Η γέννηση της κρατικής θρησκείας των Οικουμενικών Συνόδων


Συγγραφή: Κεπενές Δημ. Ευάγγελος (24/01/2018)                                                                                                                                                                                                              Βιβλικές παραπομπές από: WH, Βάμβας, LXXA



 

 

                                                                                                             «Έλεγε λοιπόν ο Ιησούς προς τους Ιουδαίους που είχαν πιστέψει σ’ αυτόν:

                                                                                            Εάν εσείς μείνετε στο λόγο το δικό μου, είστε αληθινά μαθητές μου, και θα

                                                                                            γνωρίσετε την αλήθεια, και η αλήθεια θα σας ελευθερώσει». [Ιωάν. 8:31]  

 

                                                                                                                             

 

Ο διαμορφωθείς βυζαντινός, «πατερικός» χριστιανισμός, διαφέρει στην δομή του από τον πρώιμο χριστιανισμό που καθιέρωσε ο Ιησούς και οι απόστολοι και που είναι η ολοκλήρωση του βιβλικού ιουδαϊσμού. [Αναλυτικά κάνε κλικ εδώ]


Ο εξελληνισμένος χριστιανισμός και ο εκχριστιανισμένος ελληνισμός επετεύχθησαν με την ανάμειξη της Πλατωνικής κατά βάση σκέψης και του μονοθεϊστικού ιουδαιοχριστιανισμού, με πρωτεργάτη τον Ιουδαίο ελληνιστή φιλόσοφο Φίλωνα ο οποίος εξίσωνε τις εβραϊκές γραφές με τον πλατωνισμό και ενώ διέδιδε τις ελληνικές φιλοσοφικές θέσεις είχε την απατηλή άποψη ότι έμενε πιστός στη βίβλο των πατέρων του. Τον Φίλωνα μιμήθηκαν αργότερα οι  φιλόσοφοι απολογητές και οι «πατέρες». Σταδιακά αυτή η μείξη διαμόρφωσε νέο φιλοσοφικό ρεύμα, που ήταν μετεξέλιξη του νεοπλατωνισμού του Πλωτίνου, το οποίο  χαρακτηρίζεται ως πατερική φιλοσοφία, η βυζαντινή σκέψη. Σύμφωνα με αυτή την νέα «πατερική» φιλοσοφία ο επουράνιος άνθρωπος Ιησούς Χριστός, έχει δύο φύσεις, είναι τέλειος άνθρωπος όπως ένας χοϊκός και τέλειος θεός και έτσι οι εβραίοι αρνητές που οδήγησαν με δόλο τον Ιησού στο σταυρό, δικαιώθηκαν κατά το ήμισυ.


«Απεκρίθησαν προς αυτόν οι Ιουδαίοι, λέγοντες· Περί καλού έργου δεν σε λιθοβολούμεν, αλλά περί βλασφημίας, και διότι συ άνθρωπος ων κάμνεις σεαυτόν Θεόν». [Ιωάν. 10-33]


Οι «πατέρες» της νέας θρησκείας κεντρισμένοι και αυτοί από την αγάπη του Φίλωνα με την αντιφατική ελληνική φιλοσοφία ξέχασαν τις γραφές που λένε ότι:

 

«Επειδή εν τη σοφία του Θεού ο κόσμος δεν εγνώρισε τον Θεόν διά της σοφίας, ηυδόκησεν ο Θεός διά της μωρίας του κηρύγματος να σώση τους πιστεύοντας». [Ι Κορ. 1:21].

