Η αξία της Δαβιδικής καταγωγής του Ιωσήφ, του άνδρα της Μαρίας, στην κατανόηση του επουράνιου ανθρώπου Ιησού, Υιού του Θεού


Η αξία της Δαβιδικής καταγωγής του Ιωσήφ, του άνδρα της Μαρίας, στην κατανόηση του επουράνιου ανθρώπου Ιησού, Υιού του Θεού

 Συγγραφή: Ευάγγελος Δ. Κεπενές (Νοέμβριος 13, 2020, 16:25)

 


Πρόλογος

Ο αληθινός Θεός και ζωή αιώνιος Ιησούς «ο λεγόμενος Χριστός», μας προτρέπει να είμαστε διδακτοί Του. Ο δρόμος της Αλήθειας, και της κατανόησης του Υιού του Θεού «του γενομένου εκ σπέρματος Δαυίδ κατά σάρκα» είναι μονός και ευθύς, και φωτίζεται από τον λόγο Του, εφ΄ όσον έχουμε επίγνωση, των βιβλικών προσδοκιών του ιουδαϊκού έθνους και τις αντιθέσεις της ιουδαϊκής και της ελληνικής σκέψης. Όμως η επιβεβλημένη εκ των υστέρων «πατερική» τριαδική δογματική, που την ασπάζονται αφελώς σχεδόν όλοι οι φιλόδοξοι ιδρυτές εκκλησιών, χαρτογραφεί παράδρομους, εξ αιτίας της επίδρασης της ελληνικής (Δυτικής) σκέψης στην ιουδαϊκή (Ανατολική) σκέψη με την οποία  γράφτηκε η Εβραϊκή Βίβλος που είναι «ο λύχνος που φέγγει σε σκοτεινό τόπο» και μέσω της οποίας αποκαλύπτεται ο Ένας Θεός και φωτίζεται ο «αιώνας της χάριτος» της Νέας Διαθήκης. Το παράδοξο είναι ότι η «πατερική» δογματική έχει επικρατήσει στην παιδεία των πολιτών και στην πίστη των θρησκευόμενων, για τον Θεό, την ζωή, τον θάνατο, την μεταθανάτια ζωή και την πορεία του κόσμου, ως αμιγώς «Χριστιανική» με κρατική υποστήριξη.

 

Ο βιβλικός ορισμός της έννοιας «Υιός Θεού»

 

«Όσοι δε εδέχθησαν αυτόν (τον Ιησού), εις αυτούς έδωκεν εξουσίαν να γείνωσι τέκνα Θεού, εις τους πιστεύοντας εις το όνομα αυτού· οίτινες ουχί εξ αιμάτων ουδέ εκ θελήματος σαρκός ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ' εκ Θεού εγεννήθησαν». (Ιωάν. 1:12-13)

Σύμφωνα με τον βιβλικό ορισμό για να γίνεις «Υιός Θεού» δεν εξαρτάται από την εξ αίματος βιολογική καταγωγή σου, ούτε από το θέλημα χοϊκού γεννήτορα, ή άλλης βιολογικής συνέργειας, αλλά πρέπει να λάβεις τον Ουράνιο Ιησού, την Ζωή. Λαμβάνοντας τον Ιησού γεννιέται ο Νέος, ο εσωτερικός πνευματικός άνθρωπος, κατ΄ εικόνα και ομοίωση του Αθάνατου Πατέρα με κυρίαρχα χαρακτηριστικά, την αφθαρσία και την αθανασία. Ο Πνευματικός δε άνθρωπος, ο Νέος άνθρωπος, ο γεννημένος από σπόρο άφθαρτο (Α΄ Πέτρ. 1:23) είναι σε αντίθεση, διαφωνία, με τον χοϊκό άνθρωπο, τον Παλαιό θνητό άνθρωπο, που είναι γεννημένος από σπόρο φθαρτό. (Γαλ. 5:16, Α΄ Κορ. 15:42)

