Μυθολογικά και Ουτοπικά Θρησκευτικά Ιδεώδη από την Ολοκλήρωση της Αποστολικής Διακονίας έως Σήμερα

Συγγραφή: Ευάγγελος Δ. Κεπενές (Αθήνα, Φεβρουάριος 19, 2020, ώρα 23:59)

 

 

Προλεγόμενα

 

« Τιμόθεε, τν παρακαταθήκην φύλαξον, κτρεπόμενος τς βεβήλους κενοφωνίας κα ντιθέσεις τς ψευδωνύμου γνώσεως, ν τινες παγγελλόμενοι περ τν πίστιν στόχησαν. χάρις μετ σου· μήν». (Α΄ Τιμ. 6:20-21)

 

Από αρχαιοτάτων χρόνων, η γέννηση και η εξέλιξη των θεογονικών και των κοσμογονικών μύθων (που ήταν το αποτέλεσμα  φιλοσοφικών σκέψεων, για την ερμηνεία της φύσης και την θέση του ανθρώπου σε αυτή) και των θρησκειών που πάντοτε διασυνδέονταν με εθνικούς σκοπούς, αποτέλεσαν και αποτελούν το σημαντικότερο παράγοντα διαμόρφωσης και εξέλιξης των πολιτισμών και της πολύπαθης ιστορίας του κόσμου.

Σύμφωνα με τους θρησκειολόγους, στην προϊστορία γεννήθηκε ο Ανιμισμός (θρησκευτική πίστη του ανθρώπου σε πνευματικές υπάρξεις που εμψυχώνουν την φύση, που οδήγησε στον πρωταρχικό φόβο των πνευμάτων των νεκρών). Ο Ανιμισμός δεν έπαυσε να ανιχνεύεται στον Σαμανισμό, σε θρησκείες, στις πεποιθήσεις της «Νέας Εποχής» (New Age) και στα τηλεοπτικά ή έντυπα παιδικά παραμύθια, όπου η ύλη έχει φωνή, ακούει, βλέπει, δακρύζει κ.ά.. Ακολούθησε ο Τοτεμισμός (η χειροποίητη κατασκευή, από τον μάγο της φυλής, ξυλόγλυπτης απεικόνισης ζώου ή φυτού, που θεωρούσαν ότι έχει ιερές ιδιότητες και προστάτευε την πατριά ή την φυλή) και η Προγονολατρία (δυαλιστική πίστη, πως οι ψυχές/ζωές των προγόνων είναι αθάνατες πνευματικές οντότητες και μετά τον θάνατο του υλικού σώματος τους εξακολουθούν να προστατεύουν και να βοηθούν τους απογόνους τους).

Η αύξηση των πληθυσμών και η δημιουργία εθνών και κρατών, ανέδειξε  ιδιαίτερες ιερές θρησκευτικές δοξασίες, λαϊκά έθιμα, μουσικές και εικαστικές παραδόσεις και μυθικές ενώσεις γήινων εξουσιών με θεϊκές δυνάμεις, που απέβησαν χρήσιμες για την συνοχή των κοινωνιών και την πειθαρχεία τους στην εξουσία. Αποτέλεσμα ήταν να γεννηθούν πολλές θρησκείες και εξουσιαστικά ιερατεία, με ιδιαίτερο τρόπο εκλογής το καθένα[1], των οποίων οι λατρευτικές πρακτικές ήταν συνυφασμένες με την κοινωνική και δημόσια ζωή και ταυτίστηκαν με την έννοια της πατρίδας και του έθνους. Με βασικό θρησκευτικό ερέθισμα το άγνωστο και τον φόβο, η κάθε θρησκεία σύστηνε τον δικό της προστάτη και θαυματουργό θεό ή θεούς, είχε την δική της κοσμοθέαση και ερμηνεία για την ανθρώπινη ζωή και την προέκτασή της μετά θάνατο, έχοντας όμως παράλληλα και ομοιότητες, λόγω κοινών ριζών, από την αλληλεπίδραση των πολιτισμών και την ανέκαθεν τάση των προσήλυτων να προσαρμόζουν την νέα τους πίστη στην υπάρχουσα παλαιά.

Στην αρχαία Μεσοποταμία, οι Σουμέριοι ανέπτυξαν ένα πολύπλοκο πολυθεϊστικό θρησκευτικό σύστημα με διάφορες θηλυκές και αρσενικές θεότητες και δαίμονες και ποικίλες κοσμοθεωρίες. Στην κάθε πόλη-κράτος των Σουμερίων, ο βασιλιάς της ήταν «ο αντικαταστάτης του θεού επί γης» (πατέσι ή ισάκ) με υπερεξουσίες[2]. Την πόλη προστάτευε ο πολιούχος της και του κατασκεύαζαν οικία-ναό (Ziggurat) που ήταν υψηλή ογκώδης κατασκευή με μορφή βαθμιδωτής πυραμίδας. Η κατασκευή αυτή απεικόνιζε την έμφυτη ανάγκη του χοϊκού ανθρώπου να συνδεθεί με το Θείο. Στην γη των Σουμερίων κατοίκησαν οι Χαλδαίοι που ανέπτυξαν την επιστήμη της αστρονομίας και των μαθηματικών, τη μαγεία, τη μαντεία και ανέδειξαν την Βαβυλώνα κοιτίδα της αρχαίας σοφίας. Για τους Χαλδαίους, τα άστρα ήταν αυτόβουλες θεϊκές οντότητες που επιδρούσαν στη ζωή των ανθρώπων οι οποίοι μέσω θεουργιών μπορούσαν να εκπληρώσουν τις επιθυμίες τους (Αστρολογία). Στο (Δανιήλ 2:2) οι Χαλδαίοι αναφέρονται ως μάγοι φαρμακευτές και επαοιδοί (= οι ενεργούντες  μάγια με ψαλμωδίες).

Οι δοξασίες αυτές μαζί με τον περσικό Ζωροαστρισμό ή Μαζδαϊσμό (οι χρονολογικές απόψεις γέννησής του διίστανται) και την εμφάνιση τον 6ο αι π.Χ., του Κομφουκιανισμού στην Κίνα, του Ορφισμού στην Ελλάδα και του Βουδισμού στην Ινδία, διαμόρφωσαν και την ιστορία των εθνών.

Με την αιχμαλωσία του δεκάφυλου βασιλείου του Ισραήλ από τους Ασσύριους το 752 π.Χ. και την Βαβυλωνιακή αιχμαλωσία του δίφυλου βασιλείου του Ιούδα το 586 π.Χ., ολοκληρώθηκε και η διασπορά στα έθνη των απογόνων του Άβραμ, που καταγόταν από την Ουρ των Χαλδαίων, των οποίων ο ιστορικός μονοθεϊστικός βιβλικός Ιουδαϊσμός, ήταν ο πρόδρομος της αρχέγονης γνήσιας Εκκλησίας του Ιησού Χριστού.

Η γέννηση της Εκκλησίας του Χριστού «τις στν τ σμα ατο, τ πλήρωμα το τ πάντα ν πσιν πληρουμένου» (Εφ. 1:23)  δεν ήταν αποτέλεσμα ανθρώπινης εξελισσόμενης  θρησκείας, αλλά ήταν το αποτέλεσμα της εκπλήρωσης των βιβλικών επαγγελιών και των τύπων του βιβλικού Ιουδαϊσμού δια του Ιησού Χριστού, που δόθηκαν από τον Ένα Αληθινό, εξωσυμπαντικό Θεό, μέσω των Εβραίων προφητών Του. Μέσα δε από την εκκλησία έγινε γνωστό εις τις αρχές και τις εξουσίες στα επουράνια η πολυποίκιλος σοφία του Θεού.

 

«να γνωρισθ νν τας ρχας κα τας ξουσίαις ν τος πουρανίοις δι τς κκλησίας πολυποίκιλος σοφία το θεο, κατ πρόθεσιν τν αώνων ν ποίησεν ν τ Χριστ ησο τ κυρί μν». (Εφ. 3:10-11)

 

Η ιδρυθείσα εκκλησία του ζωντανού Θεού, δεν ήταν προσχέδιο μιας ατελούς θρησκείας ή ενός φιλοσοφικού συστήματος, το οποίο παρέδωσε ο Θεός στους «πατέρες - φιλόσοφους» της Ορθοδοξίας, για να το διαμορφώσουν τυπολατρικά, να το αποκρυσταλλώσουν δογματικά και να το εδραιώσουν οικουμενικά με θεσμικό εξαναγκασμό, καταπατώντας το «ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν … ». Η εκκλησία του Θεού ήταν και είναι «ο στύλος και το εδραίωμα (= στερέωμα / βάση) της αληθείας» την οποία απέκτησε ο Κύριος και Θεός για τον εαυτό Του, με το δικό Του τίμιο αίμα, για να εξαγγείλει τις αρετές Του.

«Λαόν ον περιποιησάμην τας αρετάς μου διηγείσθαι». (Ησ. 43:21, Ο΄)

Σε αυτούς, που το Πνεύμα το Άγιο έθεσε επισκόπους στην πρώτη εκκλησία (και όχι σε θρησκευόμενους επαγγελματίες ή αυτόκλητους επισκόπους) ο απόστολος Παύλος είπε:

«Προσέχετε ον αυτος κα παντ τ ποιμνί, ν μς τ Πνεμα τ γιον θετο πισκόπους, ποιμαίνειν τν κκλησίαν το Κυρίου κα Θεο, ν περιεποιήσατο δι το δίου αματος». (Πράξ. 20:28 GR/Orthodox)


«Υμες δ γένος κλεκτόν, βασίλειον εράτευμα, θνος γιον, λας ες περιποίησιν, πως τς ρετς ξαγγείλητε το κ σκότους μς καλέσαντος ες τ θαυμαστν ατο φς· ο ποτε ο λαός, νν δ λας Θεο, ο οκ λεημένοι, νν δ λεηθέντες». (Α΄ Πέτρου προς Εβραίους 2:9-10. Βλέπε και Ωσηέ κεφ. α΄)


Περιεποιήσατο είναι μέση φωνή, αόριστος, ενικός του ρήματος περιποιώ = διαφυλάττω δι’ εαυτόν//σώζω δι’ εαυτόν//αποκτώ δι’ εαυτόν//λαμβάνω τι εις την κατοχήν μου. (Λεξ. Σταματάκου)


Η «αδιάκοπη αποστολική διαδοχή» των θρησκευόμενων επαγγελματιών επισκόπων, που επικαλείται το Ορθόδοξο μυστικιστικό θρησκευτικό σύστημα, δεν αναγνωρίζει την ολοκλήρωση του αυθεντικού αποστολικού έργου. Όμως η εκκλησιαστική γραμματεία και οι ιστορικοί της ύστερης αρχαιότητος αναδεικνύουν με πιστότητα την απουσία νέων αποστόλων, με το κύρος και την δράση των Αποστόλων της Πρώτης Εκκλησίας. Αυτή η διαπίστωση είναι η μεγαλύτερη απόδειξη ότι το μοναδικό  έργο του Θεού για την σωτηρία των ανθρώπων, μέσω του Ιησού Χριστού, εκπληρώθηκε στην γενεά των έγκριτων Αποστόλων. Εμείς καλούμαστε απλά να το πιστεύουμε και να αναπαυόμαστε σε αυτό δοξάζοντες τον βιβλικό Ιησού και εξαγγέλλοντες τις αρετές Του, που είναι να διάγουμε ενάρετο βίο. Αγαπώντας δε και συγχωρώντας αλλήλους και διδάσκοντες και διδασκόμενοι με την αλήθεια του Θεού, αποδεικνύουμε ότι είμαστε αληθινά πνευματικά τέκνα Του που μάχονται για την ειρήνη με όπλο την αγάπη και σημαία τον Λυτρωτή και Αληθινό Θεό Ιησού.

 

«Οδαμεν δ τι υἱὸς το θεο κει κα δέδωκεν μν διάνοιαν να γινώσκομεν τν ληθινόν, κα σμεν ν τ ληθιν ν τ υἱῷ ατο ησο Χριστ. οτός στιν ληθινς θες κα ζω αώνιος». (Α΄ Ιωάν. 5:20)

 

Έκτοτε, οι ατελείωτες επεξηγηματικές αναλύσεις για τον «φιλοσοφικό Ιησού» ανέδειξαν την συγγένειά του με τον μυθικό «Αιώνα Ιησού» των Γνωστικών και την διαφορετικότητά του από τον «βιβλικό Ιησού». Οι δε συνοδικές αποφάσεις των φιλόσοφων «πατέρων» που διάβαζαν τα κείμενα των Προφητών και των Αποστόλων με μπούσουλα τις διδαχές της ελληνικής Φιλοσοφίας και Μυθολογίας, σκοπό είχαν να αντικρούσουν άλλες «παρεκκλίνουσες» από την «πατερική σκέψη» θρησκευτικές εκδοχές, γεννήματα του συγκρητισμού των χρόνων εκείνων.

Στο διάβα του χρόνου, οι εκκλησιαστικές μεταρρυθμίσεις και η συνεχής ίδρυση νέων εκκλησιών, με φιλόδοξες αποικιοκρατικές βλέψεις και απόλυτες δογματικές πεποιθήσεις, το μόνο που πέτυχαν ήταν να εκθρέψουν την αντιπαλότητα, την θεολογική αλαζονεία, την μισαλλοδοξία, την κενοδοξία και να γεννήσουν ποταμούς αίματος μη κατανοώντας τις ρήσεις του Ιησού.

  

«Απόστρεψον τν μάχαιραν σου ες τν τόπον ατς· πάντες γρ ο λαβόντες μάχαιραν ν μαχαίρ πολονται». (Ματθ. 26:62)

                                                                                            

Το παλαιό ουδέποτε έπαψε να υπάρχει.                                                                                                                                Τα σημερινά χριστιανικά δόγματα και εκκλησίες που έχουν διαμορφώσει και το σύγχρονο παρακμάζοντα Δυτικό πολιτισμό, είναι διασκευές και προσαρμογές παλαιών μεταποστολικών μίξεων, ιουδαιοχριστιανικών,  γνωστικών, ανατολικών, αστρολογικών, μυθικών και άλλων θρησκευτικών εκδοχών, που ο χρόνος μετέφερε ή αναζωπύρωσε. Θυμίζουν δε έντονα τις διαμάχες και τις αντεγκλήσεις των ολίγων αρχαίων φιλοσόφων (πολυποίκιλη ελληνική σκέψη) εκ των οποίων μερικοί σύρθηκαν σε «δίκες ασεβείας» από το σύγχρονό τους θεοκρατικό κατεστημένο, όπως ο Αναξαγόρας, ο Σωκράτης κ.ά., διώχθηκαν και δολοφονήθηκαν, όπως ο Ελεάτης Ζήνων, οι Πυθαγόρειοι κ.ά., των οποίων όμως οι θεογονικές και κοσμογονικές θεωρίες, απέτυχαν να δώσουν στους μαθητές τους την γνώση του αληθινού Θεού και ορθές απαντήσεις στις υπαρξιακές και μεταθανάτιες αναζητήσεις τους, θέση που αποτυπώνεται με σαφήνεια σε επιστολή του Παύλου προς Κορινθίους.

« ….. ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας τον Θεόν». (Α΄ Κορ. 1:21)

Η εναντίωση αυτή διατυπώνεται στην Π. Διαθήκη και για τους Εβραίους.

 

«Ταύτα Κυρίω ανταποδίδετε ούτω λαός μωρός και ουχί σοφός ουκ αυτός σου Πατήρ εκτήσατο σε και εποίησεν σε και έκτισέν σε». (Δευτ. 32:6)

 

«Ησχνθησαν σοφο κα πτοθησαν κα ἑάλωσαν (= έπεσαν, κυριεύθησαν) τι τν λγον κυρου πεδοκμασαν σοφα τς στιν ν ατος». (Ιερ. 8:9)

 

Οι λεκτικές αυτές εναντιώσεις στην «σοφία» των ανθρώπων, δεν αναφέρονταν στα ερευνητικά /επιστημονικά επιτεύγματα της αρχαίας διανόησης. Αυτό το έπραξαν αργότερα, ενίοτε και με χρήση ένοπλης νομοθετημένης βίας (βλ. Υπατία), οι εκφραστές του «Καθολικού Ρωμαϊκού Χριστιανισμού», όπως ο Αφρικανός ρήτορας, πρώην Μανιχαίος, Αυγουστίνος, του οποίου η άποψη για τα μαθηματικά ήταν η εξής:

 

«Ο καλός χριστιανός πρέπει να προφυλάγεται από τους μαθηματικούς και όλους εκείνους που κάνουν κενές προφητείες. Ήδη υπάρχει ο κίνδυνος οι μαθηματικοί να έχουν κάνει συμβόλαιο με τον διάβολο για συσκοτίσουν το πνεύμα και να περιορίσουν τους ανθρώπους στα δεσμά της κολάσεως»[3].

 

Στις εθνικές «χριστιανικές» εκκλησίες και στις παραφυάδες τους, κάθε λόγος για τον Δημιουργό Θεό και το τετελεσμένο έργο Του για την σωτηρία του ανθρώπου, είναι ελλιπής χωρίς αναφορά στο τέλος του κόσμου. Έχοντας δε διασκευάσει ανώφελες και απαρχαιωμένες ιουδαϊκές τυπολατρίες και επικαλούμενες γνωστικές σοφιστείες, λαϊκές παραδόσεις και θεσμικά επιβεβλημένες, μεταποστολικές, φιλοσοφικές συνοδικές αποφάσεις, υπόσχονται την λύτρωση μέσω αυτών. Διαφημίζουν δε την Παντοδυναμία του Πανάγαθου Θεού, που θα την αποδείξει εξαλείφοντας την ανθρωπότητα και τον κακό υλικό κόσμο, μέσω της εκπύρωσης, καταδικάζοντας τις αθάνατες ψυχές των απίστων σε ακατάπαυστα βασανιστήρια. Είναι αυτοί που μυωπάζοντες κινδυνολογούν, αρνούμενοι να βιώσουν τον καρπό του ολοκληρωμένου και Αιώνιου έργου της σταύρωσης και της ανάστασης του μοναδικού Λυτρωτή και Σωτήρα Ιησού Χριστού, τον οποίον αποδέχονται, σύμφωνα όμως με τα καταστατικά τους.

« γρ καρπς το φωτς ν πάσ γαθωσύν κα δικαιοσύν κα ληθεί». (Εφ. 5:9)

 

 

Οι Εγκεκριμένοι Ιουδαίοι Απόστολοι έλαβαν Θεϊκή Εντολή και τελείωσαν με επιτυχία την Αποστολή τους

 

«Εκείνοι δε εξελθόντες εκήρυξαν πανταχού, συνεργούντος του Κυρίου και βεβαιούντος το κήρυγμα διά των επακολουθούντων θαυμάτων. Αμήν». (Μάρκ. 16:20)

 

Το τέλος του μοναδικού και ανεπανάληπτου αποστολικού έργου[4], στην διάρκεια του οποίου «ο Θεός συνεπεμαρτύρει με σημεία και τέρατα και με διάφορα θαύματα και με διανομάς του Αγίου Πνεύματος κατά την θέλησιν αυτού» και η καταστροφή της κάτω Ιερουσαλήμ και του επίγειου Ναού της, με τα τυπολογικά του στοιχεία το 70 μ.Χ., τα οποία αντικαταστάθηκαν με την άνω Ιερουσαλήμ και τον επουράνιο Ναό της, σφράγισαν την εκπλήρωση των Μεσσιανικών Προφητειών, που είχαν πανανθρώπινη και οικουμενική διάσταση και την ολοκλήρωση/το τέλος του βιβλικού Ιουδαϊσμού. (Εβρ. 2:4, 12:22, Γαλ. 4:25-26, Αποκ. 21:2, 22),

«Και θέλει κηρυχθή τούτο το ευαγγέλιον της βασιλείας εν όλη τη οικουμένη προς μαρτυρίαν εις πάντα τα έθνη, και τότε θέλει ελθεί το τέλος». (Ματθ. 24:14)

 

Ο Ιησούς προειδοποιούσε τους Ιουδαίους μαθητές Του για την επικείμενη καταστροφή του επίγειου Ναού της Ιερουσαλήμ και το τέλος του Μωσαϊκού Νόμου και όχι για το τέλος του υπάρχοντος, κακού, κατά τους Γνωστικούς, ορατού αισθητού κόσμου. Για την αρχέγονη εκκλησία ήταν επικείμενα («εν τάχει»), α) η Παρουσία του Κυρίου Ιησού με τη Δόξα του Πατέρα («έρχομαι ταχύ»), β) η καταστροφή (κατάλυση) με φωτιά, του ορατού επίγειου Ναού και των στοιχείων τα οποία τον συνιστούσαν που ήταν οι τύποι των αόρατων επουρανίων «στοιχεία δ καυσούμενα  λυθήσεται» και γ) η κρίση των ασεβών Ιουδαίων που πότισαν με το αίμα των Προφητών, των Αγίων και των Αποστόλων το χώμα της Αγίας γης «γη και τα εν αυτή έργα ευρεθήσεται», όπως είχε μαρτυρήσει και ο Ιερεμίας στο σαρκικό λαό Ισραήλ, την «καρποφόρον άμπελον» του Κυρίου: «εν ταις χερσίν σου ευρέθησαν αίματα ψυχών αθώων … ». (2:34,  LXX)

 

Για τους εν ζωή τυπολάτρες και ασεβείς εκ των Ιουδαίων των χρόνων εκείνων που απέρριπταν «το Σωτήριον του Θεού» που είδε ο Συμεών με τα μάτια του, η ημέρα του Κυρίου Ιησού θα ερχόταν ως «κλέπτης εν νυκτί». (Λουκ. 2:30, Α΄ Θεσ. 5:2-6, Ιούδας 1:15)

 

Η Οικονομία του Μυστηρίου                                                                                                                                                                «Η οικονομία του μυστηρίου του αποκεκρυμμένου από των αιώνων εν τω Θεώ τω τα πάντα κτίσαντι», που δεν είχε γνωστοποιηθεί στις προηγούμενες γενεές  [να είναι δηλαδή οι Εθνικοί κατά σάρκα (τα θηρία) συγκληρονόμοι και σύσσωμοι και συμμέτοχοι της επαγγελίας της ζωής, με το δωδεκάφυλο έθνος του Ισραήλ (τα πρόβατα)], τελικά αποκαλύφτηκε δια Πνεύματος Αγίου, μέσω του κηρύγματος  των Αποστόλων, στην εκκλησία του Ιησού Χριστού. (Εφ. Κεφ. 2,  3:9, Ρωμ. 16:25-27, Κολ. 1:21-28)

«Και ελθών εκήρυξεν ευαγγέλιον ειρήνης εις εσάς τους μακράν (κατά σάρκα Εθνικοί) και εις τους πλησίον (δωδεκάφυλο Ισραήλ), διότι δι' αυτού (του Ιησού Χριστού) έχομεν αμφότεροι την είσοδον προς τον Πατέρα δι' ενός Πνεύματος». (Εφ. 2:17-18)


Το κοσμοϊστορικό αυτό γεγονός που ήταν το Αιώνιο ευαγγέλιο της Σωτηρίας, το «ες πάντα τ θνη γνωρισθέντος», ανέτρεψε εκ θεμελίων άπαξ και δια παντός, το σύγχρονο του εβραϊκό εθνικισμό (Σιωνισμό), τις πανάρχαιες εβραϊκές και άλλες εθνικές απόκρυφες ή μεταφυσικές κοσμοθεωρήσεις και θεογονικές και ανθρωπογονικές πεποιθήσεις (Καμπάλα, Ζωροαστρισμό, Γνωστικισμό, Πλατωνισμό, Ερμητισμό). Επίσης ανέτρεψε κάθε αρχαία θρησκευτική δοξασία, που ήταν προϊόν ανθρώπινης ερμηνείας και λογικής και ανίσχυρη να σταθεί μπροστά στην δύναμη του ευαγγελίου του Ιησού Χριστού, του οποίου το μήνυμα ήταν:

Η Βασιλεία των ουρανών, συνεπώς ο θρίαμβος και η κυριαρχία Του επί των επουρανίων πονηρών δυνάμεων, των αγγέλων, των αρχών και των εξουσιών.                                                                                                                                                     Η γνώση του Αληθινού Θεού, της Μίας Αρχής και η «εν Πνεύματι Αγίω» λατρεία Του.                                                                Η έμπρακτη αγάπη προς τον πλησίον.                                                                                                                                                      Η κοινωνική δικαιοσύνη.                                                                                                                                                                             Η δωρεά της αθανασίας, μέσω της σταύρωσης και της ανάστασης Του, για τους Ιουδαίους και τους κατά σάρκα Εθνικούς, υπό προϋποθέσεις. (Εφ. 1:2, Κολ. 2:15, Α΄ Πέτρ. 3:22, Ιωάν. 1:18, 13:34, 3:14, Α΄ Ιωάν. 5:20)                                  Η επικείμενη Παρουσία Του με τη Δόξα του Πατέρα και Κρίση Του για το αίμα των Προφητών, των Αγίων και των Αποστόλων που χύθηκε στην Ιερουσαλήμ από το θεοκρατικό της σύστημα. (Ματ. 23:29-31, Αποκ. 16:5-6)                              Το τέλος/ολοκλήρωση του αιώνα του βιβλικού Ιουδαϊσμού και του τυπικού του.                                                                                                                                             

Η Βασιλεία του Ιησού Χριστού δεν ήταν από τούτο τον κόσμο                                                                                        Ο Ιησούς Χριστός δεν νίκησε την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ή άλλη, ανθρώπινη βασιλεία, με σκοπό να γίνει ο ρυθμιστής των πολιτικών και στρατηγικών της εξελίξεων και των θρησκευτικών της μεταρρυθμίσεων. Η Επουράνια Βασιλεία Του δεσπόζει στον ουρανό και στην γη και δεν απειλείται, από τις ηττημένες και κατηργημένες πονηρές πνευματικές εξουσίες και τους νικημένους κοσμοκράτορες του σκότους, ούτε από τα εμπόλεμα, ουτοπικά φιλοσοφικό - θρησκευτικά συστήματα των ανθρώπων. (Ματθ. 28:28, Εβρ. 2:14, Ψαλμ. 8:2, Α΄ Χρον. 29:12)

«Απεκρίθη ο Ιησούς· Η βασιλεία η εμή δεν είναι εκ του κόσμου τούτου· εάν η βασιλεία η εμή ήτο εκ του κόσμου τούτου, οι υπηρέται μου ήθελον αγωνίζεσθαι, διά να μη παραδωθώ εις τους Ιουδαίους· τώρα δε η βασιλεία η εμή δεν είναι εντεύθεν». (Ιωάν. 18:36)

 

«Ερωτηθείς δε υπό των Φαρισαίων, πότε έρχεται η βασιλεία του Θεού, απεκρίθη προς αυτούς και είπε· Δεν έρχεται η βασιλεία του Θεού ούτως ώστε να παρατηρήται· ουδέ θέλουσιν ειπεί· Ιδού, εδώ είναι, ή Ιδού εκεί· διότι ιδού, η βασιλεία του Θεού είναι εντός υμών». (Λουκ. 17:20-21)

 

Η ζωή νίκησε τον θάνατο

« … φανερωθείσαν δε τώρα (η χάρις) διά της επιφανείας του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, όστις κατήργησε μεν τον θάνατον, έφερε δε εις φως την ζωήν και την αφθαρσίαν διά του ευαγγελίου». (Απόστολος Παύλος, Β΄ Τιμ. 1:10)

 

Ο απεσταλμένος από τον Θεό, Ιησούς [αραμαϊκά (Γεσούα), εβραϊκά (Γεχοσούα) που σημαίνει «ο Θεός είναι σωτηρία»], ήταν η ίδια η Ζωή που φανερώθηκε, για να νικήσει και να καταργήσει τον θάνατο, ο οποίος είχε βασιλεύσει εξ αιτίας της παραβάσεως του πρώτου χοϊκού ανθρώπου. Όσοι θνητοί, εκ του δωδεκάφυλου Ισραήλ και από τους κατά σάρκα Εθνικούς, έλαβαν τον αναστημένο Ιησού, τον έσχατο, δεύτερο άνθρωπο που ήταν εξ ουρανού, έλαβαν την Ζωή, ζωοποιήθηκαν με αυτόν, έγιναν αθάνατοι / αιώνιοι, έγιναν πνευματικά τέκνα του Θεού και αποκάλεσαν τον Ιησού «Εμμανουήλ», που σημαίνει «Μεθ΄ ημών ο Θεός» αναγνωρίζοντας Τον έτσι ως τον Ένα Ζώντα και Αληθινό Θεό, την Μία Αρχή, που δίνει ζωή. (Ματθ. 1:23, Α΄Ιωάν. 1:2,  5:20, Α΄ Κορ. 15:45-47, Γαλ. 6:1, Κολ. 2:13, Α΄ Τιμ. 6:19 WH)

«Ο γρ ρτος το θεο στιν καταβαίνων κ το ορανο κα ζων διδος τ κόσμ». (Ιωάν. 6:33)

Ο Ιησούς  λοιπόν ήταν «ο Άρτος της Ζωής», «ο Αίρων» την αμαρτία του κόσμου, ο Νικητής του θανάτου και ο Δωρητής της Ζωής. (Ιωάν. 1:29,  6:33, 10:10)

Ήταν ο Εξαγοραστής των Εβραίων, εκ της κατάρας του Μωσαϊκού Νόμου, ώστε να έλθει και στα έθνη η ευλογία του Αβραάμ. (Γαλ. 3:13-14)

Ήταν Αυτός που απογύμνωσε τις αρχές και τις εξουσίες στα επουράνια και κατήργησε τον έχοντα το κράτος του θανάτου, δηλαδή τον διάβολο, τον πνευματικό πονηρό άρχοντα, του κόσμου τούτου. (Κολ. 2:15, Εβρ. 2:14, Εφ. 2:2, Ιωάν. 16:33)

Ήταν Αυτός, που έκανε την Παλιγγενεσία. (Ματθ. 19:28, Τιτ. 3:5)

Ήταν ο Λόγος της Ζωής, που γέννησε τη Νέα, τη Ζωντανή Κτίση, η οποία δεν είναι πλέον σαρκική, αλλά είναι πνευματική και αιώνια «καθ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωση» του Πατέρας της.

Ο Ιάκωβος απευθυνόμενος στις δώδεκα διεσπαρμένες φυλές του Ισραήλ έγραψε.  

