Ιουδαϊσμός - Χριστιανισμός και η θρησκεία των Οικουμενικών Συνόδων

Συγγραφή: Κεπενές Δημ. Ευάγγελος (24/01/2018)                                                                                                                                                                                                  Βιβλικές παραπομπές από: WH, Βάμβας, LXXA

 

 

 

Πρόλογος

 

                                                                                                                              Η τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία δεν επιλέγει               

                                                                                                                                                                                             την αλήθεια αλλά οδηγείται σ’ αυτή

 

Ο ιστορικός  βιβλικός μονοθεϊστικός  ιουδαϊσμός που ξεχώριζε ανάμεσα στις τριαδικές, πολυθεϊστικές θρησκείες των εθνών, κυοφόρησε τον χριστιανισμό, δια μέσου των καταγραμμένων επαγγελιών της Τορά ή Πεντατεύχου του Μωυσή και των Ιουδαίων προφητών. Όταν όμως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και εξαπέστειλε ο Θεός τον τεχθέντα από την Μαρία Υιό του Ιησού, εκπληρώνοντας έτσι την επαγγελία που είχε δώσει στον πατριάρχη και ιδρυτή του εβραϊκού έθνους Αβραάμ, ότι θα τον κάνει πατέρα πλήθους εθνών, ο ιουδαϊσμός  είχε διασπασθεί  στα δύο.

Το ένα μέρος ήταν ο φαρισαϊκός ιουδαϊσμός όπως αυτός είχε εξελιχθεί από τον 2ο  π.Χ. αιώνα και ύστερα.  Μετά την Βαβυλωνιακή αιχμαλωσία το 587 π.Χ. και την καταστροφή του ναού του Σολομώντος, με σκοπό να διατηρηθεί η εθνική και θρησκευτική συνοχή του κοσμικού  εβραϊκού έθνους, δημιουργήθηκαν ως υποκατάστατο του ναού, οίκοι προσευχής και μελέτης, οι γνωστές συναγωγές, όπου πρωτοστατούσαν όχι ιερείς, αλλά σοφοί και λόγιοι Ιουδαίοι, που μετονομάστηκαν ραβίνοι. Αμυνόμενοι στις εξωτερικές, πολιτιστικές και θρησκευτικές επιρροές, κυρίως των Ελλήνων και προσθέτοντας σταδιακά στην εκπαίδευση των Εβραίων, ανθρώπινες παραδόσεις και διδαχές, αλλιώς την προφορική Τορά, τροφοδότησαν την ανάπτυξη εθνικοθρησκευτικής ανωτερότητας, δηλαδή του εθνικισμού, τον οποίο εκπροσώπησαν με ακραίο ζήλο οι Φαρισαίοι. Ως επακόλουθο ήταν να διαμορφωθεί μια νέα ιδιότητα του ενός Θεού του Ισραήλ, αυτή του εθνικού προστάτη κατά την ομοιότητα της εθνικής πολυθεΐας. Την εσφαλμένη αυτή ιδιότητα του ενός αληθινού Θεού, ως εθνικού προστάτη, την πρεσβεύουν έως και σήμερα τα ποικίλων αποχρώσεων κατ’ όνομα χριστιανικά κράτη, που την υιοθέτησαν μέσω του ατυχούς ιστορικού γεγονότος της κρατικοποίησης του εξελληνισμένου χριστιανισμού, από το Ρωμαϊκό κράτος τον 4ο μ.Χ. αιώνα.

Το άλλο μέρος ήταν ο αρχικός  βιβλικός ιουδαϊσμός, που παρέμεινε προσηλωμένος στον γραπτό λόγο και τους προφήτες, πρόσμενε την παρηγοριά του Ισραήλ, και δέχθηκε την εκπλήρωση της επαγγελίας προς τον Αβραάμ περί της αιωνίου ζωής εν Χριστώ Ιησού σύμφωνα με τις γραφές. Αυτός ο αρχικός βιβλικός ιουδαϊσμός, έφτασε στην   πνευματική του ολοκλήρωση, που είναι ο γνήσιος  πρώιμος χριστιανισμός, όπως καθιερώθηκε από τον  Ιησού και τους αποστόλους του.

 

Οι πρώτοι εβραίοι χριστιανοί και όσοι μετέπειτα ενσωματώθηκαν σ’ αυτό το κομμάτι του ιουδαϊσμού, αποτέλεσαν ένα πνευματικό σώμα, που διατήρησε αμετάβλητη την μονοθεϊστική του πίστη. Ζωοποιημένοι  από τον Ιησού Χριστού αποδείχθηκαν «τέκνα επαγγελίας» και έγειναν «μέτοχοι επουράνιας κλήσης».  Λάτρευαν τον Θεό «εν πνεύματι και αληθεία» και ο Θεός τους έδωσε εξουσία να γίνουν υιοί του και θυγατέρες του, όντας Θεός ζωντανών και όχι νεκρών.

 

 «Όστις πιστεύει εις τον υιόν έχει ζωήν αιώνιον». [Ιωάν. 3:36, Ματθ. 22:32, Λουκ. 2:25, ΙΙ Τιμ. 1:1, Εβρ. 3:2]

 

Ι. Η  γέννηση του βιβλικού ιουδαϊσμού 

Ο βιβλικός Ιουδαϊσμός  ήταν η παραδοσιακή μονοθεϊστική θρησκεία των Εβραίων, που γεννήθηκε μετά την σύσταση τους ως έθνος. Ήταν η Θρησκεία των υποσχέσεων και των προσδοκιών με έντονο στοιχείο τους τύπους, οι οποίοι ήταν εικόνες των επουράνιων προσδοκώμενων πνευματικών αγαθών, που εκπληρώθηκαν δια Ιησού Χριστού και είχε ηλικιακό χαρακτήρα με γέννηση, ακμή και γήρας.

 

«Λέγων δε καινήν, έκαμε παλαιάν την πρώτην το δε παλαιούμενον και γηράσκον είναι πλησίον αφανισμού». [Εβρ. 8:13]

 

Ο κυριότερος προφήτης και θεμελιωτής του ήταν ο υπηρέτης του Θεού Μωυσής ο οποίος έκανε κατά πάντα όσα δείχτηκαν σ’ αυτόν. Οι ιστορικές συνθήκες διαμόρφωσης του έθνους και της θρησκείας των Εβραίων γίνονται γνωστές  μέσα από την γραπτή Τορά και τα βιβλία των προφητών του Ισραήλ, την εβραϊκή βίβλο.

 

Η από την αρχή καθοδήγηση και επικοινωνία του αληθινού Θεού με τον Ισραήλ τον κατέστησαν  ετερόνομο κοινωνικά και θρησκευτικά έθνος. Οι αυτόνομοι λαοί επέλεγαν την γη τους, την συναλλαγή  και επιμιξία τους με άλλους, φιλοσοφούσαν, νομοθετούσαν και επινοούσαν τους θεούς τους και την εκάστοτε θρησκεία τους, ανάλογα με την εφαρμοζόμενη πολιτική τους και τις κοινωνικές, πνευματικές και πολιτιστικές τους ανάγκες, εκτός εάν διατελούσαν υπό ξένης κυριαρχίας.

 

 Ο Ισραήλ [= Ισχύς Θεού] ούτε επέλεξε, ούτε του επεβλήθη από άλλα κράτη να είναι έτσι. Ήταν ο Θεός ο ίδιος που μίλησε στον Άβραμ τον Χαλδαίο, γιο του ειδωλολάτρη Θάρα, ηλικίας τότε εβδομήντα πέντε ετών και του είπε:

 

«Έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου και εκ του οίκου του πατρός σου εις την γην την οποίαν θέλω σοι δείξει και θέλω σε κάμει εις έθνος μέγα και θέλω σε ευλογήσει και θέλω μεγαλύνει το όνομά σου και θέλεις είσθαι εις ευλογίαν». [Γέν. 12:1-2, 7, Πράξ. κεφ. 7]

 

Ο  Άβραμ λοιπόν πήρε την γυναίκα του Σάραν και τον ανηψιό του Λωτ και πήγε στη γη Χαναάν. Εκεί πάλι φάνηκε εις αυτόν ο Κύριος και του είπε «Εις το σπέρμα σου θέλω δώσει την γη ταύτην». Ο ίδιος ο Θεός λοιπόν αποφάσισε να δημιουργήσει το έθνος του Ισραήλ, όρισε την γη κατοικίας του και τον τόπο που θα Τον λάτρευαν και κατέστησε τον Άβραμ βιολογικό του πατέρα υποσχόμενος ότι θα τον ευλογήσει.

 

Και ενώ ο Άβραμ είχε ήδη λάβει την υπόσχεση ότι θα είναι ο βιολογικός πατέρας του κατά σάρκα Ισραήλ, σε ηλικία ογδόντα έξι ετών αποκτά τον Ισμαήλ  από την Άγαρ την Αιγύπτια την δούλη της  Σάρας, που αλληγορικά ερμηνευμένο, είναι η Παλαιά  Διαθήκη η αλλιώς, ο Μωσαϊκός νόμος, τον οποίο μετά από τετρακόσια τριάντα χρόνια παρέλαβε ο Μωυσής στο όρος Σινά δια μέσου αγγέλων και που θα αποτελούσε τον απαράβατο κανόνα της θρησκευτικής και πολιτικής οργάνωσης του εβραϊκού έθνους, με επουράνιες υποσχέσεις που έλαβαν πνευματική τελείωση.

«Δεν θέλετε προσθέσει εις τον λόγον τον οποίον εγώ σας προστάζω, ουδέ θέλετε αφαιρέσει απ' αυτού, διά να φυλάττητε τας εντολάς Κυρίου του Θεού σας, τας οποίας εγώ σας προστάζω». [Δευτ. 4:2]

 

«Οίτινες [ιερείς] λειτουργούσιν εις υπόδειγμα και σκιάν των επουρανίων...». [Εβρ. 8:5]

 

Η εθνική και η θρησκευτική λοιπόν ταυτότητα του χοϊκού Ισραήλ και τα όρια κατοικίας του στην γη όπου κατοικούσαν πριν οι Αμορραίοι, ορίστηκαν από τον ίδιο τον Θεό με κυρίαρχη εντολή:

 

«Άκουε Ισραήλ Κύριος ο Θεός ημών είναι εις Κύριος». [Κριτ. 6:10, Πράξ. 7:53, Δευτ. 6:4, Γέν. 16:16, Γαλ. 4:22-24]

 

Η επαγγελία προς τον Άβραμ


Σε ηλικία ενενήντα εννέα ετών φάνηκε πάλι ο Κύριος στον Άβραμ και αφού αυτοσυστήθηκε ως ο Θεός του, του είπε:

 

«Εγώ, ιδού, η διαθήκη μου είναι προς σε και θέλεις γείνει πατήρ πλήθους εθνών και δεν θέλει καλείσθαι πλέον το όνομά σου Άβραμ αλλά το όνομά σου θέλει είσθαι Αβραάμ διότι πατέρα πλήθους εθνών σε κατέστησα …..  Και θέλετε περιτέμνει την σάρκα της ακροβυστίας υμών, και θέλει είσθαι εις σημείον της διαθήκης μεταξύ εμού και υμών». [Γέν. 17:4, 11]

 

Συνεχίζοντας  ο Θεός να ομιλεί στον Αβραάμ του λέει να καλεί στο εξής τη γυναίκα του Σάρα, με το όνομα Σάρρα [= Ηγεμόνισσα] και ενώ δεν τεκνοποιούσε ως νέα η Σάρα, του υπόσχεται ότι στο γήρας της, θα του έδινε γιό μέσα από αυτή, τον Ισαάκ. Ο Ισαάκ σαν τέκνο επαγγελίας, έγινε η σπουδαιότερη αλληγορία στην ιστορία του ιουδαϊσμού και είναι η Καινή Διαθήκη η αλλιώς ο χριστιανισμός που είναι η εκπλήρωση και τελειοποίηση  του βιβλικού ιουδαϊσμού.  [Γέν. Κεφ. 17, Γαλ. 4:22-24, Ρωμ. 10:4]

 

Η διδαχή του χριστιανισμού για την επαγγελία της ζωής στον Αβραάμ


«Παύλος, απόστολος Ιησού Χριστού διά θελήματος Θεού κατά την επαγγελίαν της ζωής της εν Χριστώ Ιησού». [ΙΙ Τιμ. 1:1]

 

«Ημείς  δε, αδελφοί, καθώς ο Ισαάκ επαγγελίας  τέκνα είμεθα». [Γαλ. 4:28]

 

«Επειδή η επαγγελία προς τον Αβραάμ ή προς το σπέρμα αυτού, ότι έμελλε να είναι κληρονόμος του κόσμου, δεν έγινε διά του νόμου, αλλά διά της δικαιοσύνης της εκ πίστεως.  Διότι εάν ήναι κληρονόμοι οι εκ του νόμου, η πίστις εματαιώθη και κατηργήθη η επαγγελία». [Ρωμ. 4:13]

 

«Ο Αβραάμ επίστευσεν εις τον Θεόν και ελογίσθη εις αυτόν εις δικαιοσύνην. Εξεύρετε λοιπόν ότι οι όντες εκ πίστεως, ούτοι είναι υιοί του Αβραάμ. Προϊδούσα  δε η γραφή ότι εκ πίστεως δικαιώνει τα έθνη ο Θεός, προήγγειλεν εις τον Αβραάμ ότι Θέλουσι ευλογηθή εν σοι πάντα τα έθνη ………. Προς δε τον Αβραάμ ελαλήθησαν αι επαγγελίαι και προς το σπέρμα αυτού, δεν λέγει και προς τα σπέρματα, ως περί πολλών, αλλ’ ως περί ενός, Και προς το σπέρμα σου, όστις είναι ο Χριστός [η ζωή]». [Γαλ. 3:6-8, 16, Ιωάν. 11:25]

 

Ο Αβραάμ πατέρας της πίστεως


«Ο Αβραάμ επίστευσεν εις τον Θεόν και ελογίσθη εις αυτόν εις δικαιοσύνην ……….. Πως λοιπόν ελογίσθη; ότε ήτο εν περιτομή ή εν ακροβυστία; Ουχί εν περιτομή αλλ' εν ακροβυστία και έλαβε το σημείον της περιτομής, σφραγίδα της δικαιοσύνης της εκ πίστεως της εν τη ακροβυστία, διά να ήναι αυτός πατήρ πάντων των πιστευόντων ενώ υπάρχουσιν εν τη ακροβυστία, διά να λογισθή και εις αυτούς η δικαιοσύνη, και πατήρ της περιτομής, ουχί μόνον εις τους περιτετμημένους, αλλά και εις τους περιπατούντας εις τα ίχνη της πίστεως του πατρός ημών Αβραάμ της εν τη ακροβυστία». [Ρωμ. 4:3-11]

 

«Καθώς είναι γεγραμμένον, ότι πατέρα πολλών εθνών σε κατέστησα, ενώπιον του Θεού εις τον οποίον επίστευσε, του ζωοποιούντος τους νεκρούς και καλούντος τα μη όντα ως όντα». [Ρωμ. 4:17]

 

Η επαγγελία λοιπόν του ενός Θεού στον Αβραάμ ότι θέλει γίνει πατήρ πλήθους εθνών, μιλούσε για ζωοποίηση των πνευματικά νεκρών εβραίων και εθνικών.