Ο Επουράνιος άνθρωπος Ιησούς, δεν γεννήθηκε από την φθαρτή φύση της Θνητής Μαριάμ, αλλά γεννήθηκε εκ Πνεύματος Αγίου μέσα της «τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ πνεύματος ἐστιν ἁγίου». Ο Ιησούς ήταν η Ανάσταση και η Ζωή και ορίστηκε «Υιός Θεού εν δυνάμει», άρα Επουράνιος και Αθάνατος «τοῦ ὁρισθέντος υἱοῦ θεοῦ ἐν δυνάμει κατὰ πνεῦμα ἁγιωσύνης ἐξ ἀναστάσεως νεκρῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ κυρίου ἡμῶν ...» και ο Θεός «έδωκεν εις πάντας βεβαίωσιν περί τούτου, αναστήσας αυτόν εκ νεκρών». (Ρωμ. 1:4, Πράξ. 17:31)

Ο Αθάνατος, Επουράνιος Ιησούς, η Ζωή, «γεύτηκε θάνατο» όχι όμως βιολογικό, εξ αιτίας της δεύτερης χοϊκής Του θνητής φύσης (που είναι θρησκευτικό φαντασιοκόπημα των «πατέρων») ώστε να λάβουμε βιολογική αιωνιότητα, αλλά γεύτηκε τον θάνατο της Ζωής Του, αν και ήταν Αθάνατος, Υιός Θεού, σκόπιμα και θεληματικά προς ωφέλεια, προς χάρη των ανθρώπων «υπέρ παντός ανθρώπου» για να μας χαρίσει την Νίκη που είναι να «καταποθή το θνητόν υπό της ζωής» (Β΄ Κορ. 5:4) και να λάβουμε επουράνια αιωνιότητα σε αχειροποίητο οίκο.   

 

«Διά τούτο ο Πατήρ με αγαπά, διότι εγώ βάλλω την ψυχήν μου (ζωή μου), διά να λάβω αυτήν πάλιν. Ουδείς αφαιρεί αυτήν απ' εμού, αλλ' εγώ βάλλω αυτήν απ' εμαυτού· εξουσίαν έχω να βάλω αυτήν, και εξουσίαν έχω πάλιν να λάβω αυτήν· ταύτην την εντολήν έλαβον παρά του Πατρός μου.» (Ιωάν. 10:17-18)

 

Ο Δεύτερος άνθρωπος Ιησούς ο «Κύριος εξ ουρανού» ήταν «η εικόνα του Θεού του αοράτου» και όχι η εικόνα του θνητού χοϊκού ανθρώπου. Η επικρατούσα «πατερική» άποψη της γέννησης του Ιησού με συνδυασμένη δράση της θνητής Μαρίας, είναι συμβιβασμένη με τον αρχαίο ελληνικό ορθολογισμό, κατά τον οποίον οι Θνητοί δημιουργούσαν τους Θεούς κατ’ εικόνα τους, παραπέμποντας έτσι στην μυθολογική σύζευξη του Ουρανού και της Γαίας. Αυτή η πίστη δεν υποστηρίζεται από τον βιβλικό ορισμό για τους Υιούς του Θεού «οίτινες ουχί εξ αιμάτων ουδέ εκ θελήματος σαρκός ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ' εκ Θεού εγεννήθησαν».

 

 

Απόψεις για την καταγωγή του Ιησού


«Και αποκριθείς ο Ιησούς, έλεγε διδάσκων εν τω ιερώ· Πως λέγουσιν οι γραμματείς ότι ο Χριστός είναι υιός του Δαβίδ; […] Αυτός λοιπόν ο Δαβίδ λέγει αυτόν Κύριον· και πόθεν είναι υιός αυτού(Μάρκ. 12:35-37)

 

Η άποψη ότι ο Ιησούς ήταν βιολογικός απόγονος του Αβραάμ με πατέρα τον Δαβιδικής καταγωγής Ιωσήφ (Λουκ. 1:27, 2:4, Ματθ. 1:16) και μητέρα την κεχαριτωμένη Μαριάμ ήταν διαδεδομένη τόσο την εποχή δράσης των Αποστόλων όσο και μετέπειτα.

Ο Λουκάς καταγράφει αυτή την γνώμη, της βιολογικής καταγωγής του Ιησού, που επικρατούσε τον πρώτο αιώνα, στο γενεαλογικό κατάλογο που παραθέτει  στον οποίο, κατά την εβραϊκή συνήθεια, σημασία είχαν οι άνδρες πρόγονοι.

