Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορική Θρησκεία και ο Φιλοσοφικός Ιησούς


Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορική Θρησκεία και ο Φιλοσοφικός Ιησούς

Συγγραφή: Ευάγγελος Δ. Κεπενές

Το παρόν είναι μέρος της εργασίας «Μυθολογικά και Ουτοπικά θρησκευτικά ιδεώδη από την ολοκλήρωση της Αποστολικής Διακονίας έως σήμερα» που δημοσιεύτηκε από www.aionios-diathiki.gr τον (Φεβρουάριο 19, 2020 και ώρα 23:59)

Ορθόδοξος Χριστιανισμός.

Η ιδρυθείσα Eκκλησία του ζωντανού Θεού, δεν ήταν προσχέδιο μιας ατελούς θρησκείας ή ενός φιλοσοφικού συστήματος, το οποίο παρέδωσε ο Θεός στους «πατέρες - φιλόσοφους» της Ορθοδοξίας, για να το διαμορφώσουν τυπολατρικά, να το αποκρυσταλλώσουν δογματικά και να το εδραιώσουν οικουμενικά με θεσμικό εξαναγκασμό, καταπατώντας το «ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν». Η Eκκλησία του Θεού ήταν και είναι «ο στύλος και το εδραίωμα (= στερέωμα / βάση) της αληθείας» την οποία απέκτησε ο Κύριος και Θεός για τον εαυτό Του, με το δικό Του τίμιο αίμα, για να εξαγγείλει τις αρετές Του.

Ορθόδοξοι. «Η φωνή των πατέρων» δεν είναι «η φωνή του Ιησού και των Αποστόλων». Όσοι νομίζουν ότι η «Ορθοδοξία» είναι η συνέχεια του αυθεντικού αποστολικού έργου σφάλλουν, άλλωστε όλοι γνωρίζουν ότι την ιστορία την γράφουν όπως θέλουν οι νικητές και οι πνευματικοί επικυρίαρχοι. Η «Ορθοδοξία» είναι το Ανατολικό μέρος του σχίσματος της χριστιανίζουσας «Καθολικής» αυταρχικής θρησκείας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας που για πολιτικούς λόγους άλλαξε το μοντέλο του «Βασιλέως - Θεού» με το μοντέλο «ελέω Θεού Βασιλέως». Έτσι τώρα ο αυτοκράτορας της ήταν επίσημα ο «Εν Χριστώ Βασιλεύς των Ρωμαίων», οι υπήκοοι της ήταν «ο Περιούσιος Λαός ή ο Νέος Ισραήλ» και το δόγμα της ήταν «Μία Θρησκεία, Ένας Βασιλιάς, Μία Οικουμένη», τα δε δογματικά εκκλησιαστικά ζητήματα αποτελούσαν κρατικά ζητήματα. Η κρατική «Καθολική Εκκλησία», ως σύμμαχος του πολιτιστικού, στρατιωτικού και θρησκευτικού ιμπεριαλισμού της Αυτοκρατορίας, κέρδισε ειδικά προνόμια που αύξησαν το κύρος της και την περιουσία της σε γη και σε χρήμα.

Όλες οι διδακτορικές διατριβές στην φιλοσοφία και θεολογία, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η σύνδεση της Φιλοσοφίας της ύστερης αρχαιότητος με την θεολογία της Ορθόδοξης Ανατολής είναι άρρηκτη[61]. Η «Ορθοδοξία» λοιπόν αποκρυσταλλώθηκε δογματικά, με την παρά φύσιν σύζευξη των εκφάνσεων της εκ της γης αρχαίας Φιλοσοφίας - Μυθολογίας και της αποστολικής δια Πνεύματος Αγίου Διδαχής. Αντικατέστησε δε την Χάρη του Κυρίου μας και Θεού μας Ιησού Χριστού, με μία παράδοση μυστικιστικής δογματικής θεολογίας που έχει κορυφή ένα μυθολογικό «τριαδικό θεό», με ανώφελους ιουδαϊκούς τύπους, με το θυμιατό, με το κερί, με το τάμα στον «άγιο», με την δεισιδαιμονία και με την προσκύνηση ειδώλων και λειψάνων. Κατά την ομολογία τους ο «Θρίαμβος» αυτός επετεύχθη διότι οι «πατέρες» απλώς!!!! απεφόρτισαν από το φιλοσοφικό – μεταφυσικό περιεχόμενο, τους φιλοσοφικούς «όρους» της εποχής τους και τους επαναφόρτισαν με θεολογία[62] «όρος που χρησιμοποιήθηκε αρχικά στα έργα του Πλάτωνα και άλλων φιλοσόφων με αναφορά στη διδασκαλία του Μύθου»[63].

Κατά την ειλικρινή τους ομολογία, οι εκπρόσωποι του Ορθόδοξου μυστικιστικού θρησκευτικού συστήματος, θεωρούν τον «Αρχαίο Ελληνισμό» υπόβαθρό τους, ισχυριζόμενοι ότι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι ήταν προ Χριστού «εν Χριστώ» και ότι η αντιφατική θεολογική φιλοσοφία τους ήταν παιδαγωγός των Ελλήνων προς τον Χριστιανισμό. Ο Πλάτωνας δε θεωρείτο από τους «πατέρες» πλησιέστερος συγγενής με την θρησκεία τους, διότι σε αντίθεση με τις αντιλήψεις των συμμαθητών του στην Φιλοσοφία-Μυθολογία, πίστευε ότι ο «Θεός» είναι αγαθός και όχι κακός και «δημιούργησε τον καλύτερο (αγαθότερο) δυνατό κόσμο επειδή είναι αγαθός»[64].


