Πότε γράφτηκε το βιβλίο της Αποκάλυψης

Συγγραφή: Ευάγγελος Δ. Κεπενές (Ιούλιος 5, 2020, 9:30)


Η επικρατούσα άποψη ότι το βιβλίο της Αποκάλυψης αναφέρεται στο τέλος του κόσμου και της ανθρώπινης ιστορίας, στηρίζεται σε εξωβιβλικές πηγές, όπως οι προβλέψεις των Μάγια, του αστρολόγου Νοστράδαμου, του Φοίβου Απόλλωνα μαζί με τις ιέρειες του Σίβυλλες και άλλων μελλοντολόγων και αναπαράγονται έως και σήμερα από τις Θρησκείες και τα Μ.Μ.Ε.

Ο σκοπός της Αποκάλυψης ήταν να δείξει ο Θεός στους δούλους Του, Ιουδαίους χριστιανούς του πρώτου αιώνα (όχι γενικά στον κόσμο), αυτά που έπρεπε να γίνουν «εν τάχει» σύντομα, γρήγορα και που ήταν η καταστροφή της Ιερουσαλήμ, το γκρέμισμα και κάψιμο του Ναού της, που θα σήμαναν και το τέλος του Ιουδαϊσμού. Μακαρίζεται ο αναγιγνώσκων, οι ακούοντες και τηρούντες τους λόγους της προφητείας, διότι ο καιρός που θα γινόντουσαν αυτά ήταν εγγύς (πλησίον).

Το μήνυμα του Ιουδαίου Ιωάννη στους συγχρόνους του Ιουδαίους των επτά εκκλησιών της Ασίας, που ήταν και οι παραλήπτες της επιστολής ήταν: «Μακάριος ο αναγινώσκων και οι ακούοντες τους λόγους της προφητείας και τηρούντες τα εν αυτή γεγραμμένα ο γαρ καιρός εγγύς.» (Αποκ. 1:1-3)

Ο απλός νους που είναι αλώβητος από δογματικά κλισέ, αντιλαμβάνεται ότι αυτά που έδειξε ο Ιησούς Χριστός στον Ιωάννη δεν αφορούσαν μελλοντικές γενεές, ούτε αυτά που προφητικά σήμανε θα γινόντουσαν μετά από δύο (2) ίσως και τρεις (3) χιλιάδες χρόνια. Ο Ιησούς έδειξε στους δούλους του αυτά που θα γινόντουσαν άμεσα στην εποχή τους, χωρίς να παραλείψει τον έλεγχο, την προτροπή και την παρηγοριά.

Κυρίαρχος πολυεθνική και πολυθεϊστική βασιλεία τον πρώτο αιώνα στην λεκάνη της Μεσογείου ήταν η Ρωμαϊκή όπως είχε προφητεύσει ο Δανιήλ. Την περίοδο αυτή γράφτηκε η Αποκάλυψη και διαδραματίστηκαν όλα τα γεγονότα στην Καινή Διαθήκη, με την Ιουδαία να είναι επαρχία του Ρωμαϊκού κράτους. Ο χρόνος συγγραφής είναι πριν το 70 μ.Χ. και όχι το 96 μ.Χ. όπως εσφαλμένα διαδόθηκε τον 2ο αιώνα από τον Ειρηναίο.

Ο καθηγητής της θεολογικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Χρήστος Σπ. Βούλγαρης, στο έργο του «Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην (τόμ. Β΄, σελ. 1091-3, ISBN 978-960-315-730-4)» γράφει: «Τοιουτοτρόπως παρατηρούμεν ότι η παράδοσις της Ανατολικής Εκκλησίας, περί της επί Δομετιανού εξορίας του Ιωάννου εις την Πάτμον και της μετ΄αυτήν, το 96μ.Χ.. συγγραφής της Αποκαλύψεως, ΟΥΤΕ σαφής είναι ΟΥΤΕ ισχυρά και πανθομολογουμένη. Η μοναδική περί αυτής μαρτυρία είναι του Ειρηναίου, ο οποίος την κατέγραψε περί το τέλος του 2ου αιώνος και μάλιστα εις την Δύσιν, όπου ήτο επίσκοπος Λυώνος, εξ αυτού δε την παρέλαβε και ο Ευσέβιος τον 4ον αιώνα».

