Η γέννηση του φαρισαϊκού ιουδαϊσμού

Συγγραφή: Κεπενές Δημ. Ευάγγελος (24/01/2018)


 

 

Αρμόδιους για την διδασκαλία του λαού Ισραήλ και ερμηνεία του γραπτού νόμου είχε θέσει ο Θεός τους ιερείς, τους γιούς του Ααρών και για τις μεταξύ τους υποθέσεις και διαφορές τους υπέδειξε να διορίσουν κριτές και εισαγγελείς. 

 

«……διά να διακρίνητε [ο Ααρών και οι γιοί του] μεταξύ αγίου και βεβήλου και μεταξύ ακαθάρτου και καθαρού, και διά να διδάσκητε τους υιούς Ισραήλ πάντα τα διατάγματα, όσα ελάλησε Κύριος προς αυτούς διά χειρός του Μωϋσέως». [Λευ. 10:10-11]

 

«Κριτάς και γραμματοεισαγωγείς [= εισαγγελείς]  καταστήσεις σεαυτώ εν πάσαις ταις πόλεσί σου αις Κύριος ο Θεός σου δίδωσίν σοι κατά φυλάς και κρίνουσιν τον λαόν κρίσιν δικαίαν». [Δευτ. 16:18, Ο΄]

 

 

Ο θεσμός της βασιλείας που ζήτησαν οι Εβραίοι από τον τελευταίο κριτή,  τον Σαμουήλ, δημιούργησε όπως και σε κάθε βασιλεία, οικογενειοκρατίες.  Σε συνδυασμό  με την αγνωσία του νόμου λόγω πλημμελούς  διδαχής των ιερέων, οι οποίοι ενίοτε παραμελούσαν και την συντήρηση του ναού [ΙΙ Βασ. 12:4], δημιούργησε αντίπαλα πολιτικά και θρησκευτικά ρεύματα, που επέφεραν σχίσματα στον λαό Ισραήλ, αποστασία από τον Θεό, διχοτόμηση της βασιλείας και εμφύλιες πολεμικές συρράξεις. Στις πράξεις των βασιλέων, ξεχωρίζει ο Ιωσαφάτ βασιλιάς του Ιούδα που επιχειρεί να κάνει το αρεστό εις τον Θεό και στέλνει μαζί με τους Λευίτες και αναρμόδιους άρχοντες στις πόλεις του Ιούδα, για να διδάξουν τον λαό το βιβλίο του νόμου του Κυρίου [ΙΙ Χρ. 17:7-9]. Συνεπώς η εμπλοκή της ελίτ στα θρησκευτικά ζητήματα ήταν σε δράση και η διαφύλαξη των συμφερόντων απαιτούσε την επιβίωση του έθνους,  με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί σταδιακά εθνικιστική θρησκευτική συνείδηση και πίστη σε ένα Θεό, εθνικό προστάτη, που θα εξασφάλιζε την ευμάρεια και υπεροχή του κράτους έναντι των άλλων. Έτσι  επισκιάστηκε η αντίληψη της αγαθής πρόθεσης του Θεού να ευλογήσει όλα τα έθνη, όπως αυτή είχε εξαγγελθεί στον πατριάρχη Αβραάμ.

 

Αργότερα στην βαβυλωνιακή αιχμαλωσία και διασπορά, η καταστροφή του οικοδομημένου ναού, του ισχυρότερου θεσμού του ιουδαϊσμού, ανέδειξε έντονα την ανάγκη για την επιβίωση της ιουδαϊκής ταυτότητας και την ανύψωση του εθνικού και θρησκευτικού φρονήματος. Την ανάγκη αυτή την κάλυψαν οι οίκοι προσευχής και μελέτης που εξελίχτηκαν σε συναγωγές, με εκπαιδευτικούς, λόγιους Ιουδαίους, τους  μετέπειτα ραβίνους. Οι συναγωγές αντιστάθμιζαν την έλλειψη του ναού και συνεχίστηκαν ως δευτερεύον θρησκευτικός θεσμός και μετά την ανοικοδόμηση του, που έγινε με την υποστήριξη και χορηγία ξένης δύναμης, της Περσίας. [Έσδ. 7:14-15]

