Η Γέννηση του Βιβλικού Ιουδαϊσμού
Συγγραφή: Κεπενές Δημ. Ευάγγελος
Το παρόν είναι απόσπασμα από την εργασία «Ιουδαϊσμός - Χριστιανισμός και η θρησκεία των Οικουμενικών Συνόδων» που δημοσιεύτηκε από www.aionios-diathiki.gr τον (Ιανουάριο 24, 2018)
Ο Βιβλικός Ιουδαϊοσμός
Ο Βιβλικός Ιουδαϊσμός ήταν η παραδοσιακή μονοθεϊστική θρησκεία των Εβραίων, που γεννήθηκε μετά την σύσταση του ως έθνος. Ήταν η Θρησκεία υποσχέσεων και προσδοκιών με έντονο στοιχείο τους τύπους, οι οποίοι ήταν εικόνες των επουράνιων προσδοκώμενων πνευματικών αγαθών που εκπληρώθηκαν δια Ιησού Χριστού και είχε ηλικιακό χαρακτήρα με γέννηση, ακμή και γήρας.
«Λέγων δε καινήν, έκαμε παλαιάν την πρώτην το δε παλαιούμενον και γηράσκον είναι πλησίον αφανισμού.» [Εβρ. 8:13]
Ο κυριότερος προφήτης και θεμελιωτής του ήταν ο υπηρέτης του Θεού Μωυσής ο οποίος έκανε κατά πάντα όσα δείχτηκαν σ’ αυτόν. Οι ιστορικές συνθήκες διαμόρφωσης του έθνους και της θρησκείας των Εβραίων γίνονται γνωστές μέσα από την γραπτή Τορά και τα βιβλία των προφητών του Ισραήλ, την Εβραϊκή Βίβλο.
Η από την αρχή γέννηση, καθοδήγηση και επικοινωνία του αληθινού Θεού με τον σαρκικό Ισραήλ τον κατέστησε ετερόνομο έθνος, κοινωνικά και θρησκευτικά, έθνος εξαρτώμενο από τις θείες εντολές και με μόνο αποδεικτικό στοιχείο της εθνικότητάς του την βιολογική εξ Αβραάμ καταγωγή του. Οι λοιποί αυτόνομοι λαοί επέλεγαν την γη τους, την συναλλαγή και επιμιξία τους με άλλους, φιλοσοφούσαν, νομοθετούσαν, επινοούσαν τους θεούς τους και την εκάστοτε θρησκεία τους, ανάλογα με την εφαρμοζόμενη πολιτική τους και τις κοινωνικές, πνευματικές και πολιτιστικές τους ανάγκες, εκτός εάν διατελούσαν υπό ξένης επικυριαρχίας.
Ο Ισραήλ [=Ισχύς Θεού] ούτε επέλεξε, ούτε του επεβλήθη από άλλα κράτη να είναι έτσι. Ήταν ο Θεός ο ίδιος που μίλησε στον Άβραμ τον Χαλδαίο, γιο του ειδωλολάτρη Θάρα, ηλικίας τότε εβδομήντα πέντε ετών και του είπε:
«Έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου και εκ του οίκου του πατρός σου εις την γην την οποίαν θέλω σοι δείξει και θέλω σε κάμει εις έθνος μέγα και θέλω σε ευλογήσει και θέλω μεγαλύνει το όνομά σου και θέλεις είσθαι εις ευλογίαν.» [Γέν. 12:1-2, 7, Πράξ. κεφ. 7]
Ο Άβραμ λοιπόν πήρε την γυναίκα του Σάραν και τον ανιψιό του Λωτ και πήγε στη γη Χαναάν. Εκεί πάλι φάνηκε εις αυτόν ο Κύριος και του είπε «Εις το σπέρμα σου θέλω δώσει την γη ταύτην». Ο ίδιος ο Θεός λοιπόν αποφάσισε να δημιουργήσει το έθνος του Ισραήλ, όρισε την γη κατοικίας του και τον τόπο που θα Τον λάτρευαν και κατέστησε τον Άβραμ βιολογικό του πατέρα, υποσχόμενος ότι θα τον ευλογήσει.