 

«Λαλούμεν δε σοφίαν μεταξύ των τελείων, σοφίαν όμως ουχί του αιώνος τούτου, ουδέ των αρχόντων του αιώνος τούτου, των φθειρομένων· αλλά λαλούμεν σοφίαν Θεού μυστηριώδη, την αποκεκρυμμένην, την οποίαν προώρισεν ο Θεός προ των αιώνων εις δόξαν ημών, την οποίαν ουδείς των αρχόντων του αιώνος τούτου εγνώρισε· διότι αν ήθελον γνωρίσει, δεν ήθελον σταυρώσει τον Κύριον της δόξης». [Ι Κορ. 2:6-8]

 

 

Ο πρώιμος χριστιανισμός είναι η φανέρωση της αγάπης του Θεού και «ο φωτισμός της γνώσεως της δόξης του Θεού εν προσώπω Χριστού» και είναι σε αντιδιαστολή με την ανθρώπινη φιλοσοφία.

 

«Α και λαλούμεν ουκ εν διδακτοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις αλλ’ εν διδακτοίς πνεύματος πνευματικοίς πνευματικά συγκρίνοντες». [Ι Κορ. 2:13]

 

«Επειδή είναι γεγραμμένον· Θέλω απολέσει την σοφίαν των σοφών, και θέλω αθετήσει την σύνεσιν των συνετών. Που ο σοφός; που ο γραμματεύς; που ο συζητητής του αιώνος τούτου; δεν εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου;». [Ι Κορ. 1:19-20]

 

 

Αυτή την αντιδιαστολή οι απολογητές φιλόσοφοι την εξομοίωσαν, αφενός μεν υποβιβάζοντας «το ευαγγέλιο του Θεού» σε επίπεδο ανθρώπινης φιλοσοφίας και αφετέρου δε προβιβάζοντας την ανθρώπινη αντιφατική φιλοσοφία σε επίπεδο θεϊκό. [Ρωμ. 15:16]

 

«Πλάτων μεν γαρ, ως άνωθεν καταλελυθώς και τα εν ουρανοίς άπαντα ακριβώς εωρακώς, τον ανωτάτω θεόν εν τη πυρώδει ουσία είναι λέγει. Αριστοτέλης δε ………. σαφώς και φανερώς την Πλάτωνος αναιρεί δόξαν». [Ιουστίνος φιλόσοφος λόγος παραινετικός προς Έλληνας (80, 81)]


Με αυτή την αντιφατική φιλοσοφία πορεύτηκε μεγάλο μέρος των «χριστιανών» από τον 20 μ.Χ. αιώνα και μετά, δελεαζόμενοι από τους απολογητές, που δίδασκαν εσφαλμένα ότι η φιλοσοφία είναι παιδαγωγός προς τον χριστιανισμό και συνεργός εις την κατανόηση της αλήθειας.

 

Αυτή η διδαχή  ήταν σε πλήρη αντίθεση από την διδαχή των αποστόλων που έλεγαν :

 

«Ώστε ο νόμος έγεινε παιδαγωγός ημών εις τον Χριστόν, διά να δικαιωθώμεν εκ πίστεως αφού όμως ήλθεν η πίστις, δεν είμεθα πλέον υπό παιδαγωγόν». [Γαλ. 3:24-25]


 

Οι ελάχιστες αναφορές της Καινής Διαθήκης στην ελληνική γραμματεία έχουν απλό ανθρώπινο νόημα και δεν αποδεικνύουν την παράλληλη διάδοση των φιλοσοφικών ρευμάτων από τους  αποστόλους. Αυτό το ισχυρίζονται εσφαλμένα οι θιασώτες του μετεξελιγμένου και επεξεργασμένου «πατερικού» χριστιανισμού, ο οποίος όπως προελέχθη  είναι το αποτέλεσμα, της επί σειρά ετών διεργασίας της  ανάμειξης της φιλοσοφίας με την αποκάλυψη της αλήθειας από το άγιο Πνεύμα, που αποστάλθηκε από τον ουρανό. [Ι Πέτρου προς Εβραίους 1:2]

 

Βιβλική μαρτυρία

 

«Και ο λόγος μου και το κήρυγμα μου ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ’ εν αποδείξει Πνεύματος και δυνάμεως, ίνα η πίστης υμών μη η εν σοφία ανθρώπων, αλλ’ εν δυνάμει Θεού». [Ι Κορ. 2:4-5 TRA]