 

«Και αυτός ην Ιησούς αρχόμενος ωσεί ετών τριάκοντα, ων υιός, ως ενομίζετο Ιωσήφ του Ηλί του Μαθθάτ του Λευί του Μελχί του Ιανναί του Ιωσήφ…» (Λουκ. 3:23, Nestle-Aland)

 

Σε άλλη σωζόμενη πηγή τα ονόματα διαφέρουν: «ην δε Ιησούς ως ετών λ΄ αρχόμενος ως ενομίζετο είναι υιός Ιωσήφ του Ιακώβ του Μαθθάν του Ελεάζαρ του Ελιούδ του Ιαχίν του Σαδώκ …» (Σημ. Nestle-Aland)


Με αυτή την άποψη της χοϊκής προέλευσης του Ιησού στοιχιζόντουσαν οι Εβιωνίτες, οι Κηρινθιανοί, οι Καρποκρατιανοί, οι Μηρινθιανοί κ.ά. καθώς και οι σύγχρονοι του Ιησού, αντι-κείμενοι Ιουδαίοι, πιστοί στο γράμμα του Νόμου.  Για τους τελευταίους, η βιολογική καταγωγή του «Μεσσία» εξ οίκου Δαυίδ, ικανοποιούσε τις εθνικιστικές προσδοκίες τους για την ύψωση του έθνους τους. Βλέποντας όμως ότι ο Ιησούς τους κήρυττε μία ουράνια βασιλεία «ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» και δεν συνεμερίζετο τις ελπίδες τους «απόδοτε τα του Καίσαρος εις τον Καίσαρα και τα του Θεού εις τον Θεόν», ήθελαν να τον λιθοβολήσουν και να τον σκοτώσουν. Ο Ιωάννης επίσης αναφέρει «Διά τούτο λοιπόν μάλλον εζήτουν οι Ιουδαίοι να θανατώσωσιν αυτόν, διότι ουχί μόνον παρέβαινε το σάββατον, αλλά και Πατέρα εαυτού έλεγε τον Θεόν, ίσον με τον Θεόν κάμνων εαυτόν». (Ιωάν. 5:18, 10:31)

Ο Λουκάς μας δίνει και άλλη πληροφορία σε μια συνομιλία που είχε ο Ιησούς με την Μαριάμ που επιβεβαίωνε την νομική «άποψη» των Ιουδαίων ότι ο Ιωσήφ και η Μαρία ήταν οι γονείς Του.

 

«Και ιδόντες αυτόν εξεπλάγησαν, και είπε προς αυτόν η μήτηρ αυτού· Τέκνον, διά τι έπραξας εις ημάς ούτως; ιδού, ο πατήρ σου και εγώ καταλυπούμενοι σε εζητούμεν.» (Λουκ. 2:48) 

Ο Ματθαίος επίσης καταγράφει την ίδια μαρτυρία


«Και ελθών εις την πατρίδα αυτού, εδίδασκεν αυτούς εν τη συναγωγή αυτών, ώστε εξεπλήττοντο και έλεγον· Πόθεν εις τούτον η σοφία αύτη και αι δυνάμεις; δεν είναι ούτος ο υιός του τέκτονος; η μήτηρ αυτού δεν λέγεται Μαριάμ, και οι αδελφοί αυτού Ιάκωβος και Ιωσής και Σίμων και Ιούδας; και αι αδελφαί αυτού δεν είναι πάσαι παρ' ημίν; πόθεν λοιπόν εις τούτον ταύτα πάντα;» (Ματθ. 13:54-56) 

Όμως όπως λέει και η σοφία του λαού «Όσα ξέρει ο νοικοκύρης δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος». Οι Ιουδαίοι έβλεπαν τον Ιησού σαν μέλος της εβραϊκής οικογένειας του Ιωσήφ, υιού του Δαυίδ, και της Μαριάμ που είχε Λευιτική καταγωγή. Ο Ιωσήφ όμως ήξερε ότι δεν ήταν ο βιολογικός πατέρας του Ιησού, αλλά ήταν ο πατέρας Του σύμφωνα με το νομικό καθεστώς των Ιουδαίων της εποχής του, και μπορούσε να τον αποκαλεί «γιο του», εξ ου και ο όρος  «υιός του ανθρώπου» που επικαλείτο ο Ιησούς για τον εαυτό Του. Επίσης ο Ιωσήφ γνώριζε την επουράνια καταγωγή του «γιου του» διότι είχε ουράνια φανέρωση.