Πρωταγωνιστές την περίοδο της ανοικοδόμησης  του ναού, που όμως υστερούσε σε ωραιότητα του πρώτου, ήταν ο πολιτικός ηγέτης Ζοροβάβελ και  ο ιερέας και γραμματέας Έσδρας, έμπειρος στον γραπτό νόμο του Κυρίου, ο οποίος αποκατάστησε σε μεγάλο βαθμό την γνώση του νόμου, όρισε ιερείς Λευίτες, κριτές και δικαστές, και έτσι το βασίλειο του Ιούδα συνέχισε την επιβίωση του με όσους ο Θεός διέγειρε το πνεύμα να ανεβούν και να οικοδομήσουν  τον οίκο του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ. [Έσδ. 1:5]

 

Έως την γέννηση του Ιησού το εβραϊκό έθνος συνέχισε την θρησκευτική και πολιτική σχισματική του πορεία. Εκτός από τον ανοικοδομημένο ναό στην Ιερουσαλήμ λειτουργούσε και ναός στη Σαμάρεια, στο όρος Γαριζίν ο οποίος οικοδομήθηκε από τις δέκα φυλές του βασιλείου του Ισραήλ και σύμφωνα με τον Ιώσηπο καταστράφηκε από τον αρχιερέα και βασιλέα των Ιουδαίων Ιωάννη Υρκανό το 128 π.Χ. ο οποίος εγκαινίασε στον Ισραήλ  τον θεσμό της διπλής εξουσίας, της πολιτικής και της θρησκευτικής. Επίσης οι αρχαιολόγοι βεβαιώνουν και ιουδαϊκό ναό στο νησί Ελεφαντίνη της Αιγύπτου που εξυπηρετούσε τις ανάγκες της εκεί εβραϊκής κοινότητας. Με την υποστήριξη του Πτολεμαίου στ΄ κτίστηκε κι άλλος ναός από τον αρχιερέα Ονία στην Λεοντόπολη της Αιγύπτου, όπου αυτός κατέφυγε διωχθείς υπό της οικογένειας των Μακκαβαίων, ο οποίος ναός υπήρξε πνευματικό κέντρο των Ιουδαίων της Αιγύπτου. Η συμμετοχή των Ιουδαίων της Αλεξάνδρειας στην εξέγερση των Ιουδαίων της Παλαιστίνης κατά της κυριαρχίας της Ρώμης επέφερε και την καταστροφή του ναού στην Λεοντόπολη.

 

Πολιτική διάσπαση των Ιουδαίων

 

Ο εμφύλιος πόλεμος των Ελλήνων ανάμεσα στους Πτολεμαίους και τους Σελευκίδες οι οποίοι και επικράτησαν στην Παλαιστίνη, μετέτρεψαν λόγω γεωγραφικής θέσης, την γη της Ιουδαίας σε πεδίο μαχών, παρασύροντας σε πολιτικό διχασμό τους Εβραίους, χωρίζοντάς τους σε ελληνίζοντες και εθνικιστές. Η βίαιη πολιτική εξελληνισμού των Σελευκιδών έθεσε εκτός νόμου την ιουδαϊκή θρησκεία προκαλώντας εμφύλιο μεταξύ των ιουδαϊκών παρατάξεων με την συμμετοχή και ελληνιστών αρχιερέων. Η επανάσταση των Μακκαβαίων μετά από πολλούς αγώνες χάρισε τελικά την ανεξαρτησία πάλι στους Ιουδαίους,  επήλθε ειρήνη ανάμεσα στις παρατάξεις χωρίς όμως να αναχαιτισθεί η διάδοση της ελληνικής σκέψης και η τάση του εξελληνισμού. 

 

Η ανάμειξη του ιερατικού θεσμού με την πολιτική, αποδυνάμωσε την αρχική του αποστολή και  δημιούργησε ρήγμα μεταξύ των ιερέων και των σοφών και γραμματέων οι οποίοι έλεγχαν τις συναγωγές. Τοιουτοτρόπως  καλλιεργήθηκε το έδαφος για την ανάδειξη, μέσα από τους λόγιους, της σέχτας των Φαρισαίων [= αυτοί που έχουν χωρισθεί] οι οποίοι  ισχυρίζονταν ότι είναι οι νόμιμοι αντιπρόσωποι, ερμηνευτές και θεματοφύλακες του ιουδαϊσμού, αναγνώριζαν εκτός της γραπτής Τορά και την προφορική, δημιουργώντας έτσι το δίπολο, εντάλματα Θεού – εντάλματα  ανθρώπων. Αυτοί έδιναν ιδιαίτερη σημασία στους ανθρωποσύστατους τύπους, ανύψωναν το εθνικό φρόνημα και ήσαν δημοφιλείς μεταξύ του απλού λαού. Οι Φαρισαίοι ήταν σε μόνιμη κοινωνική και θρησκευτική αντιπαράθεση με την σέχτα των Σαδδουκαίων που απέρριπταν την προφορική παράδοση, επεδίωκαν σφόδρα τον εξελληνισμό και υπερασπιζόντουσαν τα δικαιώματα και προνόμια της άρχουσας τάξης. 