«Επ΄ ελπίδι ζωής αιωνίου την οποίαν υπεσχέθη ο αψευδής Θεός προ χρόνων αιωνίων, εφανέρωσε δε εν καιροίς ωρισμένοις τον λόγον αυτού δια του κηρύγματος ….». [Τίτ. 1:2-3]

«Διά να έλθη εις τα έθνη η ευλογία του Αβραάμ διά Ιησού Χριστού, ώστε να λάβωμεν την επαγγελίαν του Πνεύματος διά της πίστεως». [Γαλ. 3:14]

Η ίδια επαγγελία ακυρώνει κάθε εθνικιστική και βιολογική ερμηνεία του φαρισαϊκού ιουδαϊσμού για αναβίωση και επικράτηση σε παγκόσμια κλίμακα της επίγειας βασιλείας του Ισραήλ. Ήταν υπόσχεση του Θεού, που ξεπερνούσε τα στενά όρια του σαρκικού γενεαλογικά εβραϊκού έθνους και αγκάλιαζε όλα τα τέκνα της πίστεως ανεξαρτήτως επίγειας εθνικότητος. Κάθε βιολογική ή εθνικοθρησκευτική αντίληψη της υπόσχεσης στερείται αληθείας. Δεν είπε ο Θεός στον Αβραάμ ότι θα είναι ο βιολογικός πατέρας όλων  των εθνών, αλλά τον έκανε πατέρα της πίστεως των τέκνων της επαγγελίας τα οποία είναι απάτορα, αμήτορα, αγενεαλόγητα σε σχέση με την κοσμική κτίση, διότι οι οικείοι, τα ζωντανά τέκνα του Θεού, είναι ένα πνευματικό ζωντανό έθνος, άγιο, «λαός που απέκτησε ο Θεός για να εξαγγείλει τις αρετές του». [Ι Πέτρ. 2:9, Πράξ. 17:26]

«Όσοι δε εδέχθησαν αυτόν, εις αυτούς έδωκεν εξουσίαν να γείνωσι τέκνα Θεού, εις τους πιστεύοντας εις το όνομα αυτού· οίτινες ουχί εξ αιμάτων ουδέ εκ θελήματος σαρκός ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ' εκ Θεού εγεννήθησαν». [Ιωάν. 1:12-13]

 

Και προς το σπέρμα σου όστις είναι ο Χριστός [η Ζωή]

 

 Ούτε όταν του είπε «και προς το σπέρμα σου» εννοούσε το φθαρτό βιολογικό σπέρμα, διότι ο βιολογικός άνθρωπος σπέρνεται, γεννιέται με φθορά, με ατιμία και με ασθένεια, αλλά καθιερώνοντάς τον Αβραάμ πατέρα της πίστεως, του είπε για τον επουράνιο άνθρωπο Ιησού Χριστό που ως πνεύμα ζωοποιούν εγείρει μέσα στο ψυχικό, φθαρτό και θνητό σώμα των  χοϊκών ανθρώπων, τον εσωτερικό πνευματικό άνθρωπο, δια της στον Ιησού πίστεως και αποδοχής.

«Εάν υπάρχει σώμα ψυχικό υπάρχει και πνευματικό [σώμα]». [Ι Κορ. 15:42-44]

«Διά τούτο δεν αποκάμνομεν, αλλ' εάν και ο εξωτερικός ημών άνθρωπος φθείρηται, ο εσωτερικός όμως [άνθρωπος] ανανεούται καθ' εκάστην ημέραν». [ΙΙ Κορ. 4:16]

 

Η υπόσχεση λοιπόν μιλούσε για μία πνευματική ζωντανή κτίση. Μιλούσε για ένα πνευματικό σώμα, ένα νέο άνθρωπο που θα γεννιόταν  από άφθαρτο πνευματικό σπόρο, τον λόγο του Θεού και που είναι ο επουράνιος και όχι ένας χοϊκός  Ιησούς Χριστός.

«Επειδή ανεγεννήθητε ουχί εκ φθαρτού σπέρματος, αλλά αφθάρτου, διά του λόγου του Θεού του ζώντος και μένοντος εις τον αιώνα». [Ι Πέτρου προς Εβραίους 1:23]


«Όθεν εάν τις ήναι εν Χριστώ είναι νέον κτίσμα· τα αρχαία παρήλθον, ιδού, τα πάντα έγειναν νέα». (ΙΙ Κορ. 5:17)

 

Η σάρκα/το σώμα του Ιησού Χριστού

 

Σάρκα = σαρξ//σώμα//κορμί//ο άνθρωπος [Λεξ. Σταματάκου]

 

«Και ο λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας». [Ιωάν. 1:14]

 

Ο Ιησούς είναι η ζωή και η ανάσταση, ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός είχε δόξα ως μονογενούς παρά του Πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας, δεν ήταν με «ατιμία» όπως ο πνευματικά νεκρός βιολογικός άνθρωπος, αλλά ήταν «ο λόγος της ζωής που έγινε άνθρωπος» η ίδια η ζωή η αιώνιος, η ζωή του αιώνιου Πατέρα, ο εαυτός του Θεού και όχι ένας έτερος θεός. [Ι Ιωάν. 1:1-3]

 

Σύγκρινε: «Και ο λόγος έγεινε σαρξ», «ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί», «και η ζωή εφανερώθη». [Ιωάν. 1:14, Ι Τιμ. 3:16, Ι Ιωάν. 1:2]

 

«Και η ζωή εφανερώθη, και εωράκαμεν και μαρτυρούμεν και απαγγέλλομεν υμίν την ζωήν την αιώνιον, ήτις ην προς τον Πατέρα και εφανερώθη ημίν». [Ι Ιωάν. 1:2]

 

«Διότι καθώς ο Πατήρ έχει ζωήν εν εαυτώ, ούτως έδωκε και εις τον Υιόν να έχη ζωήν εν εαυτώ». [Ιωάν. 5:26]

 

Το σώμα του Ιησού είναι το κατοικητήριο, ο οίκος, του πληρώματος του Θεού του αοράτου, ο ναός του ενός Θεού, ο οποίος δεν κατοικεί σε χειροποίητους ναούς. Οι ζωοποιημένοι δια του Ιησού, τα πνευματικά τέκνα της επαγγελίας, είναι και αυτοί  μέσα στον Χριστό, «εν Χριστώ», μέσα στον αληθινό αχειροποίητο ναό και είναι οι αληθινοί ζωντανοί προσκυνητές «εν πνεύματι και αληθεία» του Πατέρα Θεού του «εν Χριστώ» κατοικούντος.  [Κολ. 2:9]

 

«Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή· ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα, ειμή δι' εμού». [Ιωάν. 14:6, 2:20-21]

 

 

Ο Ιησούς δεν σπάρθηκε όπως σπέρνεται ο βιολογικός άνθρωπος, αλλά είναι η εκπλήρωση της υπόσχεσης εις τον Αβραάμ, ο ζωντανός λόγος του Θεού, ο επουράνιος άνθρωπος, που δίνει ζωή στους νεκρούς πνευματικά ανθρώπους.

 

«Διότι ο άρτος του Θεού είναι ο καταβαίνων εκ του ουρανού και δίδων ζωήν εις τον κόσμον». [Ιωάν. 6:51, 33]

 

 «Εγώ είμαι ο άρτος ο ζων ο καταβάς εκ του ουρανού», όπως ήταν και το μάννα εκ του ουρανού, και είναι αυτός «ο σπόρος ο άφθαρτος», που δίνει ζωή και γεννά τον πνευματικό άνθρωπο.

 

Πνεύμα ζωοποιούν

 

Το «άγιο» που γεννήθηκε μέσα στην μήτρα της Μαριάμ ήταν εκ Πνεύματος  Αγίου, για αυτό και ο Ιησούς Χριστός είναι «Πνεύμα ζωοποιούν». [Ι Κορ. 15:45]

 

«Και αποκριθείς ο άγγελος είπεν αυτή: Πνεύμα άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι, διό και το γεννώμενον άγιον [όχι εκ σου] κληθήσεται υιός Θεού». [Λουκ. 1:35]

 

«Ενώ δε αυτός διελογίσθη ταύτα, ιδού, άγγελος Κυρίου εφάνη κατ' όναρ εις αυτόν, λέγων· Ιωσήφ, υιέ του Δαβίδ, μη φοβηθής να παραλάβης Μαριάμ την γυναίκα σου· διότι το εν αυτή γεννηθέν είναι εκ Πνεύματος Αγίου». [Ματθ. 1:20]

 

Ο Ιησούς αναφερόταν συνέχεια στον Πατέρα του «το Πνεύμα», τους υπενθύμιζε την ουράνια καταγωγή του και ουδέποτε ο ίδιος αποκάλεσε την χοϊκή Μαριάμ μητέρα. Η ανθρωπότητα λοιπόν του Ιησού Χριστού συσχετίζεται με τον νέο, τον πνευματικό «εν Χριστώ» άνθρωπο, του οποίου ο Ιησούς είναι ο Πατέρας «ο δίδων ζωήν» και όχι με τον φθαρτό χοϊκό άνθρωπο. Οι ομοιότητες του Ιησού με τον χοϊκό άνθρωπο ήταν δύο:

 

(α) Ως προς το σχήμα «εαυτόν εκένωσεν μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος .... ». [Φιλ. 2:7]

 

(β) Ως προς τα παθήματα τα οποία δοκίμασε «καθ’ ομοιότητα ημών χωρίς αμαρτία» για να γίνει ελεήμων και πιστός αρχιερέας.  [Εβρ. 2:17-18]

 

«Διότι δεν έχομεν αρχιερέα μη δυνάμενον να συμπαθήση εις τας ασθενείας ημών, αλλά πειρασθέντα κατά πάντα καθ' ομοιότητα ημών χωρίς αμαρτίας». [Εβρ. 4:15]

 

 

Περισσότερα για την σάρκα – σώμα  του Ιησού

 

«Επειδή ουν τα παιδία κεκοινώνηκεν αίματος και σαρκός και αυτός παραπλησίως [= περίπου ομοίως] μετέσχεν των αυτών, ίνα δια του θανάτου καταργήση τον το κράτος έχοντα του θανάτου τουτ’ έστιν τον διάβολον».  [Εβρ. 2:14]

 

«Επειδή το αδύνατον εις τον νόμον, καθότι ήτο ανίσχυρος διά της σαρκός, ο Θεός πέμψας τον εαυτού Υιόν με ομοίωμα σαρκός αμαρτίας και περί αμαρτίας, κατέκρινε την αμαρτίαν εν τη σαρκί ….». [Ρωμ. 8:3]

 

«Και είπε προς αυτούς· Σεις είσθε εκ των κάτω, [χοϊκοί] εγώ είμαι εκ των άνω [επουράνιος]· σεις είσθε εκ του κόσμου τούτου, εγώ δεν είμαι εκ του κόσμου τούτου». [Ιωάν. 8:23]

 

«Εγώ είμαι ο άρτος ο ζων ο καταβάς εκ του ουρανού. Εάν τις φάγει εκ τούτου του άρτου θέλει ζήσει εις τον αιώνα. Και ο άρτος δε τον οποίον εγώ θέλω δώσει είναι η σαρξ μου, την οποίαν εγώ θέλω δώσει υπέρ της ζωής του κόσμου». [Ιωάν. 6:51]

 

Η ανάσταση των πνευματικά νεκρών, λόγω της αμαρτίας, χοϊκών ανθρώπων

 

«Ούτω και η ανάστασις των νεκρών. Σπείρεται [βιολογικό σπέρμα] εν φθορά, ανίσταται εν αφθαρσία· σπείρεται εν ατιμία, ανίσταται εν δόξη· σπείρεται εν ασθενεία, ανίσταται εν δυνάμει· σπείρεται σώμα ζωϊκόν [ψυχικόν], ανίσταται σώμα πνευματικόν. Είναι σώμα ζωϊκόν [ψυχικόν], και είναι σώμα πνευματικόν». [Ι Κορ. 15:42-44]

«Διά τούτο δεν αποκάμνομεν, αλλ' εάν και ο εξωτερικός ημών άνθρωπος φθείρηται, ο εσωτερικός όμως [άνθρωπος] ανανεούται καθ' εκάστην ημέραν». [ΙΙ Κορ. 4:16]

 

«Μη ψεύδεσθε εις αλλήλους, αφού απεξεδύθητε [γδυθήκατε] τον παλαιόν άνθρωπον μετά των πράξεων αυτού και ενεδύθητε [ντυθήκατε] τον νέον, τον ανακαινιζόμενον εις επίγνωσιν κατά την εικόνα του κτίσαντος αυτόν». [Κολ. 3:9-10]

 

Ο παλαιός άνθρωπος είναι ο θνητός, ο σαρκικός, ο φθαρτός άνθρωπος, που «σπείρεται» γεννιέται από χοϊκό πατέρα και μητέρα, ενώ ο νέος άνθρωπος είναι ο πνευματικός, ο άφθαρτος, που γεννιέται μέσα στον χοϊκό από τον επουράνιο Ιησού που είναι πνεύμα ζωοποιούν.