«Ιωσήφ δε ο ανήρ αυτής, δίκαιος ων και μη θέλων να θεατρίση αυτήν, ηθέλησε να απολύση αυτήν κρυφίως. Ενώ δε αυτός διελογίσθη ταύτα, ιδού, άγγελος Κυρίου εφάνη κατ' όναρ εις αυτόν, λέγων· Ιωσήφ, υιέ του Δαβίδ, μη φοβηθής να παραλάβης Μαριάμ την γυναίκα σου· διότι το εν αυτή γεννηθέν είναι εκ Πνεύματος Αγίου.» (Ματθ. 1:20)

Επίσης και η Μαρία γνώριζε, με ουράνια φανέρωση, ότι δεν είχε βιολογική συμμετοχή στην σύλληψη του Ιησού (Λουκ. 2:21) και ότι αυτό που θα γεννιόταν μέσα της θα ήταν εκ Πνεύματος Αγίου και θα έτεκε τον επουράνιο άνθρωπο Ιησού, τον Άγιο Κύριο, τον Υιό του Θεού.


«Εἶπεν δὲ Μαριὰμ πρὸς τὸν ἄγγελον· πῶς ἔσται τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω;. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον [εν σοι, μέσα σου] κληθήσεται υἱὸς θεοῦ (Λουκ. 1:34-35)


Το ανδρόγυνο λοιπόν Ιωσήφ και Μαρία, γνωρίζοντας με ουράνια φανέρωση, ότι οι άρχοντες ζητούσαν να απωλέσουν την ψυχή (ζωή) του παιδίου «μέλλει γὰρ Ἡρῴδης ζητεῖν τὸ παιδίον τοῦ ἀπολέσαι αὐτό» και πάλι «τεθνήκασιν γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν (ζωή) τοῦ παιδίου», απόκρυβαν την επουράνια καταγωγή Του και τις επουράνιες υποσχέσεις που έλαβαν για τον Υιό του Υψίστου, από τον άγγελο Γαβριήλ.


«Ούτος θέλει είσθαι μέγας και Υιός Υψίστου θέλει ονομασθή, και θέλει δώσει εις αυτόν Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαβίδ του πατρός αυτού, Βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ (δωδεκάφυλο) εἰς τοὺς αἰῶνας καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος». (Λουκ. 1:32-33)

Το ότι δεν γνωστοποιούσαν οι «γονείς» του Ιησού την επουράνια καταγωγή Του για τον φόβο των Ιουδαίων, παραδέχεται και ο αναγνωρισμένος ως άγιος, πατέρας και ιεράρχης του Ορθόδοξου μυστικιστικού συστήματος, Ιωάννης της Αντιοχείας ή Χρυσόστομος.

 

«Τὸ διασωθῆναι τὴν Παρθένον, καὶ ὑποψίας ἀπαλλαγῆναι πονηρᾶς. Εἰ γὰρ τοῦτο ἐξ ἀρχῆς τοῖς ᾿Ιουδαίοις γέγονε κατάδηλον, κἂν κατέλευσαν τὴν Παρθένον κακουργοῦντες τῷ λεγομένῳ, καὶ μοιχείας αὐτὴν ἔκριναν ἄν.» (Υπόμνημα εις τον Ματθαίον, PG 57, 32, 36-40)

 

Ο ίδιος όμως ο Ιησούς φανέρωνε με θάρρος την επουράνια καταγωγή Του στους Ιουδαίους.

 

«Εγόγγυζον λοιπόν οι Ιουδαίοι περί αυτού ότι είπεν, Εγώ είμαι ο άρτος ο καταβάς εκ του ουρανού, και έλεγον· δεν είναι ούτος Ιησούς ο υιός του Ιωσήφ, του οποίου ημείς γνωρίζομεν τον πατέρα και την μητέρα; πως λοιπόν λέγει ούτος ότι εκ του ουρανού κατέβην (Ιωάν. 6:41-42)

 

«Και είπε προς αυτούς· Σεις είσθε εκ των κάτω, εγώ είμαι εκ των άνω· σεις είσθε εκ του κόσμου τούτου, εγώ δεν είμαι εκ του κόσμου τούτου (Ιωάν. 8:23)

 

Το αυτό κήρυτταν και οι Απόστολοι εξηγώντας στις επιστολές τους ότι «πάσα σαρξ δεν είναι η αυτή σαρξ» και ότι υπάρχουν «σώματα επίγεια και σώματα επουράνια». (Α΄Κορ. 15:40-41)