«Και κατ΄αρχήν, συγκρίνοντες το βιβλίον τούτο προς άλλα βιβλία της Καινής Διαθήκης, παρατηρούμεν ότι υπάρχουν αντίστοιχοι εκφράσεις και έννοιαι μεταξύ αυτού και των επιστολών Β΄ Πέτρου και Ιούδα, πράγμα το οποίον αυτομάτως τοποθετεί την Αποκάλυψην εις τα αυτά και ευρύτερα χρονικά πλαίσια, ήτοι 60-70 μ.Χ..»

Βιβλικές και ιστορικές αποδείξεις για τον χρόνο συγγραφής

(Ι) «Ιωάννης ταίς επτά εκκλησίαις ταις εν τη Ασία, χάρις υμίν και ειρήνη από ο Ών και ο Ήν και ο ΕΡΧΟΜΕΝΟΣ …. » (Αποκ. 1:4)

Τα "τέκνα της επαγγελίας" του πρώτου αιώνα ζούσαν με την αναμονή της άμεσης έλευσης του Ιησού Χριστού / Δευτέρα Παρουσία και της ερήμωσης της Ιερουσαλήμ και το κάψιμο του Ναού. (Λουκ. 22:20)

Όσοι Ιουδαίοι αρνήθηκαν τον Χριστόν, έγιναν εχθροί του σταυρού. Καθώς ήταν υιοί των φονευσάντων τους προφήτες, αναπλήρωσαν τις αμαρτίες τους, φονεύοντας τον αρχηγό της ζωής Ιησού Χριστό και διώκοντας τα τέκνα τη επαγγελίας και έτσι έφθασε επ’ αυτούς η οργή του Θεού μέχρι τέλους. (Α΄ Θεσ. 2:15-16, Ματθ. 23:29-33)

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είχε ρωτήσει τους Αρχιερείς και τους Πρεσβυτέρους: «Όταν λοιπόν έλθη ο κύριος του αμπελώνος, τι θέλει κάμει εις τους γεωργούς εκείνους; Λέγουσι προς αυτόν· Κακούς κακώς θέλει απολέσει αυτούς, και τον αμπελώνα θέλει μισθώσει εις άλλους γεωργούς, οίτινες θέλουσιν αποδώσει εις αυτόν τους καρπούς εν τοις καιροίς αυτών». (Ματθ. 21:33-41)

Ο Ιωάννης λοιπόν ήταν «συγκοινωνός εν τη θλίψει και βασιλεία και υπομονή εν Ιησού» και όταν γράφει την Αποκάλυψη «ο Ιησούς έμελε να έλθη», ήταν «ο Ερχόμενος» και συνεπώς επέκειτο η ερήμωση της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ. και η κρίση επάνω στους ασεβείς του κατά σάρκα Ισραήλ.

(ΙΙ) Τα επτά κεφάλια του Θηρίου εκ της θαλάσσης που ήταν η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ήταν επτά βασιλείς «οι πέντε έπεσαν ο εις έστιν» (Αποκ. 17:10). Ο Νέρων ήταν ο έκτος Καίσαρας της Ρώμης. α) Ιούλιος Καίσαρ, β) Αύγουστος Καίσαρ, γ) Τιβέριος Καίσαρ, δ) Καλιγούλας Καίσαρ, ε) Κλαύδιος Καίσαρ, στ΄) Νέρων Καίσαρ (54 μ.Χ. – 68 μ.Χ.). Το «ο εις έστιν» σημαίνει ότι ο Νέρων Καίσαρ ζούσε όταν έγραψε ο Ιωάννης.