 «Το γεννημένον εκ της σαρκός είναι σαρξ και το γεννημένον εκ του πνεύματος είναι πνεύμα». [Ιωάν. 3:6]

Η υπόσχεση λοιπόν στον Αβραάμ ήταν δήλωση που έθετε σε εκκίνηση το μεγαλειώδες και ασύλληπτο για την ανθρώπινη διάνοια σχέδιο της αγάπης του Θεού, για την ζωοποίηση  δια Ιησού Χριστού, του πνευματικά νεκρού λόγω της αμαρτίας ανθρώπου και αυτό γίνεται μέσω της πίστης.

 

Βιβλικές μαρτυρίες

«Ο δε Ιησούς είπε προς αυτόν· Ακολούθει μοι και άφες τους νεκρούς να θάψωσι τους εαυτών νεκρούς». [Ματθ. 8:22]

«Διότι ούτος ο υιός μου νεκρός ήτο και ανέζησε και απολωλώς ήτο και ευρέθη. Και ήρχισαν να ευφραίνωνται». [Λουκ. 15:24, Ι Τιμ. 6:19, Ι Κορ. 15:42-49, Ιωάν. 3:6]


«Διά τούτο λέγει· Σηκώθητι ο κοιμώμενος και ανάστηθι εκ των νεκρών, και θέλει σε φωτίσει ο Χριστός». [Εφεσ. 5:14]

 

 Παύλος προς Φήλικα: «Περί αναστάσεως νεκρών εγώ κρίνομαι σήμερον από σας». [Πράξ. 24:21β]

«Και ενώ ήμεθα νεκροί διά τα αμαρτήματα, εζωοποίησεν ημάς μετά του Χριστού, κατά χάριν είσθε σεσωσμένοι και συνανέστησε και συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις διά Ιησού Χριστού». [Εφεσ. 2:5-6]

 

Η περιτομή ως σημείο

 

Η περιτομή ήταν σημείο, σφραγίδα που επιβεβαίωνε την εκ πίστεως δικαίωση και ζωοποίηση για όλα τα έθνη. Ο δε Αβραάμ σύμφωνα με την επαγγελία θα ήταν πατέρας της πίστεως, όλων των πιστών είτε είχαν περιτομή είτε όχι. Η περιτομή λοιπόν δεν ήταν καινοτομία για τους Εβραίους που θα τους έκανε ιδιαίτερους ή ανώτερους από άλλα έθνη, αλλά ήταν σημείο για να τους υπενθυμίζει την επαγγελία του Θεού προς τον Αβραάμ «περί ζωοποιήσεως των νεκρών», εξ’ άλλου η περιτομή ήταν ήδη σε χρήση πριν τον Αβραάμ από Αιγύπτιους, Αιθίοπες, Σύριους και άλλους. [Ηροδ. Ιστ. Β΄, 104:2]

 

«Τις λοιπόν η υπεροχή του Ιουδαίου, ή τις η ωφέλεια της περιτομής; Πολλή κατά πάντα τρόπον. Πρώτον μεν διότι εις τους Ιουδαίους ενεπιστεύθησαν τα λόγια του Θεού. Επειδή αν τινές δεν επίστευσαν, τι εκ τούτου; μήπως η απιστία αυτών θέλει καταργήσει την πίστιν του Θεού;». [Ρωμ. 3:1-3]

 

Η εκπλήρωση της επαγγελίας κατήργησε την περιτομή. Απευθυνόμενος ο Παύλος στους απ’ αρχής πιστεύσαντας ιουδαίους χριστιανούς γράφει:

 

«Ιδού, εγώ ο Παύλος σας λέγω ότι εάν περιτέμνησθε, ο Χριστός δεν θέλει σας ωφελήσει ουδέν». [Γαλ. 5:2]

 

«Προσέχετε τους κύνας, προσέχετε τους κακούς εργάτας, προσέχετε την κατατομήν· διότι ημείς είμεθα η περιτομή, οι λατρεύοντες τον Θεόν εν Πνεύματι και καυχώμενοι εις τον Χριστόν Ιησούν και μη έχοντες την πεποίθησιν εν τη σαρκί». [Φιλ. 3:2-3]

 

 

Η διδαχή του χριστιανισμού για τον αληθινό Ιουδαίο

 

«Ουδέ διότι είναι σπέρμα του Αβραάμ, διά τούτο είναι πάντες τέκνα, αλλ' Εν τω Ισαάκ θέλει κληθή εις σε σπέρμα. Τουτέστι, τα τέκνα της σαρκός ταύτα δεν είναι τέκνα Θεού, αλλά τα τέκνα της επαγγελίας  λογίζονται διά σπέρμα». [Ρωμ. 9:7-8]

 

«Διότι Ιουδαίος δεν είναι ο εν τω φανερώ Ιουδαίος, ουδέ περιτομή η εν τω φανερώ η γινομένη εν σαρκί, αλλ' Ιουδαίος είναι ο εν τω κρυπτώ Ιουδαίος, και περιτομή η της καρδίας κατά πνεύμα, ουχί κατά γράμμα, του οποίου ο έπαινος είναι ουχί εξ ανθρώπων, αλλ' εκ του Θεού». [Ρωμ. 2:28-29]

 

«Σκληροτράχηλοι και απερίτμητοι την καρδίαν και τα ώτα, σεις πάντοτε αντιφέρεσθε κατά του Πνεύματος του Αγίου καθώς οι πατέρες σας, ούτω και σεις». [Πράξ. 7:51]

 

 

Το ίδιο δίδασκε και ο βιβλικός Ιουδαϊσμός υποσχόμενος νέο πνευματικό, ζωντανό όχι νεκρό, άνθρωπο

 

«Προς τίνα θέλω λαλήσει και διαμαρτυρηθή, διά να ακούσωσιν; ιδού, το ωτίον αυτών είναι απερίτμητον και δεν δύνανται να ακούσωσιν· ιδού, ο λόγος του Κυρίου είναι προς αυτούς όνειδος δεν ηδύνονται εις αυτόν». [Ιερ. 6:10]

 

«Κλίνατε το ωτίον σας και έλθετε προς εμέ· ακούσατε και η ψυχή σας θέλει ζήσει· και θέλω κάμει προς εσάς αιώνιον διαθήκην, τα ελέη του Δαβίδ τα πιστά». [Ησ. 55:3, βλ. και Πρ. 13:26-41]

 

«Πας οίκος Ισραήλ απερίτμητος την καρδίαν». [Ιερ. 9:26β]

 

«Περιτμήθητε τω θεώ υμών και περιτέμνεσθε την σκληροκαρδίαν υμών άνδρες Ιούδα και οι κατοικούντες Ιερουσαλήμ». [Ιερ. 4:4, Δευτ. 10:17]

 

«Και θέλει περιτέμει Κύριος ο Θεός σου την καρδίαν σου και την καρδίαν του σπέρματός σου, διά να αγαπάς Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου, διά να ζης». [Δευτ. 30:6]

 

«Και δώσω αυτοίς καρδίαν ετέραν και πνεύμα καινόν [= νέο] δώσω εν αυτοίς και εκσπάσω την καρδίαν την λιθίνην εκ της σαρκός αυτών και δώσω αυτοίς καρδίαν σαρκίνην, όπως εν τοις προστάγμασιν μου πορεύωνται και τα δικαιώματά μου φυλάσσωνται και ποιώσιν αυτά και έσονται μοι εις λαόν και εγώ έσομαι αυτοίς εις Θεόν». [Ιεζ. 11:19-20 Ο΄]

 

 

 Ο βιβλικός ιουδαϊσμός ήταν θρησκεία που προσδοκούσε επουράνια αγαθά

 

«Ουκ εκλείψει άρχων εξ’ Ιούδα και ηγούμενος εκ των μηρών αυτού έως αν έλθη τα αποκείμενα αυτώ [οι φυλαγμένες γι’ αυτόν εξουσίες] και αυτός προσδοκία εθνών». [Γέν. 49:10, Ο΄]

 

«Επληρώθη ο καιρός και επλησίασεν η βασιλεία του Θεού· μετανοείτε και πιστεύετε εις το ευαγγέλιον». [Μάρκ. 1:15]

 

«Και ιδού, ήτο άνθρωπός τις εν Ιερουσαλήμ, ονομαζόμενος Συμεών, και ο άνθρωπος ούτος ήτο δίκαιος και ευλαβής, προσμένων την παρηγοριά του Ισραήλ και Πνεύμα Άγιον ήτο επ' αυτόν». [Λουκ. 2:25]

 

«Διότι οι πονηρευόμενοι θέλουσιν εξολοθρευθή· οι δε προσμένοντες τον Κύριον, ούτοι θέλουσι κληρονομήσει την γην». [Ψαλμ. 37:9]

 

«Αντιλαβού μου κατά το λόγιόν σου και ζήσομαι και μη καταισχύνης με από της προσδοκίας μου». [Ψαλμ. 118:116 Ο΄]

 

«Και τώρα παρίσταμαι κρινόμενος διά την ελπίδα της επαγγελίας της γενομένης υπό του Θεού προς τους πατέρας ημών, εις την οποίαν το δωδεκάφυλον ημών γένος, λατρεύον εκτενώς τον Θεόν νύκτα και ημέραν, ελπίζει να καταντήση, περί ταύτης της ελπίδος εγκαλούμαι, βασιλεύ Αγρίππα, υπό των Ιουδαίων. Τι απίστευτον κρίνεται εις εσάς, ότι ο Θεός ανιστά νεκρούς;». [Πράξ. 26:6-8]



Η σκηνή του μαρτυρίου και τα σκεύη της ήταν τύπος της  επουράνιας σκηνής

  

«Και ποιήσεις μοι αγίασμα [= αγιαστήριο, ναό] και οφθήσομαι εν υμίν [θα εμφανίζομαι εις εσάς] και ποιήσεις μοι κατά πάντα όσα εγώ σοι δεικνύω εν τω όρει το παράδειγμα της σκηνής και το παράδειγμα πάντων των σκευών αυτής ούτω ποιήσεις». [Εξ. 25:8-9, Ο΄]

 

Ο Θεός ποτέ δεν άφησε τον εαυτό του αμαρτύρητο, ανά τους αιώνες φανερώνει και αποδεικνύει την μία υπόστασή του και την Δεσποτεία του με στοιχεία και αποδείξεις.

 

«Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς πάσι τοις έθνεσι ……….. και νυν υποδείξω υμίν τας πράξεις ας εποίησε μετ’ εμού ο Θεός ο μέγας έδοξε δε μοι αποδείξαι υμίν και τοις σοφισταίς υμών ότι έστι Θεός ….». [Δαν. 4:37, Ο΄]

 

«Οστις εν ταις παρελθούσαις γενεαίς αφήκε πάντα τα έθνη να περιπατώσιν εν ταις οδοίς αυτών, καίτοι δεν αφήκεν αμαρτύρητον εαυτόν αγαθαποιών, δίδων εις ημάς ουρανόθεν βροχάς και καιρούς καρποφόρους, γεμίζων τροφής και ευφροσύνης τας καρδίας ημών». [Πράξ. 14:16-17]

 

Η εκλογή του Ισραήλ και τα όσα υπέδειξε σε αυτόν να κάνει ο ένας και μόνος αληθινός  Θεός, είχαν προφητική και υποσχόμενη γνώση που αφορούσε τον εαυτό του Θεού, την ζωή. Η γέννηση του Ιησού Χριστού, που είναι η Ζωή, ο θάνατος του και η ανάστασή του εκπλήρωσαν αυτόν τον σκοπό. [Ιωάν. 5:26, 11:25]

 

«Αύτη δε είναι η αιώνιος ζωή, το να γνωρίζωσι σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και τον οποίον απέστειλας Ιησούν Χριστόν». [Ιωάν. 17:3]

 

«Διότι ο Θεός ο ειπών να λάμψη φως εκ του σκότους, είναι όστις έλαμψεν εν ταις καρδίαις ημών προς φωτισμόν της γνώσεως της δόξης του Θεού διά του προσώπου του Ιησού Χριστού». [ΙΙ Κορ. 4:6]

 

 

Η σκηνή του μαρτυρίου, αλλιώς αγιαστήριο «το άγιον το κοσμικόν» [Εβρ. 9:1], ήταν η φορητή, επίγεια και χειροποίητη σκηνή των Εβραίων, ο ισχυρότερος θεσμός της εβραϊκής κοινωνίας και του ιουδαϊσμού.  Ήταν δε τύπος του αληθινού επουράνιου, αχειροποίητου κατοικητηρίου του Θεού. Κατασκευάστηκε από τον Μωυσή καθ’ υπόδειξη του Θεού, με γήινα υλικά με σπουδαιότερο σκεύος την κιβωτό του μαρτυρίου στα άγια των αγίων, όπου και η παρουσία του Θεού. Ο Μωσαϊκός νόμος και η κατασκευή και λειτουργία της σκηνής, ήταν υπόδειγμα και σκιά των επουρανίων αγαθών με διατάξεις και αποδεικτικά στοιχεία που αφενός  οριοθετούσαν και νομιμοποιούσαν τον βιβλικό Ιουδαϊσμό, αφετέρου φανέρωναν την αγάπη του Θεού και την πρόθεση του να ευλογήσει όλα τα έθνη δια Ιησού Χριστού.

