Η Πυθαγόρεια «Αρμονία της Φύσης» και η Πατερική Φιλοσοφική Οικειοποίηση της
Συγγραφή: Ευάγγελος Δημ. Κεπενές (Ιανουάριος 15, 2026, 19:57)
Η Φιλοσοφική Σύνθεση
Η διαμόρφωση της πατερικής δογματικής δεν υπήρξε μια απλή καταγραφή της Βιβλικής αλήθειας, αλλά μια προσπάθεια συγκερασμού της Γραφής με τις προϋπάρχουσες δομές της ελληνικής κοσμολογικής φιλοσοφίας. Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία υπήρξε η Πυθαγόρεια θεωρία περί «Αρμονίας της φύσης» και της «Ένωσης των αντιθέτων». Στο πυθαγόρειο σύστημα, η αρμονία προκύπτει από τη σύζευξη στοιχείων που βρίσκονται σε αντίθεση (πεπερασμένο-άπειρο, μονάδα-δυάδα, περιττό-άρτιο), δημιουργώντας ένα σύμπαν που καθορίζεται από στατικές μαθηματικές αναλογίες.
Στο σύστημα αυτό, η φύση δεν αλλάζει ριζικά, αλλά «αποκαθίσταται» μέσω μαθηματικών και μουσικών αναλογιών. Οι μουσικές αναλογίες, ιδιαιτέρως, δημιουργούν τη μουσική αρμονία (διαστήματα μιας χορδής / αποστάσεις πλανητών) και διέπουν τόσο την κίνηση των ουρανίων σωμάτων («Αρμονία των Σφαιρών») όσο και τη συμπαντική μουσική («Μουσική των Σφαιρών»). Στη μουσική των Πυθαγορείων, η αρμονία αποκαθιστά την ισορροπία της ψυχής με το σύμπαν.
Η έννοια της σύνθεσης (του σχηματισμού, δηλαδή, μιας ενότητας από ετερογενή στοιχεία) αποτέλεσε το πνευματικό πλαίσιο εντός του οποίου η πατερική γραμματεία διατύπωσε το δόγμα της "αρμονικής ενώσεως των δύο φύσεων του Χριστού". Παράλληλα, η πατερική σκέψη χρησιμοποίησε στοιχεία από φιλοσοφικά ρεύματα, όπως ο πανθεϊσμός και ο υλοζωισμός, που προσλάμβαναν την υλική φύση ως "ένθεη", θεωρώντας ότι η ύλη ζωογονείται από ένα εγγενές "πνεύμα". Ενώ όμως η Γραφή διδάσκει ότι η κτίση ανακαινίζεται από το άγιο Πνεύμα (Ψαλμ. 103:30), οι Πατέρες αξιοποίησαν το σχήμα της έμψυχης ύλης για να περιγράψουν την οντολογική "θέωση" της κτιστής φύσης μέσω της Σάρκωσης του Λόγου, ο οποίος προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση (κατά το δόγμα), την καθιστά μέτοχο της αφθαρσίας.
Έτσι, η πατερική σκέψη θεμελίωσε την οντολογική σύνδεση Άκτιστου και κτιστού, ομολογώντας ότι ο Άκτιστος εισήλθε στην κτιστότητα μέσω της Σάρκωσης. Με τον τρόπο αυτό, όμως, αλλοιώθηκε η αποστολική μαρτυρία για την «εξ ουρανού» προέλευση του σώματος του Ιησού (1Κορ. 15:46) —ότι δηλαδή "τὸ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ Πνεύματός ἐστιν αγίου" — ο οποίος αποτελούσε την ορατή φανέρωση του αοράτου Θεού "ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας". Εδώ, το ὁμοίωμα δεν υποδηλώνει ταυτότητα ουσίας, αλλά τη μορφολογική απεικόνιση: ένα πιστό αντίγραφο που προσιδιάζει εξωτερικά στο πρότυπο (τον χοϊκό άνθρωπο), χωρίς όμως να μετέχει στην εγγενή φθορά της αμαρτωλής φύσης του, όπως φαίνεται και στο Φιλιππησίους 2:7: "ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος· καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος".»