Και ενώ ο Άβραμ είχε ήδη λάβει την υπόσχεση, ότι θα είναι ο βιολογικός πατέρας του κατά σάρκα Ισραήλ, σε ηλικία ογδόντα έξι ετών αποκτά τον Ισμαήλ, από την Άγαρ, την Αιγύπτια δούλης της Σάρας, που αλληγορικά ερμηνευμένο, είναι η Παλαιά Διαθήκη, («η γεννώσα προς δουλείαν»), ή αλλιώς, ο Μωσαϊκός Νόμος, τον οποίο μετά από τετρακόσια τριάντα χρόνια παρέλαβε ο Μωυσής στο όρος Σινά, δια μέσου αγγέλων και που θα αποτελούσε τον απαράβατο κανόνα της θρησκευτικής και πολιτικής οργάνωσης του εβραϊκού έθνους, με επουράνιες υποσχέσεις που έλαβαν πνευματική τελείωση στο πρόσωπο του Χριστού. [Δευτ. 4:2, Εβρ. 8:5, Γαλ. 4:24]
Η εθνική και η θρησκευτική λοιπόν ταυτότητα του χοϊκού Ισραήλ και τα όρια κατοικίας του, στην γη όπου κατοικούσαν πριν οι Αμορραίοι, ορίστηκαν από τον ίδιο τον Θεό με κυρίαρχη εντολή:
«Άκουε Ισραήλ Κύριος ο Θεός ημών είναι εις Κύριος.» [Κριτ. 6:10, Πράξ. 7:53, Δευτ. 6:4, Γέν. 16:16, Γαλ. 4:22-24]
Η επαγγελία της ζωής προς τον Άβραμ
Σε ηλικία ενενήντα εννέα ετών φάνηκε πάλι ο Κύριος στον Άβραμ και αφού του αυτοσυστήθηκε ως ο Θεός του, είπε:
«Εγώ, ιδού, η διαθήκη μου είναι προς σε και θέλεις γείνει πατήρ πλήθους εθνών και δεν θέλει καλείσθαι πλέον το όνομά σου Άβραμ αλλά το όνομά σου θέλει είσθαι Αβραάμ διότι πατέρα πλήθους εθνών σε κατέστησα […] Και θέλετε περιτέμνει την σάρκα της ακροβυστίας υμών, και θέλει είσθαι εις σημείον της διαθήκης μεταξύ εμού και υμών.» [Γέν. 17:4, 11]
Η περιτομή ως σημείο της διαθήκης
Η περιτομή ήταν σημείο της διαθήκης, σφραγίδα, που επιβεβαίωνε το υποσχεθέν, δηλαδή την εκ πίστεως δικαίωση και ζωοποίηση για όλα τα έθνη. Ο δε Αβραάμ σύμφωνα με την επαγγελία θα ήταν πατέρας της πίστεως, όλων των πιστών είτε έκαναν περιτομή είτε όχι. Η περιτομή της ακροβυστίας, δεν ήταν καινοτομία για τους Εβραίους, που θα τους έκανε ιδιαίτερους ή ανώτερους από άλλα έθνη, αλλά ήταν σημείο, για να τους υπενθυμίζει την επαγγελία του Θεού προς τον Αβραάμ, περί ζωοποιήσεως των νεκρών δια της πίστεως, («πατέρα πλήθους εθνών σε κατέστησα»). Εξ άλλου η περιτομή ήταν ήδη σε χρήση πριν τον Αβραάμ από Αιγύπτιους, Αιθίοπες, Σύριους και άλλους. [Ηροδ. Ιστ. Β΄, 104:2]
«Τις λοιπόν η υπεροχή του Ιουδαίου, ή τις η ωφέλεια της περιτομής; Πολλή κατά πάντα τρόπον. Πρώτον μεν διότι εις τους Ιουδαίους ενεπιστεύθησαν τα λόγια του Θεού. Επειδή αν τινές δεν επίστευσαν, τι εκ τούτου; μήπως η απιστία αυτών θέλει καταργήσει την πίστιν του Θεού;». [Ρωμ. 3:1-3]
Η εκπλήρωση της επαγγελίας, δια του Ιησού, κατήργησε την περιτομή. Ο Παύλος έγραψε στους εξ αρχής πιστέψαντες Ιουδαίους:
«Ιδού, εγώ ο Παύλος σας λέγω ότι εάν περιτέμνησθε, ο Χριστός δεν θέλει σας ωφελήσει ουδέν.» [Γαλ. 5:2]
«Προσέχετε τους κύνας, προσέχετε τους κακούς εργάτας, προσέχετε την κατατομήν· διότι ημείς είμεθα η περιτομή, οι λατρεύοντες τον Θεόν εν Πνεύματι και καυχώμενοι εις τον Χριστόν Ιησούν και μη έχοντες την πεποίθησιν εν τη σαρκί.» [Φιλ. 3:2-3]