«Εξ ιδίας αυτού θελήσεως εγέννησεν (απεκύησεν) ημάς (ο Θεός) διά του λόγου της αληθείας, διά να ήμεθα ημείς απαρχή τις των κτισμάτων αυτού». (Ιάκωβος 1:18)

 

«Ώστε ει τις εν Χριστώ, καινή κτίσις, τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονεν καινά». (Β΄ Κορ. 5:17)


Το έργο που επετέλεσε ο Τελειωτής του Νόμου και ο Νικητής της βασιλείας του θανάτου και του διαβόλου, ο Ιησούς / η Ζωή, δεν εξελίσσεται, ούτε αναβαθμίζεται, ούτε μεταβάλλεται, ούτε χρειάζεται κάποια μεταρρύθμιση η δογματική αποκρυστάλλωση ή  θρησκειοποίηση. Ο δε Νικητής παραμένει πάντοτε Νικητής, χτες και σήμερα και εις τους αιώνες και δεν αναμένεται επαναληπτική αναμέτρηση (ρεβάνς) με τις δυνάμεις του σκότους. (Ρωμ. 5:17, 10:4,  Εβρ. 13:8)

 

Οι θρησκείες εξελίσσονται                                                                                                                                                                      Αντιθέτως τα ποικίλα νεκρά, θρησκευτικά συστήματα, εξελισσόντουσαν και διαμορφωνόντουσαν σύμφωνα με το οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό τους περιβάλλον και από την μεταξύ τους αλληλεπίδραση και αφομοίωση με στοιχεία άλλων θρησκειών. Το αυτό δε θα πράττουν πάντοτε, παράγοντας συνεχώς νέες θρησκευτικές αποχρώσεις μη δυνάμενες να διαφωτίσουν ή να ζωοποιήσουν. Εξ αυτών, τα επικρατέστερα συμμαχούσαν με την κοσμική εξουσία, ενίοτε και την εξασκούσαν, μεταβαλλόμενα έτσι σε ολοκληρωτικά θρησκευτικοπολιτικά συστήματα.

Αυτό συνέβαινε και συμβαίνει, διότι οι θρησκείες εξυπηρετούν φιλοδοξίες επίγειων συμφερόντων, εθνικών, προσωπικών, ή συντεχνιακών, με πρόφαση το θέλημα του Θεού και ουτοπικά θρησκευτικά ιδεώδη, όπως ότι ο επίγειος χαμένος παράδεισος θα ανακτηθεί με την έλευση του Μεσσία που θα εγκαθιδρύσει μια χιλιετή ειρηνική βασιλεία επί της γης ή ότι θα έρθει η επίγεια βασιλεία του σαρκικού «Ισραήλ» ή ότι θα αναβιώσει το «χριστιανικό» Βυζάντιο ή ότι θα έρθει η επίγεια βασιλεία του Ισλάμ ή η επίγεια βασιλεία του ιστορικού Αντίχριστου ή ότι επίκειται το τέλος της ιστορίας και άλλα φαιδρά.

Δημιουργώντας δε οι θρησκείες κατάλληλες δομές εξουσίας με ευκαιρίες καριέρας και κινδυνολογώντας προς εκφοβισμό (Αντίχριστος, αιώνια κόλαση,  αρπαγή εκκλησίας, συντέλεια του κόσμου) χειραγωγούν την πνευματική ελευθερία των αδαών θρησκευόμενων, αδρανοποιώντας τους την ικανότητα της κριτικής σκέψης και καθιστώντας τους θρησκόληπτους, οπαδούς κερκίδας και παθητικούς δέκτες μυθοπλασιών.

 

Οι αντιδράσεις στη δράση του Ιησού και των Αποστόλων                                                                                                 Η ειρήνη «Pax Romana» που επετεύχθη στρατιωτικά από τον Καίσαρα Αύγουστο, συνέβαλε στην οικονομική και κοινωνική σταθερότητα της πολυεθνικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Καθώς θεωρούσαν όλα τα ειδωλολατρικά κράτη, έτσι και για τους Ρωμαίους πολιτικούς, η συνέχεια της ρωμαϊκής ισχύος, εξαρτιόταν, από την θρησκευτική αφοσίωση στα σεβάσματά της, ιδιαίτερα δε στο πρόσωπο του «θεϊκού υιού του θεού» Καίσαρα (το επώνυμο του μονάρχη Ιουλίου Καίσαρα είχε υιοθετηθεί ως βασιλικός τίτλος) και της «Αιώνιας Ρώμης».  Όποιος δε έλεγε εαυτόν βασιλέα, θεωρείτο εχθρός της Ρώμης και θανατώνονταν.  

Το τελευταίο, ήταν και η αιτία σταύρωσης του Ιησού, του οποίου η θανατική ετυμηγορία δεν ήταν θρησκευτική, διότι «Πατέρα εαυτού έλεγε τον Θεόν, ίσον με τον Θεόν κάμνων εαυτόν (Ιωάν. 5:18)», αλλά πολιτική, διότι «Πας όστις κάμνει εαυτόν βασιλέα αντιλέγει εις τον Καίσαρα» σύμφωνα με το δόλιο κατηγορητήριο των Ιουδαίων. (Ιωάν. 19:12)

 

« θες τν πατέρων μν γειρεν ησον ν μες διεχειρίσασθε κρεμάσαντες π ξύλου». (Πράξ. 5:30)

 Όμως ο λόγος της καταστροφής της Ιερουσαλήμ και του επίγειου Ναού της,  ως αποτέλεσμα της αποτυχημένης επανάστασης των Ιουδαίων εθνικιστών / Ζηλωτών, που νόμιζαν ότι θα εξέλθουν νικητές λόγω της εκλεκτής βιολογικής καταγωγής τους, ήταν πολιτικός, διότι αρνούνταν την ρωμαϊκή κατοχή και θρησκευτικός, διότι όσοι δεν προσκυνούσαν την εικόνα του Αυτοκράτορα και της Αιώνιας Ρώμης θανατώνονταν. Βλέπε: «Τα θηρία της αποκάλυψης».

Ωστόσο, οι συνέπειες της «Pax Romana» (εφαρμογή του Ρωμαϊκού Δίκαιου, κοινή γλώσσα, οδικό και θαλάσσιο δίκτυο, κοινό νόμισμα), ήταν ευνοϊκές για την πραγματοποίηση πάσης φύσεως αποστολών και την διακίνηση αγαθών και ιδεών. Επιπροσθέτως, η οργάνωση των εβραϊκών συναγωγών στα έθνη, διευκόλυνε την διάδοση του θείου μηνύματος, που ένωσε τους διασπαρμένους εκλεκτούς, από το δεκάφυλο οίκο Ισραήλ και από το δίφυλο οίκο Ιούδα, κάτω από το Αρχηγό της Ζωής Ιησού, ένωση, που εκπλήρωσε την προφητεία του Ωσηέ και αποτέλεσε την μήτρα των πρώτων Εβραίων μαθητών (απαρχή). (Ωσηέ 1:9-11, Α΄ Πέτρ. 2:10, Ιωάν. 11:51-52)

Το κήρυγμα των εκλεγμένων Ιουδαίων Αποστόλων, που είπαν όσα είδαν και όσα άκουσαν από τον Ιησού και «όχι μύθους σοφιστικούς ακολουθήσαντες», είχε δύο μέτωπα αντίστασης και αντίδρασης. Πρώτα ήρθε αντιμέτωπο με την εβραϊκή, δαυϊδική, εθνικιστική πίστη (Φαρισαϊκός Ιουδαϊσμός) και την απόκρυφη ιουδαϊκή παράδοση (Καμπάλα), που αντιπροσώπευαν ισχυρές ιουδαϊκές σέχτες και με Ιουδαίους μάγους (Πράξ. 13:6). Κατόπιν δια του Αποστόλου Παύλου και των συνεργατών του, ήρθε αντιμέτωπο με την κατά τόπους, εθνική θρησκευτική πίστη, με μορφές αποκρυφισμού και μαγείας και με την τότε διαδεδομένη ελληνική αντιφατική σκέψη και την Μυθολογία.

Τα μέτωπα αυτά αντιμετωπίστηκαν, από τους εντολοδόχους του Ιησού και υπηρέτες του Λόγου, όχι με αυτοκρατορικούς απειλητικούς νόμους (έδικτα) ούτε με ένοπλη βία, αλλά με κήρυγμα και διδαχή και με ενέργειες Πνεύματος Αγίου[5]. Οι δε αντιδράσεις και οι επιβουλές των εναντίων, καθώς και οι βιβλικές παρεκκλίσεις και οι θεολογικές επιμιξίες, που προκλήθηκαν εκ των προσερχόμενων στην πίστη του Ιησού, με σιωνιστικό, καμπαλιστικό ή μυθολογικό παγανιστικό ιστορικό, υπήρξαν ισχυρές και ποικίλες.

Έτσι, όσοι Ιουδαίοι πιστοί (Ιουδαιοχριστιανοί), ήταν ζηλωτές του Νόμου και των πατρώων παραδόσεων (Πράξ. 21:20), έφεραν μέσα στις νεοσύστατες ιουδαϊκές χριστιανικές κοινότητες, σιωνιστικές αντιλήψεις, παλαιοδιαθηκικές πρακτικές και ιουδαϊκούς απόκρυφους μύθους. Ομοίως και οι Εθνικοί πιστοί (Εθνικοχριστιανοί) έφεραν τις δικές τους αρχαίες θρησκευτικές, μυθολογικές, αντιλήψεις και προκαταλήψεις, και απόκρυφες γνώσεις, τις οποίες και έμιξαν με την αποστολική Διδαχή, γεγονός, που εκτός, από την θεσμική επιβολή της «Ορθόδοξης» άποψης, συντέλεσε σε μεγάλο βαθμό στην εδραίωση του μεταλλαγμένου Χριστιανισμού στον εθνικό κόσμο, αφού οι Εθνικοί προσήλυτοι αναγνώριζαν κοινά στοιχεία πίστης.

Αποτέλεσμα αυτών των προσμίξεων ήταν να δημιουργηθούν νέες θρησκευτικές τάσεις και ρεύματα και να ιδρυθούν ανορθόδοξα και αντίπαλα θρησκευτικά μεσσιανικά προσωποπαγή κινήματα και εκκλησίες, που ονοματίσθηκαν, είτε από το όνομα του εκάστοτε ιδρυτή τους, που ως φορέας απελευθερωτικού μηνύματος ήταν αναμφισβήτητος, είτε από τον τόπο καταγωγής τους, είτε από τις πρακτικές τους.

Τα κινήματα αυτά, ήγειραν χρόνιες δογματικές διαμάχες, συχνά βίαιες, με την ισχυρότερη οικονομικά και υποστηριζόμενη, από την ελίτ της εξουσίας «Ορθόδοξη» φιλοσοφική μυστικιστική τάση, με αποτέλεσμα να περιθωριοποιηθούν ή να διωχθούν. Εκτός από τα πιστεύω τους, άλλοι λόγοι που διώχθηκαν, ήταν ότι κατάγγελλαν την αυθαιρεσία της εξουσίας και την πλεονεξία και ανηθικότητα των πλουσίων και του κλήρου. Όσοι επέζησαν από τους διωγμούς, μετακινήθηκαν σε άλλες περιοχές της Ανατολής ή όπου αλλού μπορούσαν να διασωθούν, με αποτέλεσμα να έρθουν σε επαφή με νέες δοξασίες και τοπικές κουλτούρες  και να παραχθούν και πάλι καινούργιες  θρησκευτικές μίξεις και σέχτες.

Τα περισσότερα από αυτά τα κινήματα, είχαν κοινό παρονομαστή πίστης σε διαρχικά συστήματα, στην αρνησικοσμία, σε μεσσιανικές αναμονές και στην προσδοκία της κυρίαρχης εμφάνισης του κακού (Αντίχριστος). Κατ΄ αυτούς η εμφάνιση του Αντίχριστου, θα σύρει τον Θεό α) στον «Τελικό» πόλεμο μεταξύ καλού και κακού[6] (εσχατολογικός πόλεμος των Υιών του Φωτός και των Υιών του Σκότους), β) στην «Κρίση» των ανθρώπων και γ) στην κατάταξή τους στον Παράδεισο ή στην Κόλαση (στον Παράδεισο των ύμνων ή στον Οίκο του ψεύδους κατά τους Ζωροάστρες). Έπειτα αναμένεται το «Τέλος» του υπάρχοντος αισθητού κόσμου, δια της εκπύρωσης  και η εμφάνιση νέου με την Θεϊκή Τάξη αποκατεστημένη.

Οι αντιλήψεις αυτές παρουσιάζουν τον Θεό, για τον οποίο ο ψαλμωδός ψέλνει «ς μεγαλνθη τ ργα σου κριε πντα ν σοφίᾳ ποησας», ως έναν πειραματιστή κοσμοποιητή, που κοπιάζει για να πετύχει την ιδανική κτίση και να σώσει τελικά τον Εαυτό Του.

Οι περισσότερες, από αυτές τις εσχατολογικές φαντασιώσεις, απαντώνται και στην κοσμοθεωρία του περσικού Ζωροαστρισμού, ή Μαζδαϊσμού, με ιδρυτή τον Πέρση μάγο Ζαρατούστρα ή Ζωροάστρη και παραλλαγή τον Ζουρβανισμό[7]. Οι Ζωροάστρες πίστευαν σε ανταγωνιστικό δυϊσμό και εξελισσόμενοι επινόησαν την δική τους ιδιόμορφη τριάδα, [Ωρομάσδης ή Αχούρα Μάσδα (η ενσάρκωση του καλού) – Μίθρας (το καλό πνεύμα, θεός του φωτός, μεσίτης, σωτήρας, επόπτης και άρχων του κόσμου) και  Αριμάν (η ενσάρκωση του κακού), που συγγενεύει με τις τρις αρχέγονες Αρχές των Σηθιανών Γνωστικών, «Φως Ανάσα (Πνεύμα)-Σκότος»[8].

Σε αντίθεση με κάποιες φιλοσοφικές τάσεις, όπως ο Πλατωνισμός, που δίδασκε ότι ο κόσμος είναι αΐδιος, όπως και το αρχέτυπό του, εσχατολογικές φαντασιώσεις απαντώνται και σε άλλες αρχαίες θρησκείες και δαιμονικούς χρησμούς (Σιβυλλικοί χρησμοί) και αναπαράγονται έως και σήμερα από διάφορες θρησκείες Δυτικές και Ανατολικές, αλλοιώνοντας έτσι την Παλαιοδιαθηκική και Καινοδιαθηκική κοσμοθεώρηση και θέτοντας την ανθρωπότητα σε αναμονή του τέλους της, μετατρέποντας το «εδώ και τώρα», μη προθεσμιακό, αλλά αέναο μήνυμα της ζωής, του ευαγγελίου του Ιησού Χριστού, σε ουτοπία.

«Όστις πιστεύει εις τον Υιόν έχει ζωήν αιώνιον». (Ιωάν. 3:36)

«Κα τ λεος ατο ες γενες κα γενες τος φοβουμένοις ατόν». (Λουκ. 1:59)

Σύμφωνα δε με τη δυναμική τους και τη χρησιμότητα τους, τα θρησκευτικά αυτά κινήματα έλαβαν και την ανάλογη πολιτική στήριξη, που καθόρισε την εδραίωση και την κατάταξη τους στο κοσμικό θρησκευτικό στερέωμα. Μέσα από αυτές τις υπόγειες ιστορικές διαδρομές της αλληλεπίδρασης και της θεσμικής ή εξωθεσμικής αλληλοεξόντωσης  (θρησκευτικοί πόλεμοι, διωγμοί) των σιωνιστικών, των γνωστικών, των ζωροαστρικών, των «ορθοδόξων», των μυθολογικών και άλλων θρησκευτικών κινημάτων, διαμορφώθηκε και το σύγχρονο μωσαϊκό των χριστιανικών δογμάτων και των εθνικών Εκκλησιών.

Όμως, οι εκφραστές αυτών, απέτυχαν να πείσουν την ανθρωπότητα, για την ύπαρξη μιας «Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας» και για τις σταθερές αλήθειες, ότι ο Θεός είναι αγάπη με οικουμενική  έννοια, ότι είναι Ένας (όχι δυαδικός ή τριαδικός ή τετραδικός κ.λπ.) και ότι είναι ο Δωρητής της Αιωνίου Ζωής, χωρίς την ανάγκη εκτέλεσης νεκρών τυπικών τελετουργιών ή θεουργιών και ύπαρξης θεσμοθετημένων και ιεραρχημένων, αμειβόμενων (επαγγελματικών) ή μη αμειβόμενων, ιερατείων.

«Ο Θεός είναι πνεύμα, και εκείνοι οπού τον προσκυνούσι κάμει χρεία να τον προσκυνούσι με πνεύμα και με αλήθεια». (Ιωάν. 4:24 Μετάφραση: Μάξιμου του Καλλιουπολίτου)

 

Ποιοι προσηλυτιζόντουσαν                                                                                                                                           Προσήλυτοι σε αυτά τα μυθολογικά και ουτοπικά θρησκευτικά κινήματα, γινόντουσαν και γίνονται, δια τους εξής λόγους: Απαιδευσία, άγνοια ή παρανόηση των εβραϊκών Γραφών, οικονομική ένδεια, κυβερνητική ή θρησκευτική καταπίεση, φιλοδοξία, μυστικιστική τάση, περιέργεια και φόβος για τα μέλλοντα, θρησκευτική προκατάληψη, ειδικές οικογενειακές ή κοινωνικές επιρροές, προσωποληψία, τυχοδιωκτισμός, πλουτισμός, φιληδονία (αντινομιστές) και άλλα παρόμοια τούτων.

Ιδιαιτέρως οι φτωχοί των χαμηλών κοινωνικών τάξεων ήταν επιρρεπέστεροι στο να αποδεχτούν και να ακολουθήσουν μεσσιανικούς και χιλιαστικούς θρύλους, διότι απέβλεπαν στην βελτίωση των υλικών συνθηκών διαβίωσης και σε ένα Παράδεισο επί της γης. Θέλοντας δε να επισπεύσουν την εκπλήρωση των ονειρικών τους προσδοκώμενων, κάποια κινήματα επηρεαζόμενα, από την απατηλή αποκαλυπτική οδηγία των προφητών ηγετών τους, μετατρέπονταν σε αναρχικά ένοπλα κινήματα που τον μεσαίωνα εξελίχτηκαν σε λαϊκές σταυροφορίες των φτωχών και εξαθλιωμένων. Έδρασαν είτε αυτόνομα, σφάζοντας απίστους και λεηλατώντας πλούσιους κληρικούς και ιδιώτες, είτε υπηρετώντας το θρησκευτικό ιμπεριαλισμό της «χριστιανικής» Δύσης, εντασσόμενοι στις επίσημες σταυροφορίες για την άλωση της «χριστιανικής» Ανατολής και την απελευθέρωση της Αγίας πόλης!!![9].

Όπως συμβαίνει και σήμερα, οι αυτοδιορισμένοι ταγοί και ιδρυτές των ανορθόδοξων αυτών προσωποπαγών κινημάτων, εκμεταλλευόμενοι τις σύγχρονές τους πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές και θρησκευτικές συγκυρίες, τα φυσικά φαινόμενα (σεισμοί, πλημμύρες, τσουνάμια, καύσωνες, θύελλες, εκλείψεις ουρανίων σωμάτων, πυρκαγιές κ.λπ.), τις επιδημίες, τις πολεμικές συρράξεις των ιμπεριαλιστών, τις επαναστάσεις των καταπιεσμένων και αδικουμένων τάξεων, την από πάντοτε έκλυση των ηθών (που κάποιοι και από αυτούς κρυφά ή φανερά εξασκούσαν) και τα λοιπά κοσμικά δρώμενα και τις διεθνείς προσωπικότητες, καλλιεργούσαν φοβικές κοινωνίες, που ήταν εύκολο να τις χειραγωγήσουν. Αναγγέλλοντας τους δε συνεχώς έναν ερχόμενο κακό παγκόσμιο ηγέτη (Αντίχριστος) και μια επικείμενη μακρόχρονη ειρηνική βασιλεία επί της γης, σηματοδοτούσαν το επερχόμενο τέλος της Ιστορίας[10].

Οι εξαπατημένοι προσήλυτοι πείθονταν, ότι θα ζούσαν τον Παράδεισο στην γη, ότι θα λύτρωναν την αθάνατη ψυχή τους που ήταν φυλακισμένη στο κακό γήινο σώμα τους (που παραμένει κύρια επιδίωξη του ασκητισμού/μοναχισμού με πλατωνικές καταβολές) και ότι θα γλύτωναν τον εσαεί βασανισμό, μετά τον φυσικό τους θάνατο (Κόλαση) που είναι ωφέλιμο διαχρονικό φοβικό ψέμα, που ενέπνευσε και τον ποιητή Δάντη (1308-1321), με παγανιστική προέλευση, προς αποτροπή εκτέλεσης της αμαρτίας, που όμως αντικαθιστά και ανατρέπει την χάρη και την δύναμη του Ιησού Χριστού[11]. Κυρίως δε τους καλλιεργούνταν η ψευδαίσθηση, ότι οι αποδεχόμενοι τις μεσάζουσες υπηρεσίες, των εκ Θεού εκλεγμένων ηγετών τους, θα κέρδιζαν την εύνοια του Υψίστου και θα γινόντουσαν  οι εκλεκτοί Του.

 

 

Παράθεση των Κυριότερων Μεταποστολικών Ουτοπικών θρησκευτικών Κινημάτων

 

«Ο γρ τοιοτοι ψευδαπόστολοι, ργάται δόλιοι μετασχηματιζόμενοι ες ποστόλους Χριστο». (Β΄ Κορ. 11:13)

 

 

Τα μεταποστολικά θρησκευτικά κινήματα, με εξωβιβλικές ερμηνείες και δοξασίες, βασισμένες ή επηρεασμένες από ζωροαστρικές, αστρολογικές, καμπαλιστικές, πλατωνικές και αποκρυφιστικές διαρχικές διδαχές που έπαιξαν ρόλο στην διαμόρφωση των σύγχρονων εκκλησιών και πολλών χριστιανικών δογμάτων, ήταν τουλάχιστον ογδόντα, σύμφωνα με τον εβραϊκής καταγωγής Επιφάνιο της αλεξανδρινής σχολής. Τα κυριότερα είναι:

 

Γνωστικοί. Ο όρος «Γνωστικισμός» είναι μεταγενέστερος και δηλώνει χριστιανίζουσα θρησκευτική τάση με πολλές διακλαδώσεις που συνδύαζε στοιχεία αποκρυφιστικά, ειδωλολατρικά, μυθολογικά, αστρολογικά, φιλοσοφικά και στοιχεία από την Π.Δ. και την Κ.Δ.. Οι οπαδοί της, οι «Γνωστικοί», ονόμαζαν εαυτούς («ομοουσίους» τω Θεώ), όρος που απαντάται στους Ορφικούς[12], στον Ερμητισμό και στο «Ορθόδοξο» εκκλησιαστικό μυστικιστικό σύστημα. Δηλωνόντουσαν γνήσιοι Χριστιανοί «εσμέν εξ απάντων ανθρώπων ημείς χριστιανοί μόνοι»[13] και ήταν σε αντιπαράθεση με τo μυστηριακό πνευματικό μονοπώλιο της «Καθολικής Εκκλησίας», αν και είχαν πολλά κοινά σε θεολογικό και τελετουργικό επίπεδο. Τα όσα είναι γνωστά περί της διδαχής τους και των πρακτικών τους προέρχονται κυρίως από αντιπάλους φιλοσόφους και συγγραφείς, όπως τον Ιππόλυτο Ρώμης, τον Κλήμη Αλεξάνδρειας, τον Ειρηναίο Λυώνος, τον Ωριγένη, τον Επιφάνιο, και από τα κείμενα της βιβλιοθήκης του Ναγκ Χαμαντί που ανακαλύφθηκαν στην περιοχή Χηνοβόσκιο της Αιγύπτου στα τέλη του 1940. Ο χρόνος εμφάνισης των διαφορετικών σχολών των Γνωστικών είναι ασαφής. Το βέβαιο είναι ότι η ψευδώνυμη γνώση τους που εκφραζότανε ή με απόλυτη εγκράτεια ή με άκρατη ακολασία, ήταν διαδεδομένη ανάμεσα στις τάξεις των πρώτων Ιουδαιοχριστιανών, με τους οποίους και συμποσίαζαν, γεγονός που μαρτυρεί ότι υπήρξε εβραϊκός Πρωτογνωστικισμός, με αντιλήψεις που προσέγγιζαν τα αρχαία αιγυπτιακά Ερμητικά Κείμενα και την ελληνική Μυθολογία. Αμφιλεγόμενη είναι η άποψη, ότι ίχνη Γνωστικισμού ανιχνεύονται στο ασκητικό μεσσιανικό κίνημα των Εσσαίων, που αυτοαποκαλούνταν «Υιοί του Δικαίου» και κατήγγελλαν την αυταρχική θρησκευτικοπολιτική ιουδαϊκή εξουσία.

 

Οι λατρευτικές πράξεις των Γνωστικών συνοδεύονταν από επικλήσεις πνευμάτων, άσματα με μουσική, προσευχές, δοξολογίες και εκστατικές ρήσεις (προφητείες, γλωσσολαλιά, ξόρκια).  Έχοντας σαφή επιρροή του ορφικού μοτίβου «είμαι παιδί της Γης και του έναστρου ουρανού, το γένος μου είναι ουράνιο» αναζητούσαν τρόπους να επιστρέψουν στον ουρανό, που πίστευαν ότι ήταν η καταγωγή τους. Αδιαφορούσαν για τα εγκόσμια και μη θέλοντας να παγιδέψουν και άλλους σε αυτόν τον ελαττωματικό κόσμο ασκούσαν την αγαμία, θεωρώντας ότι «το γαμείν και γεννάν από του σατανά είναι»[14]. Καταδίκαζαν την κρεοφαγία και την οινοποσία και επιδίδονταν στον ασκητισμό (στοιχεία που απαντώνται και στους Ορφικούς), τιμωρώντας έτσι την φυσική σάρκα, που τη θεωρούσαν φυλακή του πνεύματος και τη συνέδεαν με το κακό.

 

Κατά τον Πλάτωνα ο περιορισμός της αθάνατης ψυχής σε ένα σώμα είναι το ίδιο με φυλάκιση σε τάφο (= σήμα στην αρχαία) «τάφος γαρ έστι το σώμα της ψυχής». Οι δε Ορφικοί σώμα εννοούσαν το νεκρό σώμα (το πτώμα) και το ζωντανό «δια το σώον (που δεν έχει υποστεί βλάβη) άμα συν αίματι Ον».

 

 

Αντίθετα, εκτός των μετριοπαθών, κάποιες τάξεις των Γνωστικών, οι «Αντιτάκτες», υποστήριζαν τον Αντινομισμό (= θεωρία που απορρίπτει τον ηθικό νόμο και προτάσσει τη ελεύθερη βούληση) και συμμετείχαν σε σεξουαλικά λατρευτικά όργια, θεωρώντας την ακραία ακολασία ως το μέσο καταπολέμησης της κακής υλικής σάρκας, από την οποία έπρεπε να απελευθερωθεί η θεϊκή φύση (οργιαστικός Γνωστικισμός), ενώ άλλοι προέβαιναν σε αυτοευνουχισμό.

 

Στους κόλπους του Γνωστικισμού αναπτύχθηκε και η ιδέα του Δοκητισμού ( ο Ιησούς φαινομενικώς είχε σώμα και φαινομενικώς σταυρώθηκε), με εισηγητή τον Ιουδαιοχριστιανό Κήρινθο, με αιγυπτιακή παιδεία, που ήταν και ο εισηγητής του Χιλιασμού. Τον Δοκητισμό, με παραλλαγές, τον ασπάσθηκαν, εκτός από τους Κηρινθιανούς, οι περισσότερες  γνωστικές ομάδες. Εικάζεται ότι στους Μεσσαλιανούς γεννήθηκε και η ιδέα της μεταβολής του σώματος του Χριστού άλλοτε σε υλικό και άλλοτε σε πνευματικό, οι δε Οφίτες έλεγαν ότι το αναστημένο σώμα του Ιησού ήταν ψυχικό και πνευματικό[15]. Μερίδα των Γνωστικών πίστευε ότι ο άνθρωπος πλάστηκε από τρεις ουσίες, την ύλη, την ψυχή και το πνεύμα και ανάλογα με το πια επικράτησε αναπτύχθηκαν σε υλικούς, ψυχικούς και πνευματικούς[16].

 


Θεϊκή διαρχία των Γνωστικών                                                                                                                                                      Η θεογονία, κοσμογονία και ανθρωπογονία μεταξύ των Γνωστικών ήταν ποικίλη με βάση τον πλουραλισμό («φιλοσοφική θεωρία ή αντίληψη, που υποστηρίζει ότι η πραγματικότητα συγκροτείται από πολλαπλές, αυτοτελείς και ανεξάρτητες μεταξύ τους αρχές χωρίς να υπάρχει στη βάση τους μια κοινή θεμελιώδης αρχή») και την διαρχία («φιλοσοφική θεωρεία που ερμηνεύει τον κόσμο με βάση δύο ανταγωνιστικών δημιουργών αρχών/θεών μία κακή και μία αγαθή και εκ των οποίων προκύπτουν δύο ξεχωριστοί, ανόμοιοι, αντίθετοι μεταξύ τους κόσμοι, ο κακός αισθητός και ο πνευματικός ή νοητός»), θέσεις αντίθετες με την βιβλική αφήγηση της Mίας Αρχής / Ενός Θεού, δια του οποίου κτίσθηκαν τα ορατά και τα αόρατα.

 

«Κα φωτίσαι τίς οκονομία το μυστηρίου το ποκεκρυμμένου π τν αώνων ν τ θε τ τ πάντα κτίσαντι». (Εφ. 3:9)

 

Μορφές διαρχικών απόψεων συναντάμε στον Ζωροαστρισμό, στον Ορφισμό, στον Πυθαγορισμό κ.ά. καθώς και στον Στωικισμό στον οποίο και θα αναφερθούμε για τον σκοπό της παρούσας μελέτης. 