 

«Και συ εισακούση εκ του ουρανού εξ ετοίμου κατοικητηρίου σου και ποιήσεις  πάντα όσα αν επικαλέσηται σε ο αλλότριος όπως γνώσιν πάντες οι λαοί το όνομά σου και φοβώνται σε καθώς ο λαός σου Ισραήλ και γνώσιν ότι το όνομά σου επικέκληται επί τον οίκον τούτον ον ωκοδόμησα». [Ι Βασ. 8:43, 49, Ο΄]

 

«Εις νόμος θέλει είσθαι διά σας τους εκ της συναγωγής και διά τον ξένον τον παροικούντα μεταξύ σας, νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς σας· καθώς σεις, ούτω θέλει είσθαι και ο ξένος ενώπιον του Κυρίου». [Αρ. 15:15]

 

«Ή των Ιουδαίων μόνον είναι ο Θεός; Ουχί δε και των εθνών; Ναι, και των εθνών». [Ρωμ.3:29]

 

«Οίτινες [ιερείς] λειτουργούσιν εις υπόδειγμα και σκιάν των επουρανίων, καθώς ελαλήθη προς τον Μωϋσήν ότε έμελλε να κατασκευάση την σκηνήν· διότι Πρόσεχε, λέγει, να κάμης πάντα κατά τον τύπον τον δειχθέντα εις σε εν τω όρει». [Εβρ. 8:5]

 

«Διότι ο νόμος, έχων σκιάν των μελλόντων αγαθών, ουχί αυτήν την εικόνα των πραγμάτων, δεν δύναταί ποτέ διά των αυτών θυσιών, τας οποίας προσφέρουσι κατ' ενιαυτόν πάντοτε, να τελειοποιήση τους προσερχομένους». [Εβρ. 10:1]

 

 

Η διάταξη της σκηνής του μαρτυρίου, για τους χοϊκούς λατρευτές

 

Ο κοσμικός, χειροποίητος ναός αποτελούνταν από την πρώτη σκηνή όπου εισέρχονταν οι ιερείς οι εκτελούντες τις λατρείες και την δεύτερη σκηνή όπου ήταν η κιβωτός του μαρτυρίου και εισέρχονταν μόνος του ο αρχιερέας με προσφορά αίματος  ζώων «υπέρ εαυτού και των εξ’ αγνοίας αμαρτημάτων του λαού». Ανάμεσα στις δύο σκηνές υπήρχε χώρισμα, το καταπέτασμα. Όσο καιρό υπήρχε και λειτουργούσε η πρώτη σκηνή ήταν δηλωτικό του Αγίου Πνεύματος, ότι δεν είχε φανερωθεί ακόμα η οδός που οδηγούσε στα Άγια των Αγίων, καθώς λειτουργούσε με θυσίες ζώων, προσφορές, τροφές και  ποτά που ήταν σαρκικές διατάξεις και ήταν παραβολή έως του καιρού που θα ερχόταν η αληθινή επουράνια σκηνή. [Εβρ. 9:6-10]

 

Η χειροποίητη εκ της γης, κοσμική, κατασκευή και οι σαρκικές διατάξεις της σκηνής του μαρτυρίου, προϋπέθεταν αντιστοίχως θνητούς, γήινους λατρευτές και λειτουργούς και έτσι είναι καταγραμμένο στην εβραϊκή βίβλο.

 

Ο χοϊκός άνθρωπος

 

«Και έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον χουν από της γης και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοή ζωής και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν». [Γέν. 2:7, Ο΄].

 

«Και νυν κύριε Πατήρ ημών συ, ημείς δε πηλός έργον των χειρών σου πάντες». [Ησ. 64:7, Ο΄]

 

«Αι χείρές σου με έκαμαν και με έπλασαν· συνέτισόν με, και θέλω μάθει τα προστάγματά σου». [Ψαλ. 119:73]

 

«Ενθυμήθητι, δέομαι, ότι ως πηλόν με έκαμες· και εις χώμα θέλεις με επιστρέψει». [Ιώβ 10:8]

 

Πνεύμα ο Θεός

 

Ο Θεός όμως είναι Πνεύμα δεν δύναται να λογισθεί ως πηλός, η εκτέλεση λοιπόν της πρόθεσης του «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ εικόνα ημετέραν και καθομοίωσιν» απαιτούσε  επουράνιο, πνευματικό  άνθρωπο και όχι χοϊκό εκ της γης. [Ιωάν. 4:24]


Ο χοϊκός Αδάμ (= άνθρωπος) ήταν «κατ’ εικόνα Θεού», «τύπος του μέλλοντος». (Ρωμ. 5:14)

 

Ο Θεός στην δημιουργική δράση του, εποίησε τον άνθρωπο εκ της γης «κατ’ εικόνα Θεού» δίνοντας του ψυχικό σώμα και όχι πνευματικό σώμα, διότι τον έπλασε δεν τον γέννησε, κατηγοριοποιώντας τον έτσι ως «πρώτο άνθρωπο» και ως «τύπο του μέλλοντος». Από την αρχή λοιπόν της δημιουργίας του χοϊκού ανθρώπου, ο νέος πνευματικός άνθρωπος ήταν ο προσδοκώμενος, η «καινή κτίσις». Ο γεννηθείς υιός του Θεού, ο επουράνιος Ιησούς Χριστός, «είναι εικών του Θεού του αοράτου», ο λόγος της ζωής και ως «πνεύμα  ζωοποιούν», εκπληρώνει αυτήν την προσδοκία γεννώντας μέσα στον χοϊκό άνθρωπο τον πνευματικό άνθρωπο που δεν δύναται να αμαρτάνει, αντίθετα με τον χοϊκό που δεν δύναται να μην αμαρτάνει και γι΄αυτό δεν αρέσει εις τον Θεό.

 

«Όσοι δε είναι της σαρκός δεν δύνανται να αρέσωσιν εις τον Θεόν». [Ρωμ. 8:8]

 

«Πας όστις εγεννήθη εκ του Θεού αμαρτίαν δεν πράττει, διότι σπέρμα αυτού μένει εν αυτώ· και δεν δύναται να αμαρτάνη, διότι εγεννήθη εκ του Θεού». [Ι Ιωάν. 3:9]


«Λέγω λοιπόν, Περιπατείτε κατά το Πνεύμα και δεν θέλετε εκπληροί την επιθυμίαν της σαρκός. Διότι η σαρξ επιθυμεί εναντία του Πνεύματος, το δε Πνεύμα εναντία της σαρκός· ταύτα δε αντίκεινται προς άλληλα, ώστε εκείνα, τα οποία θέλετε, να μη πράττητε. Αλλ' εάν οδηγήσθε υπό του Πνεύματος, δεν είσθε υπό νόμον». (Γαλ. 5:16-18)



Δύο άνθρωποι διαφορετικής προέλευσης

 

Αναφέρονται λοιπόν δύο διαφορετικοί άνθρωποι ως «εικόνα Θεού». Ο πρώτος άνθρωπος είναι ο «εκ της γης» εις τον οποίο ο Θεός ενεφύσησε πνοή ζωής, και τον έκανε σύμφωνα με εικόνα Θεού, «κατ’ εικόνα Θεού», «τύπο του μέλλοντος», δηλαδή κατά την εικόνα  που θα φανερωνόταν ο Θεός «ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί» και που είναι ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός.  [Ι Τιμ. 3:15]

 

«Και οφθήσεται η δόξα Κυρίου και όψεται πάσα σαρξ το σωτήριον του Θεού ότι Κύριος ελάλησε». [Ησ. 40:5]

 

«Και ο Λόγος έγεινε σαρξ και κατώκησε μεταξύ ημών, και είδομεν την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά του Πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας». [Ιωάν. 1:14]

 

Ο δεύτερος λοιπόν άνθρωπος είναι ο «εξ’ ουρανού Ιησούς», που γεννήθηκε από το Πνεύμα το άγιο και αυτός είναι η φανέρωση του Θεού «εν σαρκί», «εικών [μορφή] του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως».

[σ.σ. Της νέας πνευματικής κτίσεως, όχι της κοσμικής]

 

«Ώστε  ει τις εν Χριστώ, καινή κτίσις. Τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονεν καινά [νέα]». [ΙΙ Κορ. 5:17]

 

«Διότι εν Χριστώ Ιησού ούτε περιτομή ισχύει τι ούτε ακροβυστία, αλλά νέα κτίσις». [Γαλ. 6:15]

 

  

Ο αόρατος λοιπόν Θεός έγινε ορατός ως άνθρωπος Ιησούς και ο πρώτος άνθρωπος, ο «εκ της γης», είναι η εικόνα, ο τύπος, αυτού του ανθρώπου, που είναι «ο αληθινός Θεός και ζωή αιώνιος» ο Ιησούς Χριστός.  [Ιωάν. 1:18, Κολ. 1:15, Ρωμ. 5:14, Ι Ιωάν. 5:20]

 

«Ούτως είναι και γεγραμμένον· Ο πρώτος άνθρωπος Αδάμ έγεινεν εις ψυχήν ζώσαν· ο έσχατος Αδάμ εις πνεύμα ζωοποιούν. Πλην ουχί πρώτον το πνευματικόν, αλλά το ζωϊκόν [ψυχικόν] έπειτα το πνευματικόν. Ο πρώτος άνθρωπος είναι εκ της γης χοϊκός, ο δεύτερος άνθρωπος ο Κύριος εξ ουρανού. Οποίος ο χοϊκός, τοιούτοι και οι χοϊκοί, και οποίος ο επουράνιος, τοιούτοι και οι επουράνιοι και καθώς εφορέσαμεν την εικόνα του χοϊκού, θέλομεν φορέσει και την εικόνα του επουρανίου». [Ι Κορ. 15:45-49]

 

«Μη ψεύδεσθε εις αλλήλους, αφού απεξεδύθητε τον παλαιόν άνθρωπον μετά των πράξεων αυτού και ενεδύθητε τον νέον, τον ανακαινιζόμενον εις επίγνωσιν κατά την εικόνα του κτίσαντος αυτόν». [Κολ. 3:9-10]

 

Η κοινωνία με τον επουράνιο Ιησού είναι κοινωνία με το άγιο Πνεύμα

 

Ο Θεός καλεί τον άνθρωπο σε κοινωνία με τον Ιησού Χριστό που είναι το φως η αλήθεια και η ζωή.

 

«Πιστός ο Θεός δι’ ου εκλήθητε εις κοινωνίαν του υιού αυτού Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών». (Ι Κορ. 1:9)

 

Ο Ιησούς είναι επουράνιος και είναι «Πνεύμα ζωοποιούν», η κοινωνία με τον Ιησού είναι κοινωνία με το άγιο Πνεύμα.

 

«Η χάρις του Κυρίου Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και η κοινωνία του αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων υμών· αμήν». [ΙΙ Κορ. 13:14]

 

«Ο δε Κύριος είναι το Πνεύμα και όπου είναι το Πνεύμα του Κυρίου, εκεί ελευθερία». [ΙΙ Κορ. 3:17]

 

«Οίδα γαρ ότι τούτο μοι αποβήσεται εις σωτηρίαν δια της υμών δεήσεως και επιχορηγίας του πνεύματος Ιησού Χριστού». [Φιλ. 1:19]

 

 

Οι εκπληρωμένες επαγγελίες του Θεού αποσκοπούν εις το να γίνει ο πνευματικός άνθρωπος κοινωνός θείας φύσεως καθώς είναι και η φύση του Ιησού Χριστού.

 

«Διά των οποίων εδωρήθησαν εις ημάς αι μέγισται και τίμιαι επαγγελίαι, ίνα διά τούτων γείνητε κοινωνοί θείας φύσεως, αποφυγόντες την εν τω κόσμω υπάρχουσαν διά της επιθυμίας διαφθοράν». [ΙΙ Πέτρ. 1:4]

 

Οι φθαρτοί νεκροί λατρευτές και οι ζωοποιημένοι δια Ιησού λατρευτές

 

Ο χοϊκός άνθρωπος λάτρευε μέσα σε χοϊκό ναό, ο νέος πνευματικός άνθρωπος, ο «εν Χριστώ», λατρεύει τον ζωντανό εις τους αιώνες Θεό «εν πνεύματι και αληθεία» μέσα στον αληθινό πνευματικό Ναό που είναι το σώμα του Ιησού. Το σύνολον των ζωντανών εν Χριστώ λατρευτών είναι πνευματικό οικοδόμημα που «αυξάνεται εις ναόν άγιον εν Κυρίω».

 

«Απεκρίθη ο Ιησούς και είπε προς αυτούς· Χαλάσατε τον ναόν τούτον, και διά τριών ημερών θέλω εγείρει αυτόν.  Και οι Ιουδαίοι είπον· Εις τεσσαράκοντα και εξ έτη ωκοδομήθη ο ναός ούτος, και συ θέλεις εγείρει αυτόν εις τρεις ημέρας; Εκείνος όμως έλεγε περί του ναού του σώματος αυτού». [Ιωάν. 2:19-21]

 

«……εν τω οποίω πάσα η οικοδομή συναρμολογουμένη αυξάνεται εις ναόν άγιον εν Κυρίω· εν τω οποίω και σεις συνοικοδομείσθε εις κατοικητήριον του Θεού διά του Πνεύματος». [Εφ. 2:21-22]

 

 

Η όλη σύνθεση λοιπόν του χειροποίητου κοσμικού ναού, με τους χοϊκούς φθαρτούς λατρευτές, ήταν τύπος που προεικόνιζε την λειτουργία του αληθινού επουράνιου Ναού, με τους ζωοποιημένους, αληθινούς «εν πνεύματι αγίω» προσκυνητές, και «λειτουργούσε έως καιρού διορθώσεως». [Εβρ. 9:10, Ιωάν. 4:23]

 

 

Αναιρεί το πρώτο, δια να στήση το δευτέρο

 

Πολλές φορές ο Θεός υπενθύμιζε μέσω των προφητών του ότι «δεν ευαρεστείτο» σε προσφορές και ολοκαυτώματα.