 

«Ο πρώτος άνθρωπος ήταν από τη γη, χωματένιος, ο δεύτερος άνθρωπος είναι από τον ουρανό». (Α΄ Κορ. 15:47)

 

Στην δε επιστολή προς τους ομοεθνείς του Εβραίους, ο Παύλος εμφατικά τονίζει την επουράνια καταγωγή του ορατού σώματος του Ιησού, με σάρκα και οστά, το οποίο ήταν «Ναός του Θεού». (Ιωάν. 2:21)

 

«Ο  Χριστός, όμως, όταν παρουσιάστηκε ως Αρχιερέας των αγαθών που ήρθαν, διαμέσου της μεγαλύτερης και τελειότερης Σκηνής που δεν είναι χειροποίητη, τουτέστι όχι αυτής της κτίσης …» (Εβρ. 9:11)

 

«Επειδή έχουμε λοιπόν, αδελφοί, παρρησία για την είσοδό [στα Άγια] των Αγίων με το αίμα Ιησού, [είσοδο ]που εγκαινίασε σ’ εμάς με οδό πρόσφατη και ζωντανή διαμέσου του καταπετάσματος, τουτέστι της σάρκας του ….». (Εβρ. 10:19-20)

 

Ο Ιησούς ήταν Υιός του Δαυίδ κατά σάρκα σύμφωνα με το νομικό καθεστώς των Ιουδαίων

 

«Περί του Υιού αυτού, όστις εγεννήθη εκ σπέρματος Δαβίδ κατά σάρκα.»  (Ρωμ. 1:3, Ιωάν. 7:49, Πράξ. 2:30, 13:23, Β’΄Τιμ. 2:8, Εβρ. 7:14)

 

Μελετώντας λοιπόν τις επιστολές, σε πραγματικό χρόνο, αντιλαμβανόμαστε ότι αυτές γράφτηκαν για Χριστιανούς εξ Ιουδαίων οι οποίοι είχαν την γνώση των κειμένων των προφητών και του Νόμου, και ήξεραν ότι ο μεσσιανικός βασιλιάς και λυτρωτής του Ισραήλ επρόκειτο να είναι απόγονος του Δαβίδ, εκ φυλής Ιούδα, που θα ένωνε τα διασκορπισμένα πρόβατα των δώδεκα φυλών κάτω από μία αρχή (Ωσηέ 1:9-11). Με αυτό το προφητικό όραμα μίλησε και ο Ζαχαρίας γεμάτος από Άγιο Πνεύμα γνώστης των εβραϊκών γραφών, αναγγέλλοντας την εκπλήρωση των απ΄ αιώνος λαλημένων, που οδήγησε στην σωτηρία και τους κατά σάρκα εθνικούς.

 

«Ευλογητός Κύριος ο Θεός του Ισραήλ, διότι επεσκέφθη και έκαμε λύτρωσιν εις τον λαόν αυτού, και ανήγειρεν εις ημάς κέρας σωτηρίας εν τω οίκω Δαβίδ του δούλου αυτού, καθώς ελάλησε διά στόματος των αγίων, των απ' αιώνος προφητών αυτού σωτηρίαν εκ των εχθρών ημών και εκ της χειρός πάντων των μισούντων ημάς, διά να εκπληρώση το έλεος αυτού προς τους πατέρας ημών και να ενθυμηθή την αγίαν διαθήκην αυτού, τον όρκον, τον οποίον ώμοσε προς Αβραάμ τον πατέρα ημών, ότι θέλει δώσει εις ημάς να ελευθερωθώμεν εκ της χειρός των εχθρών ημών και να λατρεύωμεν αυτόν αφόβως εν οσιότητι και δικαιοσύνη ενώπιον αυτού πάσας τας ημέρας της ζωής ημών.» (Λουκ. 1:68-75)


Ο Θεός είχε ορκιστεί στον Αβραάμ:


«Ώμοσα εις εμαυτόν, λέγει Κύριος, ότι, επειδή έπραξας το πράγμα τούτο και δεν ελυπήθης τον υιόν σου, τον μονογενή σου, ότι ευλογών θέλω σε ευλογήσει, και πληθύνων θέλω πληθύνει το σπέρμα σου ως τα άστρα του ουρανού και ως την άμμον την παρά το χείλος της θαλάσσης· και το σπέρμα σου θέλει κυριεύσει τας πύλας των εχθρών αυτού· και εν τω σπέρματί σου θέλουσιν ευλογηθή πάντα τα έθνη της γής· διότι υπήκουσας εις την φωνήν μου.» (Γεν. 22:16-18)


