Ο μετασχηματισμός του αρχικού χριστιανισμού

Συγγραφή: Ευάγγελος Δ. Κεπενές (2018, 8 Οκτωβρίου)

 


 

Τα κοσμικά φιλοσοφικά ρεύματα του 2ου αιώνα λαφυραγωγώντας τον πνευματικό πλούτο του γνήσιου χριστιανισμού τον μετασχημάτισαν σε νέα κρατική θρησκεία τύπων και προσδοκιών

 

«Και άλλα πολλά θαύματα έκαμεν ο Ιησούς ενώπιον των μαθητών αυτού, τα οποία δεν είναι γεγραμμένα εν τω βιβλίω τούτω· ταύτα δε εγράφησαν διά να πιστεύσητε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός ο Υιός του Θεού, και πιστεύοντες να έχητε ζωήν εν τω ονόματι αυτού». (Ιωάν. 20:30-31)

 

Το τέλος / η ολοκλήρωση  λοιπόν του Μωσαϊκού νόμου είναι ο Χριστός, η ζωή, ο οποίος  κατήργησε τον θάνατο που απέρρεε από τον νόμο και έφερε εις φως την ζωή και την αφθαρσία δια του ευαγγελίου σε όσους μετανοούν και πιστεύουν στον αληθινό Θεό και σωτήρα Ιησού Χριστό, ανεξαρτήτως βιολογικής καταγωγής. (2 Τιμ. 1:10)

 

Όπως και για πολλούς άλλους της ίδιας περιόδου έτσι και για τον «χριστιανό» φιλόσοφο  Κλήμη της Αλεξανδρινής φιλοσοφικής σχολής, ο Χριστιανισμός ήταν η ανώτερη φιλοσοφία που προπαρασκεύασε ο Μωσαϊκός Νόμος και η ελληνική φιλοσοφία. Η άποψη αυτή καλλιεργήθηκε από τον Ιουδαίο ελληνιστή φιλόσοφο Φίλωνα από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου (15 π.Χ.-45 μ.Χ.) φανατικό υπερασπιστή της πλατωνικής σκέψης και εξαπλώθηκε από τους υπέρμαχους της ανθρώπινης σοφίας.

 

«Προσέχετε μήπως υπάρξει κάποιος που σας αρπάξει σαν λάφυρό [του] με τη φιλοσοφία και[ με τη] μάταιη απάτη κατά την παράδοση των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου και όχι κατά Χριστό. Γιατί μέσα σ’ αυτόν κατοικεί όλο το πλήρωμα της θεότητας σωματικά». (Προειδοποίηση  του Αποστόλου Παύλου προς Κολοσσαείς 2:8-9)

 

Η παρενέργεια αυτής της θεώρησης των φιλοσόφων, παρουσίαζε τον χριστιανισμό ως να αποδέχεται την ελληνική σκέψη, άποψη αντίθετη από αυτό που υποστήριξε ο Ιησούς  και οι απόστολοι.


«Μη νομίσητε ότι ήλθον να καταλύσω τον νόμον ή τους προφήτας· δεν ήλθον να καταλύσω, αλλά να εκπληρώσω». (Ματθ. 5:17)

 

«Διότι επειδή εν τη σοφία του Θεού ο κόσμος δεν εγνώρισε τον Θεόν διά της σοφίας, ηυδόκησεν ο Θεός διά της μωρίας του κηρύγματος να σώση τους πιστεύοντας». (1 Κορ. 1:21)

 

Η καταστροφή της Ιερουσαλήμ και του ναού είχε επιφέρει εθνική, πολιτιστική και θρησκευτική κρίση στον σαρκικό Ισραήλ. Ο βιβλικός ιουδαϊσμός έχοντας εκπληρώσει τον σκοπό του είχε δώσει την θέση του στον χριστιανισμό που είχε ως αντίπαλο τους μη πιστεύσαντας Ιουδαίους. Χωρίς ναό και ιερείς, την εκπροσώπηση των τελευταίων την είχαν αναλάβει οι ραβίνοι οι οποίοι το 100 μ.Χ. περίπου συγκάλεσαν την σύνοδο της Ιάμνειας στην Παλαιστίνη για να οριστικοποιήσουν τον βιβλικό κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης  όπως αυτός οριζότανε στο Ταλμούδ. Η ενέργεια αυτή καθιέρωσε τον ραβινικό ιουδαϊσμό ως ιδεολογική συνέχεια του φαρισαϊκού ιουδαϊσμού.

