιουδαϊκές παραδόσεις. Γνώριζαν την ελληνική γλώσσα και φιλοσοφία και αγαπούσαν τον ελληνικό τρόπο ζωής όπως όλοι οι εύποροι της εποχής. Ως εκ τούτου η αλληλοεπίδραση του εβραϊκού μονοθεϊσμού με την ελληνική φιλοσοφία ήταν αναπόφευκτη.  Είχαν στενές σχέσεις με το ιερατείο και τον στρατηγό του ιερού. Με τους Φαρισαίους ήταν σε αντιπαλότητα συνεργάστηκαν όμως αναγκαστικά για να απαλλαγούν από τον Ιησού.

 

-Οι Φαρισαίοι: Φανατικοί εθνικιστές και τυπολάτρες. Επηρέαζαν κυρίως τα λαϊκά στρώματα. Σε αντίθεση με τους Σαδδουκαίους δεν συνευδοκούσαν  στον εξελληνισμό, πίστευαν στην ανάσταση και σε πνεύματα. Οι περισσότεροι ήταν εκμεταλλευτές, άδικοι, και φιλόδοξοι.

 

«Πάντα δε τα έργα αυτών ποιούσιν προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις πλατύνουσιν γαρ τα φυλακτήρια αυτών και μεγαλύνουσιν τα κράσπεδα». (Ματθ. 23:5)

 

Γνώριζαν τις γραφές χωρίς όμως να είναι και εκτελεστές. Τα ουαί του Ιησού δεν αφορούσαν όλους, πολλοί Φαρισαίοι υπάκουσαν στην πίστη όπως ο απόστολος Παύλος και άλλοι κράτησαν θετική στάση στο ζήτημα του Ιησού όπως ο Νικόδημος και ο Γαμαλιήλ.

 

-Οι Πρεσβύτεροι: Αποτελούσαν μαζί με τους Σαδδουκαίους την ελίτ της Ιουδαϊκής κοινωνίας, συμμετείχαν στο μεγάλο Συνέδριο καθορίζοντας την πολιτική γραμμή του έθνους. Συνεργαζόντουσαν στενά με τους αρχιερείς και τους γραμματείς.

 

-Οι Γραμματείς: Νομοδιδάσκαλοι, ερμηνευτές του Μωσαϊκού νόμου και διατηρητές των προφορικών παραδόσεων. Λεγόντουσαν και Νομικοί. Συνεργάτες των Φαρισαίων και μέλη του συνεδρίου. Υπερασπιζόντουσαν  πάντα τα συμφέροντα των πλουσίων.

 

-Οι Εσσαίοι: Ιδιαίτερη κοινοβιακή Ιουδαϊκή ομάδα  που ζούσε με δικούς της κανόνες αποχωρισμένη από τους υπόλοιπους Ιουδαίους. Ήταν προσηλωμένοι στο Μωσαϊκό νόμο και έδιναν  έμφαση σε λουτρά εξαγνισμού.

Διατηρούσαν αυστηρό ημερήσιο πρόγραμμα με προσευχές, κοινά γεύματα και εργασία αποκλειστικά για τα προς το ζην. Δεν είχαν πλούτη ούτε εμπορευόντουσαν. Απείχαν από τον γάμο και όσοι νυμφεύονταν υιοθετούσαν ξένα παιδιά, για αυτό και ήταν ολίγοι τον αριθμό. Σύμφωνα με τον Ιώσηπο είχαν Πλατωνικές δοξασίες (Ιουδ. Πόλ. Βιβλ. 2, 154-158). Η όποια προσπάθεια ταύτισης των Εσσαίων με τους χριστιανούς είναι ανεπιτυχής.

 

-Οι Ζηλωτές: Ακραίοι εθνικιστές, Φαρισαίοι, επαναστάτες. Ο Ιούδας ο Γαλιλαίος θεωρείται ότι ήταν οργανωτής τους. Ομού μαζί με άλλες Ιουδαϊκές εθνικιστικές παρατάξεις, δεν ανεχόντουσαν την Ρωμαϊκή κατοχή, τους «Θνητούς δεσπότες (Ιουδ. Πολ. 2 118)» και την απόδοση φόρων στον Καίσαρα, με χρήματα που ανήκαν στο Ναό. Υποστήριζαν τον ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα και θεωρούσαν προδότες όσους δεν συνέπλεαν με τις αντιλήψεις τους. Ήταν πρωτεργάτες της ένοπλης επανάστασης που οδήγησε στον πόλεμο με τους Ρωμαίους και ιδιαίτερα εχθρικοί απέναντι στους εύπορους Ιουδαίους  διότι αυτοί ήταν ανεκτικοί στη ρωμαϊκή κατοχή. Στην περίοδο του πολέμου οι ζηλωτές εξουσίαζαν στην Ιερουσαλήμ και στον ναό της και θανάτωσαν πλήθος εύπορων Ιουδαίων αρπάζοντες τις περιουσίες τους εκπληρώνοντας έτσι τα λόγια του Ιακώβου προς αυτούς: «Εθησαυρίσατε εν εσχάταις ημέραις». (Ιάκ. 5:3)

 

-Οι Σικάριοι: (= μαχαιροβγάλτες). Ακραίοι Ζηλωτές, φόνευσαν πλήθος μετριοπαθών Ιουδαίων (αυτοί που δεν θέλανε τον πόλεμο) στην διάρκεια της εξέγερσης για την αποτίναξη του ρωμαϊκού ζυγού.   

 

-Οι Αρχιερείς: Η διαδοχή του αρχιερέα κατά την τάξη Ααρών είχε διακοπεί. Την εποχή που εξετάζουμε ο αρχιερέας διορίζεται από τους Ρωμαίους, εξυπηρετεί τα Ρωμαϊκά συμφέροντα και ασχολείται κυρίως με την πολιτική. Την εποχή του Χριστού ενεργός αρχιερέας ήταν ο Καϊάφας γαμπρός του Άννα, διορισμένου αρχιερέα από τον Ρωμαίο λεγάτο της Συρίας Κυρίνιο  το 7 μ.Χ. Τον Άννα τον απομάκρυνε από την θέση του ο Ρωμαίος επίτροπος Βαλέριος Γράτος το 15 μ.Χ. Ο Άννας είχε πέντε γιούς οι οποίοι διετέλεσαν όλοι αρχιερείς αφού το ισόβιο του λειτουργήματος είχε και αυτό καταργηθεί. Το ότι ο Ιησούς οδηγήθηκε πρώτα στον Άννα αντί στον εν ενεργεία Καϊάφα φανερώνει την ισχυρή επιρροή που ασκούσε ο Άννας στην πολιτική και θρησκευτική ζωή των Εβραίων. Ως διαχειριστές των εσόδων του Ναού οι αρχιερείς είχαν συσσωρεύσει πλούτο που δεν συμβάδιζε με το λειτούργημα τους.

 

Ο Ιώσηπος αναφέρει την Ιερουσαλήμ ως χώρο «προσκυνούμενο υπό της οικουμένης όλης (Ιουδ. Πολ. Δ 262)». Το πλήθος που συνέρεε στην Ιερουσαλήμ για να προσκυνήσει έπρεπε, να μετατρέψει τα νομίσματα του, να αγοράσει θύματα (= ζώα) για τις θυσίες και να προσφέρει δώρα στον ναό και αφιερώματα. Έτσι ο οίκος του Θεού είχε μετατραπεί σε «οίκο εμπορίου» εξ ου και ο πλούτος των αρχιερέων.

 

Προσήλυτοι

 

Προσήλυτοι στον μονοθεϊσμό των Ιουδαίων από τον πολυθεϊσμό η ενοθεϊσμό των εθνικών, γινόντουσαν, είτε εθελοντικά ( Λευ. 18:26 Ο΄), είτε για τον φόβο των Ιουδαίων (Εσθήρ 8:17), είτε για πολιτικούς λόγους όπως έκανε ο Ιωάννης Υρκανός (134-104 π.Χ.) όταν νίκησε τους Ιδουμαίους και τους επέβαλε την περιτομή και τα Ιουδαϊκά έθιμα για να παραμείνουν στην περιοχή (Ιώσ. Ιουδ. Αρχ. ΙΓ, ΙΧ.Ι 258), είτε για νεωτερισμό όπως έκαναν  πολλοί Έλληνες που βλέποντας την λαμπρότητα των Ιουδαϊκών θρησκευτικών τελετών τις αντέγραψαν. (Ιώσ. Ιουδ. Πόλ. Ζ ΙΙΙ (3) 45)

 

Πάντως πολλοί προσήλυτοι υπάκουσαν στο ευαγγέλιο της ζωής, όπως ο Νικόλαος, προσήλυτος Αντιοχεύς, ο Αιθίοπας o ευνούχος, και άλλοι. (Πράξ. 6:5, 2:11, 8:27-38, 13:43)

 

  

Η ακολουθία των διωγμών του σώματος του Χριστού από τους Ιουδαίους      

 

Οι αρχιερείς και οι άρχοντες με δόλο φονεύουν τον Ιησού

 

Ο Ιησούς έπρεπε να πεθάνει διότι ήτο επικίνδυνος για τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης, δηλαδή των Ηρωδιανών [Αυτοί ήταν Ιδουμαίοι εις τους οποίους ο Μακκαβαίος ηγεμόνας Υρκανός Α΄είχε επιβάλει την περιτομή], Αρχιερέων, Σαδδουκαίων, πρεσβυτέρων, Φαρισαίων και Γραμματέων, που κινδύνευαν να τα χάσουν από τους Ρωμαίους.

 

«Εάν αφώμεν αυτόν ούτως, πάντες πιστεύσουσιν εις αυτόν και ελεύσονται οι Ρωμαίοι και αρούσι (= θα μας πάρουν) ημών και τον τόπον και το έθνος». (Ιωάν. 11:48)

 

«Ην δε το πάσχα και τα άζυμα μετά δύο ημέρας και εζήτουν οι αρχιερείς και οι γραμματείς πως αυτόν εν δόλω κρατήσαντες αποκτείνωσιν». ( Μάρκ. 14:1) 

 

Οι αρχιερείς, οι γραμματείς και το πρεσβυτέριον του λαού οδηγούν τον Ιησού εις το Συνέδριο αυτών και στην συνέχεια την απόφαση της θανατικής ποινής την αποσπούν με δόλο από τον πέμπτο Ρωμαίο επίτροπο της Ιουδαίας Πόντιο Πιλάτο, κατηγορώντας τον Ιησού ως αποσρέφοντα τον Ιουδαϊκό λαό από την Ρώμη και ως αντιλέγοντα στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.