Το Επινόημα του Δυοφυσιτισμού Εργαλείο για την Αποκατάσταση της Φύσης από την Φθορά και την «θέωση» της ύλης
Μέσω του επινοήματος του δυοφυσιτισμού, οι Πατέρες επιχείρησαν να καταργήσουν την οντολογική διάκριση μεταξύ Ουράνιου (Πνεύμα) και Γήινου (Ύλη), εισάγοντας έναν διφυή Σωτήρα ο οποίος φιλοσοφικά συνθέτει δύο διακριτές φύσεις σε μία υπόσταση. Η σύνθεση αυτή εξυπηρετεί την πατερική «σκέψη» της αποκατάστασης της φύσης από την φθορά και την μεταϊστορική «θέωση» του ανθρώπου που είχε διακοπεί από την πτώση.
Οι σκέψεις αυτές παραπέμπουν σε παλαιότερα θρησκευτικά συστήματα όπως ομολογούν και οι πατρολόγοι: «Οι Πατέρες δεν έζησαν ούτε κι έδρασαν ερήμην του πνευματικού κλίματος της εποχής τους. Το έργο τους αποτελεί ως ένα βαθμό καθρέπτη των συγχρόνων τους φιλοσοφικών ρευμάτων, των θρησκευτικών πεποιθήσεων, των κοσμολογικών αντιλήψεων και των πολιτειακών ή πολιτικών προτιμήσεων. Οι παράγοντες που προσδιόριζαν το πνευματικό κλίμα των πρώτων αιώνων του βίου της Εκκλησίας, ήταν ο Ιουδαϊσμός, ο Ελληνισμός, ο Γνωστικισμός, οι Θρησκείες και η Πολιτεία. Ο ποικίλος και δυναμικός αυτός κόσμος αποτέλεσε μέγα πρόβλημα αλλά και όργανο για τους θεολόγους της Εκκλησίας. Το πρόβλημα: Εάν ο θεολόγος δεν εκφραζόταν μέσω του πνευματικού αυτού κόσμου, θα κινδύνευε να μείνη απόλυτα ξένος για τους Ανθρώπους της εποχής, που φυσικά είχαν μάθη να σκέπτονται μόνο με τις δομές του κόσμου εκείνου. Το όργανο: Τελικά οι χριστ. συγγραφείς εργάστηκαν αποδοτικά χρησιμοποιώντας το πνευματικό κλίμα ή το γλωσσικό όργανο της εποχής » (Στυλ. Γ. Παπαδόπουλος «Πατρολογία Α’ σελ. 51»).
Με απλά λόγια οι πατρολόγοι ομολογούν ότι αυτή η οντολογική σύνθεση, παραγνωρίζει τη βιβλική πραγματικότητα της Παλιγγενεσίας και διασώζει την φιλοσοφική – θρησκευτική σκέψη της εποχής. Αν όμως, το Ευαγγέλιο της σωτηρίας, χρειάζεται θεμελιωδώς να προσαρμοστεί στις μεταβαλλόμενες ανθρώπινες δομές σκέψης για να είναι κατανοητό ή αποδεκτό τότε αυτοακυρώνεται. Χάνει το δικαίωμά του να είναι αιώνια, απόλυτη και αυτοτελής αλήθεια. Γίνεται σχετική, πολιτισμικά υπό όρους και, τελικά, ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα.
Η «Καινή Κτίσις»
Σύμφωνα με την αποστολική διδαχή, η «Καινή Κτίσις» δεν είναι μια μελλοντική μεταφυσική «αποκατάσταση» της υλικής φύσης, αλλά μια ήδη συντελεσμένη πραγματικότητα: «ὥστε εἴ τις ἐν Χριστῷ, καινὴ κτίσις· τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονεν καινά» (Β' Κορ. 5:17).
Εδώ, η "κτίση" δεν αναφέρεται σε μια βιολογική ή μοριακή ανασύσταση της ύλης, αλλά στον επαναπροσδιορισμό του λειτουργικού πλαισίου του ανθρώπου. Ο "καινός" άνθρωπος ορίζεται από τη νέα του σχέση με την εκπληρωθείσα Επαγγελία και τη λειτουργική του ένταξη στο Σώμα του Χριστού, και όχι από μια υποτιθέμενη μεταστοιχείωση της βιολογικής του ουσίας.