Στωικοί. Φιλόσοφοι της «Ποικίλης Στοάς» (300 π. Χ. – 250 μ. Χ.). Είχαν ως αρχή το «ομοφώνως τη φύσει ζην» και εκπροσωπούντο από τρεις τάσεις. Επηρεασμένοι από τον Ηράκλειτο που θεωρούσε «ως ουσία της ειμαρμένης τον Λόγο, ο οποίος διαποτίζει την ουσία του σύμπαντος» και από τον Ερμητισμό όπου «ο Θωθ είναι ο Λόγος που διαποτίζει και διαπερνά τα πάντα»[17], πίστευαν ότι υπάρχουν δύο αρχές στο σύμπαν, η ενεργητική, που είναι ο Θεός ή Λόγος, «το ποιούν» και η παθητική, που είναι η Ύλη «το πάσχον». Ο Λόγος που ενυπήρχε μέσα στην ύλη (ενδοσυμπαντικός θεός), δημιούργησε μέσω αυτής τα όντα, διατηρώντας την ενότητά τους και την αιώνια τάξη. Για τους Στωικούς ο θεός είναι ταυτόχρονα, το κάθε τι στη φύση (πανθεϊσμός) και όλα μαζί είναι ο θεός (υλιστικός μονισμός). Πίστευαν στην ειμαρμένη και την θεία πρόνοια και έλεγαν ότι ο άνθρωπος συνδέεται με την «παγκόσμια ψυχή» μέσω μιας εσωτερικής προσωπικής θεότητας, που ήταν ο «Δαίμων εαυτός» και κατά συνέπεια υπήρχε αλληλοεπίδραση των ουρανίων και των επιγείων όντων «η αρχή της συμπάθειας». Η άποψη αυτή συγγενεύει με την Χαλδαϊκή Αστρολογία και θεουργία και ήταν το υπόβαθρο, για τις αστρολογικές προβλέψεις και την μαντεία. Όπως και οι Επικούρειοι, φιλόσοφοι του «φάγωμεν κα πίωμεν, αριον γρ αποθνήσκομεν», δεν δεχόντουσαν την αθανασία της ψυχής αλλά πίστευαν ότι η ψυχή διαλύεται αμέσως μετά την νέκρωση του σώματος ή ότι ζει έως να αναλωθεί από τη μέλλουσα εκπύρωση και την επαναδημιουργία στη συνέχεια του ίδιου κόσμου (Παλιγγενεσία). Ο Στωικός Χρύσιππος ορίζει την ψυχή ως «πνοή μέσα μας έμφυτη, αδιάσπαστη, που διατρέχει όλα τα μέρη του σώματος, όσο η ομαλή αναπνοή του ζωντανού όντος είναι παρούσα στο σώμα»[18]. Αυτή την «ψυχική πνοή», οι Στωικοί την κατέτασσαν σε οκτώ επίπεδα, το Ηγεμονικόν ή η Διάνοια ή ο Νους που ήταν και το κέντρο όλων, τις πέντε Αισθήσεις, το Σπερματικόν και το Φωνητικόν.

 

 

Ανθρωπολογική διαρχία                                                                                                                                                  Παράγωγο της θεϊκής διαρχίας των Γνωστικών και λοιπών φιλοσοφικών συστημάτων είναι η ανθρωπολογική διαρχία, η οποία διχάζει τον άνθρωπο σε δύο στοιχεία, το αισθητό θνητό σώμα και την νοερά αθάνατη ψυχή (την προ-υπάρχουσα κατά τους Χαλδαίους, τον Πλάτωνα , τον Φίλωνα, τους Γνωστικούς κ.ά.). Κατά συνέπεια ο άνθρωπος είναι μέτοχος και των δύο αρχών και της Καλής και της Κακής και εάν αποδράσει από το σώμα που μετέχει της Κακής αρχής, σώζεται. Η ιδέα αυτή αντιτίθεται στην βιβλική αφήγηση, όπου «ψυχή» εννοείται η εκ του ενός Ζωοδότη Θεού προέλευση της ζωής, που υπάρχει σε κάθε ζωντανό κτίσμα, χωρίς την πλατωνίζουσα διάκριση των Γνωστικών. Κατά την εβραϊκή Βίβλο, η «ψυχή» δεν αναφέρεται σε ένα μόνο τμήμα της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά σημαίνει τον ολόκληρο άνθρωπο, ως ενιαία ζωντανή υπόσταση «και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν», που στην πορεία καθυποτάχθηκε από τον θάνατο «εβασίλευσε ο θάνατος». (Γεν. 2:7, Ρωμ. 5:14-17)

 

«Και γαρ απ΄ αρχής Αδάμ τη έκτη ημέρα πλασθείς από γης και λαβών το εμφύσημα εζωογονήθη». (Επιφανίου, Πανάριον κεφ. 4)

 

«τι πσαι α ψυχα μα εσιν ν τρπον ψυχ το πατρς οτως κα ψυχ το υο μα εσιν ψυχ μαρτνουσα ατη ποθανεται». (Ιεζ. 18:4)

 

«Κα π πσ ψυχ τετελευτηκυίᾳ οκ εσελεσεται π πατρ ατο οδ π μητρ ατο ο μιανθσεται». (Λευ. 21:11 Ο΄)

 

«Πσα ψυχ ξουσίαις περεχούσαις ποτασσέσθω». (Ρωμ. 13:1)

 

«ποστείλας δ ωσφ μετεκαλέσατο ακβ τν πατέρα ατο κα πσαν τν συγγένειαν ν ψυχας βδομήκοντα πέντε». (Πράξ. 7:14)

 

«…λέγων γερθες παραλάβε τ παιδίον κα τν μητέρα ατο κα πορεύου ες γν σραήλ· τεθνήκασιν γρ ο ζητοντες τν ψυχν το παιδίου». (Ματθ. 2:20)

 

«Και επεν Σαμψών αποθανέτω ψυχ μου μετ λλοφλων». (Κρ. 16:30)

 

Βλέπουμε λοιπόν ότι οι εβραϊκές βιβλικές αναφορές και ο αντιαιρετικός Επιφάνιος, αντικρούουν την πλατωνίζουσα Ανατολική πίστη περί αθανασίας της ψυχής, όπως αυτή διατυπώνεται και σε νεκρώσιμη ακολουθία (Εξοδιαστικό)  ιερομονάχων του 16ου αιώνα. 

 

«Ο Θεός ημών ο δημιουργός και ευεργέτης απάσης της κτίσεως ο κατασκευάσας τον άνθρωπον εκ σώματος αισθητού τε και χοϊκού και νοεράς και αθανάτου ψυχής …»[19].

 

Ο Αριστοτέλης ομοίως αντικρούει τον Πλάτωνα λέγοντας ότι: «Ότι μεν ούν ουκ έστιν η ψυχή χωριστή του σώματος, ή μέρη τινά αυτής – ή μεριστή πέφυκεν – ουκ άδηλον»[20].


Το δόγμα της «αθανασίας της ψυχής» είναι άμεσα συνδεδεμένο με την δοξασία της μετεμψύχωσης, όπου η ψυχή μετά τον θάνατο του σώματος αναχωρεί και εισέρχεται σε άλλο σώμα ανθρώπου, ζώου ή φυτού, μέχρι να γίνει η κάθαρση της και να επιστρέψει στην προ της πτώσεως της κατάσταση. Η άποψη αυτή μαζί με την πλατωνίζουσα «χριστιανική» άποψη ότι ο «θνητός» άνθρωπος έχει μέσα του μία νοερά αθάνατη υπόσταση που ή θα απολαύσει μακαριότητα ή θα βασανίζεται αδιαλείπτως από τον δήμιο «τριαδικό Θεό» μετά τον θάνατο του σώματος, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον όρο «θνητός» και με την αποστολική ρήση ότι ο Θεός είναι «ο μόνος έχων αθανασία» και με το «δει.. το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν». Ο Θεός λοιπόν σύμφωνα με τις θρησκευτικές απόψεις έπλασε τον άνθρωπο με σκοπό να τον βασανίζει αιωνίως εάν δεν υποταχθεί στις τρεις υποστάσεις του. 

 

 

Το πλήρωμα του Θεού κατά τους Γνωστικούς

Κατά την εκδοχή του Αιγύπτιου Βαλεντίνου, ενός εκ των θεωρουμένων «πατέρων» του Γνωστικισμού, στον αρχέτυπο κόσμο εκπορεύτηκαν εκ του Αληθινού, Άρρητου, Αγαθού και Υπερβατικού Θεού, τριάντα, αρσενικές και θηλυκές πνευματικές οντότητες οι «Αιώνες» με ιεραρχική τάξη. Οι Αιώνες δημιούργησαν ερωτικά ζεύγη «αρρενοθήλειες ενότητες», από τα οποία προήλθαν άλλοι κατώτεροι ιεραρχικά Αιώνες. Όλοι οι Αιώνες συγκροτούσαν  το πλήρωμα του Θεού.

 

Η εκδοχή του Βαλεντίνου για το πλήρωμα του Θεού, συγγενεύει α) με τις εκπορεύσεις «Σεφιρότ» που αναφέρουν τα απόκρυφα κείμενα της Καμπάλα και το καμπαλιστικό δένδρο της ζωής β) με το Λάβδωμα ή Τετρακτύς  των Πυθαγορείων και το το αρχαιοελληνικό δένδρο της ζωής και γ) με την  θεογονία του Ησίοδου, σύμφωνα με τον Επιφάνιο.

 

 

Ο «Αιώνας Ιησούς» των Γνωστικών

Ο τελευταίος Αιώνας του πληρώματος, η Σοφία, δυσαρεστημένη για την κατάταξη της, επιθυμεί να ενωθεί με τον Άρρητο. Εκείνος την ωθεί να ενωθεί με την προβολή του, το «Νου» και έτσι γεννιόνται δύο νέοι Αιώνες, ο Χριστός και το Άγιο Πνεύμα. Η αταξία αποκαθίσταται με την γέννηση του Αιώνα Ιησού, που διασπά τον Αιώνα Σοφία σε δύο, την Ουράνια και την Χθόνια ή Αχαμώθ.  Η «Σοφία Αχαμώθ», εκβάλετε από το πλήρωμα του θεού και γεννά τον κακό θεό, τον ερμαφρόδιτο Ιαλδαβαώθ ή Σάκλα, που σημαίνει Υιός του Χάους και τον παρουσίαζαν ως λεοντόμορφο Φίδι. Αυτός μη γνωρίζοντας ότι υπάρχει άλλος θεός ανώτερος του, δημιουργεί τον παρόντα υλικό κατώτερο και ελλαττωματικό κόσμο. Για τους Γνωστικούς αυτός ήταν ο θεός της Π.Δ., θέση κατεξοχήν αντι-ιουδαϊκή, που τους οδήγησε να τιμούν τους απειθείς χαρακτήρες της βιβλικής αφήγησης. Για τους σύγχρονους θεόσοφους, ο Ιαλδαβαώθ είναι ο αληθινός τέλειος Όφις, ο επτακέφαλος θεός (το θηρίο της αποκάλυψης με τα επτά κέρατα).

 

Αξιοσημείωτο είναι ότι σε όλες τις παραλλαγές των Γνωστικών μύθων, ανιχνεύεται η προ-εγκόσμια γέννηση του «Αιώνα Ιησού», που έχει πνευματική συγγένεια με την φιλοσοφική «πατερική σκέψη» της προ-εγκόσμιας και προαιώνιας ύπαρξης του Υιού, του δευτέρου προσώπου / Θεού, του Μυστηρίου της «Τρισυπόστατης Μονάδας», όπως ορίζεται στο σύμβολο της πίστεως «τν κ το Πατρς γεννηθέντα πρ πάντων τν αώνων». Σύμφωνα δε πάντα με την «πατερική σκέψη» ο Υιός αν και είναι «γεννητός» προ πάντων των αιώνων συγχρόνως είναι και «συνάναρχος» με τον Πατέρα, αν και είναι «ομοούσιος(ν) τω πατρί» συγχρόνως είναι και υπερούσιος !!!!

 

 

Υπερούσιος

«Υπερούσιος χαρακτηρίσθηκε από τους θεολογούντες των πρώτων μετά Χριστόν χρόνων ο Θεός (Χριστιανισμός) ως «επέκεινα της ουσίας κείμενος», (Ιουστίνος, Μέγας Αθανάσιος, Ιωάννης ο Δαμασκηνός κ.ά.).

Ως Υπερούσιος όμως, ανυμνείται από τους υμνογράφους της Χριστιανικής Εκκλησίας και ο Χριστός, το δεύτερο πρόσωπο της Τριαδικής Θεότητας «Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει ... κλπ.»[21].

 

Στους Νεοπλατωνιστές, οι οποίοι είχαν αποδεχτεί το δόγμα του ζωροαστρικού δυισμού[22], ανήκει και το έργο του Ιάμβλιχου «περί Αιγυπτίων μυστηρίων» όπου αναφέρεται ότι από τον Ένα υπερβατικό θεό ξεπρόβαλε ένας δεύτερος θεός που ήταν «προούσιος και αρχή της ουσίας  (των όντων)»[23] και ο θεός των υποδεέστερων ενδιάμεσων θεών.

 

Προούσιος= ο προ πάσης ουσίας (ύλης) υπάρχων (Lexigram)

Οι καθηγητές της φιλοσοφίας  Βασίλης Κάλφας και Γιώργος Ζωγραφίδης  αναφέρουν ότι:

«Στην κρυπτική έκφραση πέκεινα τς οσίας στηρίχθηκε η πεποίθηση ότι ο Πλάτων ανέπτυξε μια «άγραφη» φιλοσοφία, μαθηματικής έμπνευσης, μόνο για τους μυημένους της Ακαδημίας, συστατικό στοιχείο της οποίας είναι η οντολογική πρόταξη του Αγαθού (που ταυτίζεται με το Ένα), και η παραγωγή των Ιδεών και των μαθηματικών οντοτήτων από αυτό. Όπως και να έχουν τα πράγματα, η τοποθέτηση του Αγαθού πέκεινα τς οσίας δεν παύει να σημαίνει και κάτι πιο απλό: ότι, για τον Πλάτωνα, όλη η γνώση έχει ηθική θεμελίωση, ότι η ηθική προηγείται της γνωσιολογίας»[24].

Κρυπτικός = ο επιτήδειος εις το κρύπτειν ή κρύπτεσθαι, κρυψίνους, υποκριτής (Λεξ. Σκαρλάτου Δ. Βυζαντίου)

 

Ο φιλοσοφικός κρυπτικός όρος υπερούσιος «επέκεινα της ουσίας» ή προούσιος που αναφέρεται στο δεύτερο δημιουργό θεό της αιγυπτιακής Μυθολογίας και στο δεύτερο πρόσωπο/θεό της επιβεβλημένης «Τρισυπόστατης Μονάδας», είναι ανύπαρκτος στην «αποστολική σκέψη» και αντιπροσωπεύει το αντίπαλο προς αυτή στρατόπεδο της «πατερικής σκέψης» που αποκρυστάλλωσε και ερμήνευσε την εξελιγμένη «πλατωνική σκέψη» η οποία θέτει ως δημιουργό των όντων ένα δεύτερο «προούσιο» θεό που προβλήθηκε από τον Πρώτο.

 

 


Η ανθρωπογονία των Γνωστικών

Βοηθοί του κακού θεού ήταν τα ποιήματά του οι «Άρχοντες» ή οι 360 «Άγγελοι» σύμφωνα με τους Σηθιανούς, οι οποίοι και ποίησαν τον βιβλικό χοϊκό Αδάμ (= άνθρωπο), κατά την εικόνα του αρχέτυπου ερμαφρόδιτου τέλειου και μεγαλώνυμου πνευματικού ανθρώπου[25], που ήταν η αντανάκλαση του επίσης αρρενοθήλυ υπέρτατου θεού τον οποίον ονόμαζαν Μητροπάτορα (= Μητέρα και Πατέρα όλων) και ήταν ο Πιγεραδάμας ή Γεραδάμας. Για τους Ναασηνούς ο αρχέτυπος άνθρωπος ήταν τριφυής (σώμα, ψυχή, πνεύμα) και τον ονόμαζαν Αρχάνθρωπο ή Άνωθεν άνθρωπο ή Αδάμαντα. Οι Μανιχαίοι τον ονόμαζαν «Πρώτο Άνθρωπο». Οι Καμπαλιστές και οι σύγχρονοι θεοσοφιστές Νεογνωστικοί, τον ονομάζουν Αδάμ Κάδμων. Και στην ελληνική Μυθολογία όπου περιγράφονται τα «αρχέγονα ελληνικά μυστήρια» τον ονομάζουν Πρατόλαο.

 

Ο Ιαλδαβαώθ με την άδεια της μητέρας του «Σοφία Αχαμώθ», κενώνεται από την δύναμή του εμφυσώντας στον χοϊκό Αδάμ πνοή ζωής, η οποία όμως περιείχε τα θεϊκά στοιχεία της μητέρας του. Έτσι ο άνθρωπος απέκτησε θεία σπίθα και συνείδηση θεϊκής καταγωγής από το πλήρωμα της θεότητας, την οποία όμως ο Ιαλδαβαώθ την φυλάκισε με τα δεσμά της λήθης. Η μόνη ελπίδα «αυτοσωτηρίας» του ανθρώπου ήταν η αφύπνιση της εσωτερικής θείας σπίθας, μέσω της απόκρυφης ενορατικής γνώσης και η ανάκτηση της μνήμης της, θέση συγγενής με τους σύγχρονους θεόσοφους.

 

Η θεία σπίθα των Γνωστικών συγγενεύει και με τον μύθο του Τιτάνα Προμηθέα, ποιητή του ανθρώπου από πηλό και φωτιά, που περιέγραφε την μαγική εκείνη στιγμή, που ανεφλέγει πνευματικά, με την βοήθεια της θεάς της σοφίας Αθηνάς, η νοητική σπίθα στον άνθρωπο, διακρίνοντας τον από το υπόλοιπο «άλογο» ζωικό βασίλειο[26].

 

 

Η ενσάρκωση του «Αιώνα Ιησού» κατά τους Γνωστικούς

Στην συνέχεια ο Γνωστικός «πατέρας» Βαλεντίνος μας παραδίδει την ακόλουθο ψευδή γνώση:  Ο Αιώνας Ιησούς, ενσαρκώνεται (ντύνεται με υλικό σώμα) και γίνεται ο (τέλειος) άνθρωπος Ιησούς.

 

Η «σκέψη» του Βαλεντίνου, συγγενεύει με την «σκέψη» των Απολογητών που έλεγαν: «η δε πρώτη δύναμις μετά τον Πατέρα πάντων και Δεσπότην Θεόν και υιός ο λόγος εστίν ος τίνα τρόπον σαρκοποιηθείς άνθρωπος γέγονεν»[27], καθώς και με την αποκαλυπτική «πατερική σκέψη» της ενσάρκωσης του προ-υπάρχοντος Υιού σε τέλειο άνθρωπο.

 

Μετά ο Αιώνας Χριστός εμφανίζεται στους ανθρώπους με την μορφή του ανθρώπου Ιησού (που ήταν η ενσάρκωση του Αιώνα Ιησού), στον οποίον και είχε ενοικήσει κατά την βάπτιση του στον Ιορδάνη ποταμό, με σκοπό να τους επαναφέρει στο πνευματικό φως και στη συνέχεια εγκαταλείπει τον άνθρωπο Ιησού, πριν την σταύρωση του. Ο σταυρικός θάνατος του Ιησού, για τους Γνωστικούς δεν σώζει, αλλά ήταν η απελευθέρωση του Αιώνα Ιησού από το υλικό του σώμα.

 


Σκοπός του ενσαρκωμένου Αιώνα Ιησού ήταν:                                                                                                                          Η αφύπνιση και σωτηρία της εκπεσούσης ψυχής, του θείου στοιχείου του ανθρώπου, μέσω της διαφώτισης του Αιώνα Χριστού, που το πετύχαιναν οι «πνευματικοί» ανακτώντας την μνήμη των προτέρων. Έτσι οι «πνευματικοί» δια της γνώσεως αυτοσώζονται, γίνονται δηλαδή Γνωστικοί και εισέρχονται στο πλήρωμα του θεού.

Η αποκατάσταση της ενοφυλίας ή αφυλίας κατά το αιώνιο αρχέτυπο του ερμαφρόδιτου πνευματικού ανθρώπου.

Η κατάλυση της εξουσίας του κακού θεού της Π.Δ.

Η καταστροφή του ελλαττωματικού υλικού κόσμου και των «σαρκικών / υλικών» ανθρώπων μέσω της εκπύρωσης ή μέσω διάλυσης.

Η αποβολή των «ψυχικών» εκ του θείου πληρώματος.

Η αποκατάσταση της θείας τάξης, εντός του πληρώματος του θεού.

 

Ο «Αιώνας Χριστός» λοιπόν δια του «ενσαρκωμένου Αιώνα Ιησού» παρέχει την γνώση για την αυτοσωτηρία των «πνευματικών» ανθρώπων, και διασώζει και το «θείο πλήρωμα».

 

Εκπύρωση


Αξιοσημείωτο είναι ότι η δοξασία της «Παλιγγενεσίας» του Ηράκλειτου και των Στωικών, οι οποίοι υποστήριζαν την «κυκλική πορεία του σύμπαντος προς την αιωνιότητα» μέσω επαναλαμβανομένων πανομοιότυπων αναγεννήσεων των ορατών, που λάμβαναν χώρα μετά από κάθε εκπύρωση[28], είχε  επίδραση στα περισσότερα θρησκευτικά και φιλοσοφικά συστήματα. Επίδρασε επίσης και στην «πατερική σκέψη» με την διαφορά ότι η τελευταία  υποστηρίζει την «ευθύγραμμη πορεία του σύμπαντος» και προσμένει γεγονότα που νομοτελειακά θα επιφέρουν, δια του πυρός, το τέλος της ιστορίας των αισθητών».

 

 


Ενσάρκωση (incarnation)

Οι Γνωστικοί ασχολούνταν με την αρχαία Φιλοσοφία και Μυθολογία, την οποία και είχαν ως δεξαμενή σκέψης. Έτσι είχαν υιοθετήσει την αντιβιβλική άποψη της ενσάρκωσης και μετενσάρκωσης, που ήταν πάγια διδασκαλία των Ορφικών, των Πυθαγόρειων, των Πλατωνικών, των λατρών του Διόνυσου κ.ά., που πίστευαν, ότι οι αθάνατες ψυχές των ανθρώπων ήταν πνεύματα, που εξέπεσαν από τον ουρανό στην γη (κάθοδος της ψυχής εντός της ύλης) λόγω ακαθόριστης αμαρτίας και για τιμωρία ενσαρκώθηκαν, ντύθηκαν δηλαδή με υλικό σώμα και έκτοτε το ζητούμενο είναι ο εξαγνισμός μέσω πολλών μετενσαρκώσεων και η αποκατάσταση στην αρχική τους προέλευση. Η πτώση της ψυχής από την ουράνια μακαριότητα μέσα στο γήινο σώμα, συμβολίζεται κατά τον Ιουδαίο φιλόσοφο Φίλωνα, από τους δερμάτινους χιτώνες, που έδωσε ο Θεός στον Αδάμ και στην Εύα να φορέσουν, πριν τους εκβάλει, από τον Κήπο της Εδέμ. Κατά τον ίδιο, η εκπεσούσα ψυχή και η φυλάκιση της στο γήινο σώμα μοιάζει με την υποδούλωση των Εβραίων στην Αίγυπτο και πρέπει να επιδιώκει την έξοδο της.

Επίσης στους «Χαλδαϊκούς Χρησμούς» αναφέρεται ότι: 

«Όσον αφορά την υπόσταση της ψυχής, αυτή έχει ένα διαμεσολαβητικό και αναγωγικό ρόλο. Με την κάθοδο της στα σώματα καθίσταται δέσμια της ύλης,  χωρίς όμως να παύει να αποτελεί μία ρευστή πραγματικότητα, διατηρώντας ένα μη πεπτωκός τμήμα της στο νοητό κόσμο. Τελικά, προορίζεται να ανέλθει στον τόπο προέλευσής της, στον ουράνιο θόλο, ξεφεύγοντας από τη λήθη των αισθητών»[29].

Η γνωστική ιδέα της ενσάρκωσης, του αρχέτυπου Αιώνα Ιησού στον γήινο άνθρωπο Ιησού, μαρτυρείται από αντιαιρετικές πηγές και στο πρόσφατα ανακαλυφθέν γνωστικό απόκρυφο ευαγγέλιο του Ιούδα. Σε αυτό φαίνεται ότι ο «προδότης» Ιούδας κατείχε ιδιαίτερη γνώση και η προδοσία του ήταν λυτρωτική ενέργεια, για να ελευθερωθεί το ενσαρκωμένο Πνεύμα του Ιησού, από το υλικό στοιχείο και να επιστρέψει στο πλήρωμα του θεού. Σύμφωνα πάντα με το απόκρυφο κείμενο, ο Ιησούς είπε στον Ιούδα «Εσύ θα θυσιάσεις τον άνθρωπο που με ενδύει»[30].

 

Την θεωρία της ενσάρκωσης του «Φιλοσοφικού Ιησού», άντλησε από την ίδια δεξαμενή σκέψης της Φιλοσοφίας και της Μυθολογίας και η «πατερική σκέψη» και τα συγγενή της δόγματα που ομολογούν πίστη στον «ενσαρκωμένο Υιό», παραποιώντας το «εγένετο», της αποστολικής ρήσης «ο λόγος σαρξ (= σώμα) εγένετο» που είναι μέση φωνή, αόρ. β΄ του ρήματος «γίγνομαι» σε «ενσαρκώθηκε».

 

Γίγνομαι = γεννώμαι || έρχομαι εις το είναι, γίνομαι || είμαι. (Λεξ. Σταματάκου)

 

Εν-σαρκώνω= υλοποιώ || δίδω υλικήν υπόσταση εις τινα || ενσωματώνω || μετενσαρκώνω || μετεμψυχώνω. (Λεξ. Σταματάκου)

 

Επηρεασμένοι βαθιά από την γνωστική δοξασία της ενσάρκωσης του «Αιώνα Ιησού», οι «πατέρες» της «Καθολικής Ρωμαϊκής Εκκλησίας» και οι συναφείς ομολογίες, αρνούνται, ότι ο Ιησούς Χριστός ήταν ο «προκεχειρισμένος» (= ορισμένος εκ των προτέρων, προορισμένος), αληθινός Υιός του Θεού που γεννήθηκε εν χρόνω, 100% εκ Πνεύματος Αγίου.

 

«Το δ ησο χριστο γένεσις (όχι η ενσάρκωση) οτως ν. μνηστευθείσης τς μητρς ατο Μαρίας τ ωσήφ, πρν συνελθεν ατος ερέθη ν γαστρ χουσα κ πνεύματος γίου». (Ματθ. 1:18)

 

Αντ’ αυτού, αντιγράφοντας τους μύθους του Γνωστικισμού, ευαγγελίζονται, ότι ο προαιώνιος Υιός, κατέβηκε από τον ουρανό και ενσαρκώθηκε (ντύθηκε με χοϊκό σώμα) «κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπίσαντα», όπως ορίζεται στο πατερικό σύμβολο της πίστεως. Η δήλωση αυτή είναι μυθολογική και κατά την «πατερική σκέψη» εμπλέκει τρία μέρη, α) τον προ-υπάχοντα Υιό, β) το Πνεύμα το Άγιο και γ) την θνητή Μαρία. Παραπέμπει όμως σε σύζευξη ουρανού και γης, συγγενεύοντας έτσι με την μυθική ένωση του θεού Ουρανού που ήταν κατοικία των θεών και το πρώτο μυθικό αρσενικό στοιχείο  και της θεάς Γαίας την «μητέρα των μακάρων και των θνητών ανθρώπων» που στην μυθική κοσμογονία συμβολίζει την υλική πλευρά του κόσμου[31].  

 

Ο θεολόγος και καθηγητής της πατρολογίας, αείμνηστος Παναγιώτης Χρήστου, στο άρθρο του «Ενοφυλία το ιδεώδες των Γνωστικών» αναφέρει:

«Γενικώς εις τα συστήματα των Γνωστικών δύο θεότητες προεδρεύουν των θείων και των εγκοσμίων, μία άρρην και μία θήλεια. Η πρώτη περικλείει το ουράνιον στοιχείον, η Δευτέρα το γήινον είναι ο ουρανός και η γη της παλαιάς ελληνικής θρησκείας»[32]. 


Οι δύο φύσεις του Ιησού                                                                                                                                                                 Η συνδυαστική αυτή γνωμάτευση των συνοδικών πατέρων, ότι ο προ-υπάρχων δεύτερος θεός (ο Υιός) ενσαρκώθηκε «εκ πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου» [άρα ο Ιησούς δεν ήταν ο Υιός του Θεού αλλά η ενσάρκωση του προ-υπάρχοντος δεύτερου θεού-Υιού] οδήγησε αναπόφευκτα και στην όχι καινοφανή ιδέα των δύο φύσεων του Ιησού, που είναι πνευματική κληρονομιά της Μυθολογίας, την οποία αφελώς ασπάζονται και τα πνευματοληπτικά κινήματα της Πεντηκοστής που είναι γεννήματα αμερικανικών χριστιανικών σιωνιστικών κέντρων, καθώς και τα λοιπά της Διαμαρτύρησης.

Ήδη στον μυστικιστικό Ερμητισμό μεταφυσικό σύστημα και ένα σώμα συστηματοποιημένων, μαγικών, αστρολογικών και αλχημικών πρακτικών») συναντάμε την ιδέα των δύο φύσεων του εκπεσόντος στον φυσικό κόσμο αρχέτυπου ανθρώπου.

 

«Και ο ίδιος ο (αρχέτυπος) άνθρωπος, θαυμάζοντας την εικόνα του, ερωτεύεται τον εαυτό του και θέλει να κατοικήσει στη γη. Έτσι έχουμε την πτώση του ανθρώπου και η φύση τον περισφίγγει από παντού. Και εξ αιτίας της πτώσης του ο άνθρωπος έχει διπλή φύση: θνητός ως προς το σώμα και αθάνατος ως προς την ουσία, δούλος και ταυτόχρονα κυρίαρχος της Ειμαρμένης που τελικά προσδιορίζεται από όλες τις σφαίρες»[33].

 

Ακόμα, σύμφωνα με την αποκρυπτογράφηση του δίσκου της Φαιστού , ο Έλληνας, ως αληθινός γιος του θεού, γεννιέται από γήινη μήτρα και ουράνιο σπέρμα.

 

Στο έργο του Αισχύλου «Προμηθεύς ο Δεσμώτης», ο Προμηθέας προλέγει ότι ο Λυτρωτής του, «ο λύσων», θα  γεννηθεί από Θεό και την θνητή παρθένο Ιώ[34].