 

«Τίνα χρείαν έχω του πλήθους των θυσιών σας; λέγει Κύριος· κεχορτασμένος είμαι από ολοκαυτωμάτων κριών και από πάχους των σιτευτών και δεν ευαρεστούμαι εις αίμα ταύρων ή αρνίων ή τράγων». [Ησ. 1:11]

 

«Αφού είπεν ανωτέρω ότι θυσίαν και προσφοράν και ολοκαυτώματα και προσφοράς περί αμαρτίας δεν ηθέλησας ουδέ ευηρεστήθης εις αυτάς, αίτινες προσφέρονται κατά τον νόμον, τότε είπεν· Ιδού, έχω έρθει (ήκω) διά να κάμω, ω Θεέ, το θέλημά σου. Αναιρεί το πρώτον, διά να στήση (όχι συστήση) το δεύτερον». [Εβρ. 10:8-9]

 

«Διά τούτο εισερχόμενος εις τον κόσμον, λέγει· Θυσίαν και προσφοράν δεν ηθέλησας, αλλ' ητοίμασας εις εμέ σώμα». [Εβρ. 10:5, Ψαλμ. 39 (40):7 Ο΄ Έκδ. Αποσ. Διακ.]

 

Αυτό είναι το επουράνιο σώμα του Ιησού  που παρέδωσε για χάρη μας «προσφορά και θυσία εις τον Θεό εις οσμή ευωδίας». [Εφεσ. 5:2]

 

 

Η αληθινή σκηνή είναι αχειροποίητος,  είναι επουράνια

 

«Κεφάλαιον δε επί τοις λεγομένοις, τοιούτον έχομεν αρχιερέα, ος εκάθισεν εν δεξιά του θρόνου της μεγαλωσύνης εν τοις ουρανοίς, των αγίων λειτουργός και της σκηνής της αληθινής, ην έπηξεν [ = στερέωσε, έστησε] ο Κύριος, ουκ άνθρωπος». [Εβρ. 8:1-2]

 

«Χριστός δε παραγενόμενος [ελθών] αρχιερεύς των γενομένων [αυτών που ήρθαν] αγαθών δια της μείζονος και τελειοτέρας σκηνής ου χειροποιήτου τουτ’ έστιν ου ταύτης της κτίσεως [της κοσμικής, γήινης]». [Εβρ. 9:11] 

 

Ο Θεός λοιπόν αναίρεσε, ακύρωσε, το παλαιό και σύστησε, εισήγαγε, το νέο. Σε αυτό το νέο επουράνιο Ναό λατρεύουν από τότε οι ζωοποιημένοι δια Ιησού Χριστού, αληθινοί, πνευματικοί λατρευτές η «νέα κτίσις».

 

«Πλην έρχεται ώρα, και ήδη είναι, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί θέλουσι προσκυνήσει τον Πατέρα εν πνεύματι και αληθεία· διότι ο Πατήρ τοιούτους ζητεί τους προσκυνούντας αυτόν. Ο Θεός είναι Πνεύμα, και οι προσκυνούντες αυτόν εν πνεύματι και αληθεία πρέπει να προσκυνώσι». [Ιωάν. 4:23-24]

 

«Έχοντες λοιπόν, αδελφοί, παρρησίαν να εισέλθωμεν εις τα άγια διά του αίματος του Ιησού, διά νέας και ζώσης οδού, την οποίαν καθιέρωσεν [ενεκαίνισεν] εις ημάς διά του καταπετάσματος, τουτέστι της σαρκός αυτού, και έχοντες ιερέα μέγαν επί τον οίκον του Θεού, ας πλησιάζωμεν μετά αληθινής καρδίας εν πληροφορία πίστεως, έχοντες τας καρδίας ημών κεκαθαρμένας από συνειδήσεως πονηράς και λελουμένοι το σώμα με ύδωρ καθαρόν· ας κρατώμεν την ομολογίαν της ελπίδος ασάλευτον· διότι πιστός ο υποσχεθείς». [Εβρ. 10:19-23]

 

Τον θεσμό της επίγειας σκηνής της ιουδαϊκής κοινωνίας τον αντικατέστησε η επουράνια σκηνή με την νέα και ζωντανή οδό, που καθιερώθηκε μέσω του καταπετάσματος, δηλαδή με την σάρκα του Ιησού που κατέβηκε από τον ουρανό. Η νέα και ζωντανή οδός, οδηγεί τους ζωντανούς αληθινούς προσκυνητές στο εσωτερικό της αληθινής επουράνιας Σκηνής, όπου λατρεύουν τον Θεό «εν πνεύματι και αληθεία».

 

«Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή· ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα, ειμή δι' εμού». [Ιωάν. 14:6]

 

 

Η εκπλήρωση της επαγγελίας

 

Η επαγγελία λοιπόν προς τους πατέρες των Εβραίων και θεμελιωτές του Ιουδαϊκού μονοθεϊσμού  Αβραάμ, Ισαάκ, και Ιακώβ εκπληρώθηκε.

 

«Και ημείς ευαγγελιζόμεθα προς εσάς την γενομένην εις τους πατέρας επαγγελίαν, ότι ταύτην ο Θεός εξεπλήρωσεν εις τα τέκνα σας [τοις τέκνοις ημών], αναστήσας τον Ιησούν, ως είναι γεγραμμένον και εν τω ψαλμώ τω δευτέρω· Υιός μου είσαι συ, εγώ σήμερον σε εγέννησα». [Πράξ. 13:32-33]

 

«Είπε δε προς αυτούς· Ούτοι είναι οι λόγοι, τους οποίους ελάλησα προς υμάς ότε ήμην έτι μεθ' υμών, ότι πρέπει να πληρωθώσι πάντα τα γεγραμμένα εν τω νόμω του Μωϋσέως και προφήταις και ψαλμοίς περί εμού». [Λουκ. 24:44]

 

Ο πρώιμος χριστιανισμός είναι η εκπλήρωση των γραπτών προσδοκιών του βιβλικού ιουδαϊσμού, που ολοκληρώθηκε. Ο βιβλικός ιουδαϊσμός αποχαρακτηρίστηκε ως θρησκεία προσδοκιών και ως θρησκεία των τύπων «το τέλος του νόμου ο Χριστός». Η έκχυση του Αγίου Πνεύματος την ημέρα της πεντηκοστής επιβεβαίωσε την ολοκλήρωση της εποχής του βιβλικού ιουδαϊσμού και του τυπικού του. Την σκυτάλη για την σωτηρία του ανθρώπου και την αληθινή γνώση και λατρεία του ενός Θεού την πήρε ο αληθινός πρώιμος χριστιανισμός  με εντολή, όχι να επιβληθεί η να κρατικοποιηθεί, αλλά:

 

«Να κηρυχθεί εις το όνομα του Ιησού Χριστού μετάνοια και άφεση αμαρτιών εις πάντα τα έθνη αρχής γινομένης από Ιερουσαλήμ». [Λουκ. 24:47]

 

«Έστω λοιπόν γνωστόν εις εσάς, άνδρες αδελφοί, ότι διά τούτου κηρύττεται προς εσάς άφεσις αμαρτιών. Και από πάντων, αφ' όσων δεν ηδυνήθητε διά του νόμου του Μωϋσέως να δικαιωθήτε, διά τούτου πας ο πιστεύων δικαιούται». [Πράξ. 13:38-39]

 

Καθώς οι επαγγελίες του Θεού στον Αβραάμ νομιμοποιούσαν τον σαρκικό   Ισραήλ και τον βιβλικό ιουδαϊσμό, έτσι και η εκπλήρωση αυτών των επαγγελιών από τον Θεό, νομιμοποιεί και καθιερώνει τον νέο πνευματικό Ισραήλ και τον γνήσιο πρώιμο χριστιανισμό.

 

«Επειδή εξ αυτού και δι' αυτού και εις αυτόν είναι τα πάντα. Αυτώ, η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν». [Ρωμ. 11:36]

 

Αυτός ο αμιγής χριστιανισμός,  δεν χρειάζεται βεβαίως καμία κοσμική νομιμοποίηση  ούτε παντός είδους κοσμική επιβολή διότι βασίζεται στην βουλή του Θεού και στην αβίαστη θέληση του ανθρώπου «Εάν τις θέλει να έρθει οπίσω μου ….... [Ματθ. 16:24]», και είναι θεμέλιο του Θεού στερεό που έχει την εξής σφραγίδα:

 

«Γνώρισε [έγνω] ο Κύριος τους όντας αυτού, και ας απομακρυνθή από της αδικίας πας όστις ονομάζει το όνομα του Κυρίου». [ ΙΙ Τιμ. 2:19]

 

Ο αγώνας των αποστόλων στην γνήσια αρχέγονη και πνευματικά, όχι σαρκικά, μαχόμενη  εκκλησία, ήταν να έρθουν οι πιστοί σε επίγνωση του «μυστηρίου του Θεού, Χριστού, εις τον οποίον είναι κρυμμένοι πάντες οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως». [Κολ. 2:1-3 WH]

 

«Επειδή καθώς ο Πατήρ εγείρει τους νεκρούς και ζωοποιεί, ούτω και ο Υιός ούστινας θέλει ζωοποιεί. Επειδή ουδέ κρίνει ο Πατήρ ουδένα, αλλ' εις τον Υιόν έδωκε πάσαν την κρίσιν, διά να τιμώσι πάντες τον Υιόν καθώς τιμώσι τον Πατέρα. Ο μη τιμών τον Υιόν δεν τιμά τον Πατέρα τον πέμψαντα αυτόν». [Ιωάν. 5:21-23]

 

«Πας ο αρνούμενος τον Υιόν δεν έχει ουδέ τον Πατέρα. Όστις ομολογεί τον Υιόν έχει και τον Πατέρα». [Ι Ιωάν. 2:23]

 

«Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Τόσον καιρόν είμαι μεθ' υμών, και δεν με εγνώρισας, Φίλιππε; όστις είδεν εμέ είδε τον Πατέρα· και πως συ λέγεις, Δείξον εις ημάς τον Πατέρα;». [Ιωάν. 14:9]

 

Ο κίνδυνος να ξέπεφταν από την αλήθεια  οι αδελφοί εν Χριστώ, πήγαζε από την ανθρώπινη αντιφατική και συγκρητιστική ελληνική  φιλοσοφία και από την προφορική παράδοση του φαρισαϊκού ιουδαϊσμού.

 

«Βλέπετε μη τις υμάς έσται ο συλαγωγών [= λεηλατών] δια της φιλοσοφίας και κενής απάτης κατά την παράδοσιν των ανθρώπων κατά τα στοιχεία του κόσμου και ου κατά Χριστόν, ότι εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς και έστε εν αυτώ πεπληρωμένοι, ος έστιν η κεφαλή πάσης αρχής και εξουσίας». [Κολ. 2:8-10]

 

«Διότι επειδή εν τη σοφία του Θεού ο κόσμος δεν εγνώρισε τον Θεόν διά της σοφίας, ηυδόκησεν ο Θεός διά της μωρίας του κηρύγματος να σώση τους πιστεύοντας». [Ι Κορ. 1:21]

 

 

 

ΙΙ. Η γέννηση του φαρισαϊκού ιουδαϊσμού

 

 

Αρμόδιους για την διδασκαλία του λαού Ισραήλ και ερμηνεία του γραπτού νόμου είχε θέσει ο Θεός τους ιερείς, τους γιούς του Ααρών και για τις μεταξύ τους υποθέσεις και διαφορές τους υπέδειξε να διορίσουν κριτές και εισαγγελείς. 

 

«……διά να διακρίνητε [ο Ααρών και οι γιοί του] μεταξύ αγίου και βεβήλου και μεταξύ ακαθάρτου και καθαρού, και διά να διδάσκητε τους υιούς Ισραήλ πάντα τα διατάγματα, όσα ελάλησε Κύριος προς αυτούς διά χειρός του Μωϋσέως». [Λευ. 10:10-11]

 

«Κριτάς και γραμματοεισαγωγείς [= εισαγγελείς]  καταστήσεις σεαυτώ εν πάσαις ταις πόλεσί σου αις Κύριος ο Θεός σου δίδωσίν σοι κατά φυλάς και κρίνουσιν τον λαόν κρίσιν δικαίαν». [Δευτ. 16:18, Ο΄]

 

 

Ο θεσμός της βασιλείας που ζήτησαν οι Εβραίοι από τον τελευταίο κριτή,  τον Σαμουήλ, δημιούργησε όπως και σε κάθε βασιλεία, οικογενειοκρατίες.  Σε συνδυασμό  με την αγνωσία του νόμου λόγω πλημμελούς  διδαχής των ιερέων, οι οποίοι ενίοτε παραμελούσαν και την συντήρηση του ναού [ΙΙ Βασ. 12:4], δημιούργησε αντίπαλα πολιτικά και θρησκευτικά ρεύματα, που επέφεραν σχίσματα στον λαό Ισραήλ, αποστασία από τον Θεό, διχοτόμηση της βασιλείας και εμφύλιες πολεμικές συρράξεις. Στις πράξεις των βασιλέων, ξεχωρίζει ο Ιωσαφάτ βασιλιάς του Ιούδα που επιχειρεί να κάνει το αρεστό εις τον Θεό και στέλνει μαζί με τους Λευίτες και αναρμόδιους άρχοντες στις πόλεις του Ιούδα, για να διδάξουν τον λαό το βιβλίο του νόμου του Κυρίου [ΙΙ Χρ. 17:7-9]. Συνεπώς η εμπλοκή της ελίτ στα θρησκευτικά ζητήματα ήταν σε δράση και η διαφύλαξη των συμφερόντων απαιτούσε την επιβίωση του έθνους,  με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί σταδιακά εθνικιστική θρησκευτική συνείδηση και πίστη σε ένα Θεό, εθνικό προστάτη, που θα εξασφάλιζε την ευμάρεια και υπεροχή του κράτους έναντι των άλλων. Έτσι  επισκιάστηκε η αντίληψη της αγαθής πρόθεσης του Θεού να ευλογήσει όλα τα έθνη, όπως αυτή είχε εξαγγελθεί στον πατριάρχη Αβραάμ.