Το αυτό υπόβαθρο θεωρούν και για το ανεικονικό, μη διαρχικό, Ισλάμ (7ος αι. μ.Χ.) για τον οποίον ο Αλλάχ (Θεός) είναι Καλός και Κακός μαζί. O Μουσουλμανισμός ή Ισλάμ είναι συγκερασμός του ραβινικού καμπαλιστικού Ιουδαϊσμού[65], που πιστεύει ότι οι λόγοι των Ραβίνων είναι λόγος θεού, του Ιουδαιοχριστιανισμού με τις Γνωστικές του εκφράσεις, του Ζωροαστρισμού, του Μανιχαϊσμού, του Ερμητισμού και των εθνικών παραδόσεων του αραβικού Παγανισμού. θεωρείται από τους οπαδούς του ως η πρωτογενής Θρησκεία η οποία εξέπεσε στην ειδωλολατρία και αποκαταστάθηκε τον (7ο αιώνα) από τον Μωάμεθ. Ο πρωταρχικός προσηλυτισμός του ήταν ειρηνικός, στην πορεία όμως εμπνεόμενος από το δόγμα του Ρωμαϊκού Χριστιανισμού «Ένας βασιλιάς, μία θρησκεία, μία οικουμένη» και μιμούμενος τις πρακτικές επιβολής του, μεταχειρίστηκε «ανεπιστρεπτί» το σπαθί. Το Ισλάμ έχει εκλεκτική συγγένεια με την αρχαία ελληνική Φιλοσοφία, αφού οι Βεδουίνοι είχαν κατακτήσει ελληνιστικές περιοχές στην Μέση και Εγγύς Ανατολή, που επηρέαζαν φιλοσοφικά τους αυτόχθονες. Άλλωστε ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναγνωρίζει το Ισλάμ ως μορφή χριστιανικής αιρέσεως συγγενικής του Αρειανισμού[66]. Για τον Ιησού πιστεύουν ότι ήταν βιολογικός άνθρωπος όπως και το μεγαλύτερο μέρος του κατεστημένου Χριστιανισμού, που δεν υιοθετεί τις βιβλικές αφηγήσεις, αλλά τις δογματικές πεποιθήσεις.

Τέλος, οι "ενωτικοί" που κοπιάζουν για μία παν-θρησκευτική πίστη βρίσκουν αρκετά κοινά σημεία μεταξύ των θρησκειών των οι οποίες ούτως ή άλλως είναι όλες αποτέλεσμα συγκρητισμού και μακρυά από τις βιβλικές αλήθειες.


«Άλλωστε, ο ισλαμικός κόσμος στους οκτώ πρώτους αιώνες της ζωής του, βρισκόταν σε δημιουργικό πολιτιστικό διάλογο με τον μεγάλο σεβαστό γείτονα, το ορθόδοξο Βυζάντιο, τόσο ώστε πολλοί μουσουλμάνοι αντιμετώπισαν τον Χριστιανισμό σαν αλλοιωμένο, παραχαραγμένο Ισλάμ, ενώ οι ορθόδοξοι είδαν το Ισλάμ σαν παρεφθαρμένο Χριστιανισμό, ο οποίος δεν έγινε κατανοητός στο βάθος του». (Γιαννουλάτος, 2000: 160-162)


Ο φιλοσοφικός Ιησούς

«Εἰ μὲν γὰρ ὁ ἐρχόμενος ἄλλον Ἰησοῦν κηρύσσει ὃν οὐκ ἐκηρύξαμεν, ἢ πνεῦμα ἕτερον λαμβάνετε ὃ οὐκ ἐλάβετε, ἢ εὐαγγέλιον ἕτερον ὃ οὐκ ἐδέξασθε, καλῶς ἀνέχεσθε.» (Β΄ Κορ. 11:4)

Η αρχαία ελληνική θρησκευτική Φιλοσοφία δεν ήταν στατική, αλλά ήταν εξελικτική και είχε διαλλακτική σχέση με τις ανατολικές και αφρικανικές διδαχές[67]. Εκζητούσε την αλήθεια, αλλά δεν την βρήκε, διότι την ζητούσε κατά την παράδοση των ανθρώπων και κατά τα στοιχεία του κόσμου τούτου. Οι Πλατωνιστές θεωρούσαν ότι «οι ιδέες είναι τα πραγματικά όντα» και ομοίως με άλλες φιλοσοφικές τάσεις, εξέφραζαν την ενότητα και την πολλότητα ταυτόχρονα «εν πάντα είναι». Μεταχειριζόντουσαν τον όρο «θεός» ως ένα σύνολο ποικίλων οντοτήτων, από τον υπερβατικό κοσμικό Δημιουργό, την Κοσμική Ψυχή και τα μέρη της που ήταν οι ανθρώπινες ψυχές, έως τους Ολύμπιους θεούς και άλλες αστρικές δευτερεύουσες θεότητες, που ήταν ενδιάμεσες δυνάμεις ιεραρχικά δομημένες, μέσω των οποίων ο Πρώτος Θεός δημιούργησε τον αισθητό κόσμο και επικοινωνούσε με αυτόν, γεφυρώνοντας το ιδεατό με το αισθητό. Το αρχαίο αιγυπτιακό - ερμητιστικό απόσπασμα που παρατίθεται, αποτυπώνει τις Θεολογικές – Φιλοσοφικές - Μυθολογικές αντιλήψεις στις οποίες εντρυφούσαν οι Αρχαίοι.