Συνεχίζοντας ο Θεός να ομιλεί στον Αβραάμ του λέει να καλεί στο εξής τη γυναίκα του Σάρα, με το όνομα Σάρρα [=Ηγεμόνισσα] και ενώ δεν τεκνοποιούσε η Σάρα ως νέα, του υπόσχεται ότι στο γήρας της, θα του έδινε γιο μέσα από αυτή, τον Ισαάκ. Ο Ισαάκ σαν τέκνο επαγγελίας, έγινε η σπουδαιότερη αλληγορία στην ιστορία του Ιουδαϊσμού και είναι η Νέα Διαθήκη της χάριτος, η οποία ελευθέρωνε από την δουλεία και ενοχή του νόμου, και που είναι η εκπλήρωση/τελείωση του Βιβλικού Ιουδαϊσμού. [Γέν. Κεφ. 17, Γαλ. 4:22-24, 5:1, Ρωμ. 10:4, Εβρ. 2:15]
«Διότι ο νόμος του Πνεύματος της ζωής εν Χριστώ Ιησού με ηλευθέρωσεν από του νόμου της αμαρτίας και του θανάτου.» (Ρωμ. 8:2)
Η διδαχή του Χριστιανισμού για την επαγγελία της ζωής στον Αβραάμ
«Παύλος, απόστολος Ιησού Χριστού διά θελήματος Θεού κατά την επαγγελίαν της ζωής της εν Χριστώ Ιησού.» [ΙΙ Τιμ. 1:1]
«Ημείς δε, αδελφοί, καθώς ο Ισαάκ επαγγελίας τέκνα είμεθα.» [Γαλ. 4:28]
«Επειδή η επαγγελία προς τον Αβραάμ ή προς το σπέρμα αυτού, ότι έμελλε να είναι κληρονόμος του κόσμου, δεν έγινε διά του νόμου, αλλά διά της δικαιοσύνης της εκ πίστεως. Διότι εάν είναι κληρονόμοι οι εκ του νόμου, η πίστις εματαιώθη και κατηργήθη η επαγγελία.» [Ρωμ. 4:13]
«Ο Αβραάμ επίστευσεν εις τον Θεόν και ελογίσθη εις αυτόν εις δικαιοσύνην. Εξεύρετε λοιπόν ότι οι όντες εκ πίστεως, ούτοι είναι υιοί του Αβραάμ. Προϊδούσα δε η γραφή ότι εκ πίστεως δικαιώνει τα έθνη ο Θεός, προήγγειλεν εις τον Αβραάμ ότι Θέλουσι ευλογηθή εν σοι πάντα τα έθνη […] Προς δε τον Αβραάμ ελαλήθησαν αι επαγγελίαι και προς το σπέρμα αυτού, δεν λέγει και προς τα σπέρματα, ως περί πολλών, αλλ’ ως περί ενός, Και προς το σπέρμα σου, όστις είναι ο Χριστός (η Ζωή)». [Γαλ. 3:6-8, 16, Ιωάν. 11:25]
Ο Αβραάμ πατέρας της πίστεως
«Ή των Ιουδαίων μόνον είναι ο Θεός; Ουχί δε και των εθνών; Ναι, και των εθνών.» [Ρωμ.3:29]
«Ο Αβραάμ επίστευσεν εις τον Θεόν και ελογίσθη εις αυτόν εις δικαιοσύνην […] Πως λοιπόν ελογίσθη; ότε ήτο εν περιτομή ή εν ακροβυστία; Ουχί εν περιτομή αλλ' εν ακροβυστία και έλαβε το σημείον της περιτομής, σφραγίδα της δικαιοσύνης της εκ πίστεως της εν τη ακροβυστία, διά να ήναι αυτός πατήρ πάντων των πιστευόντων ενώ υπάρχουσιν εν τη ακροβυστία, διά να λογισθή και εις αυτούς η δικαιοσύνη, και πατήρ της περιτομής, ουχί μόνον εις τους περιτετμημένους, αλλά και εις τους περιπατούντας εις τα ίχνη της πίστεως του πατρός ημών Αβραάμ της εν τη ακροβυστία.».[Ρωμ. 4:3-11]
«Καθώς είναι γεγραμμένον, ότι πατέρα πολλών εθνών σε κατέστησα, ενώπιον του Θεού εις τον οποίον επίστευσε, του ζωοποιούντος τους νεκρούς και καλούντος τα μη όντα ως όντα.» [Ρωμ. 4:17]
Η επαγγελία λοιπόν του ενός Θεού στον Αβραάμ, ότι θέλει γίνει πατήρ πλήθους εθνών, μιλούσε για ζωοποίηση των νεκρών, Eβραίων και Εθνικών.