 

«Ήρξαντο δε κατηγορείν αυτού λέγοντες: Τούτον εύραμεν διαστρέφοντα το έθνος ημών και κωλύοντα φόρους Καίσαρι διδόναι και λέγοντα αυτόν Χριστόν βασιλέα είναι». (Λουκ. 23:2, 14)

 

«Εκ τούτου ο Πιλάτος εζήτει απολύσαι αυτόν, οι δε Ιουδαίοι εκραύγασαν λέγοντες: Εάν τούτον απολύσης, ουκ ει φίλος του Καίσαρος πας ο βασιλέα εαυτόν ποιών αντιλέγει τω Καίσαρι».  (Ιωάν. 19:12)

 

«Λέγει αυτοίς ο Πιλάτος: Τον βασιλέα υμών σταυρώσω; Απεκρίθησαν οι αρχιερείς: Ουκ έχομεν βασιλέα ει μη Καίσαρα. Τότε ουν παρέδωκεν αυτόν αυτοίς ίνα σταυρωθή». (Ιωάν. 19:15-16)


 

Οι αρχιερείς και οι άρχοντες δωροδοκώντας τους Ρωμαίους στρατιώτες, εμποδίζουν την διάδοση της ανάστασης του Ιησού

 

«Και συναχθέντες (οι αρχιερείς) μετά των πρεσβυτέρων συμβούλιον τε λαβόντες αργύρια ικανά έδωκαν τοις στρατιώταις λέγοντες: Είπατε ότι οι μαθηταί αυτού νυκτός ελθόντες έκλεψαν αυτόν ημών κοιμωμένων και εάν ακουσθή τούτο επί του ηγεμόνος (του Πιλάτου), ημείς πείσομεν αυτόν και υμάς αμερίμνους ποιήσομεν, οι δε λαβόντες τα αργύρια εποίησαν ως εδιδάχθησαν. Και διεφημίσθη ο λόγος ούτος παρά Ιουδαίοις μέχρι της σήμερον ημέρας». (Ματθ. 28:12-15)


 

Οι αρχιερείς και οι άρχοντες αντιδρούν βίαια στη δράση της εκκλησίας μετά την Πεντηκοστή και σκέπτονται να θανατώσουν τους αποστόλους

 

«Λαλούντων δε αυτών προς τον λαόν επέστησαν αυτοίς οι ιερείς και ο στρατηγός του ιερού και οι Σαδδουκαίοι, διαπονούμενοι (ενοχλούμενοι) δια το διδάσκειν αυτούς τον λαόν και καταγγέλειν εν τω Ιησού την ανάστασιν την εκ νεκρών και επέβαλον αυτοίς τας χείρας και έθεντο εις τήρησιν εις την αύριον, ην γαρ εσπέρα ήδη». (Πράξ. 4:1-3)

 

«Παρέστησαν οι βασιλείς της γης (της γης του Ισραήλ) και οι άρχοντες συνήχθησαν επί το αυτό κατά του Κυρίου και κατά του Χριστού αυτού. Συνήχθησαν γαρ επ’ αληθείας εν τη πόλει ταύτη (Ιερουσαλήμ) επί τον άγιον παίδα σου Ιησούν ον έχρισας, Ηρώδης τε και Πόντιος Πιλάτος συν έθνεσιν και λαοίς Ισραήλ, ποιήσαι όσα η χειρ σου και η βουλή προώρισεν γενέσθαι». (Πράξ. 4:26-28, Γεν. 35:10-11)

 

«Οι δε ακούσαντες έτριζον τους οδόντας και εβουλεύοντο να θανατώσωσιν αυτούς». (Πράξ. 5:33)

 

 

Ο Παύλος συμφωνεί με τον λιθοβολισμό του Στεφάνου

 

Ο Στέφανος οδηγείται στο συνέδριο και μετά την απολογία του προς τους αρχιερείς λιθοβολείται με την σύμφωνη γνώμη του Φαρισαίου Παύλου όστις κακοποίει την εκκλησία, εμβαίνων εις πάσα οικία και σύρων άνδρας και γυναίκας, παρέδιδε εις την φυλακή με την άδεια των αρχιερέων (Πράξ. 6:12, 54-60, 8:1-3, 9:1-2). Τούτο έπραττε μέχρι την μεταστροφή του στον Χριστό.

 

 

Οι επιβουλές των Ιουδαίων

 

Αντιόχεια 


«Ιδόντες δε οι Ιουδαίοι τα πλήθη, επλήσθησαν φθόνου και ηναντιούντο εις τα υπό του Παύλου λεγόμενα, αντιλέγοντες και βλασφημούντες». (Πράξ.13:45).

 

«Οι δε Ιουδαίοι παρεκίνησαν τας ευλαβείς και επισήμους γυναίκας και τους πρώτους της πόλεως και διήγειραν διωγμόν κατά του Παύλου και του Βαρνάβα, και εξέβαλον αυτούς από των ορίων αυτών». (Πράξ. 13:50)

 

Ικόνιο


«Οι δε απειθήσαντες Ιουδαίοι επήγειραν και εκάκωσαν τας ψυχάς των εθνών κατά των αδελφών». (Πράξ. 14:2)

 

Λύστρα


«Εν τούτω δε ήλθον Ιουδαίοι εξ Αντιοχείας και Ικονίου, και πείσαντες τους όχλους και λιθοβολήσαντες τον Παύλον, έσυραν έξω της πόλεως, νομίσαντες ότι απέθανεν». (Πράξ. 14:19)

 

Θεσσαλονίκη


«Ζηλώσαντες δε οι Ιουδαίοι και προσλαβόμενοι των αγοραίων άνδρας τινας πονηρούς και οχλοποιήσαντες εθορύβουν την πόλιν και επιστάντες τη οικία Ιάσονος εζήτουν αυτούς προαγαγείν εις τον δήμον». (Πράξ. 17:5)

 

Βέροια


«Ως δε έμαθον οι από της Θεσσαλονίκης Ιουδαίοι ότι και εν τη Βεροία εκηρύχθη υπό του Παύλου ο λόγος του Θεού, ήλθον και εκεί και ετάραττον τους όχλους». (Πράξ. 17:13)

 

Ιεροσόλυμα


«Ως δε έμελλον αι επτά ημέραι να συντελεσθώσιν, οι από της Ασίας Ιουδαίοι ιδόντες αυτόν εν τω ιερώ, ετάραξαν πάντα τον όχλον και έβαλον τας χείρας επ' αυτόν ….». (Πράξ. 21:27)

 

«Και οι Ιουδαίοι της διασποράς (Ελληνιστές) επιχειρούσαν να φονεύσουν τον Παύλον». (Πράξ. 9:29)

 

Δαμασκός


«Και αφού παρήλθον ημέραι ικαναί, συνεβουλεύθησαν οι Ιουδαίοι να θανατώσωσιν αυτόν». (Πράξ. 9:23)

 

 

Μαρτυρία του Ιουστίνου για τις επιβουλές των Ιουδαίων

 

Ο Ιουστίνος στο διάλογο προς Τρύφωνα Ιουδαίο 17-1 αναφέρει ότι: 


«Οι Ιουδαίοι όχι μόνο δεν μετανόησαν αλλά απέστειλαν εκλεγμένους (πράκτορες), εις όλη την γη με σκοπό να διαβάλουν και να κατηγορήσουν τούς Χριστιανούς ως αιρετικούς, παράνομους και άθεους».

 

Ο βασιλιάς Ηρώδης φονεύει τον Ιάκωβο

 

«Κατ' εκείνον δε τον καιρόν επεχείρησεν Ηρώδης ο βασιλεύς να κακοποιήση τινάς από της εκκλησίας. Εφόνευσε δε διά μαχαίρας Ιάκωβον τον αδελφόν του Ιωάννου. Και ιδών ότι ήτο αρεστόν εις τους Ιουδαίους, προσέθεσε να συλλάβη και τον Πέτρον· ήσαν δε αι ημέραι των αζύμων». (Πράξ. 12:1-3)

 

 

Την περίοδο που εξετάζουμε οι Ρωμαίοι δεν δίωκαν τους χριστιανούς   

 

 Η αρχέγονη εκκλησία λοιπόν δεν αντιμετώπιζε διωγμούς από τους Ρωμαίους για την πίστη της εις τον Ιησού, αλλά από τους απειθείς Ιουδαίους, παρακινούμενους από την άρχουσα τάξη, όπως τους είχε πει ο Ιησούς.

 

Οι Ρωμαίοι δεν διέκριναν τη διαφορά μεταξύ Χριστιανών και Ιουδαίων, νόμιζαν ότι ο Χριστιανισμός είναι Ιουδαϊκή αίρεση και δεν είχαν λόγους να διώξουν την εκκλησία, δεδομένου ότι ο Ιουδαϊσμός είχε προνομιακές σχέσεις με την Ρώμη. Αντιθέτως αποφάσεις που στρέφονταν ενάντια στους Ιουδαίους είχαν επιπτώσεις και στους Χριστιανούς όπως στην περίπτωση του Ακύλα και της Πρίσκιλλας, όταν εκδιώχθηκαν από την Ρώμη  όλοι οι  Ιουδαίοι, λόγω των αναταραχών που γινόντουσαν μεταξύ τους στις συναγωγές για τον Ιησού. Απόσπαση των μαθητών από την συναγωγή έκανε ο Παύλος στην Έφεσο (Πράξ. 19:9, 18:2).