Ιάμβλιχος «περί Αιγυπτίων Μυστηρίων» VIII, 2 – Ancient Fragments of the Phonician, Chaldaean, Egyptian, Typian, Carthaginian, Indian, Persian, and others writers, (By Isaac Preston Cory, ESG. Fellow of Caius Coll. Cambridge – London William Pickering 1832, page 283)

«Προ των όντως όντων και των άλλων αρχών, έστι θεός εις, πρώτος και του πρώτου θεού και βασιλέως, ακίνητος εν μονότητι της εαυτού ενότητος μένων ούτε γαρ νοητόν αυτώ επιπλέκεται, ούτε άλλο τι παράδειγμα δε ίδρυται του αυτοπάτορος, αυτόγονου, και μονοπάτορος θεού του όντος αγαθού. Μειζον γαρ τι και πρώτον, και πηγή των πάντων, και πυθμήν των νοουμένων πρώτων ειδών όντων. Από δε του ενός τούτου, ο αυτάρχης θεός, εαυτόν εξέλαμψε, διό και αυτοπάτωρ και αυτάρχης. Αρχή γαρ ούτος και θεός θεών, μονάς εκ του ενός, προούσιος και αρχή της ουσίας, απ΄αυτού γαρ η ουσιότης και η ουσία, (διό και ουσιοπάτωρ καλείται αυτός γαρ προ όντος όν, των νοητών έστιν αρχή) διό και νοητάρχης προσαγορεύεται. Αύται ουν εισίν αρχαί πρεσβύταται πάντων, ας Ερμής προ αιθερίων και εμπυρίων θεών προστάτει και των επουρανίων»

Μετάφραση:

«Πριν από αυτούς που υπάρχουν πραγματικά, και πριν από τις άλλες εξουσίες υπάρχει Ένας Θεός, προηγούμενος και από τον Πρώτο θεό και βασιλιά, διαμένοντας ακίνητος μέσα στην μοναδικότητα της Ενότητάς Του (Πυθαγόρας). Διότι ούτε κάτι κατανοητό περί αυτού εμπλέκεται, ούτε κάτι άλλο. Παράδειγμα δε κείται του Αυτο-πάτορα, Αυτο-γέννητου και μονοπάτορος Θεού, του πραγματικά Αγαθού (Πλάτων). Διότι (Είναι) Μεγαλύτερος και Πρώτος και πηγή των πάντων και βάση των πρώτων νοούμενων ιδεών -των αρχετύπων- όλων. Από δε του ενός τούτου (του μονοπάτορος), ακτινοβόλησε / εξέλαμψε (ο Δεύτερος) ο βασιλιάς θεός, για αυτό είναι και αυτοπάτωρ και ο μόνος βασιλιάς. Διότι αυτός (ο Δεύτερος) και αρχή είναι, και θεός των άλλων (υποδεέστερων) θεών, Μονάδα και αυτός (ο Δεύτερος) εκ του ενός (του Πρώτου) ο προ πάσης ουσίας υπάρχων θεός και η πρωταρχική αιτία της ουσίας (της ύπαρξης) , διότι από αυτόν είναι η δύναμη της ύπαρξης (της ζωής) και η ύπαρξη (η ζωή) για αυτό και πατήρ της ύπαρξης καλείται διότι αυτός προηγείται κάθε οντότητος και είναι πρωταρχική αιτία των νοητών για αυτό και προσφωνείται αρχηγός του νοητού κόσμου. Αυτές είναι αρχές παλαιότερες όλων αυτών, που ο Ερμής (ο Τρισμέγιστος) τοποθετεί πριν από τους Αιθέριους και εμπύριους επουράνιους θεούς».


Εστιάζοντας στην παραπάνω θεώρηση του Ερμητισμού, ο ελληνιστής Ιουδαίος φιλόσοφος Φίλων, που απέδιδε την ελληνική Φιλοσοφία στην πεντάτευχο και επέδρασε δυναμικά στην διαμόρφωση της «πατερικής σκέψης», κατάταξε τον «Λόγο», ως τον ανώτερο των ενδιάμεσων δυνάμεων, δεύτερο θεό, κατώτερο του Μόνου Θεού (του Πρώτου), αρχάγγελο, πρωτότοκο Υιό Θεού, θέσεις που συγγένευαν με αυτές των αρχαίων και των γνωστικών δοξασιών.

Ο Ιουδαίος Φίλων εναρμόνισε την ελληνική φιλοσοφία με τον Ιουδαϊσμό. Αποκαλούσε τον Μωυσή «ιεροφάντη» όπως καλούνταν ο τελετουργός των Ελληνικών Μυστηρίων και θεωρείται ο ιδρυτής της «χριστιανικής φιλοσοφίας». Στα γραπτά του «βλέπουμε τον Μωυσή να διδάσκει την πλατωνική ψυχολογία και κοσμολογία, την ηθική των Στωικών και το Πυθαγόρειο θεώρημα. Ο Φίλων πίστευε ότι ο μέγας νομοθέτης του Ισραήλ είχε προαναγγείλει όψεις του πλατωνικού σύμπαντος ενώ οι θεοί και οι ήρωες των Ελλήνων ήσαν αυτοί που ο Μωυσής ονόμαζε αγγέλους». Πηγή

Το «φιλώνειο Λόγο» τον ασπάστηκε ο Ιουστίνος «ότι ο λόγος εστί και λέγεται Θεός και Κύριος έτερος, υπό τον ποιητήν των όλων»[68] και άλλοι φιλόσοφοι Απολογητές και Χριστιανοί διανοούμενοι που ούτως ή άλλως στην εποχή τους ήταν μυημένοι στον Νεοπλατωνισμό, που ήταν σύνθεση Πυθαγορισμού, Πλατωνικού Ιδεαλισμού, Αριστοτελικού Εμπειρισμού, Γνωστικισμού, Ερμητισμού, Μαγείας και Χαλδαϊκής θεολογίας και θεουργίας.