Ο Χριστιανισμός είναι καρπός των ιουδαϊκών βιβλικών αποκαλύψεων και όχι των αρχαίων Μύθων, ο δε επουράνιος Ιησούς γίνεται κατανοητός στο πλαίσιο της ιουδαϊκής βιβλικής παράδοσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εργάστηκαν οι Εβραίοι Απόστολοι και αποδείκνυαν στους ομοεθνείς τους ότι ο Ιησούς ήταν ο Χριστός, εξ σπέρματος Δαυίδ, που στάλθηκε για να λάβει τον θρόνο του πατέρα Του Δαυίδ (Λουκ. 1:32) και να συνάξει τα διασκορπισμένα πρόβατα του δωδεκάφυλου Ισραήλ «Δεν απεστάλην ειμή εις τα πρόβατα τα απολωλότα του οίκου Ισραήλ» και να τους εξαγοράσει από την κατάρα του νόμου, γενόμενος αυτός κατάρα υπέρ αυτών «κρεμάμενος επί ξύλου». Ο Ιησούς έπρεπε πρώτα να εκπληρώσει το Νόμο και τους προφήτες και έτσι θα εκπληρωνόταν και η επαγγελία της ζωής που δόθηκε στον Αβραάμ και στα λοιπά έθνη. (Πράξ. 2:30, 9:22, 28:23)


«Ο Χριστός εξηγόρασεν ημάς (τους Εβραίους) εκ της κατάρας του νόμου, γενόμενος κατάρα υπέρ ημών· διότι είναι γεγραμμένον· Επικατάρατος πας ο κρεμάμενος επί ξύλου. Διά να έλθη εις τα έθνη η ευλογία του Αβραάμ διά Ιησού Χριστού, ώστε να λάβωμεν την επαγγελίαν του Πνεύματος διά της πίστεως.» (Γαλ. 3:13-14)

Για τον ιουδαϊκό κόσμο, η γενεαλογική γραμμή οριζόταν από τους οίκους των πατέρων των, ασχέτως αν αυτοί ήταν οι βιολογικοί ή όχι «Λάβετε το κεφάλαιον πάσης της συναγωγής των υιών Ισραήλ κατά τας συγγενείας αυτών, κατά τους οίκους των πατέρων αυτών (Αριθ. 1:2)». Το νομικό λοιπόν καθεστώς των Ιουδαίων, και η παντρειά του Ιωσήφ με την Μαρία, κάλυπταν πλήρως την εκπλήρωση της καταγωγής του Ιησού «εκ σπέρματος Δαυίδ κατά σάρκα». Λόγω της Δαβιδικής καταγωγής του Ιωσήφ, ο επουράνιος Ιησούς είχε πλήρως τα κληρονομικά και τα γενεαλογικά προνόμια ενός φυσικού τέκνου του Ισραήλ εκ σπέρματος Δαυίδ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο Ιωσήφ ήταν ο βιολογικός Του πατέρας ή η Μαρία η βιολογική Του μητέρα.

 

Η καταγωγή της Μαρίας

Η Δαβιδική καταγωγή της Μαρίας δεν διασαφηνίζεται στα ευαγγέλια. Ο δε άγγελος Γαβριήλ δεν αναφέρει τον Δαυίδ πατέρα της Μαρίας αλλά πατέρα του Ιησού «θέλει δώσει εις αυτόν Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαβίδ του πατρός αυτού». (Λουκ. 1:32)

Απεναντίας το ότι η Μαριάμ ήταν συγγενής με την Θυγατέρα του Ααρών Ελισάβετ, την μητέρα του Ιωάννη του βαπτιστή (Λουκ. 1:36), δείχνει την λευιτική καταγωγή της «ενώ είναι φανερό ότι εξ Ιούδα ανέτειλεν ο Κύριος ημών». Επίσης, ότι ο Ηλί (Λουκ. 3:23) ήταν ο πατέρας της Μαρίας είναι ταλμουδική αναφορά (Chagig. 77, 4), άλλωστε την θέση του Ηλί σε άλλα κείμενα την παίρνει ο Ιακώβ. Σύμφωνα δε με το απόκρυφο «Βιβλίο του Ιακώβου» το οποίο η «Ορθοδοξία» θεωρεί σοβαρή πηγή, οι γονείς της ήταν ο Ιωακείμ εκ φυλής Ιούδα και η Άννα. 