 

Η περίοδος εκπροσώπησης του χριστιανισμού από υπηρέτες αποστολικού αναστήματος είχε παρέλθει. Οι φιλόσοφοι απολογητές, υπερασπιστές της «χριστιανικής φιλοσοφίας» όπως την θεωρούσαν, βοηθούμενοι από τις κοινωνικές και πολιτικές συγκυρίες πέτυχαν τον συνδυασμό Ελληνισμού – Χριστιανισμού,  δημιουργώντας σταδιακά την ετικέτα του «Χριστιανικού Ελληνισμού».

 

Μέσα από έντονες διαμάχες μεταξύ των αντιπροσώπων των τότε φιλοσοφικών τάσεων και την επικράτηση των εχόντων την ισχυρότερη πολιτική στήριξη, μορφώθηκε τελικά τον 3ο - 4ο αιώνα μ.Χ., νέα κρατική θρησκεία ρωμαϊκών συμφερόντων ο «πατερικός πλατωνικός χριστιανισμός». H αντιφατική Αρχαία Φιλοσοφία και η σωτηριολογία  Πατερικού τύπου έγιναν από τότε πνευματική παρακαταθήκη της ελληνικής κληρονομιάς.

 

Ο τοιούτος χριστιανισμός όντας παραλλαγή του εθνικού πολυθεϊσμού, επικράτησε με την ισχύ των ρωμαϊκών όπλων και επέφερε πνευματικό σκότος συντηρούμενο έως σήμερα από τις κατ’ όνομα χριστιανικές αντιμαχόμενες εθνικές θρησκείες.

 

 Ο πλατωνισμός ως θεωρία των ιδεών είχε υποστηρικτές κυρίως από τους εξ’ ελλήνων θρησκευόμενους και με αυτόν ενδύθηκε η Ορθόδοξη Ανατολική «Χριστιανική» εκκλησία. Ο αριστοτελισμός ως θεωρία του πραγματισμού - το μη αισθητό είναι και μη υπάρχον – είχε υποστηρικτές κυρίως από τους εξ’ ιουδαίων θρησκευόμενους και από Άραβες οι οποίοι διάβαζαν τα μεταφρασμένα σε αραβικά έργα του Αριστοτέλη. Μετά το σχίσμα μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής εκκλησίας το 1054 η Καθολική Δυτική εκκλησία κάτω από την ισχυρή  επιρροή του Ιταλού  φιλόσοφου και θεολόγου  Θωμά Ακινάτη (1125-1274), ιερέα της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας και υποστηρικτή του αριστοτελισμού, ενσωμάτωσε  στην θεολογία της την αριστοτελική φιλοσοφία. Έτσι γεννήθηκε ο «αριστοτελικός χριστιανισμός» ο οποίος επηρέασε και τον υλιστικό δυτικό πολιτισμό.

 

Επίλογος

 

 Οι σημερινοί εκπρόσωποι και ακόλουθοι του  επιβληθέντα σχισματικού «πατερικού πλατωνικού χριστιανισμού» και οι γεφυρωμένες με αυτόν σύγχρονες Προτεσταντικές ομολογίες , (βλέπε καταστατικά εκκλησιών της Διαμαρτύρησης), αρνούνται να δεχτούν την προ είκοσι αιώνων εκπλήρωση του Μωσαϊκού νόμου και των προφητών δια του Ιησού και τις απορρέουσες πνευματικές ευλογίες. Δίνοντας προσοχή σε μυθεύματα, συντηρούν τον θρησκευτικό τυπικισμό της Παλαιάς Διαθήκης.

 

 Όσοι δε προσμένουν χωρίς βιβλική υποστήριξη, την ανοικοδόμηση ενός τρίτου επίγειου ναού στην Ιερουσαλήμ από «σύγχρονους Εβραίους» που δεν μπορούν να αποδείξουν την  γενεαλογική τους συνέχεια από τον Αβραάμ, φαντασιώνονται την επανάληψη της βιβλικής ιστορίας, μεμφόμενοι έτσι τον Θεό ως παραβάτη.


«Διότι εάν όσα κατέστρεψα ταύτα πάλιν οικοδομώ, παραβάτην δεικνύω εμαυτόν». (Γαλ. 2:18)

 



Ο Κύριος Ιησούς να σας ευλογεί. Η υπακοή στην αλήθεια του Θεού απελευθερώνει τις ευλογίες του στη ζωή μας

 

 























<< Επιστροφή στην Αρχική σελίδα