Ως προς την Χαλδαϊκή θεολογία, η ενοποιητική έννοια του «Εν» που χαρακτήριζε τις Βαβυλωνιακές θεότητες, είχε οδηγήσει τους Νεοπλατωνικούς φιλόσοφους Πλωτίνο, Ιάμβλιχο και Πρόκλο να δώσουν έμφαση στους Χαλδαϊκούς χρησμούς που θεωρούνταν ως το απόγειο της γνώσης και της σοφίας, έχοντας τον αριθμό τρία (3) ως βάση του Χαλδαϊκού οντολογικού συστήματος για θεούς και δαίμονες.

Ο ιστορικός – θεολόγος, Κατελής Βίγκλας στο έργο του «Χαλδαϊκή και Νεοπλατωνική Θεολογία» αναφέρει για την «Θεολογία των Χαλδαϊκών χρησμών» τα εξής:

«Ο πρώτος θεός των Χαλδαϊκών Χρησμών είναι η Πατρική μονάδα και υποτίθεται ότι βασιλεύει σιωπηρά από την άβυσσο, από όπου δημιούργησε τον κόσμο με την Δύναμη και το Νου. Η Δύναμη ισοδυναμεί συνήθως με τον Υιό, το κεντρικό στοιχείο, ενώ ο Νους με την Εκάτη. Η Εκάτη, είναι η ζωντανή φωτιά, και η ψυχή του κόσμου, αποτελώντας έναν τρίτο θεό, έχοντας μία ενδιάμεση θέση, χωρίζοντας και ενώνοντας τις δύο πρώτες υποστάσεις, καλούμενες επίσης «Άπαξ και Δις επέκεινα» (και ο Διόνυσος ήταν άπαξ επέκεινα). Κάποτε όμως από το περιεχόμενο των αποσπασματικών στίχων των Χαλδαϊκών Χρησμών φαίνεται ότι ο Νους είναι ο δεύτερος δημιουργός θεός και τότε η δύναμη ταυτίζεται με την Εκάτη. Η πρώτη τριάδα αντιστοιχεί στον κόσμο του υπερκόσμιου φωτός και είναι απολύτως νοητή και αιώνια»[69].

Οι ιδέες αυτές συγκρούστηκαν με τους Μοναρχιανούς και άλλες Ιουδαιοχριστιανικές ομάδες πιστές στον βιβλικό Μονοθεϊσμό. Αργότερα οι «πατέρες φιλόσοφοι» με εισηγητή τον Αθανάσιο και υιοθετώντας την πολυθεϊστική δοξασία ότι «όποιος λατρεύει τους θεούς λατρεύει τον θεό», προβίβασαν τον ενδιάμεσο διακριτό δεύτερο θεό «Λόγο» του Φίλωνα, των Ερμητιστών και λοιπών, κάνοντας οντολογική εξίσωση του Πρώτου Μόνου Θεού Πατέρα και του Δεύτερου Θεού Υιού.

Πατερική «εταιρική διαρχία» και η εξέλιξή της σε «εταιρική τριαρχία»


Οι επικρατούσες διαρχικές ιδέες στην αρχαιότητα ήταν ή ανταγωνιστικές, όπως του Ζωροαστρισμού ή μη ανταγωνιστικές, όπως του Μαρκιωνισμού. Από τις δογματικές φιλοσοφικές ζυμώσεις των «πατέρων» γεννήθηκε μία νέα «εταιρική» διαρχική θεολογία - φιλοσοφία, όπου ο δεύτερος θεός Υιός, είναι «Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού» [δύο (2) Θεοί], γεννητός μεν προ πάντων των αιώνων, αλλά συνάναρχος και συναϊδιος και ομοούσιος και υπερούσιος με τον Πατέρα!!!

Επειδή όμως «Το της πλατωνικής φιλοσοφίας εξαίρετον αγαθόν» έπρεπε οι «Ορθόδοξοι Χριστιανοί» να λατρεύουν «Ένα Θεό εν Τριάδι» και «Τριάδα εν Μονάδι», χωρίς όμως να συγχέουν τα πρόσωπα (τους θεούς) ούτε και να διαιρούν την ουσία!!!! Άλλωστε τον δρόμο τον είχε δείξει η κοσμοθέαση του Πυθαγόρα με την ιερή τριάδα της δράσης «Πατήρ - Μήτηρ - Υιός» από την οποία εκπορεύτηκε το σύμπαν.

Τα προβλήματα αυτά τα έλυσαν όλα οι «πατέρες», αποφορτίζοντας το φιλοσοφικό-μεταφυσικό περιεχόμενο των «φιλοσοφικών όρων, των Αρχαίων» και επαναφορτίζοντάς Τους με «θεολογικό πατερικό περιεχόμενο» (όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται) και υιοθετώντας στη συνέχεια το «τα πάντα εισίν εν, εν παντί» του Ερμή του Τρισμέγιστου, βρήκαν τη λύση και τώρα σύμφωνα με τον Αθανάσιο:

«Λατρεύομε ένα Θεό εν Τριάδι, και Τριάδα εν Μονάδι· ούτε συγχέομε τα πρόσωπα ούτε διαιρούμε την ουσία. Διότι υπάρχει ένα πρόσωπο του Πατρός, ένα άλλο του Υιού και ένα άλλο του Αγίου Πνεύματος. Αλλά η Θεότης του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είναι ενιαία: η δόξα ίση, το μεγαλείο συναιώνιο [...] Ο Πατήρ αιώνιος, ο Υιός αιώνιος και το Άγιο Πνεύμα αιώνιο [...] Ομοίως, ο Πατήρ είναι παντοδύναμος, ο Υιός είναι παντοδύναμος και το Άγιο Πνεύμα είναι παντοδύναμο. Κι εν τούτοις δεν υπάρχουν τρεις παντοδύναμοι, αλλά είς παντοδύναμος. Ομοίως ο Πατήρ είναι Θεός, ο Υιός είναι Θεός και το Άγιο Πνεύμα είναι Θεός. Εν τούτοις, δεν υπάρχουν τρεις Θεοί αλλά ένας Θεός [...] Και σ’ αυτή την Τριάδα κανείς δεν προηγείται ή έπεται του άλλου· κανείς δεν είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος του άλλου. Αλλά και τα τρία πρόσωπα είναι συναιώνια συγχρόνως και ομοούσια».