 

Επίσης ο Διόνυσος που οι αρχαίοι Έλληνες τον αποκαλούσαν «Σωτήρα», «πάσχων θεός» και «θείο βρέφος» είχε και αυτός διττή φύση, αφού ήταν γέννημα της σύζευξης του θεού Δία (ουράνιο πρωταρχικό πυρ) και της θνητής νύμφης Σεμέλης (γήινη ουσία), ήτο δε και τρίγονος (τρις φορές γεννηθείς), ο Διόνυσος-Φάνης, ο Διόνυσος- Ζαγρέας και ο αναστημένος Διόνυσος που κλήθηκε από τον Δία να βασιλεύσει.

 

Ο μέγιστος των Ελλήνων μυθικών ηρώων Ηρακλής που οι γονείς του ήταν ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων Δίας και η θνητή Αλκμήνη είχε και αυτός δύο φύσεις, και πολλοί άλλοι.

 

Σύντομο ιστορικό της «ένωσης των δύο φύσεων του Ιησού»

Οι Οικουμενικές σύνοδοι, σκόπευαν στην εύρεση, από τους επισκόπους της Αυτοκρατορικής θρησκείας, καταπραϋντικών και συμβιβαστικών λύσεων στις εσω-εκκλησιαστικές διαμάχες τους, αφού πλήθος Γνωστικών και άλλων «αιρετικών» διετέλεσαν, για αρκετό καιρό, μέλη της «επίσημης Εκκλησίας». Πολλές φορές η επίλυση των δογματικών ερίδων γινόταν μέσα σε «ατμόσφαιρα τρομοκρατίας», με δωροδοκίες και φανατικούς οπλισμένους μοναχούς που λεηλατούσαν τις αντίπαλες εκκλησίες φονεύοντας τους επισκόπους των. Έτσι το Χριστολογικό δόγμα της σύνθετης φύσης του Ιησού σε μία υπόσταση, διατυπώθηκε το 451 μ.Χ. από την Δ΄ Οικουμενική της Χαλκηδόνας, που συγκάλεσε το Ρωμαϊκό αυτοκρατορικό ζεύγος Μαρκιανού και Πουλχερίας, με σκοπό να αντιμετωπισθεί η εριστική διδαχή του αρχιμανδρίτη Ευτυχίου, συνεργάτη του Κυρίλλου της Αλεξανδρινής σχολής, που υποστήριζε ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού απορροφήθηκε μέσα στη θεία και επομένως, ο Ιησούς είχε μία μόνο φύση τη θεϊκή. Έτσι αντί της «απορρόφησης» της μιας φύσεως από την άλλη, επικράτησε η «ένωση» των φύσεων σε μία υπόσταση, που υποστήριξε η σχολή της Αντιόχειας. Η νέα συνοδική φόρμουλα, για τη ταυτότητα της φύσης του Ιησού, επέφερε σχίσμα και οι εκκλησίες που αποσχίστηκαν ονομάστηκαν Αντιχαλκηδόνιες.

Όρος της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, σε απόδοση 

«Η ένωση των δύο φύσεων στον Χριστό έγινε έτσι ώστε αυτές να μη συγχέονται, να μη μεταβάλλονται να μη καταμερίζονται, να μη διαιρούνται, χωρίς (όμως) καθόλου να καταργείται η διαφορά των δύο φύσεων εξαιτίας αυτής της ένωσης, η οποία συντελέστηκε με τέτοιο τρόπο, που να διατηρεί η κάθε φύση τις ιδιότητες, αλλά και να είναι (και οι δύο) ενωμένες σ΄ ένα πρόσωπο και σε μία υπόσταση». Πηγή

 


Ο βιβλικός Ιησούς                                                                                                                                                                             Οι Απόστολοι δίδαξαν, ότι η Εβραία δούλη του Θεού Μαριάμ, έτεκε τον Ιησού, τον οποίον είχε συλλάβει θαυματουργικά, χωρίς την βιολογική συμμετοχή της. Αυτό που είχε γεννηθεί μέσα της ήταν εκ Πνεύματος Αγίου.

«το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματός έστιν Αγίου». (Ματθ. 1:20)

«Κα ποκριθες γγελος επεν ατ· Πνεμα γιον πελεύσεται π σ κα δύναμις ψίστου πισκιάσει σοι· δι κα τ γεννώμενον γιον κληθήσεται υἱὸς Θεο». (Λουκ. 1:35)

Οι φύσεις είναι ξεχωριστές και διακριτές και δεν συν-θέτονται, παρεκτός στην Μυθολογία. Ο Ιησούς δεν είχε δύο γονείς, πατέρα και μητέρα, όπως ο βιολογικός  άνθρωπος και οι μυθικοί θεάνθρωποι, ούτε είχε δύο φύσεις ενωμένες σε μία υπόσταση, μία βιολογική γήινη και μία επουράνια, αλλά ήταν ολόκληρος «Γέννημα» εκ θελήματος του ουράνιου Πατέρα, ο οποίος έμενε μέσα στον Υιό Του και ο Υιός  έμενε μέσα στον Πατέρα Του[35].

 

«Ε δ ποι κν μο μ πιστεύητε, τος ργοις πιστεύετε, να γντε κα γινώσκητε τι ν μο πατρ καγ ν τ πατρί». (Ιωάν. 10:38)

 

Ο Ιησούς ήταν «ο άρτος ο ζων ο εκ του ουρανού καταβάς», «η εικόνα του αοράτου Θεού», «ο Αρχηγός της ζωής», «ο Υιός (το Γέννημα) της αγάπης του Θεού», «απαύγασμα της δόξης και χαρακτήρ της υποστάσεως Αυτού», «ο Ζωντανός, αληθινός Ναός του Θεού». Ο Ιησούς  ήταν η απτή η ορατή η ζωντανή εικόνα του Πατέρα, το απαύγασμα της δόξας του Θεού του αοράτου που είναι « μόνος χων αθανασίαν».

 Ο Ιησούς δεν ήταν η φανέρωση της  αισθητής, ορατής υπόστασης, του θνητού χοϊκού ανθρώπου, τον οποίο ο Θεός εποίησε  κατά εικόνα Θεού «ν εκνι θεο ποησα τν νθρωπον» (Γεν. 9:6, Ο') και είναι «τύπος του μέλλοντος», που σημαίνει ότι ο χοϊκός θα λάβει την εικόνα του «επουρανίου Ιησού».

Ο Ιησούς ήταν η φανέρωση της αόρατης  και αθάνατης Υπόστασης του Αιώνιου Θεού και λειτουργούσε (μιλούσε, άκουε, ενεργούσε, ζωοποιούσε) ακριβώς όπως ο Πατέρας Του γιατί ήταν ο Ίδιος ο Αληθινός Θεός και η Ζωή η Αιώνια και όχι ένας δεύτερος θεός που έγινε θεάνθρωπος «την δόξαν μου ετέρω ου δώσω». (Ησ. 42:8)

 

«ο πιστεύεις τι γ ν τ πατρ κα πατρ ν μοί στιν; τ ήματα γ λέγω μν π' μαυτο ο λαλ, δ πατρ ν μο μένων ποιε τ ργ ατο». (Ιωάν. 14:10)

 

Ο «Λόγος» δεν πήρε σάρκα, αλλά έγινε σάρκα «Ο Λόγος σαρξ εγένετο» και έτσι, φάνηκε, έγινε ορατός ο Ένας Θεός της Π. Διαθήκης «ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί», «η Ζωή εφανερώθη».

 

Αυτός που κατέβηκε από τον ουρανό δεν ήταν ο ενδιάμεσος θεός του Πλάτωνα και των Γνωστικών, ούτε ο δεύτερος θεός των Απολογητών, των Ερμητιστών και των «πατέρων της Καθολικής Εκκλησίας» αλλά ήταν ο Πατέρας Θεός με σώμα εξ ουρανού που το γέννησε ο Ίδιος.  Όποιος έβλεπε το σώμα του Ιησού έβλεπε τον Αιώνιο Θεό.

 

«Ο εωρακώς εμέ εώρακεν τον πατέρα». (Ιωάν. 14:9)

 

«λλ' επον μν τι κα ωράκατέ με κα ο πιστεύετε». (Ιωάν. 6:36)

 

Και στον Μωυσή είπε ο Θεός «κατέβην εξελέσθαι αυτούς» (από την Αίγυπτο) αλλά τότε κατέβηκε ασώματος, χωρίς σώμα, διότι ακόμη δεν είχε γεννήσει τον μονογενή Υιό Του. (Ιωάν. 2:21, 6:51, Πράξ. 7:34).

 

 Ο Ιησούς, ο Χριστός, δεν ντύθηκε με χοϊκό σώμα                                                                                                  

«Σώματα επουράνια και σώματα επίγεια». Ο Αρχηγός της σωτηρίας Ιησούς, ο Χριστός, ο Λόγος της ζωής, είχε ξεχωριστό / μοναδικό επουράνιο σώμα «ουκ εξ αιμάτων», που η ταυτότητα του ήταν «η Ανάσταση» και «η Ζωή», «γ εμι νάστασις κα η ζωή».

 

Όταν ο Ιησούς ρώτησε σεις τίνα με λέγετε ότι είμαι; Ο Πέτρος δεν είπε ότι: Συ είσαι ο Υιός της Μαρίας, ούτε είπε: Συ είσαι ο ενσαρκωμένος Υιός του Θεού, αλλά είπε: «Συ είσαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος». Και ο Ιησούς του απάντησε: «Μακάριος είσαι, Σίμων, υιέ του Ιωνά, διότι σαρξ και αίμα δεν σοι απεκάλυψε τούτο, αλλ' ο Πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς». (Ματθ. 16:16-17)

 

 Ο Ιησούς ήταν «ο Υιός του Πνεύματος, ο Υιός του Θεού» διότι τον γέννησε ο Αιώνιος Θεός / το Αιώνιο Πνεύμα. Δεν είχε, ούτε φόρεσε σώμα χοϊκού ανθρώπου. Απεναντίας ο χοϊκός άνθρωπος που είναι «τύπος του μέλλοντος», λαμβάνοντας τον Ιησού «θέλει φορέσει την εικόνα του επουρανίου».

 

«Οποίος ο χοϊκός, τοιούτοι και οι χοϊκοί, και οποίος ο επουράνιος, τοιούτοι και οι επουράνιοι και καθώς εφορέσαμεν (οι εν Χριστώ) την εικόνα του χοϊκού, θέλομεν φορέσει και την εικόνα του επουρανίου». (Α΄ Κορ. 15:49)

Το σώμα του Ιησού δεν ήταν φαινομενικό, όπως πίστευαν οι Δοκητές, αλλά ήταν ορατό και ψηλαφούμενο, όπως και το μάνα εξ ουρανού ήταν ορατό και ψηλαφούμενο, με ίδιον, τίμιο αίμα.

 

«Εκείνο, το οποίον ήτο απ' αρχής, το οποίον ηκούσαμεν, το οποίον είδομεν με τους οφθαλμούς ημών, το οποίον εθεωρήσαμεν και αι χείρες ημών εψηλάφησαν, περί του Λόγου της ζωής». (Α΄ Ιωάν. 1:1)

 

Εάν, με το φως της  Κ. Διαθήκης, συγκρίνουμε το «εξ ουρανού» σώμα του Κυρίου Ιησού (Α΄ Κορ. 15:47) του δεύτερου ανθρώπου (Αδάμ=άνθρωπος), με το αισθητό, χοϊκό σώμα του πρώτου ανθρώπου, παρατηρούμε ότι το σώμα του Ιησού, ήταν ομοίωμα/απεικόνισμα του αισθητού σώματος της αμαρτίας (σάρκας) του χοϊκού ανθρώπου και όχι απαύγασμα της δόξας του ή χαρακτήρας της υπόστασης του.

 

Άλλωστε ο Ησαΐας φωνάζει «πάσα σαρξ χόρτος και πάσα δόξα ανθρώπου ως άνθος χόρτου». (40:6). Και ο Ιώβ λέει: «βροτός δε γεννητός ίσα όνω ερημίτη». (11:12, Ο')

 

 

Τι είναι το ομοίωμα

Ομοίωμα = το, πράγμα τι έχον ομοιότητα προς άλλο, απεικόνισμα (Λεξ. Liddell-Scott)

 Απεικόνισμα= η ακριβής αναπαράσταση με εικαστικά μέσα (Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα)

 Ομοίωμα = κάθε κατασκευή που μοιάζει εξωτερικά ως προς τη μορφή, το σχήμα κτλ. με κάτι άλλο, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο (ξύλινο / γύψινο ομοίωμα του Παρθενώνα), αντίγραφο. (Lexigram)

 Ομοίωμα= αντικείμενο που κατασκευάστηκε έτσι ώστε να είναι όμοιο εξωτερικά με άνθρωπο, ζώο ή πράγμα, χωρίς όμως να έχει τις λειτουργίες του προτύπου του π.χ. μουσείο κέρινων ομοιωμάτων (Βικιλεξικό)

 

Τι είπαν οι Απόστολοι για την σάρκα /σώμα του Ιησού

 

«Τ γρ δύνατον το νόμου ν σθένει δι τς σαρκός, θες τν αυτο υἱὸν πέμψας ν μοιώματι σαρκς μαρτίας … ». (Ρωμ. 8:3)

 

« …. εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος». (Φιλ. 2:7)

 

«πε ον τ παιδία κεκοινώνηκεν αματος κα σαρκός, κα ατς παραπλησίως (= περίπου, σχεδόν ομοίως) μετέσχεν τν ατν». (Εβρ. 2:14)

 

Ο Ιησούς θεληματικά υπέφερε και δοκιμάστηκε κατά πάντα, όπως ο χοϊκός άνθρωπος υποφέρει και δοκιμάζεται, για να γίνει εύσπλαχνος και αξιόπιστος Αρχιερέας και θεληματικά γεύθηκε τον θάνατο υπέρ παντός ανθρώπου για να νικήσει τον θάνατο και ανέστη για να μας χαρίσει την Ζωή (Ιωάν. 3:13, 6:51, Ρωμ. 8:3, Πράξ. 20:28, Φιλιπ. 2:8, Εβρ. 2:16-17, 2:9, 4:15, 10:5,  GR/Orthodox)

 

Η ενσάρκωση και η μετενσάρκωση, ήταν κυρίαρχη πίστη των ειδωλολατρών, των Γνωστικών και των ανατολικών θρησκειών


Όπως οι όροι ομοούσιος και υπερούσιος, έτσι και ο όρος ενσάρκωση είναι ανύπαρκτος στην Αγία Γραφή, απαντάται μόνο σε αρχαίες θρησκείες και φιλοσοφικές σχολές.

 

Στην αιγυπτιακή Μυθολογία, το νερό και ο ήλιος θεωρούνταν σύμβολα της ζωής, λόγω γεωγραφικής θέσης (Νείλος ποταμός, ηλιοφάνεια). Οι δε ηγεμόνες της Αιγύπτου (Φαραώ) ήταν η ενσάρκωση του Θεού στην γη και το επίκεντρο της  θρησκευτικής λατρείας.

 

Στον Ινδουισμό, αβατάρ είναι η κάθοδος και η ενσάρκωση ανώτερων όντων στην γη, όπως ο αγέννητος και αθάνατος θεός  Βισνού, που έχει στο ενεργητικό του πολυάριθμες ενσαρκώσεις, με μορφή ζώων, πουλιών, φυτών και ανθρώπων, με σκοπό να σώσει την ανθρωπότητα από το κακό και τις δαιμονικές δυνάμεις. Οι κυριότερες ενσαρκώσεις του Βισνού είναι με την μορφή του Ραμαγιάνα ή Ράμα και του Κρίσνα. Σε αναμονή είναι η αβατάρα του Κάλκιν, η ενσάρκωση του λευκού αλόγου, που θα αποκαταστήσει στη γη τον χρυσό αιώνα και θα φέρει την τελική απελευθέρωση του ανθρώπου και την ανακάλυψη της θείας φύσης του[36]. Ο Ινδουισμός έχει έξι (6) ορθόδοξα συστήματα, το αρχαιότερο φιλοσοφικό σύστημα αυτογνωσίας η Βεδάντα, θεωρεί, ότι το αισθητό είναι παραίσθηση (illusion), το δε σύμπαν κατά διαστήματα καταστρέφεται και αναδημιουργείται (Ηράκλειτος - Στωικοί).

 

Επίσης το θρησκευτικό ρεύμα των Αλαουίτων, που είναι κράμα ζωροαστρικών, χριστιανικών, μουσουλμανικών και γνωστικών δοξασιών,  πιστεύει ότι η ενσάρκωση του Θεού ήταν ο Ιουδαίος Ιησούς του Ναυή, που κατέκτησε την γη του Ισραήλ, καθώς και ο τέταρτος χαλίφης Αλί, που δολοφονήθηκε από τους εχθρούς του Σουνίτες.

 

Οι οπαδοί του αποθανόντα Ινδού γκουρού Σάτυα Σάι Μπάμπα, τον υμνούν ως ενσάρκωση της Αγίας Τριάδας και της Αλήθειας, ως Κύριο της δημιουργίας και σωτήρα της ανθρωπότητας. Ο ίδιος πάντως είχε δηλώσει ως νέος, ότι ήταν η ενσάρκωση του πνευματικού δασκάλου Σάι Μπάμπα του Σίρντι.

Οι περισσότεροι δάσκαλοι και καθοδηγητές του Γνωστικισμού, όπως ο Σίμων και ο μαθητής του Μένανδρος, θεωρούσαν τους εαυτούς τους γνήσιες ενσαρκώσεις ανώτατων δυνάμεων[37].

 

Οι γνωστικοί Σηθιανοί, πήραν το όνομά τους από την λατρεία του Σήθ, υιού του Αδάμ, που πίστευαν ότι ήταν η ενσάρκωση του θεού και κατείχε την θέση του Χριστού.

 

Ακόμη και ο Πέρσης Μάνης, που ίδρυσε δική του θρησκεία, τον Μανιχαϊσμό, πίστευε ότι είναι η τελευταία ενσάρκωση του Χριστού και του Βούδα.

 

Ομοίως η αναδυόμενη νέα κινεζική θρησκεία «Του Παντοδύναμου Θεού», που υποστηρίζει ότι ο Χριστός των εσχάτων ημερών εμφανίστηκε στην Κίνα, υιοθετεί θεωρίες ενσαρκώσεων και άλλες γνωστικές αντιλήψεις.

 

Οι Μελχισεδεκιτές, της Φρυγίας και της Λυκαονίας, κράμα Ιουδαϊσμού και Χριστιανισμού, πίστευαν ότι ο Μελχισεδέκ ήταν η ενσάρκωση του Λόγου. Αυτοί κατά την Οθωμανική περίοδο εξισλαμίστηκαν βιαίως.

 

Οι Ιμαμίτες (Δωδεκατιστές), που είναι μέρος του  Σιιτισμού[38], θεωρούν τους δώδεκα μεγάλους πνευματικούς καθοδηγητές (= Ιμάμηδες) ότι είναι η ενσάρκωση του θείου φωτός. Αναμένουν τον δωδέκατο μεσσιανικό Ιμάμη  (Mahdi = ο ορθά καθοδηγούμενος), να έρθει στις έσχατες ημέρες του κόσμου, ως  σωτήρας του Ισλάμ, έχοντας βοηθό του τον Χριστό που θα κατέβει από τον ουρανό για αυτό τον σκοπό  (Δευτέρα Παρουσία) και θα κάνει όλους τους Χριστιανούς Μουσουλμάνους. Και ύστερα θα επέλθει η συντέλεια του κόσμου, η εκμηδένιση της ύλης, η Κρίση και η αιωνιότητα.

 

Σύμφωνα δε με τον Όμηρο και την ομηρική σχολή σκέψης, οι θεοί ενσαρκώνονταν και συμμετείχαν ενεργά στα ανθρώπινα δρώμενα και την ανθρώπινη ιστορία, όπως μας διδάσκουν και τα «Ομηρικά έπη», Ιλιάδα και Οδύσσεια.

 

Στα απόκρυφα βιβλία των Καμπαλιστών, τα οποία αποδεικνύουν για τους δύσπιστους, την ιστορικότητα του Ιησού, αναφέρεται ότι το πνεύμα του Ησαύ μπήκε μέσα στον Χριστό και γι΄ αυτό ήταν κακός και ο ίδιος  ο Ησαύ.

 

Επίσης ο Ιώσηπος, λέει για τους ελληνίζοντες Φαρισαίους: «Όλες οι ψυχές, υποστηρίζουν, είναι άφθαρτες, αλλά η ψυχή των καλών μόνο περνά στο σώμα κάποιου άλλου, ενώ οι ψυχές των ασεβών υποφέρουν από ατελείωτη τιμωρία[39]».

 

Οι μυθολογικές δυαλιστικές ιδέες, περί πτώσης της αθάνατης ψυχής και  ενσάρκωση της σε γήινο σώμα που παρομοιάζετο με σήμα (τάφο) απ΄ όπου έπρεπε να ελευθερωθεί και να επιστρέψει εξαγνισμένη στη ουράνια πατρίδα μέσω μετενσαρκώσεων «δόγμα της ανακυκλωτικής μετεμψυχώσεως», είχαν διεισδύσει σε όλες τις αρχαίες δοξασίες. Εάν εκλάβουμε δε ως έγκυρη την μαρτυρία του Επιφανίου «κατά Στωικών», όπου καταγγέλλει τις ιδέες αυτές ως «πλάνη και ασέβεια», φαίνεται, ότι και αυτοί οι Στωικοί, είχαν μεταπηδήσει στο ιδεολογικό στρατόπεδο του Πλατωνισμού.

 

«μεταγγισμος τε ψυχν κα μετενσωματσεις π σματος ες σμα, καθαιρομνων (= εξαγνισμένων) <ψυχν π> σωμτων δ' α πλιν εσδυουσν κα νπαλιν γεννωμνων, δι πολλς ατν πλνης τατην τν σβειαν παρυφανοντες. μρος δ θεο κα θνατον τν ψυχν γονται». (Επιφάνιος, Πανάριον, κατά Στωικών).

 

 

Η ιδεολογική «Ιερή Τριάδα» των Γνωστικών και οι συγγένειές της

Σύμφωνα με τους Σηθιανούς που ήταν κύριο ρεύμα του γνωστικισμού, από τον Μόνο, Υπερβατικό, Αγαθό Θεό του Φωτός, γεννιέται η Βαρβηλώ (όπως η Αθηνά από τον «Μητροπάτορα Δία»), η υπέρτατη Μητέρα-Πατέρας του παντός, που είναι θηλυκή και ανδρόγυνη, «η πρώτη σκέψη», «η εικόνα του», «το Άγιο πνεύμα», «ο τρις - άνδρας», «η πρώτη δόξα του αόρατου Πατέρα», «ο αιώνιος Αιώνας του άυλου κόσμου» και «ο πρώτος των μελλόντων».

 

Η Βαρβηλώ ατενίζοντας την υπέρτατη Μονάδα γέννησε τον Αυτογενή Υιό του φωτός, που ταυτίζεται με τον Χριστό. Οι Σηθιανοί της απέδιδαν τρεις ιερές υποστάσεις  «Πατέρας - Μητέρα Υιός», που είναι του Καλυπτού  (κρυμμένου), του Πρωτοφανούς (πρωτοφανερωμένου) και του Αυτογενούς  (αυτογέννητου)[40].  Από τις τρεις υποστάσεις αυτές αναφάνηκε ο αρχέτυπος  Άνθρωπος ο Πιγεραδάμας ή Γεραδάμας.

 

Η ιδέα των τριών ιερών υποστάσεων «Πατέρας - Μητέρα - Υιός» είναι συγγενής με τους συντελεστές της ιερής τριάδας της κοσμοθέασης του Πυθαγόρα, «της Ατέρμονης κίνησης (Πατέρας) - της Αέναης Ζωής (Μητέρα) - και της Αέναης ενέργειας (Υιός)[41]».

 

Οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν ότι οι πρωταρχικές ιδέες είναι οι αριθμοί. Οι μονοί αριθμοί ήταν αρσενικές θείες οντότητες και οι ζυγοί αριθμοί θηλυκές, το δε γινόμενο 2×3= 6 ήταν (αρσενικό-θηλυκό) που συμβόλιζε τον γάμο. Πίστευαν ότι τα πάντα ορίζονται από τον ιερότατο αριθμό τρία (3) «Το παν και τα πάντα τοις τρισίν ώρισται» [(Γέννηση – Ζωή - Θάνατος), (Παρελθόν – Παρόν - Μέλλον), (Μήκος – Πλάτος - Ύψος)]. Δίδαξαν δε την απόκρυφη Διάλυση της Μονάδας σε τριάδα ή τριάδες, εισάγοντας έτσι την θεωρία των τριαδικών Μονάδων.

 

«Όπως άλλωστε λένε και οι Πυθαγόρειοι, το παν και τα πάντα ορίζονται από τον αριθμό τρία, γιατί το τέλος και το μέσο και η αρχή  αντιπροσωπεύονται από τον αριθμό του παντός, που είναι ο αριθμός τρία (3). Γι΄ αυτό έχοντας πάρει από την φύση αυτές τις έννοιες, σαν νόμους της, χρησιμοποιούμε κατά τις θεοτικές τελετές (θεουργίες) αυτόν τον αριθμό (3)»[42].

 

Οι απόψεις των Πυθαγορείων ήταν τα ισχυρότερα επιχειρήματα των «πατέρων» και των ευαγγελιζομένων την «Χριστιανική Ιερή Τριάδα» στους «άπιστους» και «ασεβείς» Εθνικούς, που άλλο τι δεν σέβονταν εκτός από θηλυκές ή αρσενικές «Ιερές Τριάδες». Όμως με την επικράτηση της «Χριστιανικής Ιερής Τριάδας» και της ανδροκρατούμενης ιεροσύνης, οι αρχαίες θηλυκές «Ιερές Τριάδες» έχασαν τη δημοτικότητά τους και οι αρσενικές έχασαν τα πρωτεία τους.

 

 

Η τριαδική ιδέα των Γνωστικών, συγγενεύει επίσης με την «Τριάδα του Παραδείσου» που αποτελείται από τον «Συμπαντικό Πατέρα, τον Αιώνιο Υιό, και το Άπειρο Πνεύμα» σύμφωνα με το βιβλίο της Ουράντια[43] που διαδίδει αρχαίες γνωστικές ιδέες τις οποίες λαμβάνουν, ως ισχυρίζονται, από εξωγήινα, ανώτερα όντα.

 

Επίσης συγγενεύει με την θεωρία των τριών υποστάσεων που θεμελίωσε ο Νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πλωτίνος, στις «Εννεάδες», όπου αναπτύσσει την οντολογική ιεραρχική ενότητα της ιερής Τριάδας του Όντος «Εν (ο Ουρανός) – Νους (ο Κρόνος) – Ψυχή (ο Δίας)»[44].

 

Ασπαζόμενοι την φιλοσοφική - μυθολογική άποψη της ιερής Τριάδας που δεσπόζει στο αισθητό σύμπαν, οι πρόγονοι μας πίστευαν και στους τρεις αδελφούς Δία Ποσειδώνα Άδη.

 

Η παλαιότερη αναφορά για τον Δία, που δηλώνει την πρώτη εκδήλωση ή Λόγο, υπάρχει στους Ορφικούς, ο δε ποιητής Βιργίλιος τον αποκαλεί «Μεγάλο όφι». Εξελισσόμενη η νεοπλατωνική σκέψη ανάπτυξε την «Τριάδα Του Δία»: Πατέρας (η δυναμικότητα) – Υιός (η δύναμη σε πράξη) και Πνεύμα (ο νούς)[45].

 

Οι αρχαίες τριαδικές, θηλυκές ή αρσενικές, θεότητες έχουν ισχυρή ιδεολογική συγγένεια με την τριάδα των Γνωστικών και ισχυρότατη με την «πατερική αποκάλυψη» του Τρισυπόστατου Θεού (Πατήρ - Υιός - Άγιο Πνεύμα).

 

Η τριπλή υπόσταση δείχνει τρεις οντολογικές θεότητες, τρεις Θεούς και παραπέμπει στον Πολυθεϊσμό. Υπό αυτήν την έννοια ο «Χριστιανισμός», τον οποίο διαμόρφωσε η «πατερική σκέψη», είναι νέα πολυθεϊστική θρησκεία, παραλλαγή της αρχαίας και όχι μονοθεϊστική, όπως η ίδια κακώς επικαλείται. Αναμιγνύοντας «οι πατέρες» τον πολυθεϊσμό με τον μονοθεϊσμό διαιώνισαν την αρχαία θρησκευτική σκέψη του Πλωτίνου ότι: «Ο λατρεύων τους Θεούς, λατρεύει τον Θεό».

 

 

Ο ιστορικός Μιχάλης Μπατής στο άρθρο του «Η Τριαδική Υπόσταση του Θείου - Η Αέναη Πάλη Θήλεως και Άρρενος» (Μέρος Β΄)» υποστηρίζει ότι:

 

«Ο Πλάτωνας στο έργο του <Φαίδων> μίλησε πρώτος για μια Τριαδική θεότητα όπως προσπαθεί να την περιγράψει ο Χριστιανισμός. Το Αγαθόν αντιπροσωπεύει τον Πατέρα, ο Λόγος είναι ο Υιός του και η Ψυχή είναι το Άγιο Πνεύμα»[46].

 

Ο ίδιος ιστορικός στο άρθρο του «Ελληνιστική εποχή και Χριστιανισμός» αναφέρει:

 

«Ένα άλλο θεολογικό στοιχείο το οποίο έλαβε ο Χριστιανισμός από την αρχαία παράδοση και ιδίως από εκείνη των ύστερων χρόνων, είναι η τριαδική αντίληψη του θείου. Η διατύπωση του δόγματος της Αγίας Τριάδας παραπέμπει στην αρχή της Ορφικής Τριαδικότητος, σύμφωνα με την οποία ο νόμος του τριγώνου διέπει τα πάντα, από την Δημιουρ­γία (Νυξ – Ουρανός - Γαία), έως την τριαδική υπόσταση του ανθρώπου (Πνεύμα, Ψυχή, Σώμα), έως την Τρισήλιο Θεότητα του Ιουλιανού και την τριχοτόμηση της ψυχής (λο­γικό, θυμικό, επιθυμητικό). Κατά τον νεοπλατωνικό φιλόσοφο Ιάμβλιχο αρχή των πάντων είναι το Εν, από το οποίο απορρέει ο τριαδικός νους. Αυτός ο τριαδικός νους στην ιεραρχική τάξη του Δωδεκαθέου εκ­φράζεται δια της σχέσεως Δίας - Πατήρ, Αθηνά - Πνεύμα και Απόλλων - Λόγος. Από τις δοξασίες αυτές α­πέρρευσε και η αντίστοιχη τριαδική αντίληψη του θείου στον Χριστιανι­σμό, ενώ ο Ιουδαϊσμός είναι μονολατρικός, εστιαζόμενος στον Γιαχβέ»[47].