Είναι λοιπόν φανερό ότι οι πληροφορίες από τα απόκρυφα  κείμενα για την Δαβιδική καταγωγή της Μαρίας εξυπηρετούσαν το γνωστικό «πατερικό δόγμα» σύμφωνα με το οποίο  ο προ-υπάρχων δεύτερος «Θεός Υιός» κατέβηκε στην γη και σαρκώθηκε, ντύθηκε δηλαδή με χοϊκό σώμα, εκ Πνεύματος Αγίου (ο Ουρανός) και Μαρίας της  παρθένου (η Γαία) και έτσι απέκτησε δύο φύσεις σε μια υπόσταση (= Ημίθεος).

Η Δαβιδική, εκ φυλής Ιούδα, καταγωγή της Μαριάμ στηρίχτηκε σε εξωβιβλικές πηγές όπως στην γνωστικίζουσα επιστολή του «Ιουστίνου προς Τρύφωνα», όπου ο απολογητής φιλόσοφος Ιουστίνος ταυτίζει τον «Υιό του Θεού» Ιησού, με τον «Αιώνα Ιησού» των Γνωστικών, που κατά τον Βαλεντίνο κατέβηκε στη γη και ντύθηκε με υλικό σώμα (ενσάρκωση), καθώς και με τους ερμητικούς και άλλους αρχαίους Μύθους, που υποστήριζαν δύο φύσεις σε μια υπόσταση.

 

«[…] Νώε και Ενώχ και Ιακώβ […] σωθήσονται συν τοις επιγνώσι τον Χριστόν τούτον του θεού υιόν, ος και προ εωσφόρου και σελήνης ήν, και δια της παρθένου ταύτης της από του γένους του Δαυείδ γεννηθήναι σαρκοποιηθείς υπέμεινεν …» (Ιουστίνου προς Τρύφωνα 45, 43, 100)

 

Σύμφωνα με την διαρχική δοξασία των Γνωστικών, άλλος ήταν ο «Αιώνας Ιησούς» και άλλος ο άνθρωπος που τον έντυνε, όπως αναφέρεται να λέει ο Ιησούς στον Ιούδα στο ομώνυμο απόκρυφο ευαγγέλιο του «Αλλά εσύ θα τους υπερβείς όλους αυτούς. Γιατί εσύ θα θυσιάσεις τον άνθρωπο που με ενδύει» (Γνωστικό ευαγγέλιο του Ιούδα εδ. 57). 

σ.σ. «Αιώνες» στη γλώσσα των γνωστικών είναι τα ενδιάμεσα πνευματικά όντα, που γεφυρώνουν το χάσμα μεταξύ Θεού και ανθρώπων.

Επίσης είναι φανερό ότι ο Ιουστίνος ήταν επηρεασμένος, από τις απόψεις του άγνωστου συγγραφέα του απόκρυφου βιβλίου «Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου», που παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με το βιβλίο «Mishnah» της ραβινικής λογοτεχνίας. Το βιβλίο είναι γνωστό και με άλλες ονομασίες όπως «Γέννηση της Μαρίας, Αποκάλυψη Ιακώβου», «Ιστορία», «Εξιστόρηση», «Γέννηση της Μαρίας Μητέρας του Θεού», «Γέννηση του Κυρίου και της κυρίας μας Μαρίας» και «Βιβλίο του Ιακώβου». Πηγή

Αξίζει η ομολογία του πανεπιστημιακού Σ. Παπαδόπουλου, στον Α΄τόμο της πατρολογίας του ίδιου σ. 212 «Πολλά στοιχεία του ευαγγελίου τούτου (αναφέρεται στο απόκρυφο Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου) εισήλθαν στην παράδοση της Εκκλησίας, η οποία πάντως απέρριπτε αυτό πάντοτε». Αναπάντητο πάντως αφήνει το ερώτημα της σύζευξης αποδοχής και απόρριψης.   