 

Τα ιστορικά γεγονότα της Γραφής επιβεβαιώνουν την στάση της Ρώμης

 

«Ότε δε ο Γαλλίων ήτο ανθύπατος της Αχαΐας, οι Ιουδαίοι εσηκώθησαν ομοθυμαδόν κατά του Παύλου και έφεραν αυτόν εις το δικαστήριον, λέγοντες ότι ούτος πείθει τους ανθρώπους να λατρεύωσι τον Θεόν παρά τον νόμον. Και ότε έμελλεν ο Παύλος να ανοίξη το στόμα, είπεν ο Γαλλίων προς τους Ιουδαίους· Εάν μεν ήτο τι αδίκημα ή ραδιούργημα πονηρόν, ω Ιουδαίοι, ευλόγως ήθελον σας υποφέρει· εάν δε ήναι ζήτημα περί λέξεων και ονομάτων και του νόμου υμών, θεωρήσατε σείς· διότι εγώ κριτής τούτων δεν θέλω να γείνω. Και απεδίωξεν αυτούς από του δικαστηρίου». (Πράξ. 18:12-16)

 

 

Ομοίως ο Πόρκιος Φήστος, Ρωμαίος επίτροπος της Ιουδαίας το (59 μ.Χ.), αντικαταστάτης του Φήλικα του νυμφευμένου με την Ιουδαία Δρουσίλλα αδελφή του βασιλιά Ηρώδη Αγρίππα Β΄και της Βερνίκης, αναφερόμενος στον βασιλιά Αγρίππα Bπερί του Παύλου είπε:

 

«Περί του οποίου οι κατήγοροι παρασταθέντες δεν επέφεραν ουδεμίαν κατηγορίαν εξ όσων εγώ υπενόουν, αλλ' είχον κατ' αυτού ζητήματά τινά περί της ιδίας αυτών δεισιδαιμονίας και περί τινός Ιησού αποθανόντος, τον οποίον ο Παύλος έλεγεν ότι ζη. Απορών δε εγώ εις την περί τούτου ζήτησιν, έλεγον αν θέλη να υπάγη εις Ιερουσαλήμ και εκεί να κριθή περί τούτων. Αλλ' επειδή ο Παύλος επεκαλέσθη να φυλαχθή εις την κρίσιν του Σεβαστού, προσέταξα να φυλάττηται, εωσού πέμψω αυτόν προς τον Καίσαρα». (Πράξ. 25:18-21)

 

«Και αφού αυτός είπε ταύτα, εσηκώθη ο βασιλεύς και ο ηγεμών και η Βερνίκη και οι συγκαθήμενοι μετ' αυτών, και αναχωρήσαντες ελάλουν προς αλλήλους, λέγοντες ότι ουδέν άξιον θανάτου ή δεσμών πράττει ο άνθρωπος ούτος. Ο δε Αγρίππας είπε προς τον Φήστον· Ο άνθρωπος ούτος ηδύνατο να απολυθή, εάν δεν είχεν επικαλεσθή τον Καίσαρα». (Πράξ. 25:18-21)

 

 

Και από την οικία του Καίσαρος είχαν πιστέψει στον Ιησού.


 «Ασπάζονται υμάς πάντες οι άγιοι, μάλιστα δε οι εκ της Καίσαρος οικίας». (Φιλιπ. 4:22)

 

Ο Παύλος για να γλυτώσει το μένος των Ιουδαίων επικαλέστηκε τον Ρωμαίο Καίσαρα, διότι γνώριζε ότι ο χριστιανισμός δεν ήταν απαγορευμένος από την Ρώμη η οποία ήτο ανεκτική σε όλους τους «θεούς» και στο πάνθεον της είχε συμπεριλάβει πλήθος. Μάλιστα ο Ευσέβιος έγραψε για τον Καίσαρα Τιβέριο ότι του άρεσε το Χριστιανικό δόγμα και πρότεινε στην σύγκλητο να συμπεριλάβουν τον Ιησού στο Ρωμαϊκό πάνθεον, η  εισήγηση του απερρίφθη αλλά ο Τιβέριος απείλησε με θάνατο τους κατηγόρους των Χριστιανών(Εκκλ. Ιστορία Β΄2,6)

 

Η πυρκαγιά στην Ρώμη το 64 μ.Χ.

 

 Αρκετοί ιστορικοί, θεολόγοι και μελετητές, αμφιβάλουν εάν ο διωγμός του Νέρωνα, ο οποίος ήταν περιορισμένος στην Ρώμη και μικρής διάρκειας, αφορούσε την πίστη των Χριστιανών. Τα στοιχεία δείχνουν ότι σκοπός του Νέρωνα ήταν να τιμωρήσει τους υπαίτιους της πυρκαγιάς, σαν κακόβουλη πράξη και σύμφωνα με την Δωδεκάδελτο (= νόμοι του κράτους), οι ποινές που προβλέπονταν για τους εμπρηστές ήταν το πυρ και το ρίξιμο στα θηρία. Οι Χριστιανοί του πρώτου αιώνα δεν είχαν κανένα λόγο να πυρπολήσουν την Ρώμη, κατηγορήθηκαν, ως υπαίτιοι. Η διδαχή του Ιησού και των αποστόλων απέτρεπαν βίαιες συμπεριφορές. Ιστορικά οι διαβολείς των Χριστιανών ήταν οι Ιουδαίοι. Καθώς αναφέρει και ο καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Απόστολος Αθ. Γλαβίνας στο βιβλίο του:

 

«Οι Ιουδαίοι βρήκαν την ευκαιρία να τροφοδοτήσουν την πολιτική εξουσία της Ρώμης με εύφλεκτο υλικό εναντίον των Χριστιανών». (Οι διωγμοί της εκκλησίας στην Προκωνσταντίνεια εποχή» εκδόσεις «Τέρτιος» Κατερίνη 03/1992 σελ. 41-42)

 

Η ίδια πηγή σελ. 49-50 αναφέρει ότι: 


«Οι Χριστιανοί δεν ήταν εκτός νόμου, δεν είχε εκδοθεί κανένας νόμος εναντίον τους, δεν είχαν θεωρηθεί διαφορετική από τον Ιουδαϊσμό θρησκεία και απαγορευμένη».

                             

Ψευδοπροφήτες

 

Η θρησκεία πάντοτε στήριζε την άρχουσα τάξη (ελίτ) η οποία με την σειρά της την χρησιμοποιούσε ως εργαλείο για την χειραγώγηση των κατωτέρων κοινωνικών στρωμάτων, με όφελος την διατήρηση της εξουσίας από τους πλούσιους ολιγάρχες (Ιάκ. 2:6). Ισχυρός συνδετικός κρίκος σε αυτήν την διαπλεκόμενη συνεργασία, θρησκείας και εξουσίας ήταν οι ψευδοπροφήτες των οποίων οι χρησμοί καθοδηγούσαν το λαό και τις «θεϊκές» αποφάσεις των κυβερνώντων.

 

Η δράση των ψευδοπροφητών ενάντια στην αλήθεια του Θεού

 

«Και ήκουσαν οι ιερείς και οι ψευδοπροφήται και πας ο λαός του Ιερεμίου λαλούντος τους λόγους τούτους εν οίκω Κυρίου και εγένετο Ιερεμίου λαλούντος πάντα α συνέταξεν αυτώ Κύριος λαλήσαι παντί τω λαώ και συνελάβοσαν αυτόν οι ιερείς και οι ψευδοπροφήται και πας ο λαός λέγων θανάτω αποθανή ……. Και είπαν οι ιερείς και οι ψευδοπροφήται προς τους άρχοντας και παντί τω λαώ κρίσις θανάτου τω ανθρώπω τούτω ότι επροφήτευσεν κατά της πόλεως ταύτης καθώς ηκούσατε εν τοις ώσιν υμών». (Ιερ. 33:7-8, 11 Ο΄)

 

«Και εγένετο εν τω τετάρτω έτει Σεδεκία βασιλέως Ιούδα εν μηνί τω πέμπτω είπεν μοι Ανανίας υιός Αζώρ ο ψευδοπροφήτης ο από Γαβαών εν οίκω Κυρίου κατ΄ οφθαλμούς των ιερέων και παντός του λαού λέγων….». (Ιερ. 35:1)

 

Ψευδοπροφήτες σε κάθε επινοημένη θεότητα

 

Όπως σε κάθε λατρεία «θεού» έτσι και οι Ιουδαίοι λατρευτές του Βάαλ, είχαν τους δικούς τους ψευδοπροφήτες. Ο Ιηού όταν χρίστηκε βασιλιάς στο δεκάφυλο βασίλειο του Ισραήλ είπε:

 

«Και νυν πάντες οι προφήται του Βάαλ, πάντας τους δούλους αυτού και τους ιερείς αυτού καλέσατε προς με ανήρ μη επισκεπήτω (= να μη λείψει) ότι θυσία μεγάλη μοι τω Βάαλ πας ος εάν επισκεπή (= λείψει) ου ζήσεται και Ιηού εποίησεν εν πτερνισμώ (= δολίως) ίνα απολέση τους δούλους του Βάαλ». (Β’ Βασ. 10:19 Ο΄)

 

 

Η δράση των ψευδοπροφητών ανάμεσα στους Ιουδαίους ήταν ενεργή και στους χρόνους των αποστόλων, ο Κύριος  Ιησούς είχε προειδοποιήσει:

 

«Προσέχετε από των ψευδοπροφητών, οίτινες έρχονται προς υμάς εν ένδύμασι προβάτων έσωθεν δε είσιν λύκοι άρπαγες». (Ματθ. 7:15)

 

«Εγερθήσονται γαρ ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και δώσουσιν σημεία και τέρατα προς το αποπλανάν ει δυνατόν τους εκλεκτούς». (Μάρκ. 13:22, Ματθ. 24:24)

 

«Διελθόντες δε όλην την νήσον άχρι Πάφου εύρον άνδρα τινά μάγον ψευδοπροφήτην Ιουδαίον ω όνομα Βαριησού, ος ην συν τω ανθυπάτω Σεργίω Παύλω, ανδρί συνετώ. Ούτος προσκαλεσάμενος Βαρναβάν και Σαύλον επεζήτησεν ακούσαι τον λόγον του Θεού. Ανθίστατο δε αυτοίς Ελύμας ο μάγος, ούτως γαρ μεθερμηνεύεται το όνομα αυτού, ζητών διαστρέψαι τον ανθύπατον από της πίστεως». (Πράξ. 13:6-8)

 

Και ο Ιώσηπος, βασική πηγή γνώσης για τον Ιουδαϊκό πόλεμο στο (Βιβλ. ΣΤ 288) αναφέρει ότι στην περίοδο του πολέμου, απατεώνες και ψευδοπροφήτες εξαπάτησαν τους Ιουδαίους, οι οποίοι δεν πίστεψαν στα αληθινά σημεία του Θεού για το τέλος της Ιερουσαλήμ.