 


 

Άρρεν και Θήλυ κατά τους Γνωστικούς

 

«Κα κοδμησεν Κριος Θες τν πλευρν ν λαβεν π το Αδάμ ες γυνακα κα γαγεν ατν πρς τν Αδάμ». (Γέν. 2:21)

 

Την κατά την Βίβλο, οικοδομή της γυναίκας με υλικό μία από τις πλευρές (= τα οστά που σχηματίζουν την θωρακική κοιλότητα) του χοϊκού Αδάμ, οι Γνωστικοί, την παρερμήνευαν ως παράτυπο και παροδικό διαχωρισμό του θηλυκού, από του αρσενικού και ως την αιτία του θανάτου. Φαντασιώνονταν έναν αρχέτυπο πνευματικό ανδρόγυνο θεό, (δίφυλο, άρρεν και θήλυ), δημιουργό της ανθρωπότητας, ο οποίος χωρίστηκε στα δύο και έχασε την αρχική του εικόνα της ενοφυλίας. Η φυσική σύζευξη, ανδρός και γυναικός, αποτυπώνει την ανάγκη επανένωσης των φύλων και αποκατάστασης της αρχέτυπης πνευματικής ενοφυλίας ή αφυλίας, μέσω της ερωτικής απόλαυσης, που ήταν και το ουτοπικό ιδεώδες των Γνωστικών για την είσοδο στην Βασιλεία των Ουρανών. Η ιδέα αυτή ανιχνεύεται και σε αναγνωρισμένα ως ορθόδοξα κείμενα, όπως στην «Β΄ επιστολή Κλήμεντος»[48] και στο «Μαρτύριον της Περπέτουας»[49].

 

Ομοίως, οι ομοφυλοφιλικές θρησκευτικές τελετές των Ναασηνών, των Καρποκρατιανών, των Οφιτών, των Βορβοριτών κ.ά. Γνωστικών ομάδων, προς τιμή του ερμαφρόδιτου αρχέτυπου Μητροπάτορα Αρχάνθρωπου, σκοπό είχαν την βίωση της αρχέγονης κατάστασης της ανδρογυνίας και κατά συνέπεια την άρση της τεκνοποιίας. Με παρόμοιους μύθους, οι ομοφυλοφιλικές, παρά φύση πράξεις, γνωστές από αρχής κτίσεως κόσμου, απέκτησαν θρησκευτικό χαρακτήρα. (Γεν. 19:4-5)

 

«Διά τούτο παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εις πάθη ατιμίας· διότι και αι γυναίκες αυτών μετήλλαξαν την φυσικήν χρήσιν εις την παρά φύσιν· ομοίως δε και οι άνδρες, αφήσαντες την φυσικήν χρήσιν της γυναικός, εξεκαύθησαν εις την επιθυμίαν αυτών προς αλλήλους, πράττοντες την ασχημοσύνην άρσενες εις άρσενας και απολαμβάνοντες εις εαυτούς την πρέπουσαν αντιμισθίαν της πλάνης αυτών». (Ρωμ. 1:26—27)

 

Αυτό είναι και το υπόβαθρο της σημερινής αποδοχής και προώθησης, από τους κόλπους του Φιλελεύθερου Χριστιανισμού και του Νέο-γνωστικισμού, της παρά φύση σεξουαλικής πράξεως και του ανδρόγυνου μοντέλου (unisex), που επιχειρεί την παύση της οντολογικής διάκρισης των δύο βιολογικών φύλων, λανσάροντας το κοινωνικό φύλο (Gender=γένος), με αποτέλεσμα την εναντίωση στο «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε».

 

Ο μύθος του ανδρόγυνου θεού ή ανθρώπου, απαντάται και εκτός γνωστικών συστημάτων, όπως στην θεογονία των Ορφικών, όπου μέσα από το αυγό γεννάται αρρενοθήλεια θεότητα, ο Φάνης (=θεός του φωτός, που συγγενεύει με τον περσικό Μίθρα) «Πατέρας - Μητέρα», με τέσσερα μάτια και τέσσερα κεφάλια, ταύρου, λιονταριού, φιδιού, κριαριού, χρυσά φτερά και φωνή λιονταριού και κριού.  Άλλες ονομασίες του Φάνη  ήταν: Φαέθων, Μήτις, Πρωτόγονος, Έρως, Ηρικεπαίος. Η επικοινωνία με τον Φάνητα γινόταν με μαγικές τελετές και ξόρκια.

 

Επίσης, απαντάται στον Ποιμάνδρη του Ερμή του τρισμέγιστου, όπου ο πρώτος Νους και πατήρ πάντων είναι αρρενοθήλυς[50] και στον πλατωνικό μύθο των δίφυλων όντων, τον οποίον εκφράζει και ο Αριστοφάνης στο Συμπόσιο, όπου λέγεται ότι ο άνθρωπος φτιάχτηκε σε τρία διπλά γένη, διπλό αρσενικό (γέννημα του ήλιου), διπλό θηλυκό (γέννημα της γης) και αρσενοθήλυκο (γέννημα της σελήνης με στοιχεία της γης και του ήλιου). Αυτά τα ολόκληρα όντα  αθέτησαν την ουράνια εξουσία και οι θεοί για τιμωρία τα διχοτόμησαν. Έτσι εκ του αρσενικού προήλθαν δύο μισά αρσενικά, εκ του θηλυκού δύο μισά θηλυκά και εκ του αρσενοθήλυκου δύο μισά ένα αρσενικό και ένα θηλυκό. Έκτοτε οι άνθρωποι μέσω του έρωτος ψάχνουν να βρουν «το έτερο τους ήμισυ»[51].

 

Επίσης, «Κατά την πρώιμη Ιουδαϊκή περίοδο (1.600 – 1.550 π.Χ) όπως μας εξιστορεί ο Φίλων, οι Ιουδαίοι λάτρευαν την θεά Ασερά. Οι τρις βασικές της μορφές ήταν: η Γιαρίχ (η Σελήνη) ως κόρη, η Σεκινά (η Γαία) ως μεγάλη μητέρα της ζωής και η Αστάρτη (ανδρόγυνος) ή Ανάτ θεά της Σοφίας αλλά και πολεμίστρια ταυτόχρονα»[52].

 

 

Ο Γνωστικισμός σήμερα                                                                                                        

Οι διάφορες μορφές του Γνωστικισμού, εκτός από την επιρροή που είχαν σε όλα τα μετέπειτα θρησκεύματα, έπαιξαν καταλυτικό ρόλο και στην διαμόρφωση αναρχικών και κομμουνιστικών πολιτικών θεωριών. Επίσης επηρέασαν την θρησκευτική επανάσταση του πολυσχισματικού Προτεσταντισμού, μέσα στο θεσμοθετημένο, αυταρχικό, αριστοτελικό Χριστιανισμό της Δύσης.

 

Παρόλο που οι Γνωστικοί διώχτηκαν για τα πιστεύω τους[53] και για την περιφρόνησή τους στην διεφθαρμένη πολιτική και θρησκευτική εξουσία, οι σπόροι των πεποιθήσεων τους παρέμειναν ζωντανοί έως και σήμερα καταγεγραμμένοι στα θρησκευτικά «σύμβολα πίστεως». Στους κόλπους δε του προοδευτικού και Φιλελεύθερου Χριστιανισμού, που αναγνωρίζουν στα Γνωστικά κείμενα σπόρους αληθείας, έχει αναπτυχθεί και η ιδέα πως η ελεύθερη βούληση δεν αποτελεί πρόσκομμα για την σωτηρία του ανθρώπου.

 

Απόψεις των Γνωστικών, ενστερνίζονται οι θεοσοφιστικές, οι γκουρουιστικές, οι νεογνωστικές, οι σαηεντολογικές, και λοιπές Ανατολικές οργανώσεις της Νέας χρυσής Εποχής του Υδροχόου (New age), οι Τέκτονες που θεωρούν προστάτη τους τον Πυθαγόρα και τα Γνωστικά ιδρύματα όπως της Urantia. Αυτοί είναι και οι εμπνευστές των κινηματογραφικών ταινιών Star Wars, του Matrix κ.ά. και γενικά της προπαγάνδας, περί εξωγήινων ανώτερων υπάρξεων και αστρικών κυρίαρχων υπέρ δυνάμεων, με αγαθό ή πανούργο ενδιαφέρον για τους γήινους. Τα ίδια κέντρα διαδίδουν και την καμπαλιστική θηλυκή θεότητα «Σεκινά», επιδιώκοντας την επανασύνδεση των θηλυκών θεοτήτων στο νεκρό σώμα των θρησκειών.

 

Οι ιδέες των σύγχρονων εσωτεριστών/αποκρυφιστών, έχουν μεγάλη απήχηση, σε ένα κόσμο, όπου η σκανδαλώδης και πολυαίμακτη «χριστιανική» παράδοση και ο θρησκειοποιημένος  «πολυκέφαλος Χριστιανισμός», τον ώθησε να στρέψει την πλάτη, στις ανώφελες «χριστιανικές» τυπολατρίες και στα πνευματικά αδιέξοδα της θεσμικά επιβεβλημένης φιλοσοφικής «πατερικής σκέψης» και αναζητά σε άλλες  θρησκευτικές κινήσεις τις απαντήσεις στις υπαρξιακές και μεταφυσικές του αναζητήσεις. Η μυστικιστική φιλοσοφική «Τριαδική θεότητα» σημαία της «Καθολικής Ρωμαϊκής Εκκλησίας» που εξελίχθηκε σε πνευματική παρακαταθήκη του ελληνικού πολιτισμού είναι η αιτία και όχι η λύση της κρίσης του πολιτισμού της Νεωτερικότητας.

 

 

 

Άλλες πρώιμες ή μεταγενέστερες γνωστικές ομάδες

Καρποκρατιανοί. Ανήκαν στο πρώιμο Γνωστικισμό, με ιδρυτή τον αλεξανδρινό γνωστικό και πλατωνικό φιλόσοφο Καρποκράτη, που έλεγε ότι ο υλικός κόσμος φτιάχτηκε από αγγέλους. Πίστευαν όπως ο Πλάτωνας και άλλοι φιλόσοφοι, στην προΰπαρξη και αθανασία της ψυχής η οποία φυλακίστηκε στο υλικό σώμα και έπρεπε να αγνισθεί με πολλές μετενσαρκώσεις. Κατ΄ αυτόν ο διάβολος ήταν αργηχός των δημιουργών  αγγέλων και η επιδίωξη του ήταν να επαναφέρει τις ψυχές στο ύπατο θεό. Ήταν κατά της ιδιοκτησίας και υπέρ της κοινοκτημοσύνης και της κοινογαμίας. Δίδασκαν τον αντινομισμό και επιδίδονταν σε όργια. Θεωρούσαν ότι μπορούσαν να γίνουν όμοιοι με τον Χριστό, τον οποίο θεωρούσαν απλό άνθρωπο αλλά ηθικό, και ανώτεροι από τους Αποστόλους. Ο Επιφάνης, γιος του Καρποκράτη, μετά τον θάνατό του σε νεαρή ηλικία, τιμήθηκε ως θεός στην Σάμη Κεφαλονιάς, τόπος καταγωγής της μητέρας του. Συνήθιζαν να κάνουν επάργυρες ή επίχρυσες, πολύχρωμες εικόνες του Χριστού και άλλων φιλοσόφων και να τους αποδίδουν τιμές όπως έκαναν και οι ειδωλολάτρες ανέκαθεν. Κατά τον Επιφάνιο, λαβαίνανε χάραγμα ή σφραγίδα στο λοβό του δεξιού τους αυτιού.

 

Η ειδωλολατρία των Καρποκρατιανών και οι συγγένειές της                                                                                                  Η εικονική λατρεία των Καρποκρατιανών συγγενεύει με την σιμωνιακή πρακτική λατρείας και την Ανατολική και Δυτική «χριστιανική» εικονολατρία. Παρόλο που στην σύνοδο της Ελβίρας (305-6 μ.Χ.) αποφασίστηκε η ανεικονική  λατρεία του Θεού κατά την βιβλική εντολή «ο ποισεις σεαυτ εδωλον οδ παντς ομοίωμα», εν τούτοις υπερίσχυσε η αρχαία ελληνική παράδοση του ανθρωπομορφισμού, που είναι η αισθητή παράσταση των θεών και του ενθρονισμένου Δία. Η εικονολατρία μετά από αιματοχυσίες και υποστηριζόμενη από την Ειρήνη την Αθηναία που είχε τυφλώσει τον γιο της Κωνσταντίνο ΣΤ΄ και την ειδωλολάτρισσα Θεοδώρα, σύζυγο του εικονομάχου αυτοκράτορα Θεόφιλου, επικυρώθηκε με τις ευλογίες των εικονόφιλων «πατέρων», παρακάμπτοντας την θεϊκή εντολή και σφραγίζοντας «τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας». Η προσπάθεια επαναφοράς των εικονομάχων στην «ευσέβεια» συντελέσθηκε  με τον θάνατο εκατό χιλιάδων ψυχών, κυρίως Παυλιανιτών και την δέσμευση των περιουσιών των, από το «χριστιανικό» Βυζαντινό κράτος.

 

Κατά τα άλλα, «ως ειδωλολατρία ορίζεται η θεώρηση άψυχων αντικειμένων ως θεοτήτων και η λατρεία αυτών (Φετιχισμός), καθώς και έμψυχων όντων του φυσικού κόσμου (Τοτεμισμός). Με την ευρύτερη έννοια ειδωλολατρία είναι επίσης κάθε αυθαίρετη υποκειμενική αντίληψη για την υψηλή έννοια του θείου, όπως για παράδειγμα ο ανθρωπομορφισμός»[54].

 

 

Ναασσινοί. Οφιολατρική γνωστική ομάδα, που λάτρευαν τον Όφι Χριστό, σωτήρα του κόσμου από τον κακό θεό και δημιουργό του επίγειου κόσμου.  Ονοματίστηκε έτσι από την εβραϊκή ονομασία του όφεως (Νάας). Οι Ναασσινοί στην θεογονία τους τοποθετούσαν ως προαιώνια θεϊκή αρχή μία ερμαφρόδιτη οντότητα, τον Αρχάνθρωπο ή Άνωθεν Άνθρωπο ή Αδάμαντα, που της απέδιδαν στοιχεία πατρότητος και μητρότητος.

 

Η οφιολατρία των Ναασσινών και οι συγγένειές της                                                                                                                Το φίδι ήταν από τα αρχαιότερα θρησκευτικά σύμβολα και στις παραδόσεις όλων των λαών υπάρχουν αναφορές για θεϊκά ερπετοειδή όντα. Στην ελληνική Μυθολογία, αναφέρεται, πως ο αρχέγονος Τιτάνας, ήταν ο Οφίων, που μαζί με την Ωκεανίδα Ευρυνόμη κυβερνούσαν τον κόσμο.

Ο μυθικός Κέκροπας γιός του Ουρανού και της Γης, ιδρυτής της πόλεως των Αθηνών κάτω από την Ακρόπολη που την εποχή εκείνη ονομαζόταν Κεκροπία ήταν διφυής, μισός άνθρωπος και μισός ερπετό και λατρευόταν υπό την μορφή φιδιού. Την δε ακρόπολη των Αθηνών την φύλαγε το φίδι της θεάς Αθηνάς. 

Επίσης τα φίδια στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου ήταν τα ιερότερα ζώα του χώρου, αφού κατά την παράδοση, ο θεός ιατρός Ασκληπιός, έφτασε στην πόλη με μορφή φιδιού.

Στον ορφικό μύθο ο Δίας μεταμορφωμένος σε φίδι διώκει την Κόρη, ο δε ποιητής Βιργίλιος αποκαλεί τον Δία «Μεγάλο όφι».

Στην ινδική μυθολογία αναφέρονται οι Νάγκα που είναι μυθικά φίδια που προστατεύουν τον Βούδα και μπορούν να παίρνουν ανθρώπινη μορφή κ.ά.

 

Σιμωνιανοί. Συνδύαζαν την κοσμολογική αφήγηση τους με τις τιτανομαχίες της ελληνικής Μυθολογίας, και το αφήγημα της ομηρικής Ελένης με το πρόσωπο της Βαρβηλώ. Δίδασκαν ότι ο κόσμος και ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από αγγέλους και ένας από αυτούς ήταν ο θεός των Εβραίων. Ανέπτυξαν αντινομιστικές, δοκητικές και διαρχικές αντιλήψεις. Τελούσαν οργιαστικές τελετές και λάτρευαν ως θεό και υπεράνω όλων Πατέρα τον ιδρυτή τους Σίμωνα τον μάγο[55], στον οποίο  έκαναν εικόνες σύμφωνα με την μορφή του Δία προσφέροντας θυμιάματα, θυσίες και σπονδές. Το ίδιο έκαναν και για την γυναίκα του Ελένη, πρώην πόρνη, που κατά τον Σίμωνα ήταν η ενσάρκωση του «Αιώνα Επίνοια», την οποία λάτρευαν ως την Μητέρα όλων και της έκαναν εικόνες με την μορφή της Αθηνάς. Κατά τον Ειρηναίο ο μάγος Σίμων ήταν πατέρας του Γνωστικισμού.

 

Καϊνίτες. Τιμούσαν τον Κάϊν, ως την προσωποποίηση της Σοφίας τον οποίον θεωρούσαν θύμα του δημιουργού. Επίσης τιμούσαν τον Ησαύ και τον Ιούδα, ως κάτοχο υψηλότερης γνώσης και ευεργέτη της ανθρωπότητας.

Βορβορίτες ή Κοδδιανοί ή Βαρβηλίτες. Φημισμένοι για την ανηθικότητά τους και τα τελετουργικά τους σεξουαλικά όργια. Στην Αίγυπτο τους ήξεραν ως Φιβιωνίτες ή Στρατιωτικοί. Ο Επιφάνιος στο «κατά Γνωστικών» αναφέρει ότι οι Φιβιωνίτες έκαναν αισχρές θυσίες και πορνείες. Είχαν επινοήσει 365 ουράνιους Άρχοντες και εμπαίζοντας τα «γυναικάρια» τους έλεγαν «μίγηθι μετ΄ εμού ίνα σε ανενέγκω προς τον άρχοντα» επικαλούμενοι σε κάθε μίξη το όνομα ενός εκάστου εξ αυτών. Τελειώνοντας τα ονόματα οι μίξεις επαναλαμβανόντουσαν και για την κάθοδο και στο τέλος έλεγαν «εγώ ειμί ο Χριστός επειδή άνωθεν καταβέβηκα δια των ονομάτων των <τξε> αρχόντων». 

Σοδομίτες. Πίστευαν ότι η ακολασία και η σεξουαλική διαστροφή ήταν το κλειδί της σωτηρίας.


Περατικοί. Παρέβαλαν τους εαυτούς τους με τους  Εβραίους, που πέρασαν την έρημο και θεραπεύθηκαν από το φίδι που ύψωσε ο Μωυσής.

 

Αδαμιανοί. Τελούσαν συνάξεις γυμνοί.

 

Εγκρατίτες. Ασκούσαν αυστηρό ασκητισμό και αγαμία για να μην διαιωνίζεται η φυλάκιση της αθάνατης θείας ψυχής στον τάφο του σώματος.

 

 

Άλλα κινήματα                                                                                                                                                              Μαρκιωνίτες. Με ιδρυτή τον Έλληνα Μαρκίωνα, καταγόμενο από ποντιακή εύπορη εφοπλιστική χριστιανική οικογένεια. Απέρριπτε την Π.Δ., που την απέδιδε σε έναν κατώτερο θεό «τον θεό του νόμου», που δημιούργησε τον υλικό κόσμο, ενώ την Κ.Δ. την απέδιδε σε έναν ανώτερο, αληθινό, άγνωστο, «αγαθό θεό», που κατοικούσε στο δικό του άυλο κόσμο. Η διαρχία του Μαρκίωνα, πίστη δηλαδή σε δύο θεούς, έκανε διάκριση κυριαρχίας και δεν ήταν ανταγωνιστική διαρχία, όπως των Γνωστικών. Για τον Χριστό πίστευε ότι ήταν η αποκάλυψη του «αγαθού θεού», που εμφανίστηκε, για να σώσει τον κόσμο από την δυναστεία του Δημιουργού θεού της Π.Δ. και του οποίου το σώμα και η θυσία ήταν φαινομενική. Ο Μαρκίων ήταν δεινός ομιλητής και ίδρυσε δική του εκκλησία με επισκόπους, πρεσβυτέρους, διακόνους και μυστήρια, διατηρώντας όμως ο ίδιος τον έλεγχο πάντων. Επέβαλε αναγκαστική εγκράτεια και όσοι παντρεμένοι προσηλυτίζονταν έπρεπε να χωρίζουν.

 

Χριστιανοί Σιβυλλικοί.  Ήταν Χριστιανοί που αναγνώριζαν το κύρος των Σιβυλλικών κειμένων και ονομάσθηκαν «Σιβυλλικοί», από τον πολέμιο του Ιουδαϊσμού και του Χριστιανισμού, φιλόσοφο Κέλσο[56].  Τα Σιβυλλικά κείμενα είχαν μεγάλη απήχηση τους πρώτους αιώνες μ.Χ. και τα χρησιμοποιούσαν για να προσηλυτίσουν τους Εθνικούς. Κάποιο από αυτά δίδασκε την αποκατάσταση των πάντων και την παγκόσμια σωτηρία. Ο Κλήμης Αλεξάνδρειας τα χαρακτηρίζει ως «σωτήριους ύμνους». Οι Σιβυλλικοί Χριστιανοί είναι οι πατέρες του σημερινού Ουνιβερσαλισμού (Universalism).

 

Ο ασκητής, γνωστικίζων φιλόσοφος Ωριγένης, μαθητής του Κλήμη Αλεξανδρέα, ήταν σημαντική μορφή του «πατερικού Χριστιανισμού» και προκάλεσε τις «ωριγενιστικές έριδες». Αν και ήταν πολέμιος του Χιλιασμού, δεχόταν την αποκατάσταση των πάντων ακόμα και του Σατανά. Η Ε΄οικουμενική σύνοδος λόγω δογματικής αντιπαράθεσης τον αναθεμάτισε, αλλά ποτέ δεν χάθηκε το ενδιαφέρον για τα έργα του. Τελευταία, ανά τετραετία γίνεται συνέδριο στο πανεπιστήμιο Aarhus στην Δανία με θέμα «Ωριγένης και Ωριγενισμός στην ιστορία της Δυτικής σκέψης». (Origeniana)

 

Ιουδαιοχριστιανοί.  Ιουδαΐζοντες Χριστιανοί. Πίστευαν στον Ιησού με το δικό τους ιουδαϊκό «εθνικιστικό» όραμα. Επέβαλαν την περιτομή και την τήρηση του Μωσαϊκού νόμου και στους εξ εθνών κατά σάρκα. Οι χιλιαστικές θεωρίες τους, υποστηρίχτηκαν από τους Ιουστίνο, Παπία, Ειρηναίο, Τερ­τυλλια­νό, Λακτάντιο και Μεθόδιο Ολύμπου[57].


 

Ο σύγχρονος Ιουδαιοχριστιανισμός


Σήμερα οι χιλιαστικοί και σιωνιστικοί Μύθοι, που θέτουν τους «Εβραίους» ως  Ρυθμιστές του παγκόσμιου γίγνεσθαι, υποστηρίζονται από τις θρησκευτικές οργανώσεις των Μαρτύρων της  Σκοπιάς, των Ευαγγελικών, των Πεντηκοστιανών κ.ά.. Οι τελευταίοι ανήκουν στον ευρύτερο χώρο του made in USA «Χριστιανικού Σιωνισμού - Christian Zionism» και θεωρούν την σταυρική θυσία του Ιησού παρένθεση στην ιστορία του κόσμου. Κατ΄ αυτούς η εκπλήρωση των προφητειών της Π. Διαθήκης είναι «το κράτος του Ισραήλ» και όχι ο Χριστός. Προσμένουν την επανάληψη της βιβλικής ιστορίας (την ανοικοδόμηση του επίγειου Ναού της Π. Δ. στην κάτω Ιερουσαλήμ, με την λυχνία, την τράπεζα, το ιλαστήριο και τα λοιπά σκεύη, με θνητούς  Λευίτες ιερείς, θυσίες ζώων, τον ερχομό του Αντίχριστου, τη χιλιετή Βασιλεία και τη ρεβάνς του πνευματικού πολέμου, Χριστός – Διάβολος) ευαγγελίζοντας  στην ουσία ότι: «το τέλος του Χριστού είναι ο Νόμος και το κράτος του Ισραήλ»[58]. Διδάσκουν δε μια ειδική Τρίτη θεϊκή συνθήκη για την σωτηρία μόνο των σύγχρονων Εβραίων, καταργώντας «την γνώση σωτηρίας» που ήδη δόθηκε στους Εβραίους με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή πριν δύο χιλιάδες (2000) χρόνια.

 

«Το δοναι γνσιν σωτηρίας τ λα ατο ν φέσει μαρτιν ατν». (Λουκ. 1:77)

 

 

Εβιωνίτες. Ιουδαιοχριστιανική αίρεση, που απέρριπτε την παρθενογένεση και πίστευαν ότι ο Ιωσήφ ήταν ο φυσικός πατέρας του Ιησού. Ήσαν φτωχοί,  στηριζόμενοι στην διδαχή του Ιησού περί φτωχών στους μακαρισμούς. Ασχολούνταν με φιλόπτωχο έργο, κάνανε συχνές πλύσεις καθαρισμού και δεν τρώγανε κρέας ούτε έπιναν κρασί. Κοινωνούσαν με άρτο και νερό και τους αποκαλούσαν Υδροπαραστάτες. Περιτέμνονταν και δεχόντουσαν την αργία του Σαββάτου και της Κυριακής. Απέρριπταν μέρος του νόμου και τον Απόστολο Παύλο τον οποίον ονόμαζαν «αποστάτη του Νόμου». Ο Ειρηναίος λέει γι΄ αυτούς «προσκυνούν στα Ιεροσόλυμα, σαν να είναι ο οίκος του Θεού»[59]. Οι Ελκεσαΐτες που πίστευαν σε ένα μυθικό προφήτη τον Ελκεσάϊ που είχε παραλάβει ένα ουράνιο βιβλίο, ήταν γνωστικοί Εβιωνίτες και πίστευαν ότι ο Χριστός ήταν κτίσμα, αρχάγγελος και χρησιμοποιούσε το χοϊκό σώμα του Αδάμ στο οποίο και είχε εισέλθει (ενσάρκωση). Είχαν πλάσει «το δόγμα των διαδοχικών προφητών» κατά το οποίο ο Θεός στέλνει κατά καιρούς προφήτες από τους οποίους ο τελευταίος είναι ο καλύτερος. Το δόγμα αυτό επηρέασε πολλούς ιδρυτές θρησκειών όπως τον Μάνη (Μανιχαϊσμός), τον Μωάμεθ (Ισλάμ) και άλλους.

 

Μανιχαϊσμός. «Η θρησκεία του φωτός». Ιδρυτής ο Πέρσης Μάνης, από Ελκεσαΐτες γονείς, ο οποίος μιμούμενος τον Ελκεσαίο ισχυριζόταν ότι ο Θεός του αποκάλυψε την ουράνια αλήθεια. Κατ΄αυτήν ο Διάβολος ήταν ο θεός της Π.Δ. που έφτιαξε τον αισθητό κόσμο και τον άνθρωπο, ενώ ο καλός θεός του φωτός ήταν αμέτοχος. Ο πραγματικός Ιησούς δεν ήταν αυτός της Ναζαρέτ.

 

«Ο Ιησούς για τους Μανιχαίους  ήταν ο Φωτεινός και ο Ουράνιος, που είχε κατέλθει στον κόσμο σε διάφορες ιστορικές περιόδους, εισερχόμενος στα σώματα μεγάλων διδασκάλων όπως ο Σήθ, ο Βούδας, ο Ζωροάστρης αλλά και μέσω του ίδιου του Μάνη, ο οποίος ήταν τμήμα του αιώνιου αγώνα για να απελευθερωθεί το φως από την κατώτερη ύλη»[60].

 

Ο Mανιχαϊσμός ήταν ανεικονικός, δυιστικός και δίδασκε αυστηρό ασκητισμό. Ήταν κράμα Χαλδαϊσμού, Ζωροαστρισμού, Καμπαλισμού, Γνωστικισμού, Βουδισμού και αιγυπτιακών και ελληνικών παραδόσεων. Εξαπλώθηκε από την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έως την Κίνα χάρις στον ιεραποστολικό ζήλο των «Εκλεκτών» που ήταν οι ανώτεροι μυημένοι. Είχαν σαφή επιρροή και από τους Μανδαίους οι οποίοι λάτρευαν τον Ιωάννη τον Βαπτιστή ως αληθινό προφήτη και Χριστό. Στο βασίλειο Ουιγούρων Τούρκων το 762 μ.Χ. επιβλήθηκε ως κρατική θρησκεία.

 

Μοναρχιανοί. Αντιτριαδιστές, υπερασπιστές της θείας Μοναρχίας. Αναπτύχθηκαν δύο κύριες τάσεις, οι Τροπικοί Μοναρχιανοί ή Πατροπασχίτες   (Πραξέας, Νοητός)  -ο όρος Πατροπασχίτες τους αποδόθηκε από τον Τερτυλλιανό ο οποίος τελικά μεταστράφηκε στον Μοντανισμό-  και οι Δυναμικοί Μοναρχιανοί ή Υιοθετιστές. Κύριοι εκπρόσωποι των Υιοθετιστών ήταν οι Άλογοι, ο Παύλος ο Σαμοσατεύς, ο Θεόδοτος ο Βυζάντιος, κ.ά..