Έτσι λοιπόν αν και δεν υπάρχουν τρεις θεοί, σύμφωνα με τον Αθανάσιο, εν τούτοις σύμφωνα με την μυθολογία και τους «πατέρες», ο δεύτερος συνάναρχος και υπερούσιος θεός, ο Υιός, μπόρεσε και κατέβηκε στην γη και ενσαρκώθηκε (ντύθηκε με υλικό σώμα που το πήρε «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της παρθένου»).

Η διονυσιακή λατρεία


Αυτά τα θεολογικά - φιλοσοφικά - μυθολογικά θέματα όμως, τα είχαν λύσει προ πολλού, οι λατρευτές του Διόνυσου και τα εξηγούσαν […] μέσα από τους ύμνους. (Διόνυσος Τριούχος, Τρίγονος /τρις γεννηθείς)

Πρόκλου – «Ιεροί ύμνοι», Εις Διόνυσον {αποσπάσματα}.


Μονάδα τριούχον = τριαδική μονάδα (Βλέπε: Τρισυπόστατη Μονάδα)


ΙΩΑΝΝΗΣ ΛΥΔΟΣ Περί μηνών 2-6 «ότι η μονάς εν τριάδι θεωρείται, δυνατόν εκ των υμναρίων λαβείν. Προς γαρ τον άπαξ επέκεινα ο πρόκλος ούτω: μονάδα γαρ σε τριούχον ιδών εσεβάσατο κόσμος».


Μετάφραση: «Ότι η μονάδα παρατηρείται μέσα στην τριάδα είναι δυνατόν να το καταλάβει κανείς από τους μικρούς ύμνους. Διότι λέγει ο (Νεοπλατωνικός) Πρόκλος προς εκείνον (τον Διόνυσο), που είναι εντελώς υπερβατικός (επέκεινα της ουσίας): «Διότι μόλις ο κόσμος είδε εσένα ως τριαδική μονάδα (μονάδα που περιέχει την τριάδα) σε εσεβάστηκε». (Ύμνος εις Διόνυσον, αποσπάσματα)[70]

Οι Ορθόδοξοι, λατρευτές του Φιλοσοφικού Ιησού, έχοντας φιλοσοφική εξάρτηση από την Αρχαία θρησκεία και όχι θεολογική αποκάλυψη, αδυνατούν να εκφέρουν χριστιανικό λόγο ή πραγματεία, που να μην τεκμηριώνεται από την αρχαία ελληνική γραμματεία και τις σκέψεις των αρχαίων φιλοσόφων, των οποίων όμως τις σχολές φρόντισαν να παύσουν, επιβάλλοντας την δογματική απολυτότητά τους με την βοήθεια της θεσμικής θανατικής τιμωρίας στους αλλόθρησκους και αλλόδοξους.


Συνδεδεμένη, η Νέα Θρησκεία, με το άρμα της ρωμαϊκής κρατικής μηχανής, γέννησε το χριστιανικό θρησκευτικό εθνικισμό, με στόχο εθνικούς σκοπούς και το Ρωμαίος ή Χριστιανός απέκτησαν ταυτόσημες έννοιες, με όμοιό του το Ελλάς Ελλήνων Ορθοδόξων. Σήμερα οι εθνικοποιημένες Εκκλησίες, όπως Βοσνιακή Εκκλησία, Εκκλησία της Ελλάδος, Εκκλησία της Ρωσίας, Ευαγγελική Λουθηρανική Εκκλησία της Φιλανδίας, Εκκλησία της Δανίας, βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία, κ.ά. διαγιγνώσκουν το «αθεράπευτο» αυτοάνοσο νόσημα του εθνοφυλετισμού. Συνέβη δε ότι είχε συμβεί και με τον εβραϊκό θρησκευτικό εθνικισμό (Σιωνισμός), που δεν διέκρινε την οικουμενικότητα των πνευματικών βιβλικών επαγγελιών. (Γαλ. 3:8-14, 26-28)

Περί Μαριολατρείας, Ηρωολατρείας / Αγιολατρείας, Εικονολατρείας, Λειψανολατρείας


Οι Ορθόδοξοι «θεολόγοι-φιλόσοφοι» φρονώντας τα επίγεια και όχι τα επουράνια (Κολ. 3:1) καθιέρωσαν την λατρεία κειμηλίων, λειψάνων με προτίμηση τις νεκροκεφαλές, καθώς και την Μαριολατρία με πολλές επωνυμίες. Έτσι αυξήθηκαν τα ιερά, κατά συνέπεια και τα εκκλησιαστικά έσοδα, αλλά το κυριότερο είναι, ότι οι προσήλυτοι στην Νέα θρησκεία, μετά το «Εν τούτω νίκα», απέκτησαν αειπάρθενο υπέρμαχο στρατηγό και προστάτιδα στις πολεμικές επιχειρήσεις τους, αντικαθιστώντας την Αθηνά Παλλάδα κόρη του Δία, κατά τον μύθο, που προστάτευε τους Αθηναίους.