 

 

Ψευδόχριστοι

 

Ο όρος ψευδόχριστος-οι εισάγεται από τον ίδιο τον Ιησού, και σημαίνει ψεύτικος Χριστόςψεύτικος Μεσσίας, όχι ο αληθινός.

 

«Βλέπετε μη πλανηθήτε. Πολλοί γαρ ελεύσονται επί τω ονόματι μου λέγοντες: Εγώ ειμί και ο καιρός ήγγικεν. Μη πορευθήτε οπίσω αυτών».  (Λουκ. 21:8)

 

Θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε ότι ο Θευδάς και ο Ιούδας είχαν χαρακτηριστικά ψευδομεσσία. Σύμφωνα με την Ιουδαϊκή αντίληψη εκείνης της εποχής ο ερχόμενος Μεσσίας/Χριστός, θα τους έσωζε/ελευθέρωνε, από τον Ρωμαϊκό ζυγό και θα αποκαθιστούσε την επίγεια βασιλεία εις τον Ισραήλ κατά το πρότυπο Δαυίδ.

 

«Ιησούς ουν γνους ότι μέλλουσιν έρχεσθαι και αρπάζειν αυτόν ίνα ποιήσωσιν βασιλέα ανεχώρησεν πάλιν εις το όρος αυτός μόνος». (Ιωάν. 6:15, Πράξ. 1:6)

 

Η αντίληψη αυτή είχε ως αποτέλεσμα να είναι οι Εβραίοι ανυπότακτοι (Έσδρ. 4:19, Α΄Πέτρ. 2:17) και να προκαλούν συχνά εξεγέρσεις στην περιοχή. Πολλοί Ιουδαίοι μαθητές  βλέποντας ότι ο Ιησούς δεν ήταν ο τύπος του Μεσσία που ήθελαν, τον εγκατέλειπαν (Ιωάν. 6:66). Αυτή η εσφαλμένη αντίληψη, η συσχέτιση δηλαδή της επουράνιας βασιλείας του θεού με την εθνική αποκατάσταση του σαρκικού Ισραήλ, επικρατεί και σήμερα σε πολλούς θρησκευόμενουςοι οποίοι προσέχουν σε Ιουδαϊκούς μύθους και σε εντολές ανθρώπων που αποστρέφονται την αλήθεια (Τίτ. 1:14).



Η μαρτυρία του Ιησού για την βασιλεία του

 

«Απεκρίθη Ιησούς: Η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου. Ει εκ του κόσμου τούτου ην η βασιλεία η εμή, οι υπηρέται οι εμοί ηγωνίζοντο αν, ίνα μη παραδοθώ τοις Ιουδαίοις. Νυν δε η βασιλεία η εμοί ουκ έστιν εντεύθεν (= από εδώ)». (Ιωάν. 18:36, Δαν. 2:44, 7:14)

 

 Και ο Παύλος διδάσκει:


«Μη σκοπούντων ημών τα βλεπόμενα αλλά τα μη βλεπόμενα, τα γαρ βλεπόμενα πρόσκαιρα τα δε μοι βλεπόμενα αιώνια». (Β’ Κοριν. 4:18)

 

«Ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν (επίγεια) αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν (επουράνια)». (Εβρ. 13:14, 11:16)

 

 

Αντίχριστος


«Και αφού εγνώρισαν την χάριν την δοθείσαν εις εμέ Ιάκωβος και Κηφάς και Ιωάννης, οι θεωρούμενοι ότι είναι στύλοι, δεξιάς έδωκαν κοινωνίας εις εμέ και εις τον Βαρνάβαν, διά να υπάγωμεν ημείς μεν εις τα έθνη, αυτοί δε εις τους περιτετμημένους». (Γαλ. 2:9)

 

Ο όρος αντίχριστος (= ο τω Χριστώ εναντίος), εισάγεται για πρώτη φορά  από τον απόστολο των Ιουδαίων Ιωάννη , σε χρόνο που για την διαμορφωμένη τότε εκκλησία ήταν έσχατος. Ο απόστολος Ιωάννης  λοιπόν, προσδιορίζει την πρώτη  εκκλησία, ως  εσχατολογική.  

 

«Παιδία, εσχάτη ώρα εστίν και καθώς ηκούσατε ότι αντίχριστος έρχεται και νυν αντίχριστοι πολλοί γεγόνασιν (= έχουν έλθει), όθεν γινώσκομεν ότι εσχάτη ώρα εστίν. Εξ ημών εξήλθαν (= αποστασία -  απόσχιση) αλλ΄ ουκ ήσαν εξ ημών. Ει γαρ εξ ημών ήσαν μεμενήκεισαν αν μεθ’ ημών. Αλλ΄ ίνα φανερωθώσιν ότι ουκ εισίν πάντες εξ ημών. Και υμείς χρίσμα έχετε από του αγίου και οίδατε πάντες». (Α’ Ιωάν. 2:18-20)

 

Σώμα Χριστού και σώμα αντίχριστου

 

Στην αρχέγονη εκκλησία πάντες ήταν χρισμένοι (= βαπτισμένοι με Άγιο Πνεύμα) και όλοι γνώριζαν «οίδατε πάντες». Είχαν ακούσει ότι πριν τον ερχομό του Παντοκράτορα Ιησού (Αποκ. 1:8, Εβρ. 1:3, Ζαχ. 8:18 Ο΄)   και την οργή του επί των ασεβών Ιουδαίων, θα έρχονταν  «αντίχριστος».

 

Τα μέλη της εκκλησίας του Χριστού, οι πιστοί, ήταν «σώμα Χριστού και μέλη εκ μέρους». (Α΄ Κορινθ. 12:26)


«Καθάπερ γαρ το σώμα εν έστιν και μέλη πολλά έχει, πάντα δε τα μέλη του σώματος πολλά όντα εν έστιν σώμα, ούτως και ο Χριστός ……… Ει δε ην τα πάντα εν μέλος που το σώμα; Νυν δε πολλά μεν μέλη, εν δε σώμα». (Α΄ Κορ. 12:12, 19-20, Ρωμ. 12:5, Εφεσ. 1:22-23)

 

 O απόστολος Ιωάννης τους εξηγεί ότι ήδη στην σύγχρονη εποχή του (νυν), είχαν έρθει πολλοί αντίχριστοι και έτσι τα πνευματικά τέκνα του γνώριζαν ότι ήταν εσχάτη ώρα. Αντίχριστος/οι λοιπόν ήταν, συλλογικό σώμα, σύνολο προσώπων, συγκεκριμένης  ιδεολογίας και πίστης  που ήταν ενάντιοι/αντίθετοι στην αλήθεια που ομολογούσε η εκκλησία του Ιησού, ήταν μέσα στην εκκλησία, εξήλθαν απ’ αυτήν και ήταν σημείο / προμήνυμα, της Δευτέρας Παρουσίας και των εσχάτων ημερών του αιώνος του νόμου.

 

«Δει γαρ και αιρέσεις εν υμίν ίνα [και] οι δόκιμοι φανεροί γένωνται εν υμίν». (Α΄ Κοριν. 11:19)

 

Η πλάνη των αντίχριστων

 

Υπήρχε συγκεκριμένη πλάνη που κατονόμαζε κάποιον ως αντίχριστο, όμως αυτή δεν τον καθιστούσε υποψήφιο διάδοχο παγκόσμιας ηγεμονίας, τουναντίον ήταν ένδειξη απώλειας όπως θα δούμε στην συνέχεια.

 

«Ότι πολλοί πλάνοι εξήλθον (από την πρώτη εκκλησία) εις τον κόσμον, οι μη ομολογούντες Ιησούν Χριστόν ερχόμενον εν σαρκί. Ούτος έστιν ο πλάνος και ο αντίχριστος». (Β΄Ιωάν.1:7)

 

«Τις έστιν ο ψεύστης ει μη ο αρνούμενος ότι Ιησούς ουκ έστιν ο Χριστός; Ούτος έστιν ο αντίχριστος, ο αρνούμενος τον πατέρα και τον υιόν. Πας ο αρνούμενος τον υιόν ουδέ τον πατέρα έχει, Ο ομολογών τον υιόν και τον Πατέρα έχει». (Α΄ Ιωάν. 2:22-23, Ιωάν. 10:30)

 

«Και παν πνεύμα ο μη ομολογεί τον Ιησούν εκ του Θεού ουκ έστιν. Και τούτο έστιν το του αντιχρίστου, ο ακηκόατε ότι έρχεται και νυν εν τω κόσμω εστίν ήδη». (Α’ Ιωάν. 4:3)

 

Πολλές φορές ο Ιησούς είχε προειδοποιήσει τους μαθητές του να προσέχουν να μην πλανηθούν και το ίδιο έκανε και ο Ιωάννης  «Ταύτα έγραψα υμίν περί των πλανώντων υμάς». (Α’ Ιωάν. 2:26)

 

Οι πλάνοι / αντίχριστοι, εξήλθαν μέσα από την εκκλησία

 

Οι αντίχριστοι, ήταν σύγχρονοι των αποστόλων εξήλθαν από την αρχέγονη εκκλησία και ήταν το αποτέλεσμα μακρόχρονης, εντός της εκκλησίας, αντιπαράθεσης περί της ταυτότητας και διδαχής του Κυρίου Ιησού, κυρίως από Ιεροσολυμίτες Ιουδαίους, πιστούς μεν αλλά και ζηλωτές του νόμου.