 

Αργότερα στην βαβυλωνιακή αιχμαλωσία και διασπορά, η καταστροφή του οικοδομημένου ναού, του ισχυρότερου θεσμού του ιουδαϊσμού, ανέδειξε έντονα την ανάγκη για την επιβίωση της ιουδαϊκής ταυτότητας και την ανύψωση του εθνικού και θρησκευτικού φρονήματος. Την ανάγκη αυτή την κάλυψαν οι οίκοι προσευχής και μελέτης που εξελίχτηκαν σε συναγωγές, με εκπαιδευτικούς, λόγιους Ιουδαίους, τους  μετέπειτα ραβίνους. Οι συναγωγές αντιστάθμιζαν την έλλειψη του ναού και συνεχίστηκαν ως δευτερεύον θρησκευτικός θεσμός και μετά την ανοικοδόμηση του, που έγινε με την υποστήριξη και χορηγία ξένης δύναμης, της Περσίας. [Έσδ. 7:14-15]

Πρωταγωνιστές την περίοδο της ανοικοδόμησης  του ναού, που όμως υστερούσε σε ωραιότητα του πρώτου, ήταν ο πολιτικός ηγέτης Ζοροβάβελ και  ο ιερέας και γραμματέας Έσδρας, έμπειρος στον γραπτό νόμο του Κυρίου, ο οποίος αποκατάστησε σε μεγάλο βαθμό την γνώση του νόμου, όρισε ιερείς Λευίτες, κριτές και δικαστές, και έτσι το βασίλειο του Ιούδα συνέχισε την επιβίωση του με όσους ο Θεός διέγειρε το πνεύμα να ανεβούν και να οικοδομήσουν  τον οίκο του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ. [Έσδ. 1:5]

 

Έως την γέννηση του Ιησού το εβραϊκό έθνος συνέχισε την θρησκευτική και πολιτική σχισματική του πορεία. Εκτός από τον ανοικοδομημένο ναό στην Ιερουσαλήμ λειτουργούσε και ναός στη Σαμάρεια, στο όρος Γαριζίν ο οποίος οικοδομήθηκε από τις δέκα φυλές του βασιλείου του Ισραήλ και σύμφωνα με τον Ιώσηπο καταστράφηκε από τον αρχιερέα και βασιλέα των Ιουδαίων Ιωάννη Υρκανό το 128 π.Χ. ο οποίος εγκαινίασε στον Ισραήλ  τον θεσμό της διπλής εξουσίας, της πολιτικής και της θρησκευτικής. Επίσης οι αρχαιολόγοι βεβαιώνουν και ιουδαϊκό ναό στο νησί Ελεφαντίνη της Αιγύπτου που εξυπηρετούσε τις ανάγκες της εκεί εβραϊκής κοινότητας. Με την υποστήριξη του Πτολεμαίου στ΄ κτίστηκε κι άλλος ναός από τον αρχιερέα Ονία στην Λεοντόπολη της Αιγύπτου, όπου αυτός κατέφυγε διωχθείς υπό της οικογένειας των Μακκαβαίων, ο οποίος ναός υπήρξε πνευματικό κέντρο των Ιουδαίων της Αιγύπτου. Η συμμετοχή των Ιουδαίων της Αλεξάνδρειας στην εξέγερση των Ιουδαίων της Παλαιστίνης κατά της κυριαρχίας της Ρώμης επέφερε και την καταστροφή του ναού στην Λεοντόπολη.

 

Πολιτική διάσπαση των Ιουδαίων

 

Ο εμφύλιος πόλεμος των Ελλήνων ανάμεσα στους Πτολεμαίους και τους Σελευκίδες οι οποίοι και επικράτησαν στην Παλαιστίνη, μετέτρεψαν λόγω γεωγραφικής θέσης, την γη της Ιουδαίας σε πεδίο μαχών, παρασύροντας σε πολιτικό διχασμό τους Εβραίους, χωρίζοντάς τους σε ελληνίζοντες και εθνικιστές. Η βίαιη πολιτική εξελληνισμού των Σελευκιδών έθεσε εκτός νόμου την ιουδαϊκή θρησκεία προκαλώντας εμφύλιο μεταξύ των ιουδαϊκών παρατάξεων με την συμμετοχή και ελληνιστών αρχιερέων. Η επανάσταση των Μακκαβαίων μετά από πολλούς αγώνες χάρισε τελικά την ανεξαρτησία πάλι στους Ιουδαίους,  επήλθε ειρήνη ανάμεσα στις παρατάξεις χωρίς όμως να αναχαιτισθεί η διάδοση της ελληνικής σκέψης και η τάση του εξελληνισμού. 


Η ανάμειξη του ιερατικού θεσμού με την πολιτική, αποδυνάμωσε την αρχική του αποστολή και  δημιούργησε ρήγμα μεταξύ των ιερέων και των σοφών και γραμματέων οι οποίοι έλεγχαν τις συναγωγές. Τοιουτοτρόπως  καλλιεργήθηκε το έδαφος για την ανάδειξη, μέσα από τους λόγιους, της σέχτας των Φαρισαίων [= αυτοί που έχουν χωρισθεί] οι οποίοι  ισχυρίζονταν ότι είναι οι νόμιμοι αντιπρόσωποι, ερμηνευτές και θεματοφύλακες του ιουδαϊσμού, αναγνώριζαν εκτός της γραπτής Τορά και την προφορική, δημιουργώντας έτσι το δίπολο, εντάλματα Θεού – εντάλματα  ανθρώπων. Αυτοί έδιναν ιδιαίτερη σημασία στους ανθρωποσύστατους τύπους, ανύψωναν το εθνικό φρόνημα και ήσαν δημοφιλείς μεταξύ του απλού λαού. Οι Φαρισαίοι ήταν σε μόνιμη κοινωνική και θρησκευτική αντιπαράθεση με την σέχτα των Σαδδουκαίων που απέρριπταν την προφορική παράδοση, επεδίωκαν σφόδρα τον εξελληνισμό και υπερασπιζόντουσαν τα δικαιώματα και προνόμια της άρχουσας τάξης. 

 

Η Ρωμαϊκή κατάκτηση, η φιλορωμαϊκή πολιτική των Ιουδαίων αρχόντων, και η ελληνιστική τάση των ευπόρων κυρίως Ιουδαίων της Παλαιστίνης και των αποικισθέντων στην Αίγυπτο, ισχυροποίησαν τη θέση των Φαρισαίων  δημιουργώντας όμως  παρενέργεια στην εβραϊκή αντίληψη, αυτή της υπερίσχυσης των προφορικών παραδόσεων έναντι του γραπτού νόμου του Μωυσή, με αποτέλεσμα την γέννηση άκρατου εθνικισμού . Το γεγονός αυτό  προείδε ο προφήτης Ησαΐας και το επιβεβαίωσε και ο Κύριος Ιησούς.

 

«Ο λαός ούτος με πλησιάζει με το στόμα αυτών και με τα χείλη με τιμά, η δε καρδία αυτών μακράν απέχει απ’ εμού. Εις μάτην δε με σέβονται διδάσκοντες διδασκαλίας, εντάλματα ανθρώπων». [Ματθ. 15:6-9]

 

Καθ’ όλη την διάρκεια της διακονίας του στη γη του Ισραήλ, ο Ιησούς αναφερόταν πάντοτε στο γραπτό νόμο και τους προφήτες και ουδέποτε σε ανθρώπινες παραδόσεις και διδαχές τις οποίες και απέρριπτε.

 

«Και αρχίσας από Μωϋσέως και από πάντων των προφητών, διηρμήνευεν εις αυτούς τα περί εαυτού γεγραμμένα εν πάσαις ταις γραφαίς». [Λουκ.24:27]

 

Ο απόστολος Παύλος «εκ φυλής Βενιαμίν» ήταν Φαρισαίος, που σπούδασε στα Ιεροσόλυμα «παρά τους πόδας» του επίσης Φαρισαίου Γαμαλιήλ. Ήταν περισσότερο ζηλωτής των πατρικών του παραδόσεων και πριν την μεταστροφή του στο Χριστό μη έχοντας την πνευματική κατανόηση του γραπτού νόμου, εδίωκε και κακοποιούσε την εκκλησία του Θεού.

 

«Διότι ηκούσατε την ποτέ διαγωγήν μου εν τω Ιουδαϊσμώ ότι καθ’ υπερβολήν εδίωκον την εκκλησίαν του Θεού και εκακοποίουν αυτήν, και προέκοπτον εις τον Ιουδαϊσμόν υπέρ πολλούς συνηλικιώτας εν τω γένει μου περισσότερον ζηλωτής υπάρχων των πατρικών μου παραδόσεων». [Γαλ. 1:13-14]

 

Όταν όμως ήρθε σε επίγνωση κατάλαβε ότι οι γραφές μιλούσαν όχι για ένα σαρκικό αλλά για ένα πνευματικό λαό, που θα παραλάμβανε μια  επουράνια κληρονομιά και βασιλεία, που δεν θα ήταν από αυτόν τον κόσμο. Έτσι αυτά που νόμιζε πριν ότι ήταν κέρδη τα θεώρησε όλα σκύβαλα, για να κερδίσει το Χριστό. Έχοντας πια αυτή την κατανόηση συστήνει στην εκκλησία «να μην φρονεί περισσότερο από αυτό που είναι γραμμένο για να μην επαίρεται κάποιος υπέρ του ενός κατά του άλλου». [Φιλ. 3:8, Ι Κορ. 4:6].

 

 Στον Τιμόθεο ο ίδιος  απόστολος εξυψώνει την θεοπνευστία των γραφών θέτοντας αναμφισβήτητα τον γραπτό λόγο της εβραϊκής βίβλου υπεράνω κάθε ανθρώπινης παράδοσης και φιλοσοφίας.

«Όλη η γραφή είναι θεόπνευστος και ωφέλιμος προς διδασκαλίαν, προς έλεγχον, προς επανόρθωσιν, προς εκπαίδευσιν την μετά της δικαιοσύνης, διά να ήναι τέλειος ο άνθρωπος του Θεού, ητοιμασμένος εις παν έργον αγαθόν». [ΙΙ Τιμ. 3:16-17]

Και πάλι: «Διότι όσα προεγράφησαν, διά την διδασκαλίαν ημών προεγράφησαν, διά να έχωμεν την ελπίδα διά της υπομονής και της παρηγορίας των γραφών». [Ρωμ. 15:4

 

Κανένα «γνήσιο τέκνο της πίστης», του αληθινού Ιησού, δεν παρασύρθηκε από τις ανθρώπινες παραδόσεις των Φαρισαίων, που όσοι ήλπιζαν σ’ αυτές, πίστευαν για τον Ιησού ότι ήταν ο Εβραίος που θα αποκαθιστούσε τη βασιλεία στο σαρκικό Ισραήλ κατά το γήινο πρότυπο του Δαυίδ.

 

«Ο Ιησούς λοιπόν γνωρίσας ότι μέλλουσι να έλθωσι και να αρπάσωσιν αυτόν, διά να κάμωσιν αυτόν βασιλέα, ανεχώρησε πάλιν εις το όρος αυτός μόνος». [Ιωάν. 6:15]

 

Οι ίδιες αντιβιβλικές φαρισαϊκές αντιλήψεις, στάθηκαν εμπόδιο εις το να αναγνωρίσουν τον επουράνιο Ιησού ως τον Έναν αληθινό Θεό και γι’ αυτό ζητούσαν να τον θανατώσουν πιστεύοντας ότι ο Ιησούς ήταν όπως και αυτοί χοϊκός άνθρωπος, που έκανε τον εαυτό του Θεό.

«Διά τούτο λοιπόν μάλλον εζήτουν οι Ιουδαίοι να θανατώσωσιν αυτόν, διότι ουχί μόνον παρέβαινε το σάββατον, αλλά και Πατέρα εαυτού έλεγε τον Θεόν, ίσον με τον Θεόν κάμνων εαυτόν». [Ιωάν. 5:18]

«Απεκρίθησαν προς αυτόν οι Ιουδαίοι, λέγοντες· Περί καλού έργου δεν σε λιθοβολούμεν, αλλά περί βλασφημίας, και διότι συ άνθρωπος ων κάμνεις σεαυτόν Θεόν». [Ιωάν. 10:33]

 

 

Ο φαρισαϊκός ιουδαϊσμός παρέμεινε στην εθνικιστική, επίγεια θεώρηση, των επαγγελιών του Θεού και μη κατανοώντας τον γραπτό προφητικό λόγο, αρνήθηκε τον τελειωτή της πίστεως Ιησού Χριστό και δίωξε  τον αληθινό χριστιανισμό από τη γέννηση του, αποτυγχάνοντας έτσι να πετύχει την πνευματική του ολοκλήρωση και να γίνει δέκτης των επουράνιων αγαθών.