«Ο δε Ιησούς είπε προς αυτόν· Ακολούθει μοι και άφες τους νεκρούς να θάψωσι τους εαυτών νεκρούς.» [Ματθ. 8:22]
«Διά τούτο λέγει· Σηκώθητι ο κοιμώμενος και ανάστηθι εκ των νεκρών, και θέλει σε φωτίσει ο Χριστός.» [Εφεσ. 5:14]
«Και ενώ ήμεθα νεκροί διά τα αμαρτήματα, εζωοποίησεν ημάς μετά του Χριστού, κατά χάριν είσθε σεσωσμένοι και συνανέστησε και συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις διά Ιησού Χριστού, διά να δείξη εις τους επερχομένους αιώνας τον υπερβάλλοντα πλούτον της χάριτος αυτού διά της προς ημάς αγαθότητος εν Χριστώ Ιησού.» [Εφεσ. 2:5-6]
Η ίδια επαγγελία ακυρώνει κάθε εθνικιστική και βιολογική ερμηνεία του Φαρισαϊκού Ιουδαϊσμού, για αναβίωση και επικράτηση, σε παγκόσμια κλίμακα, της επίγειας βασιλείας του Ισραήλ. Ήταν υπόσχεση του Θεού, που ξεπερνούσε τα στενά όρια του σαρκικού γενεαλογικά εβραϊκού έθνους και αγκάλιαζε όλα τα τέκνα της πίστεως, ανεξαρτήτως επίγειας εθνικότητος. Κάθε βιολογική, ή εθνικοθρησκευτική αντίληψη της υπόσχεσης, στερείται αληθείας. Δεν είπε ο Θεός στον Αβραάμ ότι θα είναι ο βιολογικός πατέρας όλων των εθνών, αλλά τον έκανε πατέρα της πίστεως, των τέκνων της επαγγελίας τα οποία είναι απάτορα, αμήτορα, αγενεαλόγητα σε σχέση με την κοσμική κτίση, διότι οι οικείοι, τα Ζωντανά τέκνα του Θεού, είναι ένα πνευματικό Ζωντανό Έθνος.
«Όσοι δε εδέχθησαν αυτόν, εις αυτούς έδωκεν εξουσίαν να γείνωσι τέκνα Θεού, εις τους πιστεύοντας εις το όνομα αυτού· οίτινες ουχί εξ αιμάτων ουδέ εκ θελήματος σαρκός ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ' εκ Θεού εγεννήθησαν.» [Ιωάν. 1:12-13]
Και προς το σπέρμα σου όστις είναι ο Χριστός [η Ζωή]
«Επειδή ανεγεννήθητε ουχί εκ φθαρτού σπέρματος, αλλά αφθάρτου, διά του λόγου του Θεού του ζώντος και μένοντος εις τον αιώνα.» [Ι Πέτρου προς διεσπαρμένους Εβραίους 1:23]
Ούτε όταν του είπε «και προς το σπέρμα σου» εννοούσε το φθαρτό βιολογικό σπέρμα, διότι ο βιολογικός άνθρωπος, σπείρεται, γεννιέται, με φθορά, με ατιμία και με ασθένεια, αλλά καθιερώνοντας τον Αβραάμ πατέρα της πίστεως, του είπε για τον επουράνιο άνθρωπο Ιησού Χριστό, που ως πνεύμα ζωοποιούν (1 Κορ. 15:45), εγείρει μέσα στο ψυχικό, φθαρτό και θνητό σώμα, των χοϊκών ανθρώπων, τον εσωτερικό, νέο άνθρωπο, τον πνευματικό άνθρωπο.
«Ούτω και η ανάστασις των νεκρών. Σπείρεται εν φθορά [βιολογικό σπέρμα], ανίσταται εν αφθαρσία· σπείρεται εν ατιμία, ανίσταται εν δόξη· σπείρεται εν ασθενεία, ανίσταται εν δυνάμει· σπείρεται σώμα ζωϊκόν [ψυχικόν], ανίσταται σώμα πνευματικόν. Είναι σώμα ζωϊκόν [ψυχικόν], και είναι σώμα πνευματικόν.» [Ι Κορ. 15:42-44]
«Το γεννημένον εκ της σαρκός είναι σαρξ και το γεννημένον εκ του πνεύματος είναι πνεύμα.» [Ιωάν. 3:6]
«Διά τούτο δεν αποκάμνομεν, αλλ' εάν και ο εξωτερικός ημών άνθρωπος [ο ψυχικός] φθείρηται, ο εσωτερικός όμως [ο πνευματικός άνθρωπος] ανανεούται καθ' εκάστην ημέραν.» [ΙΙ Κορ. 4:16]
«Μη ψεύδεσθε εις αλλήλους, αφού απεξεδύθητε [γδυθήκατε] τον παλαιόν άνθρωπον μετά των πράξεων αυτού και ενεδύθητε [ντυθήκατε] τον νέον, τον ανακαινιζόμενον εις επίγνωσιν κατά την εικόνα του κτίσαντος αυτόν.» [Κολ. 3:9-10]
Ο παλαιός / ο εξωτερικός άνθρωπος είναι ο θνητός, ο σαρκικός, ο φθαρτός άνθρωπος, που «σπείρεται», γεννιέται από χοϊκό πατέρα και χοϊκή μητέρα, ενώ ο νέος / ο εσωτερικός άνθρωπος είναι ο πνευματικός, ο άφθαρτος, που γεννιέται μέσα στον χοϊκό / θνητό, από τον επουράνιο Ιησού, που είναι πνεύμα ζωοποιούν (1 Κορ. 15:45).