 

Μοντανιστές. Με ιδρυτή τον Μοντανό από την Φρυγία, στα τέλη του δεύτερου αιώνα. Το κίνημα αυτό θεωρούσε ότι είχε την συνέχεια του αποστολικού χαρίσματος της προφητείας. Ήταν πνευματοληπτικό κίνημα με έντονες ασκητικές πρακτικές και ψευδο-προφητείες, στοιχεία, που υπήρχαν και σε άλλα κατοπινά μεσσιανικά και χιλιαστικά κινήματα. Τρέφονταν με τη προσδοκία της επικείμενης έλευσης του Ιησού και της καθόδου της πνευματικής Ιερουσαλήμ. Η αρχική τους ονομασία ήταν «κατά φρύγας» ή «Καταφρύγια» αίρεση ή αίρεση των «Πεπεζυτών».

 Σαβελλιανοί.  Με ιδρυτή το Σαβέλλιο, αρχηγό των Τροπικών Μοναρχιανών. Ο Σαβέλλιος θεωρούσε ότι ο Θεός είναι μία και μόνη αρχή (ουσία) και άλλοτε φανερώνεται με τον τρόπο του Πατρός, (νομοθέτη δημιουργού), άλλοτε με τον τρόπο του Υιού (λυτρωτή) και άλλοτε με τον τρόπο του Αγίου Πνεύματος  (η ζωντανή πηγή της Εκκλησίας).

Αρειανιστές.  Με ιδρυτή τον Λίβυο Άρειο, που έλεγε ότι ο Υιός είναι δημιούργημα του Πατρός και όχι η υπόσταση Του. Η διδασκαλία του είχε τριαδικές προεκτάσεις. Κατά τον Άρειο ο Ιησούς είχε θεϊκές ιδιότητες αλλά δεν ήταν θεός, θέση συγγενής με αυτή των Μαρτύρων του Ιεχωβά και των Μορμόνων σήμερα.

Ορθόδοξοι. «Η φωνή των πατέρων» δεν είναι «η φωνή του Ιησού και των Αποστόλων». Όσοι νομίζουν ότι η «Ορθοδοξία» είναι η συνέχεια του αυθεντικού αποστολικού έργου σφάλλουν, άλλωστε όλοι γνωρίζουν ότι την ιστορία την γράφουν όπως θέλουν οι νικητές και οι πνευματικοί επικυρίαρχοι. Η «Ορθοδοξία» είναι το Ανατολικό μέρος του σχίσματος της χριστιανίζουσας «Καθολικής» αυταρχικής θρησκείας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπου ο αυτοκράτορας της ήταν επίσημα ο «Εν Χριστώ Βασιλεύς των Ρωμαίων», οι υπήκοοι της ήταν «ο Περιούσιος Λαός ή ο Νέος Ισραήλ» και το δόγμα της ήταν «Μία Θρησκεία, Ένας Βασιλιάς, Μία Οικουμένη», τα δε δογματικά εκκλησιαστικά ζητήματα αποτελούσαν κρατικά ζητήματα. Η κρατική «Καθολική Εκκλησία», ως σύμμαχος του πολιτιστικού, στρατιωτικού και θρησκευτικού ιμπεριαλισμού της Αυτοκρατορίας, κέρδισε ειδικά προνόμια που αύξησαν το κύρος της και την περιουσία της σε γη και σε χρήμα.

 

Όλες οι διδακτορικές διατριβές στην φιλοσοφία και θεολογία, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η σύνδεση της Φιλοσοφίας της ύστερης αρχαιότητος με την θεολογία της Ορθόδοξης Ανατολής είναι άρρηκτη[61]. Η «Ορθοδοξία» λοιπόν αποκρυσταλλώθηκε δογματικά, με την παρά φύσιν σύζευξη των εκφάνσεων της εκ της γης αρχαίας Φιλοσοφίας - Μυθολογίας  και της αποστολικής δια Πνεύματος Αγίου Διδαχής. Αντικατέστησε δε την Χάρη του Κυρίου μας και Θεού μας Ιησού Χριστού, με μία παράδοση μυστικιστικής δογματικής θεολογίας που έχει κορυφή ένα μυθολογικό «τριαδικό θεό», με ανώφελους ιουδαϊκούς τύπους, με το θυμιατό, με το κερί, με το τάμα στον «άγιο», με την δεισιδαιμονία και με την προσκύνηση ειδώλων και λειψάνων. Κατά την ομολογία τους ο «Θρίαμβος» αυτός επετεύχθη διότι οι «πατέρες» απλώς!!!! απεφόρτισαν  από το φιλοσοφικό – μεταφυσικό  περιεχόμενο, τους φιλοσοφικούς «όρους» της εποχής τους και τους επαναφόρτισαν με θεολογία[62] «όρος που χρησιμοποιήθηκε αρχικά στα έργα του Πλάτωνα και άλλων φιλοσόφων με αναφορά στη διδασκαλία του Μύθου»[63].

 

Κατά την ειλικρινή τους ομολογία, οι εκπρόσωποι του Ορθόδοξου μυστικιστικού θρησκευτικού συστήματος, θεωρούν τον «Αρχαίο Ελληνισμό» υπόβαθρό τους, ισχυριζόμενοι ότι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι ήταν προ Χριστού «εν Χριστώ» και ότι η αντιφατική θεολογική φιλοσοφία τους ήταν παιδαγωγός των Ελλήνων προς τον Χριστιανισμό. Ο Πλάτωνας δε θεωρείτο από τους «πατέρες» πλησιέστερος συγγενής με την θρησκεία τους, διότι σε αντίθεση με τις αντιλήψεις των συμμαθητών του στην Φιλοσοφία-Μυθολογία, πίστευε ότι ο «Θεός» είναι αγαθός και όχι κακός και «δημιούργησε τον καλύτερο (αγαθότερο)  δυνατό κόσμο επειδή είναι αγαθός»[64].

 

Το αυτό υπόβαθρο θεωρούν και για το ανεικονικό, μη διαρχικό, Ισλάμ (7ος αι. μ.Χ.) για τον οποίο ο Αλλάχ (Θεός) είναι Καλός και Κακός μαζί. Το Ισλάμ είναι συγκερασμός του ραβινικού καμπαλιστικού Ιουδαϊσμού[65], που πιστεύει ότι οι λόγοι των Ραβίνων είναι λόγος θεού, του Ιουδαιοχριστιανισμού με τις γνωστικές του εκφράσεις, του Ζωροαστρισμού, του Μανιχαϊσμού, του Ερμητισμού και των εθνικών παραδόσεων του αραβικού Παγανισμού. Το Ισλάμ σαφώς και έχει εκλεκτική συγγένεια με την αρχαία ελληνική Φιλοσοφία, αφού οι Βεδουίνοι είχαν κατακτήσει ελληνιστικές περιοχές στην Μέση και Εγγύς Ανατολή, που επηρέαζαν φιλοσοφικά τους αυτόχθονες. Άλλωστε ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναγνωρίζει το Ισλάμ ως μορφή χριστιανικής αιρέσεως συγγενικής του Αρειανισμού[66].

 

 


Ο φιλοσοφικός Ιησούς

 

 

«Ε μν γρ ρχόμενος λλον ησον κηρύσσει ν οκ κηρύξαμεν, πνεμα τερον λαμβάνετε οκ λάβετε, εαγγέλιον τερον οκ δέξασθε, καλς νέχεσθε». (Β΄ Κορ. 11:4)

 

 

Η αρχαία ελληνική θρησκευτική Φιλοσοφία δεν ήταν στατική, αλλά ήταν εξελικτική και είχε διαλλακτική σχέση με τις ανατολικές και αφρικανικές διδαχές[67]. Εκζητούσε την αλήθεια, αλλά δεν την βρήκε, διότι την ζητούσε κατά την παράδοση των ανθρώπων και κατά τα στοιχεία του κόσμου τούτου. Οι Πλατωνιστές θεωρούσαν ότι «οι ιδέες είναι τα πραγματικά όντα» και ομοίως με άλλες φιλοσοφικές τάσεις, εξέφραζαν την ενότητα και την πολλότητα ταυτόχρονα «εν πάντα είναι». Μεταχειριζόντουσαν τον όρο «θεός» ως ένα σύνολο ποικίλων οντοτήτων, από τον υπερβατικό κοσμικό Δημιουργό, την Κοσμική Ψυχή και τα μέρη της που ήταν οι ανθρώπινες ψυχές, έως τους Ολύμπιους θεούς και άλλες αστρικές δευτερεύουσες θεότητες, που ήταν ενδιάμεσες δυνάμεις ιεραρχικά δομημένες, μέσω των οποίων ο Πρώτος Θεός δημιούργησε τον αισθητό κόσμο και επικοινωνούσε με αυτόν, γεφυρώνοντας το ιδεατό με το αισθητό. Το αρχαίο αιγυπτιακό - ερμητιστικό απόσπασμα που παρατίθεται, αποτυπώνει τις Θεολογικές – Φιλοσοφικές - Μυθολογικές αντιλήψεις στις οποίες εντρυφούσαν οι Αρχαίοι.

 

Ιάμβλιχος «περί Αιγυπτίων Μυστηρίων» VIII, 2 Ancient Fragments of the Phonician, Chaldaean, Egyptian, Typian, Carthaginian, Indian, Persian, and others writers, (By Isaac Preston Cory, ESG. Fellow of Caius Coll. CambridgeLondon William Pickering 1832, page 283)


«Προ των όντως όντων και των άλλων αρχών, έστι θεός εις, πρώτος και του πρώτου θεού και βασιλέως, ακίνητος εν μονότητι της εαυτού ενότητος μένων ούτε γαρ νοητόν αυτώ επιπλέκεται, ούτε άλλο τι παράδειγμα δε ίδρυται του αυτοπάτορος, αυτόγονου, και μονοπάτορος θεού του όντος αγαθού. Μειζον γαρ τι και πρώτον, και πηγή των πάντων, και πυθμήν των νοουμένων πρώτων ειδών όντων. Από δε του ενός τούτου, ο αυτάρχης θεός, εαυτόν εξέλαμψε, διό και αυτοπάτωρ και αυτάρχης. Αρχή γαρ ούτος και θεός θεών, μονάς εκ του ενός, προούσιος και αρχή της ουσίας, απ΄αυτού γαρ η ουσιότης και η ουσία, (διό και ουσιοπάτωρ καλείται αυτός γαρ προ όντος όν, των νοητών έστιν αρχή)  διό και νοητάρχης προσαγορεύεται. Αύται ουν εισίν αρχαί πρεσβύταται πάντων, ας Ερμής  προ αιθερίων και εμπυρίων θεών προστάτει και των επουρανίων»


Μετάφραση:

«Πριν από αυτούς που υπάρχουν πραγματικά, και πριν από τις άλλες εξουσίες υπάρχει Ένας Θεός, προηγούμενος και από τον Πρώτο θεό και βασιλιά, διαμένοντας ακίνητος μέσα στην μοναδικότητα της Ενότητάς Του (Πυθαγόρας). Διότι ούτε κάτι κατανοητό περί αυτού εμπλέκεται, ούτε κάτι άλλο. Παράδειγμα δε κείται του Αυτο-πάτορα, Αυτο-γέννητου και μονοπάτορος  Θεού, του πραγματικά Αγαθού (Πλάτων).  Διότι (Είναι) Μεγαλύτερος και Πρώτος και πηγή των πάντων και βάση των πρώτων νοούμενων ιδεών -των αρχετύπων- όλων. Από δε του ενός τούτου (του μονοπάτορος), ακτινοβόλησε / εξέλαμψε(ο Δεύτερος) ο βασιλιάς θεός, για αυτό είναι και αυτοπάτωρ και ο μόνος βασιλιάς.  Διότι αυτός (ο Δεύτερος) και αρχή είναι, και θεός των άλλων (υποδεέστερων) θεών, Μονάδα και αυτός (ο Δεύτερος) εκ του ενός (του Πρώτου) ο προ πάσης ουσίας υπάρχων θεός και η πρωταρχική αιτία της ουσίας (της ύπαρξης) , διότι από αυτόν είναι η δύναμη της ύπαρξης (της ζωής) και η ύπαρξη (η ζωή) για αυτό και πατήρ της ύπαρξης καλείται διότι αυτός προηγείται κάθε οντότητος και είναι πρωταρχική αιτία των νοητών για αυτό και προσφωνείται αρχηγός του νοητού κόσμου. Αυτές είναι αρχές παλαιότερες όλων αυτών, που ο Ερμής (ο Τρισμέγιστος) τοποθετεί πριν από τους Αιθέριους και εμπύριους επουράνιους θεούς».


Εστιάζοντας στην παραπάνω θεώρηση του Ερμητισμού, ο ελληνιστής Ιουδαίος φιλόσοφος Φίλων, που απέδιδε την ελληνική Φιλοσοφία στην πεντάτευχο και επίδρασε δυναμικά στην διαμόρφωση της «πατερικής σκέψης», κατάταξε τον «Λόγο», ως τον ανώτερο των ενδιάμεσων δυνάμεων, δεύτερο θεό, κατώτερο του Μόνου Θεού (του Πρώτου), αρχάγγελο, πρωτότοκο Υιό Θεού, θέσεις που συγγένευαν με αυτές των αρχαίων και των γνωστικών δοξασιών.

 

Το «φιλώνειο Λόγο» τον ασπάστηκε ο Ιουστίνος «ότι ο λόγος εστί και λέγεται Θεός και Κύριος έτερος, υπό τον ποιητήν των όλων»[68] και άλλοι φιλόσοφοι Απολογητές και Χριστιανοί διανοούμενοι που ούτως ή άλλως στην εποχή τους ήταν μυημένοι στον Νεοπλατωνισμό, που ήταν σύνθεση Πυθαγορισμού, Πλατωνικού Ιδεαλισμού, Αριστοτελικού Εμπειρισμού, Γνωστικισμού, Ερμητισμού, Μαγείας και Χαλδαϊκής θεολογίας και θεουργίας.

 

Ως προς την Χαλδαϊκή θεολογία, η ενοποιητική έννοια του «Εν» που χαρακτήριζε τις Βαβυλωνιακές θεότητες, είχε οδηγήσει τους Νεοπλατωνικούς φιλόσοφους Πλωτίνο, Ιάμβλιχο και Πρόκλο να δώσουν έμφαση στους Χαλδαϊκούς χρησμούς που θεωρούνταν ως το απόγειο της γνώσης και της σοφίας, έχοντας τον αριθμό τρία (3) ως βάση του Χαλδαϊκού οντολογικού συστήματος για θεούς και δαίμονες.

 

Ο ιστορικός – θεολόγος, Κατελής Βίγκλας στο έργο του «Χαλδαϊκή και Νεοπλατωνική Θεολογία» αναφέρει για την «Θεολογία των Χαλδαϊκών χρησμών» τα εξής:

 

«Ο πρώτος θεός των Χαλδαϊκών Χρησμών είναι η Πατρική μονάδα και υποτίθεται ότι βασιλεύει σιωπηρά από την άβυσσο, από όπου δημιούργησε τον κόσμο με την Δύναμη και το Νου. Η Δύναμη ισοδυναμεί συνήθως με τον Υιό, το κεντρικό στοιχείο, ενώ ο Νους με την Εκάτη. Η Εκάτη, είναι η ζωντανή φωτιά, και η ψυχή του κόσμου, αποτελώντας έναν τρίτο θεό, έχοντας μία ενδιάμεση θέση, χωρίζοντας και ενώνοντας τις δύο πρώτες υποστάσεις, καλούμενες επίσης «Άπαξ και Δις επέκεινα» (και ο Διόνυσος ήταν άπαξ επέκεινα). Κάποτε όμως από το περιεχόμενο των αποσπασματικών στίχων των Χαλδαϊκών Χρησμών φαίνεται ότι ο Νους είναι ο δεύτερος δημιουργός θεός και τότε η δύναμη ταυτίζεται με την Εκάτη. Η πρώτη τριάδα αντιστοιχεί στον κόσμο του υπερκόσμιου φωτός και είναι απολύτως νοητή και αιώνια»[69].

 

Οι ιδέες αυτές συγκρούστηκαν με τους Μοναρχιανούς και άλλες Ιουδαιοχριστιανικές ομάδες πιστές στον βιβλικό Μονοθεϊσμό. Αργότερα οι «πατέρες φιλόσοφοι» με εισηγητή τον Αθανάσιο προβίβασαν τον ενδιάμεσο διακριτό δεύτερο θεό «Λόγο» του Φίλωνα, των Ερμητιστών και λοιπών, κάνοντας οντολογική εξίσωση του Πρώτου Μόνου Θεού Πατέρα και του Δεύτερου Θεού Υιού.

 


Πατερική «εταιρική διαρχία» και η εξέλιξή της σε «εταιρική τριαρχία»

Οι επικρατούσες διαρχικές ιδέες στην αρχαιότητα ήταν ή ανταγωνιστικές, όπως του Ζωροαστρισμού ή μη ανταγωνιστικές, όπως του Μαρκιωνισμού. Από τις δογματικές φιλοσοφικές ζυμώσεις των «πατέρων» γεννήθηκε μία νέα «εταιρική» διαρχική θεολογία - φιλοσοφία, όπου ο δεύτερος θεός Υιός, είναι «Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού» [δύο (2) Θεοί],  γεννητός μεν προ πάντων των αιώνων, αλλά συνάναρχος και συναΐδιος και ομοούσιος και υπερούσιος με τον Πατέρα.

 

 Επειδή όμως «Το της πλατωνικής φιλοσοφίας εξαίρετον αγαθόν» έπρεπε οι «Ορθόδοξοι Χριστιανοί» να λατρεύουν «Ένα Θεό εν Τριάδι» και «Τριάδα εν Μονάδι», χωρίς όμως να συγχέουν τα πρόσωπα (τους θεούς)  ούτε και να διαιρούν την ουσία!!!!  Άλλωστε τον δρόμο τον είχε δείξει η κοσμοθέαση του  Πυθαγόρα με την ιερή τριάδα της δράσης «Πατήρ - Μήτηρ - Υιός» από την οποία εκπορεύτηκε το σύμπαν.

 

Τα προβλήματα αυτά τα έλυσαν όλα οι «πατέρες», αποφορτίζοντας το φιλοσοφικό-μεταφυσικό περιεχόμενο των «φιλοσοφικών όρων, των Αρχαίων» και επαναφορτίζοντάς Τους με «θεολογικό πατερικό περιεχόμενο» (όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται) και υιοθετώντας στη συνέχεια το «τα πάντα εισίν εν, εν παντί» του Ερμή του Τρισμέγιστου, βρήκαν τη λύση και τώρα σύμφωνα με τον Αθανάσιο: 

 

 

«Λατρεύομε ένα Θεό εν Τριάδι, και Τριάδα εν Μονάδι· ούτε συγχέομε τα πρόσωπα ούτε διαιρούμε την ουσία. Διότι υπάρχει ένα πρόσωπο του Πατρός, ένα άλλο του Υιού και ένα άλλο του Αγίου Πνεύματος. Αλλά η Θεότης του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είναι ενιαία: η δόξα ίση, το μεγαλείο συναιώνιο. . . . Ο Πατήρ αιώνιος, ο Υιός αιώνιος και το Άγιο Πνεύμα αιώνιο . . . Ομοίως, ο Πατήρ είναι παντοδύναμος, ο Υιός είναι παντοδύναμος και το Άγιο Πνεύμα είναι παντοδύναμο. Κι εν τούτοις δεν υπάρχουν τρεις παντοδύναμοι, αλλά είς παντοδύναμος. Ομοίως ο Πατήρ είναι Θεός, ο Υιός είναι Θεός και το Άγιο Πνεύμα είναι Θεός. Εν τούτοις, δεν υπάρχουν τρεις Θεοί αλλά ένας Θεός. . . . Και σ’ αυτή την Τριάδα κανείς δεν προηγείται ή έπεται του άλλου· κανείς δεν είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος του άλλου. Αλλά και τα τρία πρόσωπα είναι συναιώνια συγχρόνως και ομοούσια».

                                     

Έτσι λοιπόν αν και δεν υπάρχουν τρεις θεοί, σύμφωνα με τον Αθανάσιο, εν τούτοις  σύμφωνα με την μυθολογία και τους «πατέρες», ο δεύτερος συνάναρχος και υπερούσιος θεός, ο Υιός, μπόρεσε και κατέβηκε στην γη και ενσαρκώθηκε (ντύθηκε με υλικό σώμα που το πήρε «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της παρθένου»).

 

 

Η διονυσιακή λατρεία

Αυτά τα θεολογικά - φιλοσοφικά - μυθολογικά θέματα όμως, τα είχαν λύσει προ πολλού, οι λατρευτές του Διόνυσου και τα εξηγούσαν  …  μέσα από τους ύμνους. (Διόνυσος Τριούχος, Τρίγονος /τρις γεννηθείς)

 

Πρόκλου – «Ιεροί ύμνοι», Εις Διόνυσον {αποσπάσματα}.


Μονάδα τριούχον = τριαδική μονάδα (Βλέπε: Τρισυπόστατη Μονάδα)


ΙΩΑΝΝΗΣ ΛΥΔΟΣ Περί μηνών 2-6 «ότι η μονάς εν τριάδι θεωρείται, δυνατόν εκ των υμναρίων λαβείν. Προς γαρ τον άπαξ επέκεινα ο πρόκλος ούτω: μονάδα γαρ σε τριούχον ιδών εσεβάσατο κόσμος».


Μετάφραση: «Ότι η μονάδα παρατηρείται μέσα στην τριάδα είναι δυνατόν να το καταλάβει κανείς από τους μικρούς ύμνους. Διότι λέγει ο (Νεοπλατωνικός) Πρόκλος προς εκείνον (τον Διόνυσο), που είναι εντελώς υπερβατικός (επέκεινα της ουσίας): «Διότι μόλις ο κόσμος είδε εσένα ως τριαδική μονάδα (μονάδα που περιέχει την τριάδα) σε εσεβάστηκε». (Ύμνος εις Διόνυσον, αποσπάσματα)[70]

 

 

Οι Ορθόδοξοι, λατρευτές του Φιλοσοφικού Ιησού, έχοντας φιλοσοφική εξάρτηση από την Αρχαία θρησκεία και όχι θεολογική αποκάλυψη, αδυνατούν να εκφέρουν χριστιανικό λόγο ή πραγματεία, που να μην τεκμηριώνεται από την αρχαία ελληνική γραμματεία και τις σκέψεις των αρχαίων φιλοσόφων, των οποίων όμως τις σχολές φρόντισαν να παύσουν, επιβάλλοντας την δογματική απολυτότητά τους με την βοήθεια της θεσμικής θανατικής τιμωρίας στους αλλόθρησκους και αλλόδοξους.


Συνδεδεμένη, η Νέα Θρησκεία, με το άρμα της ρωμαϊκής κρατικής μηχανής, γέννησε το χριστιανικό θρησκευτικό εθνικισμό, με στόχο εθνικούς σκοπούς και το Ρωμαίος ή Χριστιανός απέκτησαν ταυτόσημες έννοιες, με όμοιό του το Ελλάς Ελλήνων Ορθοδόξων. Σήμερα οι εθνικοποιημένες Εκκλησίες, όπως Βοσνιακή Εκκλησία, Εκκλησία της Ελλάδος, Εκκλησία της Ρωσίας, Ευαγγελική Λουθηρανική Εκκλησία της Φιλανδίας, Εκκλησία της Δανίας, βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία, κ.ά. διαγιγνώσκουν το «αθεράπευτο» αυτοάνοσο νόσημα του εθνοφυλετισμού. Συνέβη δε ότι είχε συμβεί και με τον εβραϊκό θρησκευτικό εθνικισμό (Σιωνισμός), που δεν διέκρινε την οικουμενικότητα των πνευματικών βιβλικών επαγγελιών. (Γαλ. 3:8-14, 26-28)

 

 

Περί Μαριολατρίας

Οι Ορθόδοξοι «θεολόγοι-φιλόσοφοι» φρονώντας  τα επίγεια και όχι τα επουράνια (Κολ. 3:1) καθιέρωσαν την λατρεία κειμηλίων, λειψάνων με προτίμηση τις νεκροκεφαλές, καθώς και την Μαριολατρία με πολλές επωνυμίες. Έτσι αυξήθηκαν τα ιερά, κατά συνέπεια και τα εκκλησιαστικά έσοδα, αλλά το κυριότερο είναι, ότι οι προσήλυτοι στην Νέα θρησκεία, μετά το «Εν τούτω νίκα», απέκτησαν αειπάρθενο υπέρμαχο στρατηγό και προστάτιδα στις πολεμικές επιχειρήσεις τους, αντικαθιστώντας την Αθηνά Παλλάδα κόρη του Δία, κατά τον μύθο, που προστάτευε τους Αθηναίους.

 

Ο Καθολικός ιερέας Άντριου Γκρίλι λέει: «Η Μαρία ως σύμβολο συνδέει άμεσα τη Χριστιανοσύνη με τις αρχαίες θρησκείες των μητέρων - θεών»[71].

Ο Επιφάνιος, στο κατά «Κολλυριδιανών», που ήταν κακόδοξη αίρεση αποτελούμενη από γυναίκες ιέρειες που απένειμαν στη Μαρία ισόθεο τιμή, ως την Βασίλισσα του ουρανού, προσφέροντας καθημερινά την ίδια ώρα ως θυσία κολλυρίδας (αρτοσκευάσματα), αναφέρει το εξής:

 

«Ναι μην άγιον ην το σώμα της Μαρίας, ου μην θεός, ναι δη παρθένος ην η παρθένος και τετιμημένη αλλ΄ ουκ εις προσκύνησιν υμίν δοθείσα …» …..  «Ουχ ίνα εις το όνομα αυτής προσενέγκωμεν … »[72].

 


Επί πλέον, οι Ορθόδοξοι «φιλόσοφοι», καθιέρωσαν το αρχαίο έθιμο της εικονολατρίας και της περιφοράς των εικόνων, την αγιολατρεία με δυνατότητα επιλογής προσωπικού ή υπαλληλικού ή συντεχνιακού προστάτη και μεσίτη (ενδιάμεσος μεσολαβητής μεταξύ Θεού και ανθρώπων), καθώς και άλλες παγανιστικές τελετές, που δεν συνάδουν με το μήνυμα του Ευαγγελίου της Σωτηρίας του Εσταυρωμένου και Αναστημένου Ιησού. Βαθιά δε επηρεασμένοι και εξαρτημένοι, από τα γνωστικά και τα αιγυπτιακά ασκητικά κινήματα και τον κοινοβιακό μοναχισμό, με τις διαρχικές αντιλήψεις τους και μιμούμενοι τις πρακτικές τους (αγαμία, αποχή από τροφές, τιμωρία του υλικού σώματος για να αγιάσει η αθάνατη ψυχή) ανήγαγαν την απομόνωση από την κοινωνία σε ιερό εκκλησιαστικό θεσμό. Το δε ζητούμενο της απομόνωσης είναι η ένωση με τον θεό και η υπέρβαση από τον υλικό κόσμο δια της Ησυχίας, με σύντροφο την μελέτη του θανάτου (Ορθόξοξη Ψυχοθεραπεία). Ο ιστορικός Προκόπιος είχε ονομάσει τη ζωή του μοναχού «τέλεια μελέτη του θανάτου»[73].

Οι αθλούμενοι στην «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία», οπαδοί του ησυχαστή φιλόσοφου, λόγιου και μοναχού Γρηγορίου Παλαμά (Παλαμίτες), πιστεύουν ότι δια της ησυχίας και της κατάνυξης και περιβαλλόμενοι από πλήθος χειροποίητων εικόνων «Ορθοδόξων» αγίων, μπορούν με τις ανθρώπινες αισθήσεις και όχι εκστατικά, να δουν την «Αγία Τριάδα» ή αλλιώς την άκτιστη Δόξα (θεοπτία) και τότε μπορούν να γίνουν «θεολόγοι».

 

«Ιστορικά, ο δυτικός χριστιανισμός έχει την τάση να απορρίπτει τον Παλαμισμό, ιδίως τη διάκριση Ουσίας και Ενεργειών, χαρακτηρίζοντάς τον ως αιρετική εισαγωγή μιας απαράδεκτης διαίρεσης της Τριάδας με τάσεις πολυθεϊσμού. Επιπλέον, η σχετική πρακτική του ησυχασμού που χρησιμοποιούνται για την επιτευχθεί η θέωση χαρακτηρίστηκε ως «μαγεία»[74].

 

Με δόγμα «Βασιλεία ουρανών έστιν απάθεια ψυχής» και «Βασιλεία θεού έστιν γνώσης της Αγίας Τριάδος» παρουσιάζουν την αρνησικοσμία, και το δόγμα της «Αγίας Τριάδος» ως βιβλικές αλήθειες, αγιοποιώντας και εκθειάζοντας ως χαρισματούχους, στυλίτες/κιονίτες, δενδρίτες, έγκλειστους και άλλους «σαλούς» αρνητές του κόσμου και των αγαθών της ζωής.

 


Η πορεία της Νέας Θρησκείας

Η αρχομανία και η διεκδίκηση του εκκλησιαστικού θρόνου, οδήγησε μετά από αμοιβαίους αναθεματισμούς, στο σχίσμα των εκκλησιών Ανατολής και Δύσης (1054) και στην συνέχεια στην άλωση και λεηλασία της Κωνσταντινούπολης και την σφαγή ομοθρήσκων από τους Λατίνους «εν Χριστώ» αδελφούς (1250), με την τέταρτη σταυροφορία. Μετά τις σταυροφορικές «υπηρεσίες» του «ιπποτισμού» η χριστιανική Δύση στρέφεται στην Ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα και στο κλασσικό πνεύμα και Αναγεννιέται. Το (1517) η μεταρρύθμιση του Λούθηρου, επέφερε σχίσμα στο ολοκληρωτικό καθεστώς της Δυτικής εκκλησίας και γεννήθηκε ο Προτεσταντισμός, που χωρίστηκε σε Λουθηρανισμό και Καλβινισμό. Στους κόλπους του Προτεσταντισμού ξεφύτρωσαν νέες «εθνικές εκκλησίες» και πολλές σύγχρονες ομολογίες, ανομοιογενείς μεταξύ τους. Επίσης αναπτύχθηκε ο φονταμενταλισμός, ο οποίος απαντάται και σε άλλες Θρησκείες. Ο Προτεσταντισμός εξέθρεψε στους κόλπους του θεωρίες της ελεύθερης βούλησης και διαμόρφωσε την ιδεολογία του καπιταλισμού που οδήγησε στην κατάρρευση του φεουδαρχικού συστήματος[75].