Ο Καθολικός ιερέας Άντριου Γκρίλι λέει: «Η Μαρία ως σύμβολο συνδέει άμεσα τη Χριστιανοσύνη με τις αρχαίες θρησκείες των μητέρων - θεών»[71].​


Ο Επιφάνιος, στο κατά «Κολλυριδιανών», που ήταν κακόδοξη αίρεση αποτελούμενη από γυναίκες ιέρειες που απένειμαν στη Μαρία ισόθεο τιμή, ως την Βασίλισσα του ουρανού, προσφέροντας καθημερινά την ίδια ώρα ως θυσία κολλυρίδας (αρτοσκευάσματα), αναφέρει το εξής:

«Ναι μην άγιον ην το σώμα της Μαρίας, ου μην θεός, ναι δη παρθένος ην η παρθένος και τετιμημένη αλλ΄ ουκ εις προσκύνησιν υμίν δοθείσα [...] Ουχ ίνα εις το όνομα αυτής προσενέγκωμεν … »[72].

Οι Ορθόδοξοι «φιλόσοφοι», καθιέρωσαν το αρχαίο έθιμο της εικονολατρίας και της περιφοράς των εικόνων, την αγιολατρεία (που έχει ρίζες στην αρχαία ηρωολατρεία) με δυνατότητα επιλογής προσωπικού ή υπαλληλικού ή συντεχνιακού προστάτη και μεσίτη (ενδιάμεσος μεσολαβητής μεταξύ Θεού και ανθρώπων), καθώς και άλλες παγανιστικές τελετές, που δεν συνάδουν με το μήνυμα του Ευαγγελίου της Σωτηρίας του Εσταυρωμένου και Αναστημένου Ιησού.


«Ό,τι έγεινε, τούτο πάλιν θέλει γείνει· και ό,τι συνέβη, τούτο πάλιν θέλει συμβή· και δεν είναι ουδέν νέον υπό τον ήλιον.» (Εκκλ. 1:9)

Έτσι επί αιώνες τώρα η χριστιανίζουσα «Καθολική» αυταρχική θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, έχει πείσει τους εξαναγκασμένους οπαδούς του δογματισμού της, ότι ευαρεστεί τον Θεό όποιος επικαλείται «αγίους» για προστασία ή τιμά την απεικόνισή τους ή κάνει γιορτές προς τιμή τους ή λατρεύει και προσκυνάει τα λείψανά τους, νομίζοντας ότι αυτά εκπέμπουν θεϊκές δυνάμεις. Οι πρακτικές αυτές ήταν ήδη διαδεδομένες σε προχριστιανικές παγανιστικές θρησκείες, όπου οι λάτρεις διατηρούσαν και λάτρευαν θαυματουργικά λείψανα, φυλάρχων, συγγενών, ηρώων πολεμιστών και εχθρών ή τα φορούσαν για φυλακτό. Έτσι λοιπόν επιβεβαιώνεται η σύνδεση του «πατερικού χριστιανισμού» με την αρχαία θρησκεία και τον γνωστικισμό.

Από το άρθρο της Δήμητρας Μήττα με θέμα «Ηρωολατρεία» που δημοσιεύεται στο http://www.greek-language.gr/ διαβάζουμε:

«Οι άνθρωποι ορκίζονται και προσεύχονται σε θεούς και ήρωες. Τους τελευταίους τους αισθάνονται πιο κοντά απ' ό,τι τους θεούς, τους θεωρούν προστάτες και διαμεσολαβητές ανάμεσα στον κόσμο των θνητών και των θεών, γι' αυτό και αναπτύσσουν μαζί τους μια πιο στενή και προσωπική σχέση. Στα αττικά συμπόσια η πρώτη σπονδή γίνεται για τους θεούς και η δεύτερη για τους ήρωες, κυρίως αυτούς που μετά τον θάνατό τους θεοποιούνται, όπως ο Ηρακλής, οπότε και λατρεύονται, συνήθως στον τόπο της ταφής τους. Αυτό είναι ένα στοιχείο για την ξεχωριστή θέση που επιφυλάσσει η θρησκεία της πόλεως στους ήρωες, στους νεκρούς εκείνους που από τον τάφο τους δρουν ευεργετικά ή καταστρεπτικά.»


«Όμως η λατρεία των ηρώων, που μπορεί να είναι και υποβιβασμένοι θεοί, αφού πεθαίνουν, δεν έχει μόνο θρησκευτική σημασία. Έχει και πολιτική, γιατί οι ήρωες συνενώνουν τα μέλη μιας ομάδας γύρω από τη λατρεία τους και λειτουργούν ως σύμβολα δόξας και προστασίας της κοινότητας. Σε ήρωα ανακηρύσσεται, λ.χ., ο ιδρυτής μιας αποικίας και ενταφιάζεται στην Αγορά, το κέντρο της νέας αρχής, ενώ δεν λείπουν οι μεταφορές «οστών» από μία πόλη σε άλλη, ώστε να αυξηθεί το κύρος της πόλης που φιλοξενεί τον νεκρό.»


Ησυχασμός


Βαθιά δε επηρεασμένοι και εξαρτημένοι, από τα γνωστικά και τα αιγυπτιακά ασκητικά κινήματα και τον κοινοβιακό μοναχισμό, με τις διαρχικές αντιλήψεις τους και μιμούμενοι τις πρακτικές τους (αγαμία, αποχή από τροφές, τιμωρία του υλικού σώματος για να αγιάσει η αθάνατη ψυχή) ανήγαγαν την απομόνωση από την κοινωνία σε ιερό εκκλησιαστικό θεσμό. Το δε ζητούμενο της απομόνωσης είναι η ένωση με τον θεό και η υπέρβαση από τον υλικό κόσμο δια της Ησυχίας, με σύντροφο την μελέτη του θανάτου (Ορθόξοξη Ψυχοθεραπεία). Ο ιστορικός Προκόπιος είχε ονομάσει τη ζωή του μοναχού «τέλεια μελέτη του θανάτου»[73].