 

Η Ρωμαϊκή κατάκτηση, η φιλορωμαϊκή πολιτική των Ιουδαίων αρχόντων, και η ελληνιστική τάση των ευπόρων κυρίως Ιουδαίων της Παλαιστίνης και των αποικισθέντων στην Αίγυπτο, ισχυροποίησαν τη θέση των Φαρισαίων  δημιουργώντας όμως  παρενέργεια στην εβραϊκή αντίληψη, αυτή της υπερίσχυσης των προφορικών παραδόσεων έναντι του γραπτού νόμου του Μωυσή, με αποτέλεσμα την γέννηση άκρατου εθνικισμού . Το γεγονός αυτό  προείδε ο προφήτης Ησαΐας και το επιβεβαίωσε και ο Κύριος Ιησούς.

 

«Ο λαός ούτος με πλησιάζει με το στόμα αυτών και με τα χείλη με τιμά, η δε καρδία αυτών μακράν απέχει απ’ εμού. Εις μάτην δε με σέβονται διδάσκοντες διδασκαλίας, εντάλματα ανθρώπων». [Ματθ. 15:6-9]

 

Καθ’ όλη την διάρκεια της διακονίας του στη γη του Ισραήλ, ο Ιησούς αναφερόταν πάντοτε στο γραπτό νόμο και τους προφήτες και ουδέποτε σε ανθρώπινες παραδόσεις και διδαχές τις οποίες και απέρριπτε.

 

«Και αρχίσας από Μωϋσέως και από πάντων των προφητών, διηρμήνευεν εις αυτούς τα περί εαυτού γεγραμμένα εν πάσαις ταις γραφαίς». [Λουκ.24:27]

 

Ο απόστολος Παύλος «εκ φυλής Βενιαμίν» ήταν Φαρισαίος, που σπούδασε στα Ιεροσόλυμα «παρά τους πόδας» του επίσης Φαρισαίου Γαμαλιήλ. Ήταν περισσότερο ζηλωτής των πατρικών του παραδόσεων και πριν την μεταστροφή του στο Χριστό μη έχοντας την πνευματική κατανόηση του γραπτού νόμου, εδίωκε και κακοποιούσε την εκκλησία του Θεού.

 

«Διότι ηκούσατε την ποτέ διαγωγήν μου εν τω Ιουδαϊσμώ ότι καθ’ υπερβολήν εδίωκον την εκκλησίαν του Θεού και εκακοποίουν αυτήν, και προέκοπτον εις τον Ιουδαϊσμόν υπέρ πολλούς συνηλικιώτας εν τω γένει μου περισσότερον ζηλωτής υπάρχων των πατρικών μου παραδόσεων». [Γαλ. 1:13-14]

 

Όταν όμως ήρθε σε επίγνωση κατάλαβε ότι οι γραφές μιλούσαν όχι για ένα σαρκικό αλλά για ένα πνευματικό λαό, που θα παραλάμβανε μια  επουράνια κληρονομιά και βασιλεία, που δεν θα ήταν από αυτόν τον κόσμο. Έτσι αυτά που νόμιζε πριν ότι ήταν κέρδη τα θεώρησε όλα σκύβαλα, για να κερδίσει το Χριστό. Έχοντας πια αυτή την κατανόηση συστήνει στην εκκλησία «να μην φρονεί περισσότερο από αυτό που είναι γραμμένο για να μην επαίρεται κάποιος υπέρ του ενός κατά του άλλου». [Φιλ. 3:8, Ι Κορ. 4:6].

 

Στον Τιμόθεο ο ίδιος  απόστολος εξυψώνει την θεοπνευστία των γραφών θέτοντας αναμφισβήτητα τον γραπτό λόγο της εβραϊκής βίβλου υπεράνω κάθε ανθρώπινης παράδοσης και φιλοσοφίας.