«Εξ ιδίας αυτού θελήσεως εγέννησεν ημάς διά του λόγου της αληθείας, διά να ήμεθα ημείς απαρχή τις των κτισμάτων αυτού.»(Ιάκ. 1:18) Η γέννηση αφορά τον πνευματικό άνθρωπο και όχι τον σαρκικό.
Ο χοϊκός άνθρωπος ήταν τύπος του πνευματικού ανθρώπου της επαγγελίας
«Αλλ' εβασίλευσεν ο θάνατος από Αδάμ μέχρι Μωϋσέως και επί τους μη αμαρτήσαντας κατά την ομοιότητα της παραβάσεως του Αδάμ, όστις είναι τύπος του μέλλοντος.» (Ρωμ. 5:14)
Ο Θεός είναι Πνεύμα, είναι αιώνιος/αθάνατος, και δεν δύναται να λογισθεί ως πηλός εκ της γης. Ως εκ τούτου η εκτέλεση της πρόθεσης του, «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν», απαιτούσε επουράνιο, αιώνιο/αθάνατο, πνευματικό άνθρωπο και όχι χοϊκό εκ της γης, εξαρτώμενο από τροφές και πιόματα (Ιωάν. 4:24, Γεν. 1:26).
Ο χοϊκός Αδάμ (= άνθρωπος), πλάστηκε σύμφωνα με εικόνα Θεού, «κατ’ εικόνα Θεού» και «τύπος του μέλλοντος ανθρώπου» (Ρωμ. 5:14). Η δε κατηγοριοποίηση του ως «ο πρώτος άνθρωπος», καταδεικνύει την προσδοκία ενός δεύτερου (1 Κορ. 15:47-49), ο οποίος θα ήταν σύμφωνα με τις απαιτήσεις της αρχικής πρόθεσης του Θεού, δηλαδή πνευματικός, αιώνιος/αθάνατος και επουράνιος. Συνεπώς από την αρχή της δημιουργίας του ανθρώπου, εκ της γης, ο πνευματικός άνθρωπος, η καινή/νέα κτίση, ήταν το προσδοκώμενο. Η προσδοκία αυτή εκπληρώθηκε δια του Ιησού, «όστις είναι εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως». (Κολ. 1:15)
«Ουκ εκλείψει άρχων εξ’ Ιούδα και ηγούμενος εκ των μηρών αυτού έως αν έλθη τα αποκείμενα αυτώ [οι φυλαγμένες γι’ αυτόν εξουσίες] και αυτός προσδοκία εθνών.» [Γέν. 49:10, Ο΄]
«Όθεν εάν τις ήναι εν Χριστώ είναι νέον κτίσμα· τα αρχαία παρήλθον, ιδού, τα πάντα έγειναν νέα.» (ΙΙ Κορ. 5:17)
Η σάρκα/το σώμα του Ιησού Χριστού είναι Ναός του Θεού του αοράτου (Ιωάν. 2:21)
«Διότι εν αυτώ (μέσα σ΄αυτόν) κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς.» (Κολ. 2:9)
Στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός, το Πνεύμα, εμφανιζόταν μέσα από το επίγειο Αγίασμα (=Αγιαστήριο, Ναό), μέσα σε νεφέλη. Στην Καινή Διαθήκη «ο Θεός ώφθη εν σαρκί». Εμφανίσθηκε μέσα από τον επουράνιο Ναό. Μέσα από το εξ' ουρανού σώμα, του Αγίου παιδός του Ιησού. (Λευ. 16:2, Α΄ Τιμ. 3:16)
«Δηλονότι ο Θεός ήτο εν τω Χριστώ (ο Θεός κατοικούσε μέσα στον Χριστό σωματικώς) διαλλάσσων τον κόσμον προς εαυτόν, μη λογαριάζων εις αυτούς τα πταίσματα αυτών, και ενεπιστεύθη εις ημάς τον λόγον της διαλλαγής». (2 Κορ. 5:19)
Στην Παλαιά Διαθήκη, η σκηνή του μαρτυρίου, αλλιώς αγιαστήριο, «το άγιον το κοσμικόν» [Εβρ. 9:1], ήταν η φορητή, επίγεια και χειροποίητη σκηνή των Εβραίων, ο ισχυρότερος θεσμός της εβραϊκής κοινωνίας και του Ιουδαϊσμού, η οποία κατασκευάστηκε με εντολή του Θεού προς τον Μωυσή. Ήταν δε τύπος του αληθινού, επουράνιου, αχειροποίητου, κατοικητηρίου του Θεού. Κατασκευάστηκε με γήινα υλικά, και με σπουδαιότερο σκεύος την κιβωτό του μαρτυρίου, μέσα στα άγια των αγίων, όπου και η παρουσία του Θεού.