Οι αθλούμενοι στην «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία», οπαδοί του ησυχαστή φιλόσοφου, λόγιου και μοναχού Γρηγορίου Παλαμά (Παλαμίτες), πιστεύουν ότι δια της ησυχίας και της κατάνυξης και περιβαλλόμενοι από πλήθος χειροποίητων εικόνων «Ορθοδόξων» αγίων, μπορούν με τις ανθρώπινες αισθήσεις και όχι εκστατικά, να δουν την «Αγία Τριάδα» ή αλλιώς την άκτιστη Δόξα (θεοπτία) και τότε μπορούν να γίνουν «θεολόγοι».

«Ιστορικά, ο δυτικός χριστιανισμός έχει την τάση να απορρίπτει τον Παλαμισμό, ιδίως τη διάκριση Ουσίας και Ενεργειών, χαρακτηρίζοντάς τον ως αιρετική εισαγωγή μιας απαράδεκτης διαίρεσης της Τριάδας με τάσεις πολυθεϊσμού. Επιπλέον, η σχετική πρακτική του ησυχασμού που χρησιμοποιούνται για την επιτευχθεί η θέωση χαρακτηρίστηκε ως «μαγεία»[74].

Με δόγμα «Βασιλεία ουρανών έστιν απάθεια ψυχής» και «Βασιλεία θεού έστιν γνώσης της Αγίας Τριάδος» παρουσιάζουν την αρνησικοσμία, και το δόγμα της «Αγίας Τριάδος» ως βιβλικές αλήθειες, αγιοποιώντας και εκθειάζοντας ως χαρισματούχους, στυλίτες/κιονίτες, δενδρίτες, έγκλειστους και άλλους «σαλούς» αρνητές του κόσμου και των αγαθών της ζωής.


Ο Καθηγητής Σάββας Αγουρίδης στο έργο του «Αναγέννηση του Μοναχικού Βίου» αναφέρει: «Η κατεύθυνση αυτής της πνευματικότητας είναι ο ουράνιος κόσμος με καταφανή περιφρόνηση των εγκοσμίων πραγμάτων και του ανθρώπινου πολιτισμού, χωρίς ίχνος ενδιαφέροντος για την αλλαγή της ανθρώπινης κοινωνίας, της εκπαίδευσης του ελληνικού λαού και της προόδου του στην επιστήμη, τις τέχνες και τον πολιτισμό.»

Η πορεία της Νέας Θρησκείας


Η αρχομανία και η διεκδίκηση του εκκλησιαστικού θρόνου, οδήγησε μετά από αμοιβαίους αναθεματισμούς, στο σχίσμα των εκκλησιών Ανατολής και Δύσης (1054) και στην συνέχεια στην άλωση και λεηλασία της Κωνσταντινούπολης και την σφαγή ομοθρήσκων από τους Λατίνους «εν Χριστώ» αδελφούς (1250), με την τέταρτη σταυροφορία. Μετά τις σταυροφορικές «υπηρεσίες» του «ιπποτισμού» η χριστιανική Δύση στρέφεται στην Ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα και στο κλασσικό πνεύμα και Αναγεννιέται. Το (1517) η μεταρρύθμιση του Λούθηρου, επέφερε σχίσμα στο ολοκληρωτικό καθεστώς της Δυτικής εκκλησίας και γεννήθηκε ο Προτεσταντισμός, που χωρίστηκε σε Λουθηρανισμό και Καλβινισμό. Στους κόλπους του Προτεσταντισμού ξεφύτρωσαν νέες «εθνικές εκκλησίες» και πολλές σύγχρονες ομολογίες, ανομοιογενείς μεταξύ τους. Επίσης αναπτύχθηκε ο φονταμενταλισμός, ο οποίος απαντάται και σε άλλες Θρησκείες. Ο Προτεσταντισμός εξέθρεψε στους κόλπους του θεωρίες της ελεύθερης βούλησης και διαμόρφωσε την ιδεολογία του καπιταλισμού που οδήγησε στην κατάρρευση του φεουδαρχικού συστήματος[75].

Ο βασιλιάς της Αγγλίας Ερρίκος 8ος (1509-1547) εξ αιτίας της πολυτάραχης ερωτικής του ζωής, προκάλεσε την απόσχιση της Αγγλίας από την παπική εξουσία της Ρώμης, η οποία του αρνήθηκε νέο διαζύγιο και έτσι γεννήθηκε η Αγγλικανική εκκλησία. Στους κόλπους της Αγγλικανικής εκκλησίας γεννήθηκε ο πουριτανισμός (ακραία έκφραση του συντηρητισμού) που ήκμασε στα χρόνια της δυναμικής Βασίλισσας της Αγγλίας Ελισάβετ Α΄ κόρη του Ερρίκου Η΄. Από τους πουριτανούς γεννήθηκε και η πουριτανική Ευαγγελική εκκλησία της Αμερικής.

Το 18ο αιώνα η «Ορθοδοξία» ευρισκόμενη κάτω από τον Οθωμανικό ζυγό, αναζητεί την αναγέννηση της θεολογίας της και του υπόδουλου ελληνικού έθνους, μέσα από το Κολλυβαδικό κίνημα, με πρωτεργάτες Ορθόδοξους μοναχούς και θεολόγους-φιλόσοφους. Η προσπάθεια τελεσφόρησε μέ την αναβίωση της μυστικής και νηπτικής – ησυχαστικής παράδοσης των «πατέρων» (νηπτική θεολογία)[76], σε συνδυασμό πάντα με την εικονολατρία (ζεύξη νοητού και αισθητού). Έτσι η ανατολική υπόδουλη Ορθόδοξη εκκλησία αποσαφήνισε την θεολογική της ταυτότητα θέτοντας τείχος ασφαλείας στο Δυτικό και στο Προτεσταντικό προσηλυτισμό.