Η νέα κτίση είναι ο αναγεννημένος, πνευματικός άνθρωπος που λειτουργεί εν Χριστώ, και όχι η διάσωση του παλαιού υλικού σχήματος. Ακόμη και η Πέτρεια προσμονή για «καινούς ουρανούς και καινή γη» δεν αφορά μια γεωλογική ανακαίνιση, αλλά την πλήρη αντικατάσταση του επίγειου Ναού (του τύπου) με τον αληθινό επουράνιο Ναό και τη νέα λειτουργική διακονία (Ησ. 65:17-20).
Η ίδια «σκέψη» υποστηρίζει ότι η ανάσταση του διφυούς Χριστού είναι η αρχή της μεταϊστορικής αποκατάστασης της φύσης στην αρχική της καλή κατάσταση παραβλέποντας την αποστολική αλήθεια: «Ο Χριστός, που γεννάται αχρόνως -ανάρχως (Β 30,9) και όχι εν χρόνω, όπως φρονούσιν γενικά οι απολογηττές, ανακεφαλαιώνει την πλάση όλη στο θεανθρώπινο πρόσωπό του. Δηλαδή αναδημιουργεί τον πεσόντα κόσμο και ανακαινίζει αυτόν βάσει του εαυτού του, προς μετοχή και ως πρότυπο […] Ό άνθρωπος εν Χριστώ επιστρέφει στην προπτωτική μακαρία κατάσταση, πορεύεται προς τον τελικό του σκοπό, η φύση αποκαθίσταται (Α’ Θεοδώρου) και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα πορεία προς την τελείωση με νέες προϋποθέσεις. Η τελική όμως φάση της ανακεφαλαιώσεως θα πραγματοποιηθή στα έσχατα, μεταϊστορικά» (Στυλ. Γ. Παπαδόπουλος «Πατρολογία Α’ σελ. 297»)
Η πατερική ερμηνεία του (Ρωμ. 8:19-22 «ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει») ως δήθεν στεναγμό του φυσικού περιβάλλοντος για υλική αφθαρσία, καταρρέει μπροστά στη βιβλική χρήση του όρου «κτίσις».
Η έννοια της "Κτίσεως" επικεντρώνεται στην Ανθρωπότητα: Όπως ο Χριστός διέταξε το κήρυγμα "πάσῃ τῇ κτίσει" (Μάρκ. 16:15), αναφερόμενος στους ανθρώπους και όχι το φυσικό περιβάλλον, έτσι και στο Ρωμ. 8:19-22 η "κτίση" περιγράφει το ανθρώπινο γένος που υποτάχθηκε στη ματαιότητα του θανάτου (Ψαλμ. 38:6 Ο’). Η ανθρωπότητα είναι αυτή που, ως κορωνίδα της δημιουργίας, προσμένει την ελευθερία προς την αιωνιότητα που προσφέρει ο Μονογενής Υιός του Θεού διά της πίστεως.»
Η Απελευθέρωση από τη Φθορά: Η «δουλεία της φθοράς» αφορά την ανθρώπινη θνητότητα και όχι τη μεταστοιχείωση της υλικής φύσης. Ο Παύλος διευκρινίζει ότι δεν συστενάζει η φύση αλλά η ανθρωπότητα στο σύνολό της (η κτίσις). Συγκεκριμένα, ορίζει ότι: «οἴδαμεν γὰρ ὅτι πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει ἄχρι τοῦ νῦν· οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ τὴν ἀπαρχὴν τοῦ πνεύματος ἔχοντες...» (Ρωμ. 8:22-23).
Εδώ πρέπει να καταστεί σαφές ότι η φράση «συστενάζει καὶ συνωδίνει» (στενάζουν και πονούν από κοινού) αναφέρεται στην υπαρξιακή αγωνία της ανθρωπότητας. Ο Παύλος εισάγει μια διάκριση ανάμεσα σε δύο ομάδες που μοιράζονται την ίδια φθαρτότητα: στην ανθρωπότητα που δεν έχει ακόμη τον «αρραβώνα» του αγίου Πνεύματος και σε εκείνους που, αν και τον έχουν λάβει, εξακολουθούν να στενάζουν προσδοκώντας την απολύτρωση του σώματός τους.
Η φθορά αφορά τον άνθρωπο (Ρωμ. 1:23) που «ήλλαξε» τη δόξα του Θεού με εικόνες φθαρτού ανθρώπου, λατρεύοντας την κτίση (τον άνθρωπο-είδωλο) παρά τον Κτίσαντα.