 

Ο βασιλιάς της Αγγλίας Ερρίκος 8ος  (1509-1547) εξ αιτίας της πολυτάραχης ερωτικής του ζωής, προκάλεσε την απόσχιση της Αγγλίας από την παπική εξουσία της Ρώμης, η οποία του αρνήθηκε νέο διαζύγιο και έτσι γεννήθηκε η Αγγλικανική εκκλησία. Στους κόλπους της Αγγλικανικής εκκλησίας γεννήθηκε ο πουριτανισμός (ακραία έκφραση του συντηρητισμού) που ήκμασε στα χρόνια της δυναμικής Βασίλισσας της Αγγλίας Ελισάβετ Α΄ κόρη του Ερρίκου Η΄. Από τους πουριτανούς γεννήθηκε και η πουριτανική Ευαγγελική εκκλησία της Αμερικής.

 

Το 18ο αιώνα η «Ορθοδοξία» ευρισκόμενη κάτω από τον Οθωμανικό ζυγό, αναζητεί την αναγέννηση της θεολογίας της και του υπόδουλου ελληνικού  έθνους, μέσα από το Κολλυβαδικό κίνημα, με πρωτεργάτες Ορθόδοξους μοναχούς και θεολόγους-φιλόσοφους. Η προσπάθεια τελεσφόρησε με την αναβίωση της μυστικής και νηπτικής – ησυχαστικής παράδοσης των «πατέρων» (νηπτική θεολογία)[76], σε συνδυασμό πάντα με την εικονολατρία (ζεύξη νοητού και αισθητού). Έτσι η ανατολική υπόδουλη Ορθόδοξη εκκλησία αποσαφήνισε την θεολογική της ταυτότητα θέτοντας τείχος ασφαλείας στο Δυτικό και στο Προτεσταντικό προσηλυτισμό.

 

Η «Ορθοδοξία» πάντα χρησιμοποιούσε την κάθε πολιτική εξουσία σύμφωνα με τα συμφέροντά της. Στην περίοδο της Οθωμανοκρατίας, που ήταν το αποτέλεσμα της ανθενωτικής πολιτικής «καλύτερα το Οθωμανικό σαρίκι, παρά η Παπική τιάρα» με πρωτεργάτη τον μοναχό Γεννάδιο Σχολάριο, ο οποίος μετά την άλωση έγινε ο πρώτος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως[77], με στόχο να διατηρηθεί η εθνική συνείδηση, ο υπόδουλος ελληνισμός συσπειρώθηκε κάτω από τον θεσμό της Ορθόδοξης εκκλησίας, η οποία απέκτησε πάλι προνόμια από τον Οθωμανό κατακτητή και λειτούργησε ως θεσμός αυτοδιοίκησης των υπόδουλων Ορθόδοξων Ελλήνων. Έτσι ο Ορθόδοξος πατριάρχης έγινε ο πολιτικός και θρησκευτικός ηγέτης του «ρωμαίικου μιλλέτ», του συνόλου δηλαδή των ελληνορθοδόξων της αυτοκρατορίας. Ο πατριάρχης ήταν βοηθούμενος από πλούσιες οικογένειες, τους Φαναριώτες, και κοινοτικούς άρχοντες γνωστούς, ως προεστοί, επίτροποι, δημογέροντες και κοτζαμπάσηδες, οι οποίοι μαζί με τον πατριάρχη απέκτησαν πλούτη και πολιτική δύναμη. Όπως η άρχουσα τάξη των Εβραίων κάτω από την ρωμαϊκή εξουσία ασκούσε φιλο-ρωμαϊκή πολιτική , έτσι και αυτοί ασκούσαν φιλο-0θωμανική πολιτική. Για την εκλογή του Εθνάρχη πλέον πατριάρχη, ο οποίος όριζε τους μητροπολίτες και τους ιερείς και λογοδοτούσε ενώπιον του Σουλτάνου, δινόταν δώρο (πεσκέσι)  στον σουλτάνο 500 χρυσά νομίσματα, ποσό που με τον καιρό αυξανόταν.


Το μεγαλύτερο αντιβιβλικό χάρισμα που επέδειξε, από την γέννησή του, ο «πατερικός Χριστιανισμός» ήταν να πείθει την αμόρφωτη μάζα του λαού και την κυρίαρχη πολιτική τάξη, ότι είναι η συνέχεια της αρχέγονης εκκλησίας του Χριστού και ότι όποιος αμφισβητεί την δογματική της και τις ιεροτελεστίες της, είναι εχθρός του κράτους και της Αγίας Τριάδας και πρέπει να τιμωρείται.

 

Μεσσαλιανοί. Συριακό, φιλήσυχο, πλανόδιο ασκητικό και ενθουσιαστικό κίνημα του 4ου αιώνα με γνωστικές ρίζες, που γεννήθηκε στην βασιλεία του Βαλεντινιανού και του Βάλη και συνέβαλλε στην εμφάνιση των Ησυχαστικών κινημάτων του 14ου -15ου  αιώνα.  Στα συριακά «μεσσάλ» σημαίνει ευχή για αυτό καλούνται και  Ευχίτες / Προσευχόμενοι. Επίσης καλούνται Ενθουσιαστές ή Χορευτές, διότι επιδίωκαν με συνεχείς προσευχές και ενθουσιαστικούς χορούς την θέαση του θείου φωτός, που ήταν και το ζητούμενο των ιερώς ησυχαζόντων ορθοδόξων μοναχών και αποσκοπούσε στην θέωση του ανθρώπου. Για τον λόγο αυτόν ο πνευματικός γίγαντας και φωστήρας κατά την Ορθοδοξία, αριστοτελικός φιλόσοφος και μοναχός Γρηγόριος Παλαμάς, υπέρμαχος της διδασκαλίας των μυστικιστών ησυχαστών, που επιδίωκαν όπως και οι Ευχίτες την Απάθεια (= θάνατος των παθών που οδηγεί στην αθανασία και που συγγενεύει κατά πολύ με την Νιρβάνα του Ινδουισμού)[78], κατηγορήθηκε από τον Βαρλαάμ και τους ομόφρονές του, ως Μεσσαλιανός και ομφαλόψυχος, καθώς και άλλοι ορθόδοξοι μοναχοί ως κρυφο-ευχίτες. Ο Γρηγόριος Παλαμάς αντέκρουσε τις κατηγορίες, υποστηριζόμενος από τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό.

 

Οι Μεσσαλιανοί περιφρονούσαν τα εγκόσμια και στρέφονταν κατά της ιεραρχημένης εκκλησίας. Περιφερόμενοι ρακένδυτοι κηρύττοντας την εθελούσια φτώχεια και επιβιώνοντας με την επαιτεία «καλλιέργησαν μια αυτό-εξύψωση, χωρίς μεσάζοντες, που συχνά έφτανε στην αυτοθεοποίηση κι έναν Αντινομιαμισμό (πίστη ότι ο πνευματικός άνθρωπος δεν αμαρτάνει με το πνεύμα αλλά με την σάρκα άρα η αμαρτία της σαρκός δεν είναι αμαρτία του πνεύματος) που εκφραζότανε συχνά ως άναρχος ερωτισμός»[79].

Μαζί με άλλα ομοειδή κινήματα συνέβαλαν στην ανάπτυξη της «Αδελφότητας του ελεύθερου πνεύματος» μια αποκλίνουσα μορφή του μυστικισμού για άμεση κατανόηση και επικοινωνία του θείου. Η τριαρχική πίστη τους ήταν παραλλαγή του Ζωροαστρισμού που περιελάμβανε τον Πατέρα, τον πρεσβύτερο υιό Του διάβολο ως δημιουργό του κακού υλικού κόσμου και τον νεότερο υιό Του Ιησού.

 

Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Γεώργιος Στάμκος στο βιβλίο του «Οι Πρόδρομοι των Βογόμηλων στη Σκιά του Άλλου Θεού» αναφέρει για τους Ευχίτες της Θράκης: «Υιοθετώντας αυτή την νέα τριαρχικότητα (Πατέρας – πρεσβύτερος Υιός – νεότερος Υιός), σύμφωνα με την οποία ο νεότερος Υιός (Χριστός) κυβερνά την ουράνια σφαίρα και ο πρεσβύτερος Υιός (Δημιουργός / Σαταναήλ) κυβερνά την επίγεια, προσπάθησαν να επινοήσουν μια νέα ισορροπία, που θα ήταν πλησιέστερη της Αγίας Τριάδας των Ορθοδόξων ….. Όμως οι Ευχίτες της Θράκης ήταν χωρισμένοι σε τρεις τάσεις. Η πρώτη τάση αποδέχονταν τη λατρεία και τον σεβασμό και των δύο Υιών ταυτόχρονα, οι οποίοι, παρότι είχαν χωριστεί, κατάγονταν από τον ίδιο πατέρα με τον οποίο τελικά θα επανενώνονταν. Η δεύτερη τάση υποστήριζε τη λατρεία του νεώτερου Υιού (Χριστός) «ωσάν κυβερνήτης του καλύτερου και ανώτερου τμήματος του κόσμου» αλλά ταυτόχρονα απέδιδε τιμές και στη δύναμη του πρεσβύτερου Υιού (Σαταναήλ), παρά την ικανότητά του να προκαλεί κακό. Η Τρίτη τάση, και η πιο ακραία, υποστηρίζονταν από αυτούς που είχαν διαχωρίσει πλήρως τον εαυτό τους από τον «άρχοντα των ουρανών» (Χριστό) και «αγκάλιαζαν μονάχα τον επίγειο Σαταναήλ» …….  Αυτή η Τρίτη ομάδα των Ευχιτών της Θράκης, αν και ολιγάριθμη, ήταν η αιτία για να κατηγορηθούν όλοι οι Ευχίτες για «Σατανολατρεία», επειδή είχαν και την παράδοση να τελούν και αρχαία μυστήρια, εκστατικούς χορούς,  και τερατώδεις τελετές στις οποίες περιλαμβάνονταν έκφυλα αιμομικτικά σεξουαλικά όργια ακόμη και ανθρωποθυσίες»[80]

 

Από αρχηγούς ομάδων προσκείμενους στο ασκητικό κίνημα του Μεσσαλιανισμού προέκυψαν οι Ευσταθιανοί, οι Αδελφιανοί, οι Λαμπετιανοί. Διάδοχοί τους υπήρξαν οι Βογόμιλοι.

 

Ευνομοιανοί ή Ανόμοιοι ή Αετιανοί. Με εισηγητή τον Ευνόμιο, θεολόγο της αλεξανδρινής σχολής, επίσκοπο στην Κύζικο (360 μ.Χ.), που δεχόταν έναν ήπιο Αρειανισμό, όπου ο Πατήρ ήταν ανόμοιος κατά την ουσία με τον υιό. Δίδασκαν πως ο Λόγος κατέλαβε τη θέση της ψυχής μέσα στο  σώμα του Χριστού. Στις φιλοσοφικές αντιπαραθέσεις στις απόψεις  του Ευνομίου, τάχθηκαν οι  Όμοιοι με εισηγητή τον Ακάκιο Καισαρείας που δίδασκε ότι ο Πατήρ είναι όμοιος κατά την ουσία με τον Υιό και οι Ομοιουσιανοί, με εισηγητή τον Ευσέβιο Καισαρείας ο οποίος έλεγε ότι ο Πατήρ είναι καθ΄ όλα όμοιος με τον Υιό άρα και κατά την ουσία.

 

Απολιναριστές. Με ιδρυτή τον επίσκοπο Λαοδικείας  Απολλινάριο (379 μ.Χ.). Δεν δέχονταν ότι ο Υιός είχε δύο φύσεις, διότι τότε θα είχαμε δύο Χριστούς και όχι ένα. Αποκαλούσαν δε τους τους δεχόμενους την ενσάρκωση και διττή φύση του Ιησού Σαρκολάτρες ή ΑνθρωπολάτρεςΈχοντας πλατωνικές πεποιθήσεις, υποστήριζαν ότι την θέση του νου ή της λογικής ψυχής στον Χριστό την κατέλαβε ο θείος λόγος.

 

Νεστοριανοί. Με ιδρυτή τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριο  μαθητή του Θεόδωρου Μοψουεστίας (5ος  αιώνας). Δίδασκε ότι ο Ιησούς Χριστός υπήρξε ως δύο πρόσωπα, ο άνθρωπος Ιησούς και ο θεϊκός υιός και όχι ως ενιαίο πρόσωπο. Απέρριπτε τον όρο «Θεοτόκος» για την Μαρία και πρόβαλλε τον όρο «Χριστοτόκος», υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε την ανθρώπινη φύση του Ιησού και όχι την θεϊκή. Ακολούθησε το Νεστοριανικό σχίσμα κατά το οποίο διασπάσθηκε η Ασσυριακή εκκλησία της ανατολής, από την Βυζαντινή εκκλησία και έτσι παραμένει ως σήμερα αποκαλούμενη «Νεστοριανή». Η προσπάθεια διευθέτησης του ζητήματος με συνοδική διαδικασία στην Έφεσο οδήγησε στο «Χαλκηδόνειο σχίσμα». Οι Νεστοριανοί και οι Παυλικιανοί ήταν κατά των εικόνων.

 

Παυλικιανοί ή Παυλιανίτες. Ένοπλο κίνημα, του 7ου αιώνα, Αρμένιων γνωστικών, που οι βυζαντινοί το θεωρούσαν εκχριστιανισμένη μορφή του Μανιχαϊσμού. Έδιναν έμφαση στις επιστολές του Παύλου και υποστήριζαν δύο αρχές, μία αγαθή που ήταν ο θεός του μέλλοντος και μία πονηρή που δημιούργησε και εξουσίαζε τον κόσμο. Απεχθάνονταν την Μαριολατρία και ήταν κατά του μοναχισμού και της εκκλησιαστικής εξουσίας. Αρνούντο την προσκύνηση εικόνων και λειψάνων και υποστήριξαν τους εικονομάχους Αυτοκράτορες οι οποίοι και τους ευνόησαν. Λόγω της ανεικονικής πίστης τους και την αντιπαράθεσή τους με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία συμμάχησαν με τον Εμίρη της Μελετίνης και εξαπέλυαν από κοινού επιδρομές στις επαρχίες της Ρωμανίας. Μετά την ένοπλη επικράτηση των εικονομάχων διώχθηκαν ανηλεώς. Ο Ιωάννης Τσιμισκής μεταχειρίζεται τα υπολείμματά τους στρατιωτικά και τους μεταφέρει στην βαλκανική. Έτσι μεταφέρουν τους γνωστικούς σπόρους στην Βουλγαρία όπου και γεννιέται το κίνημα των Βογόμιλων.

 

Βογόμιλοι (Θεόφιλοι). Εμφανίστηκαν στην Βουλγαρία (10ος - 15ος  αιώνας) και ήταν συνεχόμενος κρίκος του γνωστικισμού τον μεσαίωνα. Το ότι ο ιδρυτής τους ήταν ο Βογόμιλος (Θεόφιλος) αμφισβητείται. Στην «Αλεξιάδα της» η Άννα Κομνηνή αναφέρει ότι οι Βογόμιλοι ήταν σκυθρωποί, κουκουλωμένοι ως τα αυτιά και βάδιζαν σκυφτοί και μουρμουρίζοντας. Είχαν κοινά στοιχεία με τους Μεσσαλιανούς και τους Παυλικιανούς και άλλα χριστιανικά γνωστικά κινήματα. Επικράτησαν σε Σερβία και Βοσνία, όπου ίδρυσαν και την Βοσνιακή Εκκλησία με εθνοφυλετική ταυτότητα και από εκεί έσπειραν τα πιστεύω τους στην Δύση. Λόγω γεωγραφικής θέσης δέχτηκαν επιρροές και εξ ανατολών και εκ δυσμών. Ταλάνισαν την κεντρική Ευρώπη και τα Βαλκάνια για πολλούς αιώνες κάνοντας ένοπλη αντίσταση στη Δυτική και στην Ανατολική εκκλησιαστική εξουσία, με αποτέλεσμα να διωχτούν θανάσιμα και από τους δύο. Διέξοδο στην οικτρή θέση που βρέθηκαν τους έδωσαν οι Οθωμανοί, που τους πρόσφεραν προστασία από το σπαθί των Χριστιανών γειτόνων των και θρησκευτική ελευθερία με τον όρο να υπακούσουν στον Σουλτάνο. Έτσι οι περιοχές που ήταν υπό την επιρροή τους αποφάσισαν ότι ήταν πρακτικότερο να εξισλαμιστούν, την στιγμή μάλιστα που αρκετές θρησκευτικές πεποιθήσεις τους ομοίαζαν με το Ισλάμ. Βογομιλικού τύπου, στρογγυλοί σταυροί, διασώζονται στο μεσαιωνικό νεκροταφείο της Χαλκηδόνας στην Θεσσαλονίκη, γεγονός που μαρτυρεί την γεωγραφική εξάπλωση τους[81].

 

Καθαροί ή Αλβιγήνοι. Διάδοχοι των Βογόμιλων στην Νότια Γαλλία. Οι Καθαροί δεν δέχονταν τη Θεία φύση του Χριστού, απέρριπταν την ενσάρκωση και την ανάσταση και πρέσβευαν ότι οι δυνάμεις που εξουσίαζαν τον άνθρωπο ήταν το Καλό (πνεύμα) και το Κακό (σώμα και υλικά αγαθά). Υποστηριζόμενοι από ευγενείς το κίνημα πήρε μεγάλες διαστάσεις προκαλώντας την ανησυχία της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας και των φεουδαρχών. «Έτσι το 1208, όταν οι φανατικοί Αλβιγήνοι δολοφόνησαν τον επίτροπο του Πάπα Ιννοκέντιου Γ' (Innocent III), Πέτρο του Καστελνό (Pierre de Castelnau), αυτός κήρυξε Σταυροφορία κατά της αίρεσης, εξομοιώνοντας αυτή με τις Σταυροφορίες κατά των απίστων και υποσχόμενος, αφενός ότι τα εδάφη των αιρετικών θα ανήκαν σε αυτούς οι οποίοι θα τα κατακτούσαν και αφετέρου, ότι με μια ετήσια θητεία των ιπποτών στη σταυροφορία, έπαιρναν εφ' όρου ζωής άφεση αμαρτιών και είχαν εξασφαλίσει μια θέση στον παράδεισο»[82].

Όσοι επέζησαν εντάχθηκαν αργότερα στο μοναστικό στρατιωτικό τάγμα των Ναϊτών (Ιππότες του Ναού του Σολομώντος) των οποίων ο διοικητής κατείχε τον τίτλο του Μαγίστρου. Οι Ναΐτες εξολοθρεύθηκαν μετά από πολιτική και Δυτική εκκλησιαστική σκευωρία εις βάρος τους.

 

Βάλδιοι. Πρώιμοι προτεστάντες και ρίζα του Ουμανισμού. Πίστευαν ότι ήταν η συνέχεια της αποστολικής εκκλησίας.  

 

Λολλάρδοι. Δημοφιλείς ένθερμοι περιοδεύοντες κήρυκες, που κρατούσαν ραβδί. Πρώιμοι προτεστάντες, φλογιζόμενοι από το κήρυγμα του θεολόγου Τζον Ουίκλιφ ο οποίος μετέφρασε την Αγία Γραφή από την Λατινική στην Αγγλική και εκτελέσθηκε από την Δυτική χριστιανική εκκλησία, όπως όλοι όσοι τολμούσαν να κάνουν την Αγία γραφή προσιτή στο κόσμο. Η επίσημη εκκλησία μονοπωλούσε όπως και σήμερα κείμενα, μόνο με μύθους θαυματοποιών αγίων και μαρτύρων. Ο όρος Λολλάρδοι πιθανόν προήλθε από μία λέξη που σημαίνει «αυτοί που μουρμουρίζουν ή ψάλλουν» Ήταν κατά της προσκύνησης εικόνων και αγίων και δεν δεχόντουσαν χτιστούς ναούς και συγχωροχάρτια. Αμφισβητούσαν την εκκλησιαστική εξουσία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και κατηγορήθηκαν για υποκίνηση της κοινωνικής εξέγερσης των χωρικών ενάντια στους μεγαλοκτήμονες και την Δυτική εκκλησία. Οι Λολλάρδοι κατέληξαν μετά από απόφαση της ιεράς εξέτασης στην ιερά πυρά. 

 

Αναβαπτιστές. Ανήκουν στην λεγόμενη ριζοσπαστική μεταρρύθμιση του Προτεσταντισμού με πολλές ομολογίες, απέρριπταν τον νηπιοβαπτισμό και ήθελαν τον διαχωρισμό εκκλησίας-κράτους, δεν στρατευόντουσαν ούτε κατείχαν δημόσιες θέσεις. Οι πιο γνωστές ομολογίες αναβαπτιστών είναι οι Χουτερίτες, οι Αδελφοί, οι Άμις οι οποίοι χωρίσθηκαν σε συντηρητικούς και προοδευτικούς τους Μενονίτες, οι Σοκινιανοί (αντιτριαδιστές), οι Σαββατιανοί.

 

Κουάκεροι. Ιδρυτής ο περιπλανώμενος ιεροκήρυκας Τζορτζ Φοξ. Την ονομασία την πήραν όταν ο Φοξ είπε στον δικαστή σε μία δίκη, ότι πρέπει να τρέμει τον Λόγο του Θεού και αυτός του απάντησε «πες μας λοιπόν εσύ ο τρέμων (Quaker)». Έκτοτε στις συναθροίσεις τους αρκετοί έτρεμαν σε ένδειξη ευλάβειας. Γενικά είναι ειρηνιστές, ζουν απλά, δεν ψεύδονται, δεν ορκίζονται και δέχονται το «Τριαδικό Δόγμα» χωρίς περαιτέρω αναζήτηση.

 

Μεθοδιστές. Αναζωπυρωτικό κίνημα της Αγγλικανικής εκκλησίας υπό τον Τζον Γουέσλεϋ. Κατά βάση ανήκουν στον Αρμινιανισμό που είναι θεολογικό κίνημα που ίδρυσε ο Ολλανδός Ιάκωβος Αρμίνιος, που πιστεύει ότι ο άνθρωπος σώζεται από τον Θεό με την ελεύθερη θέλησή του υπό προϋποθέσεις. Η θέση αυτή είναι αντίθετη απ΄ αυτή που αναπτύχθηκε από τον Αυγουστίνο Ιππώνος και την υιοθέτησε ο Καλβινισμός, που ίδρυσε ο Ιωάννης Καλβίνος, και προτείνει ότι ο Θεός σώζει μόνο τους προορισμένους «εκλεκτούς» χωρίς την θέληση του ανθρώπου (Απόλυτος προορισμός ή προκαθορισμός).

 

Μάρτυρες του Ιεχωβά. Σύγχρονη μορφή της ιουδαϊκής θεωρίας του Χιλιασμού με έδρα το Μπρούκλιν στην Νέα Υόρκη. Η οργάνωση ιδρύθηκε το έτος 1881 από τον πλούσιο Εβραίο έμπορο Κάρολο Ρώσελ και τους μετέπειτα Ρόδερφορδ και Νάθαν Νορ. Ακολουθώντας τον Άρειο δεν δέχονται την θεότητα του Ιησού, τον οποίο πιστεύουν ως κτίσμα και ότι είναι ο πρώτος αξιωματούχος του Ιεχωβά (όπως θέλουν να ονομάζουν τον Θεό), ο αρχάγγελος Μιχαήλ. Αναμένοντας τον επί της γης παράδεισο που θα είναι παντοτινός, διαδίδουν τις απόψεις τους με τα περιοδικά «Ξύπνα» και «Σκοπιά». Δεν δέχονται τις Πλατωνικές ιδέες περί προ-ύπαρξης και αθανασίας της ψυχής  και περί αιωνίου βασανισμού των ψυχών των απίστων και δεν κάνουν αιμοδοσίες.

Ευαγγελικοί. Η προέλευσή του «Ευαγγελικού Χριστιανισμού» εντοπίζεται συνήθως στο 1738, με διάφορα θεολογικά ρεύματα που συντελούν στην ίδρυσή του, συμπεριλαμβανομένου του Αγγλικού Μεθοδισμού, της Μοραβικής Εκκλησίας και του Λουθηρανισμού. Κατά κύριο λόγο, ο Τζον Γουέσλεϋ και άλλοι πρώτοι Μεθοδιστές ήταν οι πρώτοι Ευαγγελικοί. Σήμερα, οι Ευαγγελικοί βρίσκονται σε πολλά Προτεσταντικά κλαδιά, καθώς και σε διάφορες ονομασίες που δεν ανήκουν στο συγκεκριμένο κλάδο. Μεταξύ των ηγετών και των μεγάλων μορφών του Ευαγγελικού Προτεσταντικού κινήματος ήταν ο Τζον Γουέσλεϋ, ο Τζωρτζ Γουάιτφιλντ, ο Τζόναθαν Έντουαρντς, ο Μπίλι Γκράχαμ, ο Μπιλ Μπράιτ, ο Άρολντ Τζον Οκένγκα, ο Τζον Σκωττ και ο Μάρτιν Λόιντ-Τζόουνς. Το κίνημα απέκτησε μεγάλη δυναμική τον 18ο και 19ο αιώνα με τις Μεγάλες Αφυπνίσεις στη Μεγάλη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες[83].

Πεντηκοστιανοί.  Αμερικανικής προέλευσης, προσωποπαγές, πνευματοληπτικό, χιλιαστικό, πολυδιάσπαστο μεσσιανικό κίνημα (αδιάσπαστα συνδεδεμένο με την γνώμη, ιδέα, αποκάλυψη ή προφητεία του ιδρυτή ή του ποιμένα), κλάδος του Προτεσταντισμού που τον εικοστό (20ο) αιώνα μ.Χ. «σήκωσε την σκόνη του», που έκατσε πάνω στο ήδη κατασκονισμένο θρησκευόμενο πλήθος από τη σκόνη της Μυθολογίας, των Ανατολικών και Δυτικών θρησκειών, του Γνωστικισμού και του «πατερικού Χριστιανισμού». Οι Πεντηκοστιανοί φαντάζονται ότι είναι η συνέχεια του αποστολικού έργου και κυρίως διαδίδουν τις θεωρίες των Οικονομιαστών ή Χριστιανών Σιωνιστών. Κατά την ομολογία τους θεωρούν τα βιβλία της Αγίας Γραφής θεόπνευστα και έχουν καταστατικό τους την Καινή Διαθήκη. Αλλά ισχυρίζονται ότι το Πνεύμα το Άγιο τους έχει αποκαλύψει να πιστεύουν στην «Αγία Τριάδα», στο γνωστικό πατερικό «σύμβολο της πίστεως», στην κάθοδο και ενσάρκωση του δεύτερου προσώπου της Αγίας Τριάδας και στην διττή φύση του Ιησού, στον ερχομό του ιστορικού Αντίχριστου, στο επερχόμενο τέλος του κόσμου, στα αιώνια βασανιστήρια των απίστων από τον Αγαθό μεν, αλλά Δήμιο «τριαδικό θεό» τους, και στην προπαγάνδα των Χριστιανών Σιωνιστών. Πιστεύουν εν έτι 2020 μ.Χ. ότι είναι η γενιά της «αρπαγής» και κινδυνολογώντας μονίμως «εξαπατούν τις καρδιές των ακάκων». Ο Μονοθεϊστικός ή Αντιτριαδικός μεσσιανικός Πεντηκοστιανισμός, δεν δέχεται μεν το φιλοσοφικό «Τριαδικό Δόγμα» όμως δέχεται όλα τα υπόλοιπα. Και οι δύο κλάδοι θέλοντας να νομιμοποιήσουν την ύπαρξη τους ως φορείς και συνεχιστές του τελειωμένου αποστολικού έργου μεταχειρίζονται την ονομασία «αποστολική εκκλησία, αποστολική διδαχή κ.λπ.».


Το προσωποπαγές κίνημα της «Πεντηκοστής» είναι ένα ακόμη χιλιαστικό, μεσσιανικό κίνημα στο μακρύ κατάλογο της πολύπαθης «Θρησκευτικής Ιστορίας», που φιλοδόξησε, κινδυνολόγησε, ψευδοπροφήτευσε, αστόχησε ως προς την πίστη, εξαπάτησε και αφιόνισε τους οπαδούς του.

 


 

Συμπέρασμα

 

 

«Πάντα μοι παρεδόθη π το πατρός μου, κα οδες πιγινώσκει τν υἱὸν ε μ πατήρ, οδ τν πατέρα τις πιγινώσκει ε μ υἱὸς κα ἐὰν βούληται υἱὸς ποκαλύψαι». (Ματθ. 11:27)

 

 

*  Στο σύγχρονο πολύχρωμο θρησκευτικό τοπίο, ο κάθε προσήλυτος, αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως «πρόβατο», «άγιο», «πιστό», «χριστιανό», «άνθρωπο του θεού», «ελεημένο», «σωσμένο», «εκλεκτό» κ.λπ., αναλόγως του τόπου καταγωγής του ή της οικογενειακής του παράδοσης ή της ομολογιακής του ένταξης και της υπακοής του σε κάποιο ιερατείο ή άνεμο διδασκαλίας. Για τους περισσότερους προσήλυτους η «Εκκλησία» είναι κοινωνική διέξοδος.

 

*  Οι περισσότερες «χριστιανικές» εκκλησίες και ομολογίες στηρίζονται  στο γνωστικό «σύμβολο της πίστεως» το επικυρωμένο από τους Ρωμαίους Αυτοκράτορες, στο μυθολογικό «τριαδικό θεό» και στον «Φιλοσοφικό Ιησού», που είναι συγγενής με τον «Αιώνα Ιησού» των Γνωστικών και διάφορος από τον «Βιβλικό Ιησού», όλα προϊόντα θεσμικής επιβολής, της αρχαίας ελληνικής σκέψης από τους «πατέρες» με «αποστολική επικάλυψη».

 

*  Πνευματικός δεσποτισμός είναι η επιβαλλόμενη εμμονική θεολογική -φιλοσοφική άποψη, κόντρα στη βιβλική ορθότητα. Προσβάλλει τους κατεχόμενους από φρόνημα υπεροχής, το οποίο αντιμάχεται το φρόνημα του Χριστού και επιφέρει ανίατο αφιονισμό.