«Και ποιήσεις μοι αγίασμα [= αγιαστήριο, ναό] και οφθήσομαι εν υμίν [θα εμφανίζομαι εις εσάς] και ποιήσεις μοι κατά πάντα όσα εγώ σοι δεικνύω εν τω όρει το παράδειγμα της σκηνής και το παράδειγμα πάντων των σκευών αυτής ούτω ποιήσεις.» [Εξ. 25:8-9, Ο΄]
Ο κοσμικός, χειροποίητος ναός αποτελούνταν από την πρώτη σκηνή, όπου εισήρχοντο οι ιερείς που εκτελούσαν τη λατρεία, και τη δεύτερη σκηνή (τα Άγια των Αγίων), όπου ήταν η Κιβωτός της Διαθήκης και εισήρχετο μόνος του ο αρχιερέας, προσφέροντας αίμα ζώων, «υπέρ εαυτού και των εξ' αγνοίας αμαρτημάτων του λαού». Ανάμεσα στις δύο σκηνές υπήρχε χώρισμα, το καταπέτασμα.
Όσο λειτουργούσε η πρώτη σκηνή, το άγιο Πνεύμα δήλωνε ότι δεν είχε φανερωθεί ακόμη η οδός προς τα Άγια των Αγίων, καθώς η λατρεία της λειτουργούσε με θυσίες ζώων, προσφορές, τροφές και ποτά, που ήταν σαρκικές διατάξεις. Όλα αυτά ήταν παραβολή έως τον καιρό που θα ερχόταν ο Χριστός Ιησούς, η αληθινή επουράνια Σκηνή, μέσα στην οποία θα λάτρευαν αληθινοί πνευματικοί προσκυνητές «εν Πνεύματι και αληθεία», «οι εν Χριστώ». [Εβρ. 9:6-10]
Το επουράνιο σώμα/σάρκα του Ιησού είναι ο Αληθινός, αχειροποίητος, Ναός, είναι η επουράνια αληθινή σκηνή που ήρθε, είναι η οδός που οδηγεί εις τα άγια, είναι η οδός που πλησιάζουμε και λατρεύουμε τον Θεό, ο οποίος κατοικεί μέσα σ’ αυτόν σωματικώς, «εν πνεύματι και αληθεία». (Εβρ. 8:1-2, 10:19)
«Χριστός δε παραγενόμενος [ελθών] αρχιερεύς των γενομένων [αυτών που ήρθαν] αγαθών δια της μείζονος και τελειοτέρας σκηνής ου χειροποιήτου τουτ’ έστιν ου ταύτης της κτίσεως [της κοσμικής, της γήινης]». [Εβρ. 9:11]
Ο Θεός λοιπόν αναίρεσε, ακύρωσε, το παλαιό, το σαρκικό, και σύστησε, εισήγαγε, το νέο, το πνευματικό. Σε αυτό το νέο επουράνιο Ναό του σώματος του Ιησού (Ιωάν. 2:21), λατρεύουν από τότε οι ζωοποιημένοι δια Ιησού Χριστού, «οι εν Χριστώ», αληθινοί, πνευματικοί προσκυνητές, η «νέα κτίση».
«Πλην έρχεται ώρα, και ήδη είναι, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί θέλουσι προσκυνήσει τον Πατέρα εν πνεύματι και αληθεία· διότι ο Πατήρ τοιούτους ζητεί τους προσκυνούντας αυτόν. Ο Θεός είναι Πνεύμα, και οι προσκυνούντες αυτόν εν πνεύματι και αληθεία πρέπει να προσκυνώσι.» [Ιωάν. 4:23-24]
Τον θεσμό της επίγειας σκηνής της ιουδαϊκής κοινωνίας τον αντικατέστησε η επουράνια σκηνή με την Νέα και ζωντανή οδό, που καθιερώθηκε μέσω του καταπετάσματος, δηλαδή με την σάρκα του Ιησού, που κατέβηκε από τον ουρανό.