 

 

Αποδεχόμενοι αυτή την ορθή στρατηγική του αποστόλου Παύλου, οι Ιουδαίοι της Βέροιας ήταν «ευγενέστεροι» από τους Ιουδαίους της Θεσσαλονίκης και όταν τους επισκέφτηκε ο Παύλος στην συναγωγή τους, εδέχθησαν τον λόγο μετά πάσης προθυμίας. Για να βεβαιωθούν για την αλήθεια του Ιησού, «εξέταζαν κάθε μέρα τις γραφές» χωρίς να συμβουλευτούν την ελληνική φιλοσοφία, που άρπαζε ως λάφυρο τον Χριστό από τους πιστούς. 

 

«Βλέπετε μη τις υμάς έσται ο συλαγωγών δια της φιλοσοφίας και κενής απάτης κατά την παράδοσιν των ανθρώπων κατά τα στοιχεία του κόσμου και ου κατά Χριστόν». [Κολ. 2:8]

 

 

Η νέα θρησκεία

 

 

Η πλατωνίζουσα νέα «πατερική» σκέψη, καλυπτόμενη πίσω από την εβραϊκή βίβλο και την προσωπικότητα του Ιησού Χριστού και έχοντας υπόβαθρο τον ελληνισμό, διαμόρφωσε τελικά νέα πολυθεϊστική θρησκεία, υποβασταζόμενη από την ρωμαϊκή πολιτική της Nέας Ρώμης. Ντυμένη τους αποτεφρωμένους τύπους του ιουδαϊσμού «στοιχεία δε καυσούμενα λυθήσεται [ΙΙ Πέτρ. 3:10]», όπως επίγειοι ναοί με συμβολική διαρρύθμιση και λειτουργία, που θυμίζει έντονα τον καμένο ναό των Eβραίων, προβίβασε τον «έτερο θεό λόγο» του Φίλωνα και του απολογητή Ιουστίνου και λοιπών φιλοσόφων, από «δεύτερο» και «κατώτερο» θεό, σε «συνάναρχο» και «συναΐδιο» με τον Πατέρα, κάνοντας οντολογική εξίσωση του Θεού Πατρός και του Θεού Υιού.


Η εσφαλμένη προσπάθεια των απολογητών να αναμείξουν την ελληνική σκέψη, που πίστευε σε σύνθετες θεότητες με ιεραρχική ένωση μελών θεών [ενοθεϊσμός], με τον βιβλικό μονοθεϊσμό, γέννησε μακρές  θεολογικές φιλοσοφικές  μάχες. Τελικά με την αρωγή των φιλοσόφων «πατέρων» και την διεξαγωγή πολλών συνόδων, που στην πράξη τροφοδοτούσαν νέες διαμάχες, και αλλεπάλληλες καθαιρέσεις και εξορίες επισκόπων όλων των επί μέρους παρατάξεων, παράχθηκε  θεός τριών υποστάσεων, τρισήλιος θεότης, δικαιώνοντας έτσι την ανθρώπινη φιλοσοφία και την ανέκαθεν εθνική πολυθεΐα. Το ακατάληπτο για τους ανθρώπους της «Τρισυπόστατης μονάδος» έγινε  πλήρως καταληπτό στα τέλη του 4 μ.Χ. αιώνα, μόνο από τους «πατέρες» φιλοσόφους, οι οποίοι οριστικοποίησαν το τριαδικό δόγμα που ανακηρύχτηκε με αυτοκρατορικό βούλευμα ορθό, αντικαθιστώντας την «κατά Χριστόν» διδαχή. [Κολ. 2:8]

 

 

Αριστοτέλειο πανεπιστήμιο Θεσ/νίκης.  Απόσπασμα διατάγματος από το Βυζαντινό ρωμαϊκό δίκαιο

 

                                                                        Περί της ορθοδόξου πίστεως των χριστιανών

                                                                                    και του μηδένα κατατολμάν περί

                                                                                       αυτής δημοσία αμφισβητείν.