Αλλαγή έναντι Μεταμόρφωσης
Η πατερική δογματική υποκαθιστά τις βιβλικές θέσεις, προτιμώντας την έννοια της «μεταμόρφωσης» της ουσίας αντί της βιβλικής «αλλαγής». Ο Απόστολος Παύλος διακηρύσσει: «πάντες μὲν οὐ κοιμηθησόμεθα, πάντες δὲ ἀλλαγησόμεθα» (Α' Κορ. 15:51). Η λέξη «αλλαγησόμεθα» υποδηλώνει μια ριζική μετάβαση σε μια έτερη κατάσταση (αντικατάσταση) και όχι την απλή βελτίωση ή τον εξωραϊσμό της υπάρχουσας φύσης. Επιπλέον, η Γραφή διδάσκει την κατάλυση του σκηνώματος και όχι τη διάσωσή του: «ἐὰν ἡ ἐπίγειος ἡμῶν οἰκία τοῦ σκήνους καταλυθῇ, οἰκοδομὴν ἐκ Θεοῦ ἔχομεν» (Β' Κορ. 5:1).
Αυτή η εμμονή στη διατήρηση της ύλης κορυφώνεται σήμερα στους ενορατικούς κύκλους της «παγκόσμιας αφύπνισης». Εκεί, ο τριαδικός θεός και ο «κοσμικός χριστός» παρουσιάζονται να στέλνουν μηνύματα για την «ανάληψη στην 5η διάσταση» και την ενεργειακή αποκατάσταση της «θεάς Γης» και των πέντε βασιλείων της (άνθρωποι, ζώα, φυτά, ορυκτά, ύδωρ). Αυτή η σύγχρονη πλάνη είναι η φυσική κατάληξη του πατερικού οντολογικού δυισμού όπου: το ζητούμενο είναι η «αποκατάσταση» του κτιστού αντί για την υποταγή του στην κυριαρχία του Πνεύματος και στην Βασιλεία της Χάριτος που οδηγεί στην αληθινή Παλιγγενεσία.
Συμπέρασμα
Η σύνδεση της Πυθαγόρειας αρμονίας με το χριστιανικό δόγμα οδήγησε σε μια υβριδική φιλοσοφική κατασκευή που εξυπηρετούσε πολιτικές και γλωσσικές σκοπιμότητες, αλλοιώνοντας τον χαρακτήρα της βιβλικής αρχιτεκτονικής. Η Τριάδα και ο Δυοφυσιτισμός, ως φιλοσοφικά επινοήματα, παραμερίζουν τη βιβλική αλήθεια της λειτουργικής αναγέννησης, εγκλωβίζοντας την πίστη σε μια στείρα μεταφυσική ουσιών που αγνοεί την ολοκληρωτική «αλλαγή» μέσω πνευματικής αναγεννήσεως που υποσχέθηκε και εκπλήρωσε ο Θεός δια του Ιησού Χριστού.
Ο Ψαλμός 104:5 («ἐθεμελίωσεν τὴν γῆν ἐπὶ τὴν ἀσφάλειαν αὐτῆς, οὐ κλιθήσεται εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος») φανερώνει ότι η αντικατάσταση του «Παλαιού» (Νόμος / Θάνατος / Εξουσίες) από το «Καινό» (Χάρη / Ζωή / Καινή Κτίση / Πνευματικός Ναός) δεν αποτελεί μεταϊστορική αναίρεση του θεμελειωμένου «οὐ κλιθήσεται» αλλά την τελική αποκατάσταση της Βασιλείας του Θεού «ουχί εκ του κόσμου τούτου» (Ιωάν. 18:36), επί των εξουσιών και αρχών, που βασίλευαν επί των κατοίκων της μέσω των τύπων των επουρανίων, αντλώντας την δύναμη από τον Νόμο, την διακονία του θανάτου. Η κατάποσης του ηττημένου «αιώνιου Θανάτου» από την «αιώνια Ζωή», τον Χριστό, άλλαξε ριζικά το σχήμα του κόσμου δια αναγεννήσεως σε ζωντανή ελπίδα «αθανασίας», μετά τον βιολογικό θάνατο. Δεν αποκαθίσταται η φύση, αλλά νικήθηκε ο αιώνιος Θάνατος από την αθανασία.
--------------------------------------------------
<< Επιστροφή στην Αρχική σελίδα