Η προέλευση του Ιησού
«Ιωσήφ, υιέ του Δαβίδ, μη φοβηθής να παραλάβης Μαριάμ την γυναίκα σου· διότι το εν αυτή γεννηθέν είναι εκ Πνεύματος Αγίου.» (Ματθ. 1:20)
Ο Πατέρας του επουράνιου ανθρώπου Ιησού ήταν το Πνεύμα, και ο Ιησούς γεννήθηκε εις Πνεύμα ζωοποιούν. Εάν ο Ιησούς ήταν βιολογικός, χοϊκός άνθρωπος, δεν θα μπορούσε να κάνει παλιγγενεσία (=το να γεννιέται κάποιος για δεύτερη φορά, να επιστρέφει από τον θάνατο ή την ανυπαρξία στην ζωή). (Ματθ. 19:28)
Σύμφωνα με την βιβλική μαρτυρία, ο Ιησούς, ήταν το σπέρμα της επαγγελίας προς τον Αβραάμ, και Πατέρας του ήταν το Πνεύμα. Ο χαρακτηρισμός του ως «ο δεύτερος άνθρωπος εξ’ ουρανού» (1 Κορ. 15:48), τον αποχαρακτηρίζει, ως γήινο, βιολογικό άνθρωπο. Δεδομένου και του ότι ο Θεός δεν κατοικεί σε χειροποίητους ναούς, ήταν αδύνατο παν το πλήρωμα της θεότητας να κατοικούσε σωματικώς μέσα στον άμωμο και άσπιλο Ιησού (1 Πέτρ. 1:19), εάν η σάρκα του, το σώμα του, ήταν βιολογικό. Ο βιολογικός άνθρωπος είναι φθαρτός και δεν μπορεί να κληρονομήσει την αφθαρσία, ούτε γήινη σάρκα και αίμα μπορούν να κληρονομήσουν βασιλεία Θεού. Κληρονόμοι είναι τα πνευματικά τέκνα της επαγγελίας, η νέα κτίση, η παλιγγενεσία.
Ο Ιησούς δεν ήταν τύπος του πρώτου ανθρώπου, αλλά ο πρώτος άνθρωπος εκ της γης, ήταν τύπος του μέλλοντος ανθρώπου, «του αληθινού», του δεύτερου ανθρώπου, από τον ουρανό, του Ιησού, του οποίου η σάρκα/σώμα, ήταν «ομοίωμα σαρκός αμαρτίας». (Ρωμ. 8:3, Α΄ Ιωάν. 5:20)
«Ούτως είναι και γεγραμμένον· Ο πρώτος άνθρωπος Αδάμ έγεινεν εις ψυχήν ζώσαν· ο έσχατος Αδάμ εις πνεύμα ζωοποιούν. Πλην ουχί πρώτον το πνευματικόν, αλλά το ζωϊκόν (ψυχικόν), έπειτα το πνευματικόν. Ο πρώτος άνθρωπος είναι εκ της γης χοϊκός, ο δεύτερος άνθρωπος ο Κύριος εξ ουρανού. Οποίος ο χοϊκός, τοιούτοι και οι χοϊκοί, και οποίος ο επουράνιος, τοιούτοι και οι επουράνιοι· και καθώς εφορέσαμεν την εικόνα του χοϊκού, θέλομεν φορέσει και την εικόνα του επουρανίου. Τούτο δε λέγω, αδελφοί, ότι σαρξ και αίμα βασιλείαν Θεού δεν δύνανται να κληρονομήσωσιν, ουδέ η φθορά κληρονομεί την αφθαρσίαν.» (1 Κορ. 15:45-50)
Ο Ιησούς είπε για τον εαυτό του τα εξής
«Και είπε προς αυτούς· Σεις είσθε εκ των κάτω, [χοϊκοί] εγώ είμαι εκ των άνω [επουράνιος]· σεις είσθε εκ του κόσμου τούτου, εγώ δεν είμαι εκ του κόσμου τούτου». (Ιωάν. 8:23)
«Είπε λοιπόν προς αυτούς ο Ιησούς· Αληθώς, αληθώς σας λέγω, δεν έδωκεν εις εσάς τον άρτον εκ του ουρανού ο Μωϋσής, αλλ' ο Πατήρ μου σας δίδει τον άρτον εκ του ουρανού τον αληθινόν. Διότι ο άρτος του Θεού είναι ο καταβαίνων εκ του ουρανού και δίδων ζωήν εις τον κόσμον.» (Ιωάν 6:32-33)