 

«Εξανέστησαν δε τινές των από της αιρέσεως των Φαρισαίων πεπιστευκότες, λέγοντες ότι δει περιτέμνειν αυτούς παραγγέλλειν τε τηρείν τον νόμον Μωϋσέως». (Πράξ. 15:5)

 

«Οι δε ακούσαντες εδόξαζον τον Θεόν, ειπόν τε αυτώ. Θεωρείς αδελφέ (Παύλο), πόσαι μυριάδες εισίν εν τοις Ιουδαίοις των πεπιστευκότων και πάντες ζηλωταί του νόμου υπάρχουσιν. Κατηχήθησαν δε περί σου ότι αποστασίαν διδάσκεις από Μωϋσέως τους κατά τα έθνη πάντας Ιουδαίους, λέγων μη περιτέμνειν αυτούς τα τέκνα μηδέ τοις έθεσιν (= έθιμα) περιπατείν».  (Πράξ. 21:20-21)

 

«Ότε δε ανέβη Πέτρος εις Ιερουσαλήμ, διεκρίνοντο (= εφιλονείκουν) προς αυτόν οι εκ περιτομής (πιστοί)». (Πράξ. 11:2)

 

«Αλλά ουδέ Τίτος, ο συν εμοί, Έλλην ων, ηναγκάσθη περιτμηθήναι. Δια δε τους παρεισάκτους ψευδαδέλφους, οίτινες παρεισήλθον κατασκοπήσαι την ελευθερίαν ημών ην έχομεν εν τω Χριστώ Ιησού, ίνα ημάς καταδουλώσουσιν (= σε εβραϊκούς τύπους)». (Γαλ. 2:1-4)

 

«Δει γαρ τον επίσκοπον ανέγκλητον είναι ως Θεού οικονόμον ………… αντεχόμενον του κατά την διδαχήν πιστού λόγου, ίνα δυνατός η και παρακαλείν εν τη διδασκαλία τη υγιαινούση και τους αντιλέγοντας ελέγχειν (αντίχριστοι). Εισίν γαρ πολλοί και ανυπότακτοι, ματαιολόγοι και φρεναπάται, μάλιστα οι εκ της περιτομής …… ». (Τιτ. 1:7-11)

 

«Ω Τιμόθεε, την παρακαταθήκην φύλαξον εκτρεπόμενος τας βεβήλους κενοφωνίας και αντιθέσεις της ψευδωνύμου γνώσεως».  (Α΄ Τιμ. 6:20)

 

«Παρακαλώ δε υμάς αδελφοί, σκοπείν (= να προσέχετε) τους τας διχοστασίας και τα σκάνδαλα παρά την διδαχήν ην υμείς εμάθετε ποιούντας και εκκλίνετε απ’ αυτών».  (Ρωμ. 16:17)

 

«Εν πραΰτητι παιδεύοντα τους αντιδιατιθεμένους (ενάντιοι / αντίχριστοι) μήποτε δώη αυτοίς ο Θεός μετάνοιαν εις επίγνωσιν αληθείας». (Β’ Τιμ. 2:25, Β’ Πέτρ. 3:9)

 

«Εγένοντο δε και ψευδοπροφήται εν τω λαώ ως και εν υμίν έσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οίτινες παρεισάξουσιν αιρέσεις απωλείας και τον αγοράσαντα αυτούς δεσπότην αρνούμενοι (αντίχριστοι) επάγοντες εαυτοίς ταχινήν απώλειαν». (Β’ Πέτρ. 2:1)

 

«Παρεισέδυσαν (= εισχώρησαν) γαρ τινές άνθρωποι, οι πάλαι προγεγραμμένοι εις τούτο το κρίμα, ασεβείς, την του Θεού ημών χάριτα μετατιθέντες εις ασέλγειαν και τον μόνον δεσπότην και Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν αρνούμενοι (αντίχριστοι)».  (Ιούδα 1:4)

 

«Βλέπετε τους κύνας, βλέπετε τους κακούς εργάτας, βλέπετε την κατατομήν. Ημείς γαρ έσμεν η περιτομή, οι Πνεύματι Θεού λατρεύοντες και καυχώμενοι εν Χριστώ Ιησού και ουκ εν σαρκί πεποιθότες». (Φιλ. 3:2-3)

 

Παρόμοιες αντιπαραθέσεις και εναντιώσεις από Ιουδαίους πιστούς αντιμετώπισε και ο ίδιος ο Ιησούς όπως μας πληροφορεί ο Ιωάννης στο 8ο κεφάλαιο.

«Έλεγεν ουν ο Ιησούς προς τους πεπιστευκότας αυτώ Ιουδαίους. Εάν υμείς μείνετε εν τω λόγω τω εμώ, αληθώς μαθηταί μου έστε και γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς. Απεκρίθησαν προς αυτόν: Σπέρμα Αβραάμ έσμεν και ουδενί δεδουλεύκαμεν πώποτε, πως συ λέγεις ότι ελεύθεροι γενήσεσθε; (31-33)……… Απεκρίθη αυτοίς ο Ιησούς, οίδα ότι σπέρμα Αβραάμ έστε αλλά ζητείτε με αποκτείναι ότι ο λόγος ο εμός ου χωρεί εν υμίν. Α εγώ εώρακα παρά τω πατρί λαλώ και υμείς ουν α ηκούσατε (παραδόσεις) παρά του πατρός ποείτε (37-38)…….. υμείς εκ του πατρός του διαβόλου έστε ….. (44)».


Η ανάγνωση των επιστολών σε πραγματικό χρόνο

Εξετάζοντας λοιπόν τις επιστολές σε πραγματικό χρόνο καταλαβαίνουμε τον αγώνα των αποστόλων και των εν Χριστώ αδελφών και την πολεμική που επιχειρούσαν εναντίον τους, μάλιστα οι  εκ της περιτομής αντικείμενοι / ενάντιοι, οι οποίοι είχαν εισχωρήσει ανάμεσα τους, εισάγοντας αιρέσεις απωλείας ψευδοδιδαχές και αρνούμενοι τον αγοράσαντα αυτούς δεσπότη, δημιουργώντας διχοστασίες και σκάνδαλα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες αγωνιζόμενος ο Παύλος, έγραψε, προτρέποντας τους σύγχρονους του αγίους.

«Και μη πτυρόμενοι (= φοβιζόμενοι) εν μηδενί υπό των αντικειμένων (αντίχριστοι) ήτις εστίν αυτοίς ένδειξις απωλείας, υμών δε σωτηρίας και τούτο από Θεού ότι υμίν εχαρίσθη το υπέρ Χριστού ου μόνον το εις αυτόν πιστεύειν αλλά και το υπέρ αυτού πάσχειν». (Φιλιπ. 1:28-29)

Αφού λοιπόν αντιληφθούμε, την τότε επικρατούσα κατάσταση στην εκκλησία, τον αγώνα των πιστευσάντων, τα παθήματα τους από τους Ιουδαίους όπως ακριβώς τους προείπε ο Ιησούς, το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον τους και την προσδοκία τους για την επικείμενη έλευση του «μεγάλου Θεού και σωτήρα Ιησού Χριστού» (Τίτ. 2:13), μπορούμε να εννοήσουμε τις γραφές με περισσότερη ακρίβεια.

 

Προς Θεσσαλονικείς επιστολή Β΄

 

«1 Ερωτώμεν δε υμάς αδελφοί υπέρ της παρουσίας του κυρίου ημών Ιησού Χριστού και ημών επισυναγωγής (= η επί το αυτό συγκέντρωσις εν τινι τόπω) 2 επ’ αυτόν εις το μη ταχέως σαλευθήναι υμάς από του νοός μηδέ θροείσθαι (θορυβήσθε) μήτε δια πνεύματος μήτε δια λόγου μήτε δι’ επιστολής ως δι’ ημών,ως ότι ενέστηκεν η ημέρα του Κυρίου. 3 Μη τις υμάς εξαπατήση κατά μηδένα τρόπον, ότι εάν μη έλθη η αποστασία πρώτον και από/καλυφθή ο άνθρωπος της ανομίας, ο υιός της απωλείας 4 ο αντικείμενος και υπεραιρόμενος επί πάντα λεγόμενον θεόν η σέβασμα, ώστε αυτόν εις τον ναόν του θεού καθίσαι αποδεικνύντα εαυτόν ότι έστιν θεός. 5 Ου μνημονεύετε ότι έτι ων προς υμάς ταύτα έλεγον υμίν; 6 Και νυν το κατέχoν οίδατε εις το από-καλυφθήναι αυτόν εν τω εαυτού καιρώ. 7 Το γαρ μυστήριον ήδη ενεργείται της ανομίας μόνον ο κατέχων άρτι έως εκ μέσου γένηται 8 και τότε από-καλυφθήσεται ο άνομος, ον ο Κύριος Ιησούς ανελεί τω πνεύματι του στόματος αυτού και καταργήσει τη επιφανεία της παρουσίας αυτού. 9 Ου έστιν η παρουσία κατ’ ενέργειαν του Σατανά εν πάση δυνάμει και σημείοις και τέρασιν ψεύδους 10 και εν πάση απάτη αδικίας τοις απολλυμένοις, ανθ’ ων την αγάπη της αληθείας ουκ εδέξαντο εις το σωθήναι αυτούς. 11 Και δια τούτο πέμπει αυτοίς ο Θεός ενέργειαν πλάνης εις το πιστεύσαι αυτούς τω ψεύδει, ίνα κριθώσιν πάντες οι μη πιστεύσαντες τη αληθεία αλλά ευδοκήσαντες τη αδικία.  (Β’ Θεσ. 2:1-12)

 

Το κατέχον και ο κατέχων

 

Η λανθασμένα υποστηριζόμενη άποψη ότι το κατέχον η ο κατέχων είναι η εκκλησία που εμποδίζει / κωλύει  τον αντίχριστο να αποκαλυφθεί ενώ ο Ιωάννης υποστηρίζει ότι οι αντίχριστοι «εξ ημών εξήλθαν» έχει ως βάση την εξ ίσου λανθασμένη άποψη ότι ο αντίχριστος θα αποκαλυφτεί στο τέλος της ιστορίας του κόσμου (Βλ. σχετικό άρθρο εδώ). Αυτή η εκδοχή οδηγεί τους μεταφραστές των κειμένων της Καινής Διαθήκης, σε ανθρώπινες παρεμβάσεις όπως τα ακόλουθα παραδείγματα. (Η παρέμβαση στην μετάφραση σημειώνεται με κόκκινο, τα σε αγκύλη αμφισβητούνται).