(ΙΙΙ) Και το: «την πόλιν την αγίαν πατήσουσιν μήνας τεσσαράκοντα δύο» επίσης βεβαιώνει ότι η κάτω Ιερουσαλήμ και ο επίγειος Ναός της υπήρχε ακόμη κατά τον χρόνο συγγραφής . (Αποκ. 11:2β)

(ΙV) «Και είδον άλλον σημείον εν τω ουρανώ μέγα και θαυμαστόν, αγγέλους επτά, οίτινες είχον τας επτά εσχάτας πληγάς, διότι εν αυταίς ετελέσθη ο θυμός του θεού. Και είδον … εκείνους οίτινες ενίκησαν κατά του θηρίου και κατά της εικόνος αυτού και κατά του χαράγματος αυτού και κατά του αριθμού του ονόματος αυτού … και έψαλλον την ωδήν του Μωϋσέως του δούλου του Θεού και την ωδήν του Αρνίου, λέγοντες: Μεγάλα και θαυμαστά τα έργα σου, Κύριε Θεέ Παντοκράτωρ, δίκαιαι και αληθηναί αι οδοί σου, βασιλεύ των εθνών. Τις δεν θέλει σε φοβηθή, Κύριε, και δοξάσει το όνομά σου; Διότι είσαι μόνος όσιος, διότι πάντα τα έθνη θέλουσιν ελθεί και προσκυνήσει ενώπιον σου, διότι αι κρίσεις σου εφανερώθησαν.» (Αποκ. 15:1-4)

Η ωδή του Μωυσή είναι γραμμένη στο Δευτερονόμιο (κεφ. 32) και αναφέρεται στη πονηρή και διεστραμμένη γενεά του λαού Ισραήλ και στην οργή του θεού που θα εκτελούσε το Αρνίο σε αυτούς που πάντα φόνευαν τους προφήτες και τους απεσταλμένους του Θεού.

«Διότι θέλει εκδικήσει το αίμα των δούλων αυτού.» (Δευτ. 32:43)

«Σώθητε από της διεστραμμένης ταύτης γενεάς.» (Πράξ. 2:40)

Ο σαρκικός Ισραήλ ήταν η άμπελος του Θεού, αλλά έκανε πάντα πικρά και ξινά σταφύλια. Η ωδή ψέλνεται πριν οι άγγελοι εκχύσουν τις φιάλες του θυμού του Θεού σ’ εκείνη την πονηρή και διεστραμμένη γενεά που φόνευσε τον Ιησού και δίωξε την αληθινή εκκλησία του.

«Τίνα των προφητών δεν εδίωξαν οι πατέρες σας; μάλιστα εφόνευσαν εκείνους, οίτινες προκατήγγειλαν περί της ελεύσεως του δικαίου, του οποίου σεις εγείνατε τώρα προδόται και φονείς.» (Πράξ. 7:52)

«Και έβαλεν ο άγγελος το δρέπανον αυτού εις την γην και ετρύγησε την άμπελον της γης (του Ισραήλ) και έρριψε τα τρυγηθέντα εις τον μεγάλον ληνόν του θυμού του Θεού.» (Αποκ. 14:19)

(V) «Εγώ ο Ιωάννης ο αδελφός υμών». Το ότι είχε δραστηριοποιηθεί στην Ασία και ήταν γνωστός στους εκεί αδελφούς είναι δεδομένο, όπως επίσης και το ότι γνώριζε καλώς την κατάσταση τους, όντας και αυτός «συγκοινωνός εν τη θλίψει». Οι αναφορές στις Πράξεις για την Μυσία και την Τρωάδα, και στους Κολοσσαείς για την Ιεράπολη αποδεικνύουν και άλλες πρώιμες χριστιανικές κοινότητες στην Ασία. Η επιλογή λοιπόν των επτά, λόγω γεωγραφικής θέσεως και πληθυσμού θα διευκόλυνε την διάδοση και επέκεινα, αν και κάποιες πόλεις είχαν καταστραφεί το 60 μ.Χ. από σεισμό. Επιπροσθέτως το γεγονός ότι ο Ιωάννης ήταν απόστολος στους περιτετμημένους καθώς ο Πέτρος και ο Ιάκωβος (Γαλ. 2:9), και από το περιεχόμενο της Αποκάλυψης, σημαίνει ότι τα μέλη των επτά εκκλησιών της Ασίας ήταν Ιουδαίοι Χριστιανοί και ο χρόνος συγγραφής ήταν στην περίοδο της θλίψις η οποία θα προηγούταν του τέλους της Ιερουσαλήμ (Βλ. Ματθ. κεφ. 24). Οι επαναλήψεις «προς τον άγγελο της εκκλησίας της Εφέσου γράψον» και «προς τον άγγελο της εκκλησίας των Σμυρναίων γράψον» κ.λ., μας προϊδεάζει ότι μπορεί να έγραψε χωριστά σε κάθε εκκλησία.