 

(1)  Ανάγνωθι βι. α’ τι α κεφ. α και δ, εν οις φησίν, ότι Χριστιανός έστιν ο πιστεύων μίαν είναι θεότητα εν ίση εξουσία του πατρός και του υιού και του αγίου πνεύματος, ο γαρ παρά τα ειρημένα δοξάζων αιρετικός έστιν.


(2) Μηδείς κληρικός η μοναχός η στρατευόμενος η άλλος οιοσδήποτε πληθύν συνάγων δημοσία περί της πίστεως διαλεγέτω, υβρίζειν γαρ δοκεί την εν χαλκηδόνι σύνοδον την δεόντως πάντα διατυπώσασαν, ήτις και τοις αιρετικοίς πάσι δίδωσι γινώσκειν τα ημέτερα. Ώστε ουν ει μεν κληρικός είη ο ταύτα ποιών, του συλλόγου των κληρικών εκπεσείται. Ει δε στρατευόμενος, της στρατείας. Οι δε λοιποί κατά την οικείαν τάξιν τιμωρείσθωσαν.

 

            Πηγή

 

Μετάφραση αποσπάσματος

 

"Χριστιανός είναι  αυτός που  πιστεύει ότι  υπάρχει μία θεότητα με ίση εξουσία του πατρός και του υιού και του αγίου πνεύματος. Αυτός που πιστεύει διαφορετικά σε αυτά που έχουν ειπωθεί είναι αιρετικός .

 

Κανένας κληρικός η μοναχός η στρατευόμενος η άλλος οποιοσδήποτε συγκεντρώνοντας  πλήθος δημοσία  να μην μιλά για την πίστη, γιατί θα φαίνεται ότι υβρίζει την σύνοδο  στη Χαλκηδόνα  η οποία δεόντως τα πάντα διατύπωσε,  και  η οποία σε όλους τους αιρετικούς δίνει τη δυνατότητα να μάθουν την άποψή μας . Ώστε  αν κάποιος κληρικός  αυτό κάνει, από το σύλλογο των κληρικών θα απομακρυνθεί . Αν  είναι στρατευόμενος, από το στρατό. Οι δε υπόλοιποι σύμφωνα με την οικεία τάξιν να τιμωρούνται."

 

 

Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες Κωνσταντίνος και Θεοδόσιος

 

Ο ηλιολάτρης, πολυθεϊστής, μιθραϊστής, αιμοσταγής, αυτοκράτορας των Ρωμαίων,  Φλάβιος Βαλέριος Κωνσταντίνος, για πολιτικούς λόγους επιδίωξε την θρησκευτική αφομοίωση των εθνοτήτων του, θεωρώντας ότι έτσι θα εξασφάλιζε και την εύνοια του Θεού των «Χριστιανών» στις πολεμικές του επιχειρήσεις αλλά και την προθυμία των ίδιων να χύσουν το αίμα τους για την αυτοκρατορία. Όντας ειδωλολάτρης την όποια γνώση είχε για τον Υιό του Θεού, την είχε αποκομίσει από αμφιλεγόμενους χρησμούς μιας Σίβυλλας [= μάντισσα, ιέρεια του θεού Απόλλωνα]  την οποία και μακάριζε.

«Αυτό ενεπνεύσθη από τον θεόν να προφητεύση η παρθένος Σίβυλλα. Εγώ δε βεβαίως την θεωρώ μακαρίαν, εφ’ όσον ο Σωτήρ [προσωνύμιο του Απόλλωνα] την εξέλεξεν ως προφήτιν περί της υπέρ ημών προνοίας του». [Ευσέβιος, Βασ. Κωνσταντίνου, λόγος τω των αγίων συλλόγω, κεφ. 18, 5]