 

Β΄ Θεσσαλονικείς 2:6  «Και νυν το κατέχον οίδατε, εις το αποκαλυφθήναι                       

                                            αυτόν εν τω εαυτού καιρώ». Textus Receptus.

 

Μετάφραση βιβλικής εταιρείας των Τεσσάρων Καθηγητών ISBN0564081299

                                          «Και τώρα ξέρετε εκείνο που τον [εμποδίζει] να

                                           φανερωθεί πριν τον καιρό του».

 

Ερμηνευτική απόδοση Καινής Διαθήκης υπό Ιωάννου Θ. Κολιτσάρα. Αδελφότης Θεολόγων η «Ζωή» δεύτερη έκδοση.

                                            «Και γνωρίζετε τώρα, ποίον είναι εκείνο, το οποίον

                                            [συγκρατεί και εμποδίζει] τον άνομο να αποκαλυφθή

                                             ενωρίτερα, δια να φανερωθή αυτός εις τον καιρόν

                                             που του έχει καθορισθή από τον Θεόν».

 

Προς ενημέρωση των δυσκολιών και των διαφορετικών εκδοχών που αντιμετωπίζουν οι ερευνητές με «το κατέχον» και «ο κατέχων» έχοντας ως «δεδομένη αλήθεια» το τέλος του κόσμου, διάβασε εδώ σχετική μελέτη που δημοσιεύτηκε στα πρακτικά του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου (Β-Παύλεια) της Ι.Μ Βεροίας, Ναούσης και Καμπάνιας. Βέροια 1996. Σελ. 81-92.

 

Σημειώσεις για την κατανόηση του κειμένου

 

Κατέχω = ρήμα πολυσημικό, έχει πολλαπλές σημασίες || επί περιστάσεως, σημαίνει κατέχω τον νουν, απασχολώ την προσοχή τινός, || επί αρχόντων, έχω υπό την εξουσία μου, εξουσιάζω, κ.α.. [Λεξ. Liddell - Scott]

 

Κατέχω = Λαμβάνω εις την κατοχή μου, καταλαμβάνω ως κατακτητής δια στρατού || γενικώς, κρύπτω, διατηρώ τι κεκρυμμένο κ.α.. [Λεξ. Ιωάν. Σταματάκου]

 

Γένηται = μέση φωνή, αόριστος β, υποτακτική, του ρήματος γίγνομαι η γίνομαι που σημαίνει || έρχομαι εις το είναι || λαμβάνω χώρα, συμβαίνω || γεννώμαι || επί συμβάντων, συμβαίνω, επέρχομαι. [Λεξ. Ιωάν. Σταματάκου]   

 

Εκ μέσου γίγνομαι = τίθημι εμαυτόν (θέτω/τοποθετώ τον εαυτόν μου), εξίσταμαι εκ του μέσου, εβγάζω εις την μέση (πράγμα κρυμμένο). [Λεξικό ελληνικής διαλέκτου Σκαρλάτος Βυζάντιος, σελ.295]

 

Εάν ο Ιουδαίος απόστολος Παύλος ήθελε να πει αυτά που λένε οι μεταφραστές, δηλαδή, να εκβληθεί, η να φύγει, η να λείψει εκ μέσου ο κατέχων άρτι (όχι ο κωλύων άρτι), θα χρησιμοποιούσε ένα ρήμα όπως αίρω, εκβάλω, αναχωρώ, απέρχομαι, αποχωρώ, αρπάζω, αφαιρώ και όχι το γίγνομαι.

 

Παραδείγματα

 

«Εξαλείψας το καθ΄ημών χειρόγραφον τοις δόγμασιν ο ην υπεναντίον ημίν και αυτό ήρκεν εκ του μέσου προσηλώσας αυτό τω σταυρώ». (Κολ. 2:14)

 

«Και υμείς πεφυσιωμένοι εστέ και ουχί μάλλον επενθήσατε ίνα αρθή εκ μέσου υμών ο το έργον τούτο πράξας». (Α Κορ. 5:2)

 

«Εάν αφώμεν αυτόν ούτως, πάντες πιστεύσουσιν εις αυτόν και ελεύσονται οι Ρωμαίοι και αρούσιν (= θα σηκώσουν) ημών και τον τόπον και το έθνος». (Ιωάν. 11:48)

 

«Είπεν δε Ιακώβ τω οίκω αυτού και πάσιν τοις μετ΄αυτού άρατε τους θεούς τους αλλοτρίους τους μεθ΄υμών εκ μέσου υμών και καθαρίσασθε και αλλάξατε τας στολάς υμών». (Γεν. 35:2)

 

«….και άνδρες δίκαιοι αίρονται και ουδείς κατανοεί από γαρ προσώπου αδικίας ήρται ο δίκαιος, έσται εν ειρήνη η ταφή αυτού ήρται εκ του μέσου». (Ησ. 57:1-2)

 

Παραδείγματα δια τη χρήση του «γένηται»

 

«Προσεύχεσθε δε ίνα μη γένηται η φυγή υμών χειμώνος μηδέ σαββάτω». (Ματθ. 24.20)

 

«Αμήν λέγω υμίν ότι ου μη παρέλθη η γενεά αύτη έως αν πάντα ταύτα γένηται». (Ματθ. 24:34)

 

«Απ΄ άρτι λέγω προ του γενέσθαι, ίνα πιστεύητε όταν γένηται ότι εγώ ειμί». (Ιωάν. 13:19)

 

«Ίνα εις τα έθνη η ευλογία του Αβραάμ γένηται εν Ιησού Χριστώ, ίνα την επαγγελίαν του πνεύματος λάβωμεν δια της πίστεως». (Γαλ. 3:14)

 

«Το γαρ μυστήριον ήδη ενεργείται της ανομίας, μόνον ο κατέχων άρτι έως εκ μέσου γένηται». (Β΄Θεσ. 2:7)

 

 

Τι κατάλαβαν και τι γνώριζαν οι πιστοί της Θεσσαλονίκης όταν έλαβαν τη δεύτερη επιστολή από τον απόστολο Παύλο

 

Κατάλαβαν ότι πριν την δεύτερη παρουσία του Ιησού που την περίμεναν να γίνει ταχέως στη γενιά τους και την επισυναγωγή τους επ΄αυτόν (Α΄Θεσ. 4:13-18), θα προηγείτο «πρώτον» η αποστασία από την εκκλησία και θα από-καλυπτόταν ο άνθρωπος της ανομίας, ο αντίχριστος, ο υιός της απώλειας, ο αντικείμενος  και υπεραιρόμενος επί πάντα λεγόμενον θεόν η σέβασμα, ο οποίος θα καθόταν στον ναό του θεού [τον επίγειο ναό της Ιερουσαλήμ τον οποίον οι Ιουδαίοι θαύμαζαν (Ματθ. 24:1)] αποδεικνύοντας τον εαυτό του ότι είναι θεός και θα δρούσε ανάμεσα στους απολυμένους Ιουδαίους στη γενιά των αποστόλων.

 

«Το κατέχον οίδατε». Εξ αιτίας του ότι το μυστήριο της ανομίας ήδη ενεργούνταν, γνώριζαν ότι κάθε πνεύμα που δεν ομολογούσε τον Ιησού Χριστό δεν ήταν από τον Θεό αλλά ήταν το πνεύμα της πλάνης, το πνεύμα του αντίχριστου, το  οποίο ήξεραν ότι θα ερχόταν σύντομα και ήδη ήταν εις τον κόσμο και ενεργούσε μεταξύ των υιών της απείθειας και της απώλειας, κατέχοντας το νου τους .

 

«Ημείς εκ του Θεού είμεθα, όστις γνωρίζει τον Θεόν ακούει ημάς, όστις δεν είναι του Θεού δεν ακούει ημάς. Εκ τούτου γνωρίζομεν το πνεύμα της αλήθειας και το πνεύμα της πλάνης». (Α Ιωάν. 4:6)

 

«Και υμάς όντας νεκρούς τοις παραπτώμασιν και ταις αμαρτίαις υμών, εν αις ποτέ περιεπατήσατε κατά τον αιώνα του κόσμου τούτου, κατά τον άρχοντα της εξουσίας του αέρος, του πνεύματος του νυν ενεργούντος εν τοις υιοίς της απειθείας». (Εφεσ. 2:1-2)

 

«Δια τούτο σας γνωστοποιώ ότι ουδείς λαλών δια πνεύματος Θεού λέγει ανάθεμα τον Ιησού και ουδείς δύναται να είπη Κύριον Ιησού, ειμή δια Πνεύματος Αγίου». (Α΄ Κορ. 12:3)

 

«Και παν πνεύμα ο μη ομολογεί τον Ιησούν εκ του Θεού ουκ έστιν και τούτο έστιν το του αντίχριστου (πνεύμα), ο ακηκόατε ότι έρχεται και νυν εν τω κόσμω εστίν ήδη». ( Α΄Ιωάν.4:3)

 

«Ει δε και έστιν κεκαλυμμένον το ευαγγέλιον ημών, εν τοις απολλυμένοις εστίν κεκαλυμμένον εν οις ο θεός του αιώνος τούτου ετύφλωσεν τα νοήματα των απίστων εις το μη αυγάσαι τον φωτισμόν του ευαγγελίου της δόξης του Χριστού , ος έστιν εικών του Θεού». (Β΄Κορ. 4:3-4)

 

«Ότι ουκ έστιν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους τούτου , προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις». (Εφεσ. 6:13)

 

 

Η ταυτότητα του ανθρώπου της ανομίας, υιού της απώλειας, του αντίχριστου

 

1) Το πνεύμα του αντίχριστου, γνωστό στη πρώτη εκκλησία, αποκάλυψε/φανέρωσε τον εαυτό του, ξεσκεπάστηκε. Το γεγονός δηλώνει προηγούμενη μυστηριακή δράση. Το μυστήριο της ανομίας ήδη ενεργούνταν και αποκαλύφτηκε ο άνομος .