(VI) Σύμφωνα με τον Επιφάνιο Κωνσταντείας Κύπρου (σημερινή Σαλαμίνα), ο Ιωάννης βρισκόταν στην Πάτμο την εποχή του Κλαυδίου Καίσαρος που είναι ή ο Τιβέριος Κλαύδιος Νέρων Γερμανικός (41-54 μ.Χ.), ή ο Νέρων Κλαύδιος (54-68 μ.Χ.).

«Διό ύστερον αναγκάζει το άγιον Πνεύμα τον Ιωάννη παραιτούμενον ευαγγελίσασθαι δι’ ευλάβειαν και ταπεινοφροσύνην επί τη γηραλέα αυτού ηλικία μετά έτη ενενήκοντα της εαυτού ζωής, μετά την αυτού από της Πάτμου επάνοδον την επί Κλαυδίου γενομένην Καίσαρος.» (Αγίου Επιφανίου Κωνσταντείας Κύπρου – Κατά αιρέσεων ογδοήκοντα, βιβλίο 2 σελ. 909 «Πανάριος»)

Επίσης ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, αναφέρει ότι γράφτηκε 32 χρόνια μετά την «ανάληψη» του «Χριστού»: « … ο και συνέγραψεν εν Πάτμω τη νήσω εξόριστος διατελών, μετά τριακονταδύο έτη της του Χριστού αναλήψεως» (P. G 123, 1133, «Σχόλια εις το κατά Ιωάννη»)

Συμπέρασμα

Οι επιστολές προς τις επτά εκκλησίες της Μικράς Ασίας ήταν μια προειδοποίηση για τους Εβραίους πιστούς που κατοικούσαν εκεί να αποφύγουν να κάνουν πια επισκέψεις στον Ναό της Ιερουσαλήμ. Σε αντίθετη περίπτωση αυτό θα μπορούσε να σημάνει τη δική τους καταστροφή. Αυτή η συχνή επίσκεψη από τους Εβραίους ήταν μέρος της «υπακοής» τους στις τελετουργικές δραστηριότητες που σχετίζονταν με το Νόμο. Οι Εβραίοι γνώριζαν από τις γραφές τους ότι ο ερχομός του Χριστού θα ήταν το τέλος του Νόμου για αυτούς. Όσο όμως ο Ναός εξακολουθούσε να στέκεται, κάποιοι θα έμπαιναν στον πειρασμό να επισκεφθούν την Ιερουσαλήμ.

«Όταν δε ίδητε την Ιερουσαλήμ περικυκλουμένην υπό στρατοπέδων, τότε γνωρίσατε ότι επλησίασεν η ερήμωσις αυτής. Τότε οι όντες εν τη Ιουδαία ας φεύγωσιν εις τα όρη, και οι εν μέσω αυτής ας αναχωρώσιν έξω, και οι εν τοις αγροίς ας μη εμβαίνωσιν εις αυτήν, διότι ημέραι εκδικήσεως είναι αύται, διά να πληρωθώσι πάντα τα γεγραμμένα.» (Λουκ. 21:20-22)

 



Αμήν