«Όλη η γραφή είναι θεόπνευστος και ωφέλιμος προς διδασκαλίαν, προς έλεγχον, προς επανόρθωσιν, προς εκπαίδευσιν την μετά της δικαιοσύνης, διά να ήναι τέλειος ο άνθρωπος του Θεού, ητοιμασμένος εις παν έργον αγαθόν». [ΙΙ Τιμ. 3:16-17]

 

Και πάλι: «Διότι όσα προεγράφησαν, διά την διδασκαλίαν ημών προεγράφησαν, διά να έχωμεν την ελπίδα διά της υπομονής και της παρηγορίας των γραφών». [Ρωμ. 15:4]

 

Κανένα «γνήσιο τέκνο της πίστης», του αληθινού Ιησού, δεν παρασύρθηκε από τις ανθρώπινες παραδόσεις των Φαρισαίων, που όσοι ήλπιζαν σ’ αυτές, πίστευαν για τον Ιησού ότι ήταν ο Εβραίος που θα αποκαθιστούσε τη βασιλεία στο σαρκικό Ισραήλ κατά το γήινο πρότυπο του Δαυίδ.

 

«Ο Ιησούς λοιπόν γνωρίσας ότι μέλλουσι να έλθωσι και να αρπάσωσιν αυτόν, διά να κάμωσιν αυτόν βασιλέα, ανεχώρησε πάλιν εις το όρος αυτός μόνος». [Ιωάν. 6:15]

 

Οι ίδιες αντιβιβλικές φαρισαϊκές αντιλήψεις, στάθηκαν εμπόδιο εις το να αναγνωρίσουν τον επουράνιο Ιησού ως τον Έναν αληθινό Θεό και γι’ αυτό ζητούσαν να τον θανατώσουν πιστεύοντας ότι ο Ιησούς ήταν όπως και αυτοί χοϊκός άνθρωπος, που έκανε τον εαυτό του Θεό.

«Διά τούτο λοιπόν μάλλον εζήτουν οι Ιουδαίοι να θανατώσωσιν αυτόν, διότι ουχί μόνον παρέβαινε το σάββατον, αλλά και Πατέρα εαυτού έλεγε τον Θεόν, ίσον με τον Θεόν κάμνων εαυτόν». [Ιωάν. 5:18] 

«Απεκρίθησαν προς αυτόν οι Ιουδαίοι, λέγοντες· Περί καλού έργου δεν σε λιθοβολούμεν, αλλά περί βλασφημίας, και διότι συ άνθρωπος ων κάμνεις σεαυτόν Θεόν». [Ιωάν. 10:33]

 

Ο φαρισαϊκός ιουδαϊσμός παρέμεινε στην εθνικιστική, επίγεια θεώρηση, των επαγγελιών του Θεού και μη κατανοώντας τον γραπτό προφητικό λόγο, αρνήθηκε τον τελειωτή της πίστεως Ιησού Χριστό και δίωξε  τον αληθινό χριστιανισμό από τη γέννηση του, αποτυγχάνοντας έτσι να πετύχει την πνευματική του ολοκλήρωση και να γίνει δέκτης των επουράνιων αγαθών.

 

 «Πλην δεν θέλετε να έλθητε προς εμέ, διά να έχητε ζωή». [Ιωάν. 5:40]

 

«Διότι οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ και οι άρχοντες αυτών, μη γνωρίσαντες τούτον μηδέ τας ρήσεις [φωνάς] των προφητών, τας αναγινωσκομένας κατά παν σάββατον, επλήρωσαν αυτάς κρίναντες τούτον, και μη ευρόντες μηδεμίαν αιτίαν θανάτου, εζήτησαν παρά του Πιλάτου να θανατωθή». [Πράξ. 13:27-28]

 

Ο σημερινός  ραβινικός ιουδαϊσμός  ο οποίος εντρυφά σε συλλογή ανθρώπινων ιουδαϊκών παραδόσεων, συστήνεται ως η ιδεολογική συνέχεια του φαρισαϊκού ιουδαϊσμού με ποικίλες τάσεις και απογυμνωμένος από τα στοιχεία  που νομιμοποιούσαν τον ιουδαϊσμό, δηλαδή τον ναό, τους προφήτες, τους ιερείς, τις θυσίες, τους βαπτισμούς, τις προσφορές και την γενεαλογική ιουδαϊκή γραμμή εξ’ αίματος, συντηρεί την προσδοκία ενός τρίτου χειροποίητου Ναού στην Ιερουσαλήμ, ως το μέσον εκπλήρωσης των εθνικιστικών του ιδεολογιών, αγνοώντας παντελώς ότι:

 

«Ο Θεός, όστις έκαμε τον κόσμον και πάντα τα εν αυτώ, ούτος Κύριος ων του ουρανού και της γης, δεν κατοικεί εν χειροποιήτοις ναοίς». [Πράξ. 17:25]

 


Αμήν