2)   Ήταν άνθρωπος της ανομίας, Ιουδαίος που γνώριζε τον νόμο αλλά τον παρέβαινε, πλήρης από το αντίχριστο πνεύμα, το πνεύμα της πλάνης, που ενεργούσε στους υιούς της απείθειας, σε αντίθεση με τον Ιησού που ήταν πλήρης Πνεύματος αγίου το οποίο ενεργούσε στους πειθαρχώντας σ’ αυτόν.


3)   Ήταν μεταξύ αυτών που εξήλθαν από την αρχέγονη εκκλησία, αποστάτης. Έπρεπε να έρθει η αποστασία  για να αποκαλυφθεί.


4)   Ήταν ψευδοδιδάσκαλος, δίδασκε αιρέσεις απώλειας όντας υιός της απώλειας.


5)   Ήταν αντικείμενος, ενάντιος, αντίχριστος, αρνιόταν τον μόνον Δεσπότη και Κύριο  Ιησού Χριστό.


6)   Ήταν υπεραιρόμενος, ύψωνε τον εαυτόν του πάνω από κάθε θεότητα η σέβασμα. Σεβαστούς ονόμαζαν και τους Ρωμαίους  αυτοκράτορες και οι ναοί όπου τελούταν η αυτοκρατορική λατρεία ονομάζονταν Σεβαστεία, συνεπώς δεν είχε καμία ταύτιση με αυτούς, όπως πολλοί ισχυρίζονται ότι ο αντίχριστος μπορούσε  να ήταν ο Νέρων η ο Τίτος η άλλος αυτοκράτωρ, η ο Πάπας της Ρώμης σε μεταγενέστερες υποθέσεις.


7) Αποκάλυψε τον εαυτό του στη γενιά των αποστόλων, κάθισε μέσα στον ναό της Ιερουσαλήμ αποδεικνύοντας ότι είναι θεός, πριν ο ναός καταστραφεί το 70 μ.Χ., σε αντίθεση με τους αποστόλους που αποδείκνυαν δια των γραφών ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός. (Πράξ. 18:28)


8)   Ήταν ψευδοπροφήτης, η παρουσία του ήταν κατ΄ ενέργεια του σατανά με πάσα δύναμη και σημεία και τέρατα ψεύδους και κάθε απάτη αδικίας μεταξύ των απολυμένων Ιουδαίων.


9)  Έδρασε μεταξύ των απολυμένων Ιουδαίων, που είχαν αιρέσεις  απώλειας, έπρατταν την ανομία, ήταν ενάντιοι στον Ιησού, δεν είχαν δεχθεί την αγάπη της αλήθειας για να σωθούν και κατέχονταν από το πονηρό πνεύμα της πλάνης (το κατέχον και ο κατέχων)  που ενεργούσε και είχε την εξουσία μεταξύ των υιών της απείθειας. (Εφεσ. 2:1-2, Α΄Ιωάν. 4:3)

                                                                                                             

Την ενέργεια αυτή της πλάνης «τον αντίχριστο» την έστειλε ο Θεός στους  απειθείς Ιουδαίους (τους απολυμένους) για να πιστέψουν εις το ψεύδος και να κριθούν όσοι δεν πίστεψαν εις την αλήθεια «τον επουράνιο Ιησού Χριστό» αλλά ευδόκησαν εις την αδικία.

 

«Εγώ ήλθον εν τω ονόματι του πατρός μου, και δεν με δέχεσθε. Εάν άλλος έλθη εν τω ονόματι εαυτού εκείνον θέλετε δεχτεί». (Ιωάν. 5:43)

 

Οι πρώτοι λοιπόν εν Χριστώ αδελφοί, που κατείχαν την αλήθεια, γνώριζαν, ότι ο γεωγραφικός χώρος δράσης του αντίχριστου, ήταν η γη του Ισραήλ όπου ήταν κτισμένος ο ναός και ο χρόνος δράσης του ήταν η γενιά τους. Γνώριζαν επίσης ότι ο ρόλος του αντίχριστου δεν ήταν να αντικαταστήσει την τότε ρωμαϊκή αυτοκρατορία η κάποια άλλη μελλοντική, γινόμενος αυτός παγκόσμιος ηγέτης, αλλά να δράσει μεταξύ των απολυμένων Ιουδαίων με σημεία και τέρατα ψεύδους ώστε αυτοί να πιστέψουν στο ψεύδος και να κριθούν [βλ.  οργή Θεού επί ασεβών Ιουδαίων εδώ]  σε αντίθεση με τα σημεία και τέρατα αληθείας που ενεργούνταν από τον Θεό δια των αποστόλων «εν τω λαώ».

 

«Δια δε των χειρών των αποστόλων εγίνετο σημεία και τέρατα πολλά εν τω λαώ και ήσαν ομοθυμαδόν πάντες εν τη στοά Σολομώντος». (Πράξ. 5:12, 4:30)

 

 

Tο θηρίο εκ της θαλάσσης και το θηρίο εκ της γης


Το όραμα του Δανιήλ

 

«Ο Δανιήλ ελάλησε και είπεν, Εγώ εθεώρουν εν τω οράματί μου την νύκτα και ιδού οι τέσσαρες άνεμοι του ουρανού συνεφώρμησαν επί την θάλασσαν την μεγάλην. Και τέσσαρα θηρία μεγάλα ανέβησαν εκ της θαλάσσης, διαφέροντα απ' αλλήλων». (Δαν. 7:3)

 

Σ’ αυτό το όραμα της νυκτός του Δανιήλ ένας εκ των παρισταμένων ενώπιον του θρόνου του Θεού του εξηγεί:

 

«Ταύτα τα θηρία τα μεγάλα τα τέσσαρα τέσσαρες βασιλείαι αναστήσονται επι της γης αι αρθήσονται και παραλήμψονται την βασιλείαν άγιοι υψίστου και καθέξουσιν αυτήν έως αιώνος των αιώνων». (Δαν. 7:17-18 LXX)

 

Τα τέσσερα θηρία λοιπόν σύμφωνα με την ερμηνεία που εδόθη στον Δανιήλ ήταν τέσσερις βασιλείες οι εξής: Βαβυλωνιακή, Περσική, Ελληνική και Ρωμαϊκή που κατέκτησαν τους Ιουδαίους με την τελευταία να είναι η επικυρίαρχος δύναμη στα χρόνια του Ιησού και των Ιουδαίων αποστόλων στην γη του Ισραήλ.

 

Η ταύτιση του αντίχριστου με το θηρίο / βασιλεία εκ της θαλάσσης που είχε 7 κεφάλια και 10 κέρατα (Αποκ. 13:1) στερείται κάθε βιβλικής βάσης. Τα όσα σχετικά περιγράφονται στο βιβλίο της αποκάλυψης έχουν να κάνουν με την Ρώμη / το θηρίο εκ της θαλάσσης και το Ισραήλ / το θηρίο εκ της γης που αυτό είχε κέρατα δύο ως αρνίου και ελάλει ως δράκων και που ήσαν σε εμπόλεμη κατάσταση. Τα δύο κέρατα του θηρίου εκ της γης είναι η πολιτική και η θρησκευτική εξουσία του Ισραήλ συνοδευόμενη από ψευδοπροφήτες. Την περίοδο εκείνη κάθε Εβραϊκή εξουσία ήταν φιλορωμαϊκή [λαλούσε ως δράκων] και δρούσε για τα συμφέροντα της Ρώμης, επιτυγχάνοντας έτσι την διατήρηση των προνομίων της. Τα ιστορούμενα δεν αφορούν σημεία του τέλους της ιστορίας του κόσμου, αλλά τα όσα συνέβησαν στην περίοδο του Ιουδαϊκού πολέμου προς Ρωμαίους που ήταν και η αιτία για την πτώση της Ιερουσαλήμ. Έχουν να κάνουν με δρώμενα εκείνης της χρονικής περιόδου, όπως:

 

1)  Αναγκαστική λατρεία της Ρώμης και των αυτοκρατόρων της (Αποκ. 13:11-12) ως απόδειξη υποταγής στην τότε κοσμοκράτειρα και ξεσκέπασμα και τιμωρία των επαναστατών Ιουδαίων.

Το μέτρο  αφορούσε αποκλειστικά  όσους κατοικούσαν στη γη του Ισραήλ στους οποίους είχε παραχωρηθεί το δικαίωμα να λατρεύουν το δικό τους Θεό και νομοθετήθηκε από το θηρίο εκ της γης. Οι λοιπές επαρχίες της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας  λάτρευαν την θεά Ρώμη ως προστάτιδα και ευεργέτιδα και τον εκάστοτε Καίσαρα με προθυμία, επιδιώκοντας μάλιστα μετά σπουδής τον τίτλο της νεωκόρου των Σεβαστών. Νεωκορία = προνόμιο κατασκευής αυτοκρατορικού ναού, απ΄ όπου εξαρτιόταν η οικονομική τους ευρωστία και η πολιτιστική και κοινωνική τους προοπτική.


Παραπλήσιο μέτρο πάρθηκε κατά την διάρκεια του πολέμου και στην Αντιόχεια όπως ιστορεί ο Ιώσηπος:

 

 «Όταν κηρύχτηκε λοιπόν ο πόλεμος  οι Ιουδαίοι ήσαν μισούμενοι υπό πάντων. Ένας από αυτούς με το όνομα Αντίοχος, ο πατέρας του ήταν άρχοντας των Ιουδαίων της Αντιόχειας, αποκήρυξε τον ιουδαϊσμό και τον πατέρα του και κατηγόρησε στον δήμο, Ιουδαίους, ότι συνωμοτούσαν για να κάψουν την Αντιόχεια. Το αποτέλεσμα ήταν οι Αντιοχείς να κάψουν τους κατηγορούμενους Ιουδαίους για να σώσουν τη πόλη τους. Στην συνέχεια ανάγκασε τους Ιουδαίους να θυσιάσουν με τον ελληνικό τρόπο, ώστε να αποκαλυφθούν οι συνωμότες, μερικοί θυσίασαν ενώ άλλοι θανατώθηκαν. Έτσι με την συγκατάθεση του Ρωμαίου στρατηγού, ο Αντίοχος έγινε κυβερνήτης των Ιουδαίων, εξαναγκάζοντας τους να δουλεύουν και την ημέρα του Σαββάτου. Σύντομα η κατάργηση αυτής της αργίας εξαπλώθηκε και σε άλλες πόλεις». (Ιουδ. Πόλ. Ζ 46-53)


Ο ίδιος επίσης ιστορεί ότι κατά την διάρκεια της πολιορκίας της Ιερουσαλήμ από τον Τίτο, όσοι Ιουδαίοι προσέφευγαν στους Ρωμαίους «ανευφήμουν ως ευεργέτην» τον Τίτο και ζητούσαν την τιμωρία των επαναστατών. (Ιουδ. Πολ. Δ΄ 115) 


2)  Έλεγχο του εμπορίου στην γη Ισραήλ «οικονομικός αποκλεισμός/κυρώσεις» όπου κανείς δεν μπορούσε να αγοράσει η να πουλήσει εάν δεν είχε τις απαραίτητες πιστοποιήσεις «χάραγμα» ότι ήταν φίλος της Ρώμης και όχι πολέμιος της.