Στην περίοδο της Οθωμανοκρατίας, (που ήταν το αποτέλεσμα της ανθενωτικής πολιτικής «καλύτερα το Οθωμανικό σαρίκι, παρά η Παπική τιάρα» με πρωτεργάτη τον μοναχό Γεννάδιο Σχολάριο, ο οποίος μετά την άλωση έγινε ο πρώτος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως)[77], με στόχο να διατηρηθεί η εθνική συνείδηση, ο υπόδουλος ελληνισμός συσπειρώθηκε κάτω από τον θεσμό της Ορθόδοξης εκκλησίας, η οποία απέκτησε προνόμια από τον Οθωμανό κατακτητή και λειτούργησε ως θεσμός αυτοδιοίκησης των υπόδουλων Ορθόδοξων Ελλήνων. Έτσι ο Ορθόδοξος πατριάρχης έγινε ο πολιτικός και θρησκευτικός ηγέτης του «ρωμαίικου μιλλέτ», του συνόλου δηλαδή των ελληνορθοδόξων της αυτοκρατορίας. Ο πατριάρχης ήταν βοηθούμενος από πλούσιες οικογένειες, τους Φαναριώτες, και κοινοτικούς άρχοντες γνωστούς, ως προεστοί, επίτροποι, δημογέροντες και κοτζαμπάσηδες, οι οποίοι μαζί με τον πατριάρχη απέκτησαν πλούτη και πολιτική δύναμη. Όπως η άρχουσα τάξη των Εβραίων κάτω από την ρωμαϊκή εξουσία ασκούσε φιλο-ρωμαϊκή πολιτική και η θέση του Αρχιερέα εδίδετο στον μεγαλύτερο πλειοδότη, έτσι και αυτοί ασκούσαν φιλο-0θωμανική πολιτική. Για δε την εκλογή του Εθνάρχη πλέον πατριάρχη, ο οποίος όριζε τους μητροπολίτες και τους ιερείς και λογοδοτούσε ενώπιον του Σουλτάνου, δινόταν δώρο (πεσκέσι) στον σουλτάνο 500 χρυσά νομίσματα, ποσό που με τον καιρό αυξανόταν.


Το μεγαλύτερο αντιβιβλικό χάρισμα που επέδειξε, από την γέννησή του, ο «πατερικός Χριστιανισμός» ήταν να πείθει την αμόρφωτη μάζα του λαού και την κυρίαρχη πολιτική τάξη, ότι είναι η συνέχεια της αρχέγονης εκκλησίας του Χριστού και όποιος αμφισβητεί την δογματική της και τις ιεροτελεστίες της είναι αιρετικός, εχθρός του κράτους και της Αγίας Τριάδας και πρέπει να τιμωρείται.

=======================

Σημειώσεις

[61] «Η παρουσία του νεοπλατωνικού Πρόκλου στην Παράφραση του Γεωργίου Παχυμέρη στο Περί θείων ονομάτων του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου» www.didaktorika.gr

[62] Ιερόθεος Βλάχος «Η Ορθόδοξη νηπτική θεολογία της Εκκλησίας ως μέθοδος θεραπείας» https://www.oodegr.com/oode/psyxotherap/niptiki1.htm

[63] Θεολογία - Βικιπαίδεια

[64] Τίμαιος 29d – 30c

[65] Ο Μωαμεθανισμός είναι εβραϊκό καμπαλιστικό κατασκεύασμα. Ο Βεδουϊνος Μωάμεθ είχε Εβραία μητέρα και κάποιες από τις γυναίκες του ήταν Εβραίες. Το περιβάλλον του αποτελείτο από Εβραίους μάγους, αστρολόγους και αποκρυφιστές, με επικεφαλής τον μοναχό Εβραίο ξάδελφο της γυναικός του Ουάρακα μπιν Νάουφαλ, που γνώριζε την Π. Δ. και τις εβραϊκές παραδόσεις. (Από το βιβλίο «Ο Οικουμενισμός χωρίς μάσκα» του Αρχιμ. Χαραλ. Βασιλοπούλου)

Οι Εβραίοι συμφωνούν «Το Ισλάμ είναι πιο κοντά στον Ιουδαϊσμό από οποιαδήποτε άλλη θρησκεία». http://redskywarning.blogspot.com

[66] «Ισλάμ μια Χριστιανική Αίρεση» http://www.oodegr.com/oode/islam/xr_airesi1.htm

[67] Κωνσταντίνος Τσοπάνης – Δρ. Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Θρησκευμάτων: «Ο μυστικισμός στην αρχαία Ελλάδα» https://archive.gr/?p=78

[68] Ιουστίνου Διάλ. 56, 4

[69] Κατελής Βίγκλας «Χαλδαϊκή και Νεοπλατωνική θεολογία» https://www.researchgate.net

[70] ΤΡΙΑΣ https://gregoriusworld.blog

[71] The Making of the Popes 1978, ΗΠΑ, 1979, σ. 227

[72] Επιφάνιος, Πανάριον, «Κατά Κολλυριδιανών των τη Μαρία προσφερόντων» σελ. 655, 658

[73] Β. Ν. Τατάκη «Ο Βυζαντινός Μυστικισμός ( Κυριώτερα Ρεύματα )» http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/tatakis/tatakis_ch1.htm

[74] Παλαμισμός - Βικιπαίδεια

[75] Max Weber «Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού» Μετάφραση Μιχ. Γ. Κυπραίου, Gutenberg, Αθήνα 2006

[76] Ιερόθεος Βλάχος «Η Ορθόδοξη νηπτική θεολογία της Εκκλησίας ως μέθοδος θεραπείας» https://www.oodegr.com/oode/psyxotherap/niptiki1.htm

[77] Η άλωση του 1453 – Η Μεγάλη Προδοσία των ανθενωτικών. https://diamantiskoutoulas.blogspot.com/2017/05/1453.html



***********************







<< Επιστροφή στην Αρχική σελίδα