 

«Πλην δεν θέλετε να έλθητε προς εμέ, διά να έχητε ζωή». [Ιωάν. 5:40]

 

«Διότι οι κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ και οι άρχοντες αυτών, μη γνωρίσαντες τούτον μηδέ τας ρήσεις [φωνάς] των προφητών, τας αναγινωσκομένας κατά παν σάββατον, επλήρωσαν αυτάς κρίναντες τούτον, και μη ευρόντες μηδεμίαν αιτίαν θανάτου, εζήτησαν παρά του Πιλάτου να θανατωθή». [Πράξ. 13:27-28]

 

 

Ο σημερινός  ραβινικός ιουδαϊσμός  ο οποίος εντρυφά σε συλλογή ανθρώπινων ιουδαϊκών παραδόσεων, συστήνεται ως η ιδεολογική συνέχεια του φαρισαϊκού ιουδαϊσμού με ποικίλες τάσεις και απογυμνωμένος από τα στοιχεία  που νομιμοποιούσαν τον ιουδαϊσμό, δηλαδή τον ναό, τους προφήτες, τους ιερείς, τις θυσίες, τους βαπτισμούς, τις προσφορές και την γενεαλογική ιουδαϊκή γραμμή εξ’ αίματος, συντηρεί την προσδοκία ενός τρίτου χειροποίητου Ναού στην Ιερουσαλήμ, ως το μέσον εκπλήρωσης των εθνικιστικών του ιδεολογιών, αγνοώντας παντελώς ότι:

 

«Ο Θεός, όστις έκαμε τον κόσμον και πάντα τα εν αυτώ, ούτος Κύριος ων του ουρανού και της γης, δεν κατοικεί εν χειροποιήτοις ναοίς». [Πράξ. 17:25]

 

 

ΙΙΙ.  Η γέννηση της κρατικής θρησκείας των Οικουμενικών Συνόδων

 

 

                                                                                                                                     «Έλεγε λοιπόν ο Ιησούς προς τους Ιουδαίους που είχαν πιστέψει σ’ αυτόν:

                                                                                                                                                           Εάν εσείς μείνετε στο λόγο το δικό μου, είστε αληθινά μαθητές μου, και θα

                                                                                                                                                           γνωρίσετε την αλήθεια, και η αλήθεια θα σας ελευθερώσει». [Ιωάν. 8:31]  

 

                                                                                                                             

 Ο διαμορφωθείς βυζαντινός, «πατερικός» χριστιανισμός, διαφέρει στην δομή του από τον πρώιμο χριστιανισμό που καθιέρωσε ο Ιησούς και οι απόστολοι και που είναι η ολοκλήρωση του βιβλικού ιουδαϊσμού.

Ο εξελληνισμένος χριστιανισμός και ο εκχριστιανισμένος ελληνισμός επετεύχθησαν με την ανάμειξη της Πλατωνικής κατά βάση σκέψης και του μονοθεϊστικού ιουδαιοχριστιανισμού, με πρωτεργάτη τον Ιουδαίο ελληνιστή φιλόσοφο Φίλωνα ο οποίος εξίσωνε τις εβραϊκές γραφές με τον πλατωνισμό και ενώ διέδιδε τις ελληνικές φιλοσοφικές θέσεις είχε την απατηλή άποψη ότι έμενε πιστός στη βίβλο των πατέρων του. Τον Φίλωνα μιμήθηκαν αργότερα οι φιλόσοφοι απολογητές και οι «πατέρες». Σταδιακά αυτή η μείξη διαμόρφωσε νέο φιλοσοφικό ρεύμα, που ήταν μετεξέλιξη του νεοπλατωνισμού του Πλωτίνου, το οποίο  χαρακτηρίζεται ως πατερική φιλοσοφία, η βυζαντινή σκέψη. Σύμφωνα με αυτή την νέα «πατερική» φιλοσοφία ο επουράνιος άνθρωπος, Ιησούς Χριστός, έχει δύο φύσεις, είναι τέλειος άνθρωπος όπως ένας χοϊκός και τέλειος θεός και έτσι οι εβραίοι αρνητές που οδήγησαν με δόλο τον Ιησού στο σταυρό, δικαιώθηκαν κατά το ήμισυ. 


«Απεκρίθησαν προς αυτόν οι Ιουδαίοι, λέγοντες· Περί καλού έργου δεν σε λιθοβολούμεν, αλλά περί βλασφημίας, και διότι συ άνθρωπος ων κάμνεις σεαυτόν Θεόν». [Ιωάν. 10-33]


Οι «πατέρες» της νέας θρησκείας κεντρισμένοι και αυτοί από την αγάπη του Φίλωνα με την αντιφατική ελληνική φιλοσοφία ξέχασαν τις γραφές που λένε ότι:

 

«Επειδή εν τη σοφία του Θεού ο κόσμος δεν εγνώρισε τον Θεόν διά της σοφίας, ηυδόκησεν ο Θεός διά της μωρίας του κηρύγματος να σώση τους πιστεύοντας». [Ι Κορ. 1:21].

 

«Λαλούμεν δε σοφίαν μεταξύ των τελείων, σοφίαν όμως ουχί του αιώνος τούτου, ουδέ των αρχόντων του αιώνος τούτου, των φθειρομένων· αλλά λαλούμεν σοφίαν Θεού μυστηριώδη, την αποκεκρυμμένην, την οποίαν προώρισεν ο Θεός προ των αιώνων εις δόξαν ημών, την οποίαν ουδείς των αρχόντων του αιώνος τούτου εγνώρισε· διότι αν ήθελον γνωρίσει, δεν ήθελον σταυρώσει τον Κύριον της δόξης». [Ι Κορ. 2:6-8]

 

Ο πρώιμος χριστιανισμός είναι η φανέρωση της αγάπης του Θεού και «ο φωτισμός της γνώσεως της δόξης του Θεού εν προσώπω Χριστού» και είναι σε αντιδιαστολή με την ανθρώπινη φιλοσοφία.

 

«Α και λαλούμεν ουκ εν διδακτοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις αλλ’ εν διδακτοίς πνεύματος πνευματικοίς πνευματικά συγκρίνοντες». [Ι Κορ. 2:13]

 

«Επειδή είναι γεγραμμένον· Θέλω απολέσει την σοφίαν των σοφών, και θέλω αθετήσει την σύνεσιν των συνετών. Που ο σοφός; που ο γραμματεύς; που ο συζητητής του αιώνος τούτου; δεν εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου;». [Ι Κορ. 1:19-20]

 

Αυτή την αντιδιαστολή οι απολογητές φιλόσοφοι την εξομοίωσαν, αφενός μεν υποβιβάζοντας «το ευαγγέλιο του Θεού» σε επίπεδο ανθρώπινης φιλοσοφίας και αφετέρου δε προβιβάζοντας την ανθρώπινη αντιφατική φιλοσοφία σε επίπεδο θεϊκό. [Ρωμ. 15:16]

 

«Πλάτων μεν γαρ, ως άνωθεν καταλελυθώς και τα εν ουρανοίς άπαντα ακριβώς εωρακώς, τον ανωτάτω θεόν εν τη πυρώδει ουσία είναι λέγει. Αριστοτέλης δε ………. σαφώς και φανερώς την Πλάτωνος αναιρεί δόξαν». [Ιουστίνος φιλόσοφος λόγος παραινετικός προς Έλληνας (80, 81)]

 

Με αυτή την αντιφατική φιλοσοφία πορεύτηκε μεγάλο μέρος των «χριστιανών» από τον 20 μ.Χ. αιώνα και μετά, δελεαζόμενοι από τους απολογητές, που δίδασκαν εσφαλμένα ότι η φιλοσοφία είναι παιδαγωγός προς τον χριστιανισμό και συνεργός εις την κατανόηση της αλήθειας.


Αυτή η διδαχή  ήταν σε πλήρη αντίθεση από την διδαχή των αποστόλων που έλεγαν :

 

«Ώστε ο νόμος έγεινε παιδαγωγός ημών εις τον Χριστόν, διά να δικαιωθώμεν εκ πίστεως αφού όμως ήλθεν η πίστις, δεν είμεθα πλέον υπό παιδαγωγόν». [Γαλ. 3:24-25]

 

Οι ελάχιστες αναφορές της Καινής Διαθήκης στην ελληνική γραμματεία έχουν απλό ανθρώπινο νόημα και δεν αποδεικνύουν την παράλληλη διάδοση των φιλοσοφικών ρευμάτων από τους  αποστόλους. Αυτό το ισχυρίζονται εσφαλμένα οι θιασώτες του μετεξελιγμένου και επεξεργασμένου «πατερικού» χριστιανισμού, ο οποίος όπως προελέχθη  είναι το αποτέλεσμα, της επί σειρά ετών διεργασίας της  ανάμειξης της φιλοσοφίας, με την αποκάλυψη της αλήθειας από το άγιο Πνεύμα, που αποστάλθηκε από τον ουρανό. [Ι Πέτρου προς Εβραίους 1:2]

 

Βιβλική μαρτυρία

 

«Και ο λόγος μου και το κήρυγμα μου ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ’ εν αποδείξει Πνεύματος και δυνάμεως, ίνα η πίστης υμών μη η εν σοφία ανθρώπων, αλλ’ εν δυνάμει Θεού». [Ι Κορ. 2:4-5 TRA]

   

Αποδεχόμενοι αυτή την ορθή στρατηγική του αποστόλου Παύλου, οι Ιουδαίοι της Βέροιας ήταν «ευγενέστεροι» από τους Ιουδαίους της Θεσσαλονίκης και όταν τους επισκέφτηκε ο Παύλος στην συναγωγή τους, εδέχθησαν τον λόγο μετά πάσης προθυμίας. Για να βεβαιωθούν για την αλήθεια του Ιησού, «εξέταζαν κάθε μέρα τις γραφές» χωρίς να συμβουλευτούν την ελληνική φιλοσοφία, που άρπαζε ως λάφυρο τον Χριστό από τους πιστούς. 

 

«Βλέπετε μη τις υμάς έσται ο συλαγωγών δια της φιλοσοφίας και κενής απάτης κατά την παράδοσιν των ανθρώπων κατά τα στοιχεία του κόσμου και ου κατά Χριστόν». [Κολ. 2:8]

 

 

Η νέα θρησκεία

 

 

Η πλατωνίζουσα νέα «πατερική» σκέψη, καλυπτόμενη πίσω από την εβραϊκή βίβλο και την προσωπικότητα του Ιησού Χριστού και έχοντας υπόβαθρο τον ελληνισμό, διαμόρφωσε τελικά νέα πολυθεϊστική θρησκεία, υποβασταζόμενη από την ρωμαϊκή πολιτική της Nέας Ρώμης. Ντυμένη τους αποτεφρωμένους τύπους του ιουδαϊσμού «στοιχεία δε καυσούμενα λυθήσεται [ΙΙ Πέτρ. 3:10]», όπως επίγειοι ναοί με συμβολική διαρρύθμιση και λειτουργία, που θυμίζει έντονα τον καμένο ναό των Eβραίων, προβίβασε τον «έτερο θεό λόγο» του Φίλωνα και του απολογητή Ιουστίνου και λοιπών φιλοσόφων, από «δεύτερο» και «κατώτερο» θεό, σε «συνάναρχο» και «συναΐδιο» με τον Πατέρα, κάνοντας οντολογική εξίσωση του Θεού Πατρός και του Θεού Υιού.


Η εσφαλμένη προσπάθεια των απολογητών να αναμείξουν την ελληνική σκέψη, που πίστευε σε σύνθετες θεότητες με ιεραρχική ένωση μελών θεών [ενοθεϊσμός], με τον βιβλικό μονοθεϊσμό, γέννησε μακρές  θεολογικές φιλοσοφικές  μάχες. Τελικά με την αρωγή των φιλοσόφων «πατέρων» και την διεξαγωγή πολλών συνόδων, που στην πράξη τροφοδοτούσαν νέες διαμάχες, και αλλεπάλληλες καθαιρέσεις και εξορίες επισκόπων όλων των επί μέρους παρατάξεων, παράχθηκε  θεός τριών υποστάσεων, τρισήλιος θεότης, δικαιώνοντας έτσι την ανθρώπινη φιλοσοφία και την ανέκαθεν εθνική πολυθεΐα. Το ακατάληπτο για τους ανθρώπους της «Τρισυπόστατης μονάδος» έγινε  πλήρως καταληπτό στα τέλη του 4 μ.Χ. αιώνα, μόνο από τους «πατέρες» φιλοσόφους, οι οποίοι οριστικοποίησαν το τριαδικό δόγμα, που ανακηρύχτηκε με αυτοκρατορικό βούλευμα ορθό, αντικαθιστώντας την «κατά Χριστόν» διδαχή. [Κολ. 2:8]

 

 

Αριστοτέλειο πανεπιστήμιο Θεσ/νίκης.  Απόσπασμα διατάγματος από το Βυζαντινό ρωμαϊκό δίκαιο

 

                                                                    Περί της ορθοδόξου πίστεως των χριστιανών

                                                                              και του μηδένα κατατολμάν περί

                                                                                  αυτής δημοσία αμφισβητείν.

 

(1)     Ανάγνωθι βι. α’ τι α κεφ. α και δ, εν οις φησίν, ότι Χριστιανός έστιν ο πιστεύων μίαν είναι θεότητα εν ίση εξουσία του πατρός και του υιού και του αγίου πνεύματος, ο γαρ παρά τα ειρημένα δοξάζων αιρετικός έστιν.


(2)    Μηδείς κληρικός η μοναχός η στρατευόμενος η άλλος οιοσδήποτε πληθύν συνάγων δημοσία περί της πίστεως διαλεγέτω, υβρίζειν γαρ δοκεί την εν χαλκηδόνι σύνοδον την δεόντως πάντα διατυπώσασαν, ήτις και τοις αιρετικοίς πάσι δίδωσι γινώσκειν τα ημέτερα. Ώστε ουν ει μεν κληρικός είη ο ταύτα ποιών, του συλλόγου των κληρικών εκπεσείται. Ει δε στρατευόμενος, της στρατείας. Οι δε λοιποί κατά την οικείαν τάξιν τιμωρείσθωσαν.

 

            Πηγή

 

Μετάφραση αποσπάσματος

 

"Χριστιανός είναι  αυτός που  πιστεύει ότι  υπάρχει μία θεότητα με ίση εξουσία του πατρός και του υιού και του αγίου πνεύματος. Αυτός που πιστεύει διαφορετικά σε αυτά που έχουν ειπωθεί είναι αιρετικός .