3)  Την από παλαιά γνωστή και πάντα επίκαιρη μέθοδο της παραπληροφόρησης και εξαπάτησης με ενέργειες ψεύτικων σημείων και θαυμάτων, μέσω των οργάνων της φιλορωμαϊκής ιουδαϊκής εξουσίας, τους ψευδοπροφήτες, με στόχο πάλι την διάσωση των προνομίων της.

   

Οι ιστορικές συγκυρίες της εποχής εκείνης, έφεραν την αρχέγονη  εκκλησία αντιμέτωπη με την ίδια της την ομολογία, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο αληθινός Θεός και ζωή αιώνιος.

 

«Και άλλος άγγελος τρίτος ηκολούθησεν αυτοίς λέγων εν φωνή μεγάλη: Ει τις προσκυνεί το θηρίον και την εικόνα αυτού και λαμβάνει χάραγμα επί του μετώπου αυτού η επί την χείρα αυτού και αυτός πίεται εκ του θυμού του Θεού του κεκερασμένου ακράτου εν τω ποτηρίω της οργής αυτού και βασανισθήσεται εν πυρί και θείω ενώπιον αγγέλων αγίων και ενώπιον του αρνίου ……….. Ώδε η υπομονή των αγίων εστίν, οι τηρούντες τας εντολάς του Θεού και την πίστιν Ιησού». (Αποκ. 14:9-10, 12)

 

Πολλοί Ιουδαιοχριστιανοί και εθνικοί χριστιανοί  αρνούμενοι να θυσιάσουν και να προσκυνήσουν κατά τον εθνικό ειδωλολατρικό τρόπο, θανατώθηκαν, μακαριζόμενοι υπό του Κυρίου.

 

«Και ήκουσα φωνής εκ του ουρανού λεγούσης, γράψον: Μακάριοι οι νεκροί οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες απ’ άρτι, ναι λέγει το πνεύμα, ίνα αναπαυθώσιν εκ των κόπων αυτών τα γαρ έργα αυτών ακολουθεί μετ΄αυτών». (Αποκ. 14:13)


Επίσης όσοι Ιουδαϊστές αρνήθηκαν να προσκυνήσουν την εικόνα του θηρίου, ομοίως θανατώθηκαν, μένοντας έτσι πιστοί στον Ιουδαϊσμό που έμελλε να καταργηθεί με το επικείμενο γρέμισμα του Ναού. (Εβρ. 8:13)

 

Το χάραγμα

 

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι το χάραγμα μπορεί να ήταν τεχνικός όρος της αυτοκρατορικής σφραγίδας η το ίδιο το νόμισμα του αυτοκράτορα. Πάντως ιστορικό περιστατικό χαράγματος στην κυριολεξία, έχουμε και επί βασιλείας του Πτολεμαίου Δ΄ του Φιλοπάτορα (222-204 π.Χ.) ο οποίος απαγόρευσε σε όλους τους Ιουδαίους της Αιγύπτου να λατρεύουν τον Θεό τους και να εισέρχονται στις συναγωγές τους. Αντ’ αυτού έπρεπε η να απογραφούν στους καταλόγους των δούλων και να λάβουν χάραγμα με πυρωμένο σίδερο, το σήμα του θεού Διόνυσου «φύλλο κισσού» η να θανατώνονται. Όσοι θέλησαν να λάβουν μέρος στην λατρεία των ειδώλων γινόντουσαν ισότιμοι πολίτες της Αλεξάνδρειας. Άλλοι υπέκυψαν, άλλοι θανατώθηκαν και άλλοι προσπάθησαν με χρήματα να αποφύγουν την εγγραφή τους στους καταλόγους των δούλων. (Γ΄ Μακ. 2:25-33)

Επίσης ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Καλιγούλας χάραζε με πυρωμένο σίδερο τους Συγκλητικούς που έπεφταν στην δυσμένεια του αναγκάζοντάς τους να δουλεύουν στους δρόμους η στα ορυχεία.

 

Εξακόσιοι εξήκοντα εξ         

 

Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία λοιπόν (το θηρίο εκ της θαλάσσης) δεν ταυτοποιείται ως «Αντίχριστος» με τα στοιχεία που δίνονται από τους αποστόλους, διότι, δεν την περιμένανε να έρθει, υπήρχε ήδη προ Χριστού, λατρευόταν ήδη ως «θεά Ρώμη» η ευεργέτιδα και προστάτιδα επικυρίαρχος δύναμη, ποτέ δεν ήταν μέρος η μέλος της εκκλησίας του Χριστού, ούτε και ποτέ εξήλθε / αποστάτησε απ΄αυτή, ούτε ήταν άνθρωπος, αλλά ο αριθμός του ονόματος αυτού ήταν αριθμός ανθρώπου και ο αριθμός αυτού εξακόσιοι εξήκοντα έξ και όχι 666, δηλαδή τριάδα ομοίων αριθμών. (Αποκ. 13:17, Έσδρ. 2:13)

 

Για να καταλάβουμε την διαφορά μεταξύ 666 και εξακόσιοι εξήντα εξ ας δούμε σχετικό άρθρο από το χριστιανικό περιοδικό «Τυχικός. Τευχ. Σεπτ. Οκτ. 2002 ».

 

Ο αριθμός 666


«Σχετικά με τον μυστικό αριθμό 666, που συναντούμε στο βιβλίο της Αποκάλυψης, πολλοί ερμηνευτές παρασύρονται από την ομοιότητα των τριών ψηφίων 6 που σχηματίζουν τον αριθμό όπως το κατανοούμε ύστερα από την εισαγωγή των λεγομένων αραβικών αριθμών – πολλούς αιώνες μετά την συγγραφή των κειμένων της Καινής Διαθήκης.

Ωστόσο, όταν γράφτηκε η Αποκάλυψη, δεν είχε περάσει από το νου του συγγραφέα κάποιος συνδυασμός τριών ομοίων μαθηματικών ψηφίων. Μάλιστα στις κριτικές εκδόσεις του κειμένου, ο αριθμός δεν αποδίδεται ούτε καν με τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου – δηλαδή χξς – αλλά ολογράφως, δηλαδή «εξακόσιοι εξήκοντα εξ». Είναι γνωστό ότι οι άνθρωποι εκείνης της εποχής αν ήθελαν να εκφράσουν τον αριθμό αυτό «αριθμητικώς», δεν θα έγραφαν  «ςςς» αλλά θα έπρεπε να γράψουν οι μεν Έλληνες ΧΞCΤ η χξς (όπως υπάρχει στους παπύρους p18 και p47), οι δε Ρωμαίοι DCLXVI. Ποτέ όμως 666.

 

Οι Εβραίοι αν και εφάρμοζαν ανάλογο σύστημα μετά την βαβυλωνιακή αιχμαλωσία, ουδέποτε το χρησιμοποίησαν στη βίβλο, όπου πάντα γράφονται οι αριθμοί με ολόκληρες λέξεις. (Στο Α΄ Βασ. 10:14 αναφέρεται το 666 ολογράφως ως «εξακόσια εξήκοντα εξ τάλαντα χρυσίου»).

 

Σύμφωνα με τα παραπάνω, κανένας από τους χριστιανούς των πρώτων αιώνων δεν σκεφτόταν ότι κάποτε η αριθμητική έκφραση «εξακόσιοι εξήκοντα εξ» θα απεικονιζόταν με τρία όμοια ψηφία, γεγονός που παρασύρει όσους προσπαθούν να στηριχτούν στην ομοιότητα των τριών 6 και να ταυτίσουν τον αριθμό 666 με το σύστημα bar code που περιέχει από ένα 6 στην αρχή, στη μέση και στο τέλος του.

Αν θέλουν να επιμένουν στην όποια «συνθηματική» σημασία του 6, τότε πρέπει να ξέρουν ότι στο 666 υπάρχουν όχι 3 αλλά 111 εξάρια (111 x 6 666).

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι το ίδιο αστήρικτοι είναι και οι ισχυρισμοί εκείνων που νομίζουν ότι θα «λύσουν» το πρόβλημα με βάση τον αριθμό 6 είτε ως συμβολικό αριθμό του ανθρώπου η ως σύμβολο της ατέλειας και με άλλα παρόμοιας μορφής (κόλπα)».

 

Πηγή: http://www.tyxikos.gr/02-9-28.html

 

Κλείνοντας την μελέτη αυτή θα θέλαμε να παρακαλέσουμε τους εν Χριστώ αδελφούς να μην στρέφουν την προσοχή τους στις κερδοφόρες κινηματογραφικές παραγωγές του Χόλιγουντ σχετικά με τον αντίχριστο, αλλά να θυμηθούμε μαζί τη ρήση του αποστόλου Παύλου.


«Και τα νυν παρατίθεμαι (σας αφιερώνω) υμάς τω Κυρίω και τω λόγω της χάριτος αυτού τω δυναμένω οικοδομήσαι και δούναι την κληρονομίαν εν τοις ηγιασμένοις πάσιν. (Πράξ. 20:32)

 

 

Αμήν.

 


 

  << Επιστροφή στην Αρχική σελίδα