«Εγώ είμαι ο άρτος ο ζων ο καταβάς εκ του ουρανού. Εάν τις φάγει εκ τούτου του άρτου θέλει ζήσει εις τον αιώνα. Και ο άρτος δε τον οποίον εγώ θέλω δώσει είναι η σαρξ μου, την οποίαν εγώ θέλω δώσει υπέρ της ζωής του κόσμου.» [Ιωάν. 6:51]
Οι συγγραφείς των επιστολών είπαν για τον Ιησού
«Ο ερχόμενος άνωθεν είναι υπεράνω πάντων. Ο ων εκ της γης εκ της γης είναι και εκ της γης λαλεί· ο ερχόμενος εκ του ουρανού είναι υπεράνω πάντων.» (Ιωάν. 3:31)
«Και ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν ει μη ο εκ του ουρανού καταβάς, ο υιός του ανθρώπου.» (Ιωάν. 3:13)
«Ο πρώτος άνθρωπος είναι εκ της γης χοϊκός, ο δεύτερος άνθρωπος ο Κύριος εξ ουρανού.» (1 Κορ. 15:47)
«Ο καταβάς αυτός είναι και ο αναβάς υπεράνω πάντων των ουρανών, διά να πληρώση τα πάντα.» (Εφεσ. 4:10)
«Όστις είναι εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος εκ των νεκρών». (Κολ. 1:19)
«Και ο λόγος έγεινε σαρξ», «ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί», «η ζωή εφανερώθη». [Ιωάν. 1:14, Ι Τιμ. 3:16, Ι Ιωάν. 1:2]
Η εκπλήρωση της επαγγελίας
Η επαγγελία λοιπόν προς τους πατέρες των Εβραίων και θεμελιωτές του Ιουδαϊκού μονοθεϊσμού, Αβραάμ, Ισαάκ, και Ιακώβ εκπληρώθηκε.
«Και ημείς ευαγγελιζόμεθα προς εσάς την γενομένην εις τους πατέρας επαγγελίαν, ότι ταύτην ο Θεός εξεπλήρωσεν εις τα τέκνα σας, αναστήσας τον Ιησούν, ως είναι γεγραμμένον και εν τω ψαλμώ τω δευτέρω· Υιός μου είσαι συ, εγώ σήμερον σε εγέννησα.» [Πράξ. 13:33]
Ο πρώιμος Χριστιανισμός είναι η εκπλήρωση των γραπτών προσδοκιών του Βιβλικού Ιουδαϊσμού, που ολοκληρώθηκε. «Το τέλος του νόμου ο Χριστός». Ο Βιβλικός Ιουδαϊσμός αποχαρακτηρίστηκε ως θρησκεία προσδοκιών και ως θρησκεία των τύπων. Η έκχυση του αγίου Πνεύματος την ημέρα της πεντηκοστής επιβεβαίωσε την ολοκλήρωση της εποχής του Βιβλικού Ιουδαϊσμού και του τυπικού του. Την σκυτάλη για την σωτηρία του ανθρώπου και την αληθινή γνώση και λατρεία του ενός Θεού την πήρε η πρώτη αποστολική Εκκλησία, η αίρεση του Ιουδαϊσμού (Πράξ. 28:22), με εντολή όχι να επιβληθεί η να κρατικοποιηθεί, αλλά:
«Να κηρυχθεί εις το όνομα του Ιησού Χριστού μετάνοια και άφεση αμαρτιών εις πάντα τα έθνη αρχής γινομένης από Ιερουσαλήμ.» [Λουκ. 24:47]
Καθώς οι επαγγελίες του Θεού στον Αβραάμ νομιμοποιούσαν τον σαρκικό Ισραήλ και τον Βιβλικό Ιουδαϊσμό, έτσι και η εκπλήρωση αυτών των επαγγελιών από τον Θεό, νομιμοποιεί και καθιερώνει τον νέο πνευματικό Ισραήλ που είναι η Εκκλησία του Θεού του ζώντος. Αυτός ο αμιγής μη θρησκειοποιημένος Χριστιανισμός δεν χρειάζεται βεβαίως καμία κοσμική νομιμοποίηση, ούτε παντός είδους κοσμική επιβολή, διότι βασίζεται στην βουλή του Θεού και στην αβίαστη θέληση του ανθρώπου «Εάν τις θέλει να έρθει οπίσω μου …». [Ματθ. 16:24)
Φεύγετε των θρησκειών, Χριστός η ζωή ημών
<< Επιστροφή στην Αρχική σελίδα