 

Κανένας κληρικός η μοναχός η στρατευόμενος η άλλος οποιοσδήποτε συγκεντρώνοντας  πλήθος δημοσία  να μην μιλά για την πίστη, γιατί θα φαίνεται ότι υβρίζει την σύνοδο  στη Χαλκηδόνα  η οποία δεόντως τα πάντα διατύπωσε,  και  η οποία σε όλους τους αιρετικούς δίνει τη δυνατότητα να μάθουν την άποψή μας . Ώστε  αν κάποιος κληρικός  αυτό κάνει, από το σύλλογο των κληρικών θα απομακρυνθεί . Αν  είναι στρατευόμενος, από το στρατό. Οι δε υπόλοιποι σύμφωνα με την οικεία τάξιν να τιμωρούνται."

 

 

Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες Κωνσταντίνος και Θεοδόσιος

 

 Ο ηλιολάτρης, πολυθεϊστής, μιθραϊστής, αιμοσταγής, αυτοκράτορας των Ρωμαίων,  Φλάβιος Βαλέριος Κωνσταντίνος, για πολιτικούς λόγους επιδίωξε την θρησκευτική αφομοίωση των εθνοτήτων του, θεωρώντας ότι έτσι θα εξασφάλιζε και την εύνοια του Θεού των «Χριστιανών» στις πολεμικές του επιχειρήσεις αλλά και την προθυμία των ίδιων να χύσουν το αίμα τους για την αυτοκρατορία. Όντας ειδωλολάτρης την όποια γνώση είχε για τον Υιό του Θεού, την είχε αποκομίσει από αμφιλεγόμενους χρησμούς μιας Σίβυλλας [= μάντισσα, ιέρεια του θεού Απόλλωνα]  την οποία και μακάριζε.

«Αυτό ενεπνεύσθη από τον θεόν να προφητεύση η παρθένος Σίβυλλα. Εγώ δε βεβαίως την θεωρώ μακαρίαν, εφ’ όσον ο Σωτήρ [προσωνύμιο του Απόλλωνα] την εξέλεξεν ως προφήτιν περί της υπέρ ημών προνοίας του». [Ευσέβιος, Βασ. Κωνσταντίνου, λόγος τω των αγίων συλλόγω, κεφ. 18, 5]


Οι περισσότεροι σύγχρονοι του Ευσέβιου θεωρούσαν ότι, οι περί του Ιησού Σιβυλλικοί χρησμοί ήταν πλαστογραφήματα καθώς ο ίδιος ο Ευσέβιος μαρτυρεί

«Αλλ’ οι περισσότεροι άνθρωποι απιστούν, μολονότι παραδέχονται ότι η Ερυθραία Σίβυλλα υπήρξε μάντις, υποπτεύονται δε ότι τα έπη ταύτα συνέθεσε κάποιος από την ιδικήν μας θρησκείαν όχι άμοιρος ποιητικής μούσης και ότι ταύτα είναι νόθα και απεκλήθησαν χρησμοί της Σίβυλλης». [Βασ. Κωνσταντίνου, λόγος τω των αγίων συλλόγω, κεφ. 19, 1]

Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος προερχότανε από τον στρατό και είχε πάρει το αξίωμα του από πολεμικές ανδραγαθίες. Το κύριο μέλημά του, ήταν η σωστή διοίκηση, η  αύξηση και η διατήρηση της εδαφικής του κυριαρχίας. Χωρίς να έχει γνώσεις  από την ελληνική και την ιουδαϊκή γραμματεία και αναρμόδιος σε ιουδαιοχριστιανικά βιβλικά ζητήματα, συγκάλεσε την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία χαρακτηρίζεται ως πολιτική πράξη, σκοπεύοντας στην συνοχή του ρωμαϊκού κράτους μέσω κοινής πίστης. Κάνοντας τις αποφάσεις της Συνόδου νόμο του κράτους με ποινή θανάτου στους αμφισβητίες, έθεσε τον εαυτό του προστάτη του ήδη εξελληνισμένου και σχισματικού χριστιανισμού, παραχωρώντας και ειδικά προνόμια στον κλήρο. Ο ίδιος επηρεασμένος από Αρειανιστές επισκόπους φίλους του και την αδελφή του Κωνσταντία έκλινε προς τον Αρειανισμό. Λίγα χρόνια αργότερα μετά την καταδίκη από την Σύνοδο  του Αρειανισμού και την εξορία του Άρειου, ανακαλεί τον τελευταίο από την εξορία και τιμωρεί με τον ίδιο τρόπο τον μεγάλο αντίπαλο του Αρείου στην Σύνοδο, τον «πατέρα» Αθανάσιο της Αλεξανδρείας.

Την μεγαλύτερη όμως διαστρέβλωση των επαγγελιών του Θεού και της διδαχής του γνήσιου χριστιανισμού, που δεν έχει σημαία ή χρώμα, την πέτυχε ο αυτοκράτορας  Θεοδόσιος κάνοντας το 380 μ.Χ., τον επεξεργασμένο χριστιανισμό, επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας του, αποδίδοντας έτσι εθνικοθρησκευτική ταυτότητα στους χοϊκούς πολίτες του, σε αντίθεση με την πνευματική και ουχί εκ του κόσμου τούτου ταυτότητα, που αναγνωρίζει ο ένας Θεός στους «μετόχους της επουράνιας κλήσης». [Εβρ. 3:1]

«Διότι πάντες είσθε υιοί Θεού διά της πίστεως της εν Χριστώ Ιησού· επειδή όσοι εβαπτίσθητε εις Χριστόν, Χριστόν ενεδύθητε. Δεν είναι πλέον Ιουδαίος ουδέ Έλλην, δεν είναι δούλος ουδέ ελεύθερος, δεν είναι άρσεν και θήλυ· διότι πάντες σεις είσθε εις εν Χριστώ Ιησού· εάν δε ήσθε του Χριστού, άρα είσθε σπέρμα του Αβραάμ και κατά την επαγγελίαν κληρονόμοι». [Γαλ. 3:26-29]

 

Η νέα κρατική θρησκεία των «πατέρων» φιλοσόφων, υποστηριζόμενη  από την αντιπαγανιστική νομοθεσία των μονοκρατόρων προστατών της, οι οποίοι έθεσαν εκτός νόμου όλες τις αρχαίες θρησκείες επιβάλλοντας την ποινή του αποκεφαλισμού  και άλλων μέσων τιμωρίας στους αντιφρονούντας, πέτυχε την βίαιη επικράτηση της, αποφέρουσα πνευματικό σκότος  διαρκείας σε ανατολή και δύση. Το απόσπασμα από τις Πράξεις των αποστόλων που παρατίθεται αποτυπώνει την πλήρη αντίθεση των αγαθών προθέσεων του Θεού για τον άνθρωπο, με τους σκοπούς και τα κρατικά υπηρετούμενα συμφέροντα της νέας θρησκείας, συμμάχου του Βυζαντίου, και την πολιτική της βίαιης εκκαθάρισης των αλλόπιστων.

 

«Εκλέγων σε [τον Παύλο] εκ του λαού και των εθνών, εις τα οποία τώρα σε αποστέλλω διά να ανοίξης τους οφθαλμούς αυτών, ώστε να επιστρέψωσιν από του σκότους εις το φως και από της εξουσίας του Σατανά προς τον Θεόν, διά να λάβωσιν άφεσιν αμαρτιών και κληρονομίαν μεταξύ των ηγιασμένων διά της εις εμέ πίστεως». [Πράξ. 26:17-18]

 

Οι παρενέργειες της κρατικοποίησης της νέας θρησκείας

 

Οι αντιχριστιανικές επιπτώσεις της απόφασης του Θεοδοσίου να κρατικοποιήσει το έργο του Θεού για την σωτηρία των ανθρώπων, διαιωνίζονται και αποτυπώνονται πρωτίστως από τα αποτελέσματα της αντιπαγανιστικής πολιτικής που ακολούθησε αυτός και άλλοι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, η οποία μοιάζει με αυτήν του Πέρση βασιλιά Αρταξέρξη.

 

«Και πας όστις δεν κάμνει τον νόμον του Θεού σου και τον νόμον του βασιλέως, ας εκτελήται ταχέως κρίσις επ' αυτόν, είτε εις θάνατον, είτε εις εξορίαν, ή εις δήμευσιν υπαρχόντων, ή εις φυλακήν». [Έσδ. 7:26]

 

Δεύτερον από την ιδιάζουσα χριστιανική αντίληψη που απέκτησαν οι βυζαντινοί «χριστιανοί» υπήκοοι, όπως διαφαίνεται στο παρακάτω απόσπασμα, από άρθρο του θεολόγου Μανώλη Τζιράκη:

 

«Πέρα όμως από τον αυτοκράτορα και ο υπήκοος του Βυζαντινού κράτους είναι ακραιφνής και πιστός χριστιανός. Πιστεύει ότι το κράτος στο οποίο ανήκει είναι υπό την προστασία του Θεού και απολαμβάνει την εύνοιά Του. Την πίστη αυτή εκφράζει ο Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης τον 6ο αιώνα όταν αναφέρει ότι: «Το Κράτος των Ρωμαίων ου καταληθήσεται, θα μείνει αλώβητον ανά τους αιώνας, ως πρώτον πιστεύσαν εις τον Δεσπότην Χριστόν» (att. Αρβελέρ, 2009). Τα μέλη της βυζαντινής κοινωνίας είναι νομοταγείς υπήκοοι του αυτοκράτορα και προσηλωμένοι στην πίστη τους χριστιανοί, καθοδηγούμενοι από μοναχούς και κληρικούς, ακούουν αδιάκριτα στο όνομα Ρωμαίος ή Χριστιανός, έννοιες ταυτόσημες στο Βυζάντιο, που ο αυτοκράτοράς του Λέων ΣΤ΄ ονομάζει χαρακτηριστικά Έθνος Χριστιανών, ενώ τον βυζαντινό λαό ονόμασαν Περιούσιο ή Νέο Ισραήλ (Αρβελέρ, 2009).»

 

Τρίτον από την περιοδική επικράτηση των αντιμαχομένων δογματικών ομάδων με την ευνοϊκή στήριξη του εκάστοτε αυτοκράτορα η οποία είχε πάντοτε πολιτικά κίνητρα. «Ούτως ο Κωνστάντιος και ο Ουάλης επέβαλον τον αρειανισμόν, ο Μέγας Θεοδόσιος την ορθοδοξίαν, ο Βασιλίσκος τον μονοφυσιτισμόν, ο Ζήνων παραμέρισε την Δ’ Οικουμενική Σύνοδον, ο Ιουστινιανός δια δογματικών διαταγμάτων ώρισε την πίστην των υπηκόων αυτού και, τέλος, επέβαλε τον μονοφυσιτισμόν, ο Ηράκλειος επέβαλε τον μονοθελητισμόν και ο Λέων ο Ίσαυρος την εικονομαχίαν». (Εκκλ. Ιστορία  Στεφανίδου, εκδ. Παπαδημητρίου (6η έκδ.), σελ. 149)

 

Τέταρτον από τον ιερατικό χαρακτήρα που απέκτησαν οι αυτοκράτορες οι οποίοι στις συνόδους επευφημούντο ως «αρχιερείς». Η δε εικονομαχική σύνοδος του 754 αποφάσισε ότι «των Αποστόλων εφαμίλλους τους πιστούς ημών βασιλείς εξανέστησε (ο θεός), τη του αυτού πνεύματος σοφισθέντας δυνάμει, προς καταρτισμόν μεν ημών και διδασκαλίαν, καθαίρεσιν δε δαιμόνων οχυρωμάτων» (αυτ. 13, 225). Δια των λέξεων τούτων οι αυτοκράτορες εκηρύχθησαν ισαπόστολοι και θεόπνευστοι. (Εκκλ. Ιστορία  Στεφανίδου, εκδ. Παπαδημητρίου (6η έκδ.), σελ. 151)

 

 

Επίλογος

 

Η διαμορφωθείσα θρησκευτική και η εκ των υστέρων πολιτική επικυριαρχία της νέας κοσμικής βυζαντινής θρησκείας, παραπέμπει στους  στρατιωτικούς κατακτητικούς  θριάμβους της Ρώμης μάλλον, παρά στον αμιγή και δια Πνεύματος Αγίου επουράνιο προορισμό, που χάραξε ο πρώιμος  χριστιανισμός με την πειθώ του θεόπνευστου γραπτού λόγου και όχι με την πειθώ της αντιφατικής εξελιγμένης πατερικής φιλοσοφίας και του ένοπλου εξαναγκασμού, που έβλαψαν και νόθευσαν τις βασικές αλήθειες  ότι ο Θεός είναι αγάπη και είναι Ένας. 

«Και αφού διώρισαν εις αυτόν ημέραν, ήλθον προς αυτόν πολλοί εις το κατάλυμα, εις τους οποίους εξέθεσε διά μαρτυριών την βασιλείαν του Θεού και έπειθεν αυτούς εις τα περί του Ιησού από τε του νόμου του Μωϋσέως και των προφητών από πρωΐ έως εσπέρας». [Πράξ. 28:23]

 

«Εν εκείνω τω καιρώ αποκριθείς ο Ιησούς είπε· Δοξάζω σε, Πάτερ, κύριε του ουρανού και της γης, ότι απέκρυψας ταύτα από σοφών και συνετών και απεκάλυψας αυτά εις νήπια, ναι, ω Πάτερ, διότι ούτως έγεινεν αρεστόν έμπροσθέν σου. Πάντα παρεδόθησαν εις εμέ από του Πατρός μου· και ουδείς γινώσκει τον Υιόν ει μη ο Πατήρ· ουδέ τον Πατέρα γινώσκει τις ειμή ο Υιός και εις όντινα θέλει ο Υιός να αποκαλύψη αυτόν». [Ματθ. 11:25-27]