Οι περισσότεροι σύγχρονοι του Ευσέβιου θεωρούσαν ότι, οι περί του Ιησού Σιβυλλικοί χρησμοί ήταν πλαστογραφήματα καθώς ο ίδιος ο Ευσέβιος μαρτυρεί:

«Αλλ’ οι περισσότεροι άνθρωποι απιστούν, μολονότι παραδέχονται ότι η Ερυθραία Σίβυλλα υπήρξε μάντις, υποπτεύονται δε ότι τα έπη ταύτα συνέθεσε κάποιος από την ιδικήν μας θρησκείαν όχι άμοιρος ποιητικής μούσης και ότι ταύτα είναι νόθα και απεκλήθησαν χρησμοί της Σίβυλλης». [Βασ. Κωνσταντίνου, λόγος τω των αγίων συλλόγω, κεφ. 19, 1]

 

Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος προερχότανε από τον στρατό και είχε πάρει το αξίωμα του από πολεμικές ανδραγαθίες. Το κύριο μέλημά του, ήταν η σωστή διοίκηση, η  αύξηση και η διατήρηση της εδαφικής του κυριαρχίας. Χωρίς να έχει γνώσεις  από την ελληνική και την ιουδαϊκή γραμματεία και αναρμόδιος σε ιουδαιοχριστιανικά βιβλικά ζητήματα, συγκάλεσε την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία χαρακτηρίζεται ως πολιτική πράξη, σκοπεύοντας στην συνοχή του ρωμαϊκού κράτους μέσω κοινής πίστης. Κάνοντας τις αποφάσεις της Συνόδου νόμο του κράτους με ποινή θανάτου στους αμφισβητίες, έθεσε τον εαυτό του προστάτη του ήδη εξελληνισμένου και σχισματικού χριστιανισμού, παραχωρώντας και ειδικά προνόμια στον κλήρο. Ο ίδιος επηρεασμένος από Αρειανιστές επισκόπους φίλους του και την αδελφή του Κωνσταντία έκλινε προς τον Αρειανισμό. Λίγα χρόνια αργότερα μετά την καταδίκη από την Σύνοδο  του Αρειανισμού και την εξορία του Άρειου, ανακαλεί τον τελευταίο από την εξορία και τιμωρεί με τον ίδιο τρόπο τον μεγάλο αντίπαλο του Αρείου στην Σύνοδο, τον «πατέρα» Αθανάσιο της Αλεξανδρείας.

Την μεγαλύτερη όμως διαστρέβλωση των επαγγελιών του Θεού και της διδαχής του γνήσιου χριστιανισμού, που δεν έχει σημαία ή χρώμα, την πέτυχε ο αυτοκράτορας  Θεοδόσιος κάνοντας το 380 μ.Χ. τον επεξεργασμένο χριστιανισμό, επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας του, αποδίδοντας έτσι εθνικοθρησκευτική ταυτότητα στους χοϊκούς πολίτες του, σε αντίθεση με την πνευματική και ουχί εκ του κόσμου τούτου ταυτότητα, που αναγνωρίζει ο ένας Θεός στους «μετόχους της επουράνιας κλήσης». [Εβρ. 3:1]

«Διότι πάντες είσθε υιοί Θεού διά της πίστεως της εν Χριστώ Ιησού· επειδή όσοι εβαπτίσθητε εις Χριστόν, Χριστόν ενεδύθητε. Δεν είναι πλέον Ιουδαίος ουδέ Έλλην, δεν είναι δούλος ουδέ ελεύθερος, δεν είναι άρσεν και θήλυ· διότι πάντες σεις είσθε εις εν Χριστώ Ιησού· εάν δε ήσθε του Χριστού, άρα είσθε σπέρμα του Αβραάμ και κατά την επαγγελίαν κληρονόμοι». [Γαλ. 3:26-29]

 