*  Η «πατερική» μυστικιστική και μυθική «Τριαδική Θεότητα», ήταν η σημαία της «Καθολικής Ρωμαϊκής Εκκλησίας» που απειλούσε με  αποκεφαλισμό και δήμευση περιουσίας, όσους δεν την προσκυνούσαν (ιερή βία)[84]  και εξελίχθηκε σε πνευματική παρακαταθήκη του ελληνικού πολιτισμού. Είναι δε η αιτία και όχι η λύση της κρίσης του πολιτισμού της Νεωτερικότητας.

 

*  Ο αυταρχισμός και ο δογματικός ηγεμονισμός, ο οποίος χαρακτήριζε την «Καθολική Ρωμαϊκή Θρησκεία» συνεχίζεται αμείωτος και στις μέρες μας, από τους επικεφαλής της «επίσημης Εκκλησίας» και των «θρησκευτικών αδελφοτήτων». Αυτοί είναι θεματοφύλακες αρχαίων ελληνικών και ιουδαϊκών μύθων και αγωνίζονται για την διασφάλιση των ιστορικών, των επαγγελματικών και των περιουσιακών τους κεκτημένων ή την επίτευξη προσωπικών στόχων και φιλοδοξιών, επαληθεύοντας τους  λόγους του προφήτη Ησαΐα που είπε:   

 

«Λας μου ο πρκτορες μν καλαμνται μς κα ο παιτοντες κυριεουσιν μν λας μου ο μακαρζοντες μς πλανσιν μς κα τν τρβον τν ποδν μν ταρσσουσιν». (Ησ. 3:12, Ο')

 

*  Όταν ο Ιησούς ρώτησε σεις τίνα με λέγετε ότι είμαι; Ο Πέτρος δεν είπε ότι: Συ είσαι ο Υιός της Μαρίας, ούτε είπε: Συ είσαι ο ενσαρκωμένος Υιός του Θεού, αλλά είπε: «Συ είσαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος». Και ο Ιησούς του απάντησε: «Μακάριος είσαι, Σίμων, υιέ του Ιωνά, διότι σαρξ και αίμα δεν σοι απεκάλυψε τούτο, αλλ' ο Πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς». (Ματθ. 16:16-17)

 

*  Οι Απόστολοι δεν απεστάλησαν να κηρύξουν την ανθρώπινη θεολογία–φιλοσοφία των Βαβυλωνίων ή των Ορφικών ή τον Όμηρο ή τον Πλάτωνα ή τον Γνωστικισμό ή τον ημίθεο και ενσαρκωμένο δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, τον θεό Υιό «Ιησού». Τέτοιοι θεοί υπήρχαν πολλοί στο πάνθεο των Ελλήνων και λοιπών λαών. Οι Απόστολοι κήρυξαν «εν Πνεύματι Αγίω» τον Ιησού Χριστό, Θεό Ζώντα και Αληθινό, Σωτήρα του κόσμου.

 

«Κα τι ν ατήσητε ν τ νόματί μου τοτο ποιήσω, να δοξασθ πατρ ν τ υἱῷ· άν τι ατήσητέ με ν τ νόματί μου γ ποιήσω». (Ιωάν. 14:13-14, SBLGNT)

 

 

 

 

 

Αμήν

 

 

 

 

 

Σημειώσεις

 [1] [ιερεύς = ο τας θυσίας επιτελών ιερεύς, θύτης, εις ον και η εκ των σπλάγχνων του θύματος μαντεία ανήκεν (Liddel-Scott)].

 Οι Φρύγοι ιερείς, της ορεινής Μεγάλης Μητρός Κυβέλης της Πεσσινούντος, που το άγαλμα της έπεσε από τον ουρανό, και του συζύγου της Άττεως, μυούνταν στην λατρεία της μέσω του αυτοευνουχισμού. Η Κυβέλη στην Ελλάδα λατρευόταν ως Ρέα και ο αρχαίος ποιητής Πίνδαρος την αποκαλεί «Κυβέλα, Μάτερ θεών». Για περισσότερες θεότητες και ιερατεία  βλέπε: «Λεξικό των αρχαίων κυρίων ονομάτων της μυθολογίας, ιστορίας και γεωγραφίας». Μετάφραση από τα γερμανικά, υπό Νικολάου Λωρέντη.

Σύμφωνα με την επίσημη θέση της Ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας, το κληρονομικό Λευϊκό ιερατείο, του βιβλικού ιουδαϊσμού, θεωρείται τύπος της Ορθόδοξης ιερωσύνης η οποία είναι θεοΐδρυτη!!!  Το Ορθόδοξο ιερατείο, εν τη γενέσει του έκανε την εκλογή του με ψηφοφορία, παντός του λαού και του κλήρου «ψηφίσματι κοινώ πάντων, κλήρου και λαού»  (Θρησκευτική και ηθική εγκυκλοπαίδεια τόμος 7ος σελίς 677-686),  αλλά στην πορεία του εξελίχτηκε σε επαγγελματικό ιερατείο, που αναπόφευκτα εξέθρεψε την «Σιμωνία».

 

Στον Ραβινικό Ιουδαϊσμό δεν υπάρχουν πλέον ιερείς αλλά νομοδιδάσκαλοι και στο  Ισλάμ, όπου πίστη και κράτος είναι ένα και το αυτό, δεν υπάρχει ιερατείο και μυστήρια, αλλά τα θρησκευτικά καθήκοντα τα ασκούν οι κρατικοί λειτουργοί.

 Στον Βουδισμό όλοι οι μοναχοί θεωρούνται ιερείς, και στον Ινδουισμό, που είναι σύνολο πολλών τοπικών θρησκειών, την διδασκαλία των ιερών κειμένων  -Βέδες- την έχουν αναλάβει οι γκουρού (= δάσκαλοι).

 [2] Κάρολος Μπρούσαλης «Σουμέριοι: Οι άγνωστοι της 3ης χιλιετίας π.Χ.»

 [3] Ν. Καστάνη «Η Παρακμή της Μαθηματικής Παιδείας τους Πρώτους Αιώνες του Μεσαίωνα»

 [4] Προς Ρωμαίους 10:18,  16:26-27, Προς Κολοσσαείς  1:6, 23

 [5] Η πρώτη εκκλησία δεν δίωκε τους αντικειμένους. Τα βιβλία των μάγων δεν τα έκαιγαν οι απόστολοι, αλλά οι ίδιοι, που έπρατταν τις μαγείες. «Ικανο δ τν τ περίεργα πραξάντων συνενέγκαντες τς βίβλους κατέκαιον νώπιον πάντων· κα συνεψήφισαν τς τιμς ατν κα ερον ργυρίου μυριάδας πέντε». (Πράξ. 19:19)

 Οι Ρωμαίοι απεχθάνονταν τις μαγείες, σύμφωνα με τον Ρωμαίο ιστορικό Σουετώνιο, ο Καίσαρας Αύγουστος το 13 π.Χ. διέταξε να καούν δύο χιλιάδες βιβλία μαγείας. Το 95 π.Χ. η Γερουσία των Ρωμαίων απαγόρευσε την ανθρωποθυσία που έπρατταν οι Κέλτες μάγοι (Δρυίδες). Επίσης ο Κλαύδιος εκδίωξε από την Ρώμη αστρολόγους, Δρυίδες και Ιουδαίους (Πράξ. 18:1)

 

[6] «Η Βασιλεία του Θεού δεν θα εκπληρωθεί με έναν ιστορικό θρίαμβο της Εκκλησίας στο τέλος μιας ανοδικής προόδου, αλλά με την νίκη του Θεού ενάντια στο τελευταίο ξέσπασμα του κακού ..». «Κατήχηση της καθολικής εκκλησίας», εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1996, σελ. 227)

 

[7] Η Περσία τον 8ο αιώνα εξισλαμίστηκε βίαια από το Ισλάμ. Πρεσβευτές του Ζωροαστρισμού υπάρχουν σήμερα σε Ινδία, Ιράν και Ιράκ, καλούνται «Παρσιστές» και λατρεύουν την φωτιά ως μέσο πνευματικής ενόρασης και αποτροπής του πνευματικού σκότους και του κακού και ως σύμβολο εξαγνισμού. Τον 17ο αιώνα οι πυρολάτρες αναφέρονται και ως «Γκόροι»


[8] Ζαν Ντορές « Τα απόκρυφα κείμενα των γνωστικών της Αιγύπτου» σελ. 165

 

[9] Νόρμαν Κον (Cohn Norman) «Αγώνες για την έλευση της χιλιετούς Βασιλείας του Θεού. Επαναστάτες χιλιαστές και μυστικιστές αναρχικοί του Μεσαίωνα»

[10] Ειρηναίου έλεγχος, εισαγωγή, σελ. 32 


[11] «ε δ Χριστς ν μν, τ μν σμα νεκρν δι' μαρτίαν, τ δ πνεμα ζω δι δικαιοσύνην». (Ρωμ. 8:10, GR/Orthodox)


[12] Εκκλησιαστική Ιστορία Στεφανίδη σελ. 64

[13] Φιλοσοφούμενα, η κατά πασών αιρέσεων έλεγχος, βιβλίο V, 9 σελ. 121

[14] Φιλοσοφούμενα, η κατά πασών αιρέσεων έλεγχος. βιβλίο VII, 35 σελ. 245

[15] Ειρηναίου, έλεγχος, Βιβλίο Α, 30:13

[16] Εκκλησιαστική Ιστορία Στεφανίδη σελ. 67


[17] Ερμητικά κείμενα, εκδ. Παρασκήνιο, εισαγωγή  σελ. 9 


[18] Gourinat Jean Batiste «Οι Στωικοί για την ψυχή», εκδ. Καρδαμίτσα, 1999  σελ. 30.

 

[19] DMITRIEVSKIJ, Opisanie 2, 547. Ε.Ι.Ε.Κ.Ν.Ε 60 Θεσμοί και Ιδεολογία στη νεοελληνική κοινωνία. Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης «ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ. Η προσαρμογή μιας ποινής στις αναγκαιότητες της Τουρκοκρατίας».

 [20] Αριστοτέλης: Περί ψυχής, 413a4-6

 [21] Βικιπαίδεια

 [22] Κατελής Βίγκλας «Χαλδαϊκή και Νεοπλατωνική θεολογία» https://www.researchgate.net

 [23] Ιάμβλιχος «περί Αιγυπτίων Μυστηρίων» VIII, 2

[24] Β. Κάλφα και Γ. Ζωγραφίδη «Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι» (7.9. Η μετοχή και η μίμηση) 

 [25] Στο έργο του Ωριγένους διασώζεται ο εξής γνωστικός ύμνος: «Από σου πατήρ και δια σε μήτηρ, τα δύο αθάνατα ονόματα, αιώνων γονείς, πολίτα ουρανού, μεγαλώνυμε άνθρωπε». Διαιρούσιν δε αυτόν, ως Γηρυόνην, τριχή. «Φιλοσοφούμενα, η, κατά πασών αιρέσεων έλεγχος βιβλίο Ε.7 σελ. 95»

Στα γνωστικά διαρχικά συστήματα η θεότητα και η ανθρωπότητα στην αρχέτυπη μορφή τους παρουσιάζονται με δύο φύσεις άρρεν και θήλυ οι οποίες αποχωρίστηκαν, για αυτό υπάρχουν άνδρες και γυναίκες και η ένωσή τους  -ενοφυλία ή αφυλία -  είναι το επιζητούμενο. Για περισσότερα βλέπε: «Ενοφυλία το ιδεώδες των γνωστικών» του Παναγιώτη Χρήστου.

 Την ιδέα της αρρενοθηλείας  -δύο φύσεις ενωμένες σε μία οντότητα-  την συναντάμε στην λατρεία της θεάς Κυβέλης και του Άττη και στους Πυθαγόρειους  Στην ελληνική μυθολογία ο Ερμαφρόδιτος ήταν γιος του Ερμή και της Αφροδίτης και πήρε το όνομά του από τα ονόματα των γονιών του.

 [26] http://erevoktonos.blogspot.com/2018_01_25_archive.html

 [27] Ιουστίνου Απολ. Α΄32, 10

 [28] Στον αρχαίο κόσμο ήταν διαδεδομένη η θεωρεία της «αποκάθαρσις από των κακών», δια της εκπύρωσης και η αποκατάσταση των στοιχείων στην αρχική τους μορφή. Οι Στωικοί, αναπαράγοντας τον Ηράκλειτο, δεχόντουσαν «ότι ο κόσμος είναι φθαρτός, καταστρεφόμενος δια της εκπυρώσεως και αναγεννώμενος πάλιν εκ νέου. Η ιστορία του κόσμου άρα είναι αλληλοδιαδοχή κόσμων φθειρομένων και αναγεννωμένων. Η καταστροφή εκάστου περιοδικώς εμφανιζομένου κόσμου συντελείται δι΄ εκπυρώσεως, ήτις είναι μετατροπή συμπάντων των εν τω κόσμω όντων εις πυρ, «εις πύρ ανάλυσις των όντων». «Την τοιαύτην εκ νέου δημιουργίαν καλούν οι Στωικοί «παλιγγενεσίαν» και «αποκατάστασιν». Δια ταύτης επέρχεται εκ νέου η «διακόσμησις» …….. Η μεθ΄’ εκάστην εκπύρωσιν εμφανιζομένη διακόσμησις είναι αιωνίως η αυτή». (Κ.Δ. Γεωργούλης, Ιστορία της Ελληνικής φιλοσοφίας. Εκδ. Παπαδήμα Αθήναι 1994 σελ. 380-381)

 [29] Κατελής Βίγκλας «Χαλδαϊκή και Νεοπλατωνική θεολογία» https://www.researchgate.net

 

[3ο] Ιωάννης Καραβιδόπουλος «Ο Ιούδας της ιστορίας και ο Ιούδας των αποκρύφων κειμένων» http://www.discussion.gr/themata/judas/karavidopoulos.html

 [31] Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου «Ελλήνων μύθοι. Η Γαία και ο Ουρανός» https://www.larissanet.gr/2017/08/09/i-gaia-kai-o-ouranos/

 [32] Παναγιώτης  Χρήστου «Ενοφυλία το ιδεώδες των Γνωστικών» www.apostoliki-diakonia.gr

 [33] Ερμή του Τρισμέγιστου «Ερμητικά κείμενα» ISBN: 960-7107-01-2 εκδ. Παρασκήνιο. (Εισαγωγικά για τον πρώτο λόγο σελ. 15)

 [34]  Κατά τον μύθο η Ιώ πέρασε από το ένα πέλαγος και σε ανάμνηση της το ονόμασαν Ιόνιο πέλαγος.

 [35]  Η ένωση των δύο φύσεων του Ιησού Χριστού σε μία υπόσταση, αποδέχεται ήπιο Αρειανισμό. Κατά τον Άρειο, ο οποίος πίστευε σε ιεραρχική τριάδα, που σχηματίστηκε σταδιακά και όχι αιώνια, «ο κτιστός Υιός του Θεού προσέλαβε ως Χριστός «εν χρόνω», όχι όλη την ανθρώπινη φύση του, αλλά μόνο ανθρώπινο (Χοϊκό) σώμα  χωρίς ψυχή, αφού τη θέση της ψυχής την κατέβαλε ο κτιστός λόγος  (συγγενής πίστη με αυτή των Απολιναριστών)». Πηγή 

 [36] Ο Βισνού είναι η τρίτη μορφή της ανώτατης τριαδικής θεϊκής εκδήλωσης του ινδουισμού, Τριμούρτι, όπου ο Βράχμα είναι ο δημιουργός, ο Βισνού είναι ο διατηρητής  /προστάτης και ο Σίβα είναι ο καταστροφέας ή ο μετασχηματιστής, που είναι όρος γνωστικός.

 [37] Ζαν Ντορές «Τα απόκρυφα κείμενα των γνωστικών της Αιγύπτου» σελ. 269

 [38] Κλάδος του Ισλάμ, με δεύτερο κλάδο τους Σουνίτες, που δέχονται τον Αλή, τον γαμπρό και ξάδελφο του Μωάμεθ για ηγέτη  -Χαλίφη κατά την παράδοσηαντίθετα  με τους Σουνίτες που δέχονται τον Αμπού Μπακρ, ως πρώτο διάδοχο του Μωάμεθ.

 [39] Ιουδαϊκοί πόλεμοι, βιβλίο. Β΄, VIII, 14

 [40] Σπύρος Ράγκος «Γνωστικισμός και Πλάτων» http://n1.intelibility.com/ime/lyceum/?p=lemma&id=350&lang=1

 [41] Μιχάλης Μπατής «Η Τριαδικότητα του Θείου κατά τον Πυθαγόρα» https://intownpost.com/

 [42] Αριστοτέλους, Περί Ουρανού, 286 α, 10-16 «Θρησκευτική πρακτική στον Αριστοτέλη» www.fourakis.gr

 [43] Έγγραφα 10 και 104, «Η Αγία Τριάδα του Παραδείσου» και «Προέλευση της σκέψης για την τριάδα», από το βιβλίο «Ουράντια» του ιδρύματος Ουράντια στο Σικάγο του Ιλινόις. https://www.urantia.org/el/vivlio-tis-oyrantia/eggrafo-104-proeleysi-tis-skepsis-gia-tin-triada

 [44] https://hellenictheology.gr/kronos-nous-dias-kosmiki-psychi/

 [45] www.agniyogahellas.gr

 [46] Μιχάλης Μπατής ««Η Τριαδική Υπόσταση του Θείου- Η Αέναη Πάλη Θήλεως και Άρρενος» (Μέρος Β΄www.intownpost.com

 [47] Μιχάλης Μπατής «Ελληνιστική εποχή και Χριστιανισμός» www.intownpost.com

 [48] Ο Ιησούς απαντώντας σε ερώτηση μαθητού, απαντά ότι η βασιλεία θα έλθει «όταν τα δύο εν και το έξω ως το έσω, και το άρρεν μετά της θηλείας, ούτε άρρεν ούτε θήλυ». (Β΄ Κλήμεντος  12:26)

 [49] «Πρ μις ον το θηριομαχεν μς, βλέπω ραμα τοιοτον. Πομπόνιος διάκονος, φησίν, λθεν πρς τν θύραν τς φυλακς κα κρουσεν σφόδρα …. κα λέγει μοι· Σ περιμένω, λθέ. κα κράτησεν τς χεράς μου, κα πορεύθημεν δι τραχέων κα σκολιν τόπων· κα μόλις παρεγενόμεθα ες τ μφιθέατρον· κα εσήγαγέν με ες τ μέσον κα λέγει μοι· Μ φοβήθς· νθάδε εμ μετ σο, συγκάμνων σοι· κα πλθεν. κα δο βλέπω πλεστον χλον ποβλέποντα τ θεωρί σφόδρα· κγ τις εδον πρς θηρία με καταδικασθεσαν θαύμαζον τι οκ βαλλόν μοι ατά. κα λθεν πρός με Αγύπτιός τις μορφος τ σχήματι μετ τν πουργούντων ατ μαχησόμενός μοι. κα ρχεται πρός με νεανίας τις εμορφώτατος τ κάλλει ξαστράπτων, κα τεροι μετ᾿ ατο νεανίαι ραοι, πηρέται τε σπουδαστα μοί. κα ξεδύθην κα γενήθην ρρην». (Μαρτύριο Περπέτουας 10)

 [50] «Ο Νους-Θεός που είναι σερνικο-θήλυκος, ζωή και φως μαζί γέννησε με ένα λόγο, άλλον δημιουργό Νουν, ο οποίος είναι θεός της φωτιάς (πυρός) και του πνεύματος και ο ενιαίος δημιουργός επτά διοικητών που περιέχουν σε κύκλους τον αισθητό κόσμο και η διοίκησή τους καλείται Ειμαρμένη». (Ερμητικός λόγος Α΄ 9, Ποιμάνδρης)

 [51] Κωνσταντίνος Σαπαρδάνης «Η ομοφυλία στον πλατωνικό μύθο»  eranistis.net

 [52] Μιχάλης Μπατής «Η Τριαδική Υπόσταση του Θείου- Η Αέναη Πάλη Θήλεως και Άρρενος ως Κεντρικό Πρόσωπο της Τριαδικότητας στην Αρχαία Ελλάδα και τον Κόσμο» (Μέρος Α΄) www.intownpost.com

 [53] Οι αρχικοί θηρευτές αιρέσεων της χριστιανικής Εκκλησίας (Ειρηναίος, Ιππόλυτος, Επιφάνιος κλπ.) θεωρούσαν τον Γνωστικισμό μια επάρατη χριστιανική αίρεση και έγραψαν δεκάδες τόμους πολεμικής ρητορικής εναντίον του. Οι Έλληνες φιλόσοφοι από την άλλη ήταν διχασμένοι όσον αφορά τον Γνωστικισμό. Για παράδειγμα, ο Πλωτίνος στο βιβλίο του «Προς Γνωστικούς» θα πολεμήσει τις αντιλήψεις τους και γενικά τη θεοσοφία των Γνωστικών, που τη θεωρεί διαστροφή τής πλατωνικής διδασκαλίας. Άλλοι Νεοπλατωνιστές όμως, όπως ο Πορφύριος και ο Ιουλιανός, ευθυγραμμίζονται με τους Γνωστικούς στην πολεμική τους κατά των Χριστιανών και ιδιαίτερα στην απόκρουση της ιδέας ότι ο υπέρτατος Θεός μπορεί να είναι ο ίδιος δημιουργός του υλικού κόσμου. Πηγή: Βικιπαίδεια: Γνωστικισμός

 [54] https://www.impantokratoros.gr/neoeidololatria_nea_epoxh.el.aspx

 [55] Εκκλησιαστική ιστορία Ευσεβίου Καισαρείας,  Βιβλίο 2, 13

 [56] Κέλσος «Αληθής Λόγος κατά Χριστιανών» σελ. 109, εκδόσεις Θύραθεν. Το περιεχόμενο του βιβλίου διασώθηκε από το απολογητικό έργο του φίλου του γνωστικισμού Ωριγένη «Κατά Κέλσου». Το συμπέρασμα από αυτό το έργο είναι ότι ο χριστιανισμός του 2ου αιώνα είχε καμπαλιστικές και γνωστικές προσμίξεις. Ο Κέλσος επαναλάμβανε τις προσβολές προς τον Χριστιανισμό των ταλμουδικών κειμένων.

 [57] Ειρηναίου έλεγχος, εισαγωγή, σελ. 33

 [58]  Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις πλάνες των «Χριστιανών Σιωνιστών» και του πολυδιασπασμένου πνευματοληπτικού Πεντηκοστιανισμού, που γεννήθηκε από αμερικανικές σιωνιστικές προτεσταντικές ομάδες, βλέπε:

 «ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΙ ΚΑΙ ΙΣΡΑΗΛ: ΜΙΑ ΑΠΙΘΑΝΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ»

 «Οι Ρίζες του Χριστιανικού Σιωνισμού»

 [59] Ειρηναίου, έλεγχος,  βιβλ. Α, κεφ. κστ΄, 2 σελ. 97

 [60] Γεώργιος Στάμκος, από το βιβλίο του  «Οι πρόδρομοι των Βογόμιλων στη Σκιά του Άλλου Θεού» σελ. 78

 [61] «Η παρουσία του νεοπλατωνικού Πρόκλου στην Παράφραση του Γεωργίου Παχυμέρη στο Περί θείων ονομάτων του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου»  www.didaktorika.gr

 [62] Ιερόθεος Βλάχος «Η Ορθόδοξη νηπτική θεολογία της Εκκλησίας ως μέθοδος θεραπείας» https://www.oodegr.com/oode/psyxotherap/niptiki1.htm

 [63] Θεολογία Βικιπαίδεια

 [64] Τίμαιος 29d – 30c

 [65] Ο Μωαμεθανισμός είναι εβραϊκό καμπαλιστικό κατασκεύασμα. Ο Βεδουϊνος Μωάμεθ είχε Εβραία μητέρα και κάποιες από τις γυναίκες του ήταν Εβραίες. Το περιβάλλον του αποτελείτο από Εβραίους μάγους, αστρολόγους και αποκρυφιστές, με επικεφαλής τον μοναχό Εβραίο ξάδελφο της γυναικός του Ουάρακα μπιν Νάουφαλ, που γνώριζε την Π. Δ. και τις εβραϊκές παραδόσεις. (Από το βιβλίο «Ο Οικουμενισμός χωρίς μάσκα» του Αρχιμ. Χαραλ. Βασιλοπούλου)

 Οι Εβραίοι συμφωνούν «Το Ισλάμ είναι πιο κοντά στον Ιουδαϊσμό από οποιαδήποτε άλλη θρησκεία». http://redskywarning.blogspot.com 

 [66] «Ισλάμ μια Χριστιανική Αίρεση» http://www.oodegr.com/oode/islam/xr_airesi1.htm

 [67] Κωνσταντίνος Τσοπάνης – Δρ. Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Θρησκευμάτων: «Ο μυστικισμός στην αρχαία Ελλάδα» https://archive.gr/?p=78

 [68] Ιουστίνου  Διάλ. 56, 4

 [69] Κατελής Βίγκλας «Χαλδαϊκή και Νεοπλατωνική θεολογία» https://www.researchgate.net

 [70] ΤΡΙΑΣ https://gregoriusworld.blog

 [71] The Making of the Popes 1978, ΗΠΑ, 1979, σ. 227

 [72] Επιφάνιος, Πανάριον, «Κατά Κολλυριδιανών των τη Μαρία προσφερόντων» σελ. 655, 658

 [73] Β. Ν. Τατάκη «Ο Βυζαντινός Μυστικισμός ( Κυριώτερα Ρεύματα )» http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/tatakis/tatakis_ch1.htm

 [74] Παλαμισμός - Βικιπαίδεια

 [75]  Max Weber «Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού» Μετάφραση Μιχ. Γ. Κυπραίου, Gutenberg, Αθήνα 2006

 [76] Ιερόθεος Βλάχος «Η Ορθόδοξη νηπτική θεολογία της Εκκλησίας ως μέθοδος θεραπείας» https://www.oodegr.com/oode/psyxotherap/niptiki1.htm

 

[77] Η άλωση του 1453 – Η Μεγάλη Προδοσία των ανθενωτικών. https://diamantiskoutoulas.blogspot.com/2017/05/1453.html

 

[78] Η αλληλεπίδραση των πολιτισμών και ιδεών είναι εμφανής και αποδεδειγμένη ιστορικά από αρχαιοτάτων χρόνων. Υποστηρίζεται λοιπόν ότι  το σουφικό ανατολίτικο ασκητικό τάγμα  των Μεβλεβί ή περιστρεφόμενων Δερβίσηδων, που επιδίωκαν μέσω περιστροφικής εκστατικής κίνησης να έρθουν σε επαφή με το θείο, ήταν αποτέλεσμα επίδρασης των επιδιώξεων εκστατικών, ενθουσιαστικών, μυστικιστικών κινημάτων. Άλλωστε τα εν μέρει συγγενή ασκητικά κινήματα της  Ανατολής είχαν αμφίδρομες αλληλεπιδράσεις με αρχαίες σαμανικές, ζωροαστρικές, στωικές, νεοπλατωνικές, γνωστικές, και λοιπές θρησκευτικές επιδιώξεις.  Αξίζει να σημειωθεί ότι ο βασιλιάς της Ινδίας και της νότιας Ασίας (Ασόκα ο Μέγας, 273 π.Χ. – 232 π.Χ.), του οποίου πολλά διατάγματα ήταν σκαλισμένα στα ελληνικά, όντας  ένθερμος υποστηρικτής του Βουδισμού Μαχαγιάνα, διοργάνωσε ιεραποστολές προς εξάπλωσή του, που έφτασε έως Συρία, Αίγυπτο, Μακεδονία και Ήπειρο.  Αργότερα ο επίσης βουδιστής, Ινδός βασιλιάς Κανίστρα, τον εξάπλωσε έως Κίνα, Σιάμ κ.λπ..  Το ανεξάρτητο ελληνικό βασίλειο της Βακτριανής (250-130 π.Χ.), στο σημερινό Αφγανιστάν, συνέβαλλε στην ίδρυση της ελληνοβουδιστικής σχολής τέχνης στην Γανδάρα, αρχαίο βασίλειο στο σύγχρονο Πακιστάν και την δυτική Ινδία και έτσι γεννήθηκε ο «Ελληνοβουδισμός» (= πολιτισμική πρόσμιξη στοιχείων του ελληνικού πολιτισμού με την βουδιστική ανεικονική τέχνη), με αποτέλεσμα την ανθρωπομορφική αναπαράσταση, του Βούδα με μοντέλο τον Απόλλωνα, και άλλων βουδιστικών θεοτήτων. Η ελληνοβουδιστική τέχνη επηρέασε και τις τέχνες στην Κίνα, την Ιαπωνία και την Κορέα. Έχουν επίσης βρεθεί Βουδιστικά χειρόγραφα γραμμένα σε καλλιγραφικά Ελληνικά, τα οποία υμνούν διάφορους Βούδες και κάνουν αναφορά του Μαχαγιάνα Λοκεσβάρα Βούδα (συγκεκριμένα το πλήρες όνομα αναγράφεται με Ελληνικά γράμματα ως λωγοασφαροραζοβοδδο). Τα χειρόγραφα αυτά έχουν χρονολογηθεί αργότερα από τον 2ο αιώνα μ.Χ. https://el.wikipedia.org/wiki/Ελληνοβουδισμός

 

[79] Νόρμαν Κον «Αγώνες για την έλευση της χιλιετούς Βασιλείας του Θεού Επαναστάτες χιλιαστές και μυστικιστές αναρχικοί του Μεσαίωνα» κεφ. 8: Μια ελίτ ανήθικων υπερανθρώπων. Η αίρεση του Ελεύθερου Πνεύματος σελ. 157

 

[80] Γεώργιος  Στάμκος, από το βιβλίο του  «Οι Πρόδρομοι των Βογόμιλων στη Σκιά του άλλου Θεού» σελ. 99, 100

 [81] Βογόμιλοι. Ήταν η κυνηγημένη χριστιανική αίρεση με τους στρογγυλούς σταυρούς. Πίστευαν ότι ο σατανάς ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Θεού και αρνούνταν κάθε εξουσία  «Μηχανή του χρόνου»

 [82] Σταυροφορίες: Η Σταυροφορία των Αλβιγηνών (1208-1244) http://greekworldhistory.blogspot.com/2015/11/1208-1244.html

 [83] Ευαγγελικός Χριστιανισμός «Βικιπαίδεια»

 [84] Ιουστιάνειος Κώδικας 1.11.9


 

 

                                                                                              ====================

 

 

 

 << Επιστροφή στην Αρχική σελίδα