Αναφορά για την Δαβιδική καταγωγή της Μαρίας υπάρχει επίσης στην επιστολή του «Ιγνάτιου προς Εφεσίους 18» και στο «Αναβατικό Ησαΐου» που ανήκει στην απόκρυφη χριστιανική γραμματεία.

 

«Και πράγματι, είδα μια γυναίκα της οικογένειας του Δαβίδ του προφήτη, ονόματι Μαρία και Παρθένος, και ήταν αρραβωνιασμένη με έναν άνδρα ονόματι Ιωσήφ, ξυλουργό, και ήταν από το σπόρο της οικογένειας του Δαβίδ του δικαίου από τη Βηθλεέμ του Ιούδα.» (Το αναβατικό Ησαΐου 11:2)

 

Γίνεται λοιπόν φανερό ότι για θεολογικές σκοπιμότητες και για αύξηση της δημοφιλίας τους, οι έμφορτοι «θείου πνεύματος», πατέρες, κατέφυγαν στα απόκρυφα κείμενα, για να μπορέσουν με γνωστικά θεολογήματα, εκτός της νομοθετημένης βίας, να δικαιολογήσουν την δογματική τους και να προσηλυτίσουν τον εθνικό κόσμο, για τους οποίους το κήρυγμα του σταυρού ήταν μωρία. (Α΄ Κορ. 1:23)

Ο καθηγητής Ιωάννης Δ. Καραβιδόπουλος ο οποίος έχει προσφέρει πολλά στην έρευνα των απόκρυφων κειμένων αναφέρει «Ένα από τα αρχαιότερα και σημαντικότερα απόκρυφα χριστιανικά κείμενα είναι το Πρωτευαγγέλιον Ιακώβου, που πραγματεύεται τα σχετικά με τη γέννηση της Θεοτόκου, τη γέννηση του Χριστού και το θάνατο του Ζαχαρία, γεγονός που το ανέδειξε σε ένα από τα πιο δημοφιλή, λαϊκά αναγνώσματα. Αποτέλεσμα αυτής της ευρείας διάδοσής του ήταν ο επηρεασμός της λατρευτικής ζωής της εκκλησίας σε Ανατολή και Δύση.» (Απόκρυφα Χριστιανικά Κείμενα. Τόμος α΄ Απόκρυφα Ευαγγέλια, Θεσσαλονίκη 1999, εκδόσεις Πουρναρά) 



Συμπέρασμα

Στον αρχαίο κόσμο οι επινοημένοι και δημοφιλείς γιοί θεού με δύο φύσεις «Άνθρωποι-θεοί» που πέθαιναν και ανασταίνονταν (βλέπε: Κρίσνα, Διόνυσος, Μίθρας κ.ά.) ήταν πολιτικά εργαλεία στα χέρια της εξουσίας για ομοιογένεια και ομοδοξία που με την σειρά τους αύξαναν την διάθεση του λαού για αυτοθυσία. Η συνοχή και συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας εξαρτιόταν από μία Θρησκεία και μία πίστη σε έναν γιό θεού «Άνθρωπο-Θεό» που θα ικανοποιούσε τις παρόμοιες πίστεις των διαφορετικών εθνοτήτων της και θα γινόταν το όραμα των πολιτών του, για μια ανίκητη και αιώνια αυτοκρατορία που προστατεύεται από τον «Άνθρωπο-θεό» της. 


Έτσι επικράτησε η πολιτική πίστη ότι: «Το Κράτος των Ρωμαίων ου καταληθήσεται, θα μείνει αλώβητον ανά τους αιώνας, ως πρώτον πιστεύσαν εις τον Δεσπότην Χριστόν» (att. Αρβελέρ, 2009).   

Αυτή ήταν και η βασική ιδέα της διαμόρφωσης της γνωστικής «πατερικής δογματικής» για τον ενσαρκωμένο προ-υπάρχοντα δεύτερο θεό υιό, άνθρωπο Ιησού, η οποία με υπόβαθρο την Μυθολογία, «θριάμβευσε» εις βάρος της βιβλικής αλήθειας του «επουράνιου Δεύτερου ανθρώπου Ιησού» που ήταν το σπέρμα της επαγγελίας, και των οικουμενικών επαγγελιών του Θεού που εκπληρώθηκαν στο πρόσωπο Του.

 

Ο Ιησούς να σας ευλογεί

 




<< Επιστροφή στην Αρχική σελίδα