Η νέα κρατική θρησκεία των «πατέρων» φιλοσόφων, υποστηριζόμενη  από την αντιπαγανιστική νομοθεσία των μονοκρατόρων προστατών της, οι οποίοι έθεσαν εκτός νόμου όλες τις αρχαίες θρησκείες επιβάλλοντας την ποινή του αποκεφαλισμού  και άλλων μέσων τιμωρίας στους αντιφρονούντας, πέτυχε την βίαιη επικράτηση της, αποφέρουσα πνευματικό σκότος  διαρκείας σε ανατολή και δύση. Το απόσπασμα από τις Πράξεις των αποστόλων που παρατίθεται αποτυπώνει την πλήρη αντίθεση των αγαθών προθέσεων του Θεού για τον άνθρωπο, με τους σκοπούς και τα κρατικά υπηρετούμενα συμφέροντα της νέας θρησκείας, συμμάχου του Βυζαντίου, και την πολιτική της βίαιης εκκαθάρισης των αλλόπιστων.

 

«Εκλέγων σε [τον Παύλο] εκ του λαού και των εθνών, εις τα οποία τώρα σε αποστέλλω διά να ανοίξης τους οφθαλμούς αυτών, ώστε να επιστρέψωσιν από του σκότους εις το φως και από της εξουσίας του Σατανά προς τον Θεόν, διά να λάβωσιν άφεσιν αμαρτιών και κληρονομίαν μεταξύ των ηγιασμένων διά της εις εμέ πίστεως». [Πράξ. 26:17-18]

 

Οι παρενέργειες της κρατικοποίησης της νέας θρησκείας

 

Οι αντιχριστιανικές επιπτώσεις της απόφασης του Θεοδοσίου να κρατικοποιήσει το έργο του Θεού για την σωτηρία των ανθρώπων, διαιωνίζονται και αποτυπώνονται πρωτίστως από τα αποτελέσματα της αντιπαγανιστικής πολιτικής που ακολούθησε αυτός και άλλοι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, η οποία μοιάζει με αυτήν του Πέρση βασιλιά Αρταξέρξη.

 

«Και πας όστις δεν κάμνει τον νόμον του Θεού σου και τον νόμον του βασιλέως, ας εκτελήται ταχέως κρίσις επ' αυτόν, είτε εις θάνατον, είτε εις εξορίαν, ή εις δήμευσιν υπαρχόντων, ή εις φυλακήν». [Έσδ. 7:26]

 

 Και δεύτερον από την ιδιάζουσα χριστιανική αντίληψη που απέκτησαν οι βυζαντινοί «χριστιανοί» υπήκοοι όπως διαφαίνεται στο παρακάτω απόσπασμα, από άρθρο του θεολόγου Μανώλη Τζιράκη:

 

«Πέρα όμως από τον αυτοκράτορα και ο υπήκοος του Βυζαντινού κράτους είναι ακραιφνής και πιστός χριστιανός. Πιστεύει ότι το κράτος στο οποίο ανήκει είναι υπό την προστασία του Θεού και απολαμβάνει την εύνοιά Του. Την πίστη αυτή εκφράζει ο Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης τον 6ο αιώνα όταν αναφέρει ότι: «Το Κράτος των Ρωμαίων ου καταληθήσεται, θα μείνει αλώβητον ανά τους αιώνας, ως πρώτον πιστεύσαν εις τον Δεσπότην Χριστόν» (attΑρβελέρ, 2009). Τα μέλη της βυζαντινής κοινωνίας είναι νομοταγείς υπήκοοι του αυτοκράτορα και προσηλωμένοι στην πίστη τους χριστιανοί, καθοδηγούμενοι από μοναχούς και κληρικούς, ακούουν αδιάκριτα στο όνομα Ρωμαίος ή Χριστιανός, έννοιες ταυτόσημες στο Βυζάντιο, που ο αυτοκράτοράς του Λέων ΣΤ΄ ονομάζει χαρακτηριστικά Έθνος Χριστιανών, ενώ τον βυζαντινό λαό ονόμασαν Περιούσιο ή Νέο Ισραήλ (Αρβελέρ, 2009).»

 

Πηγή

 

Τρίτον από την περιοδική επικράτηση των αντιμαχομένων δογματικών ομάδων με την ευνοϊκή στήριξη του εκάστοτε αυτοκράτορα η οποία είχε πάντοτε πολιτικά κίνητρα. «Ούτως ο Κωνστάντιος και ο Ουάλης επέβαλον τον αρειανισμόν, ο Μέγας Θεοδόσιος την ορθοδοξίαν, ο Βασιλίσκος τον μονοφυσιτισμόν, ο Ζήνων παραμέρισε την Δ’ Οικουμενική Σύνοδον, ο Ιουστινιανός δια δογματικών διαταγμάτων ώρισε την πίστην των υπηκόων αυτού και, τέλος, επέβαλε τον μονοφυσιτισμόν, ο Ηράκλειος επέβαλε τον μονοθελητισμόν και ο Λέων ο Ίσαυρος την εικονομαχίαν». (Εκκλ. Ιστορία  Στεφανίδου, εκδ. Παπαδημητρίου (6η έκδ.), σελ. 149)

 

Τέταρτον από τον ιερατικό χαρακτήρα που απέκτησαν οι αυτοκράτορες οι οποίοι στις συνόδους επευφημούντο ως «αρχιερείς». Η δε εικονομαχική σύνοδος του 754 αποφάσισε ότι «των Αποστόλων εφαμίλλους τους πιστούς ημών βασιλείς εξανέστησε (ο θεός), τη του αυτού πνεύματος σοφισθέντας δυνάμει, προς καταρτισμόν μεν ημών και διδασκαλίαν, καθαίρεσιν δε δαιμόνων οχυρωμάτων» (αυτ. 13, 225). Δια των λέξεων τούτων οι αυτοκράτορες εκηρύχθησαν ισαπόστολοι και θεόπνευστοι. (Εκκλ. Ιστορία  Στεφανίδου, εκδ. Παπαδημητρίου (6η έκδ.), σελ. 151)


Επίλογος

 

Η διαμορφωθείσα θρησκευτική και η εκ των υστέρων πολιτική επικυριαρχία της νέας κοσμικής βυζαντινής θρησκείας, παραπέμπει στους  στρατιωτικούς κατακτητικούς  θριάμβους της Ρώμης μάλλον, παρά στον αμιγή και δια Πνεύματος Αγίου επουράνιο προορισμό, που χάραξε ο πρώιμος  χριστιανισμός με την πειθώ του θεόπνευστου γραπτού λόγου και όχι με την πειθώ της αντιφατικής εξελιγμένης πατερικής φιλοσοφίας και του ένοπλου εξαναγκασμού, που έβλαψαν και νόθευσαν τις βασικές αλήθειες  ότι ο Θεός είναι αγάπη και είναι Ένας. 

«Και αφού διώρισαν εις αυτόν ημέραν, ήλθον προς αυτόν πολλοί εις το κατάλυμα, εις τους οποίους εξέθεσε διά μαρτυριών την βασιλείαν του Θεού και έπειθεν αυτούς εις τα περί του Ιησού από τε του νόμου του Μωϋσέως και των προφητών από πρωΐ έως εσπέρας». [Πράξ. 28:23]

 

«Εν εκείνω τω καιρώ αποκριθείς ο Ιησούς είπε· Δοξάζω σε, Πάτερ, κύριε του ουρανού και της γης, ότι απέκρυψας ταύτα από σοφών και συνετών και απεκάλυψας αυτά εις νήπια, ναι, ω Πάτερ, διότι ούτως έγεινεν αρεστόν έμπροσθέν σου. Πάντα παρεδόθησαν εις εμέ από του Πατρός μου· και ουδείς γινώσκει τον Υιόν ει μη ο Πατήρ· ουδέ τον Πατέρα γινώσκει τις ειμή ο Υιός και εις όντινα θέλει ο Υιός να αποκαλύψη αυτόν». [Ματθ. 11:25-27]

 

 

Αμήν