Η Ταυτότητα της Εκκλησίας του Χριστού
Συγγραφή: Ευάγγελος Δημ. Κεπενές (Ιανουάριος 4, 2026, 15:05)
Η Εκκλησία: Το Γέννημα του Θεού
Ποια είναι η αληθινή ταυτότητα της Εκκλησίας του Χριστού; Είναι μια συλλογή εθνικών θεσμών ή μια θεϊκή πραγματικότητα που υπερβαίνει τα ανθρώπινα καταστατικά;
Μέσω της Εκκλησίας του Χριστού αποκαλύφθηκε «ἡ πολυποίκιλος σοφία τοῦ θεοῦ» στις επουράνιες αρχές και εξουσίες.
««ἵνα γνωρισθῇ νῦν ταῖς ἀρχαῖς καὶ ταῖς ἐξουσίαις ἐν τοῖς ἐπουρανίοις διὰ τῆς ἐκκλησίας ἡ πολυποίκιλος σοφία τοῦ θεοῦ, κατὰ πρόθεσιν τῶν αἰώνων ἣν ἐποίησεν ἐν τῷ Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ κυρίῳ ἡμῶν. ἐν ᾧ ἔχομεν τὴν παρρησίαν καὶ προσαγωγὴν [ενώπιον του Θεού] ἐν πεποιθήσει διὰ τῆς πίστεως αὐτοῦ» (Εφ. 3:10-12)
Η Eκκλησία του ζωντανού Θεού ήταν και είναι «το γέννημα του Θεού εξ αφθάρτου σπέρματος» (1Πέτρ. 1:23)
«μὴ μνημονεύετε τὰ πρῶτα καὶ τὰ ἀρχαῖα μὴ συλλογίζεσθε ἰδοὺ ποιῶ καινὰ ἃ νῦν ἀνατελεῖ καὶ γνώσεσθε αὐτά καὶ ποιήσω ἐν τῇ ἐρήμῳ ὁδὸν καὶ ἐν τῇ ἀνύδρῳ ποταμούς εὐλογήσει με τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ σειρῆνες καὶ θυγατέρες στρουθῶν ὅτι ἔδωκα ἐν τῇ ἐρήμῳ ὕδωρ καὶ ποταμοὺς ἐν τῇ ἀνύδρῳ ποτίσαι τὸ γένος μου τὸ ἐκλεκτόν λαόν μου ὃν περιεποιησάμην τὰς ἀρετάς μου διηγεῖσθαι.» (Ησ. 43:18-21)
Αυτό το «Γέννημα» (Ιωάν 1:12) δεν ήταν προσχέδιο μιας ατελούς θεσμικής θρησκείας ή ενός φιλοσοφικού συστήματος, το οποίο παρέδωσε ο Θεός στους «πατέρες - φιλόσοφους» της Ορθοδοξίας, για να το διαμορφώσουν τυπολατρικά, να το αποκρυσταλλώσουν δογματικά και να το εδραιώσουν οικουμενικά με θεσμικό εξαναγκασμό, καταπατώντας το «ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν … ».
Η Εκκλησία του Χριστού είναι «ὁ στῦλος καὶ ἐδραίωμα τῆς ἀληθείας» (Α΄ Τιμ. 3:15), που αποκτήθηκε με το τίμιο αίμα του Θεού (Πράξ. 20:28), προκειμένου να εξαγγελθούν οι αρετές Του, και όχι να λειτουργήσει ως φορέας εθνικών καταστατικών, όπως συμβαίνει με τις ανθρωποκεντρικές θρησκείες που την υποβιβάζουν σε εθνικό θεσμό (π.χ. Ελληνική, Ρωσική, Βοσνιακή κ.ά.), που προσδίδουν στον «χριστιανό» εθνική ταυτότητα.
Ωστόσο, τα επεκτατικά και σταθεροποιητικά συμφέροντα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας επέβαλαν τη θεσμική και δογματική της αποκρυστάλλωση μέσω των Οικουμενικών Συνόδων —θεσμών με σαφή πολιτική χροιά— υποβαθμίζοντας τη διαφύλαξη της ανόθευτης αποστολικής αλήθειας και της βιβλικής γλώσσας έναντι της ελληνικής διανόησης. Η επίδραση της ελληνικής φιλοσοφίας, την οποία κατείχαν οι Πατέρες, συνδυαζόμενη με τις πολιτικές αναγκαιότητες του ρωμαϊκού κράτους, υπήρξε καθοριστική για τη διατύπωση του Τριαδικού και Χριστολογικού δόγματος, καθώς και του ευρύτερου δογματικού οικοδομήματος.
Έτσι η προκειμένη ελπίδα, «την οποίαν έχομεν ως άγκυραν της ψυχής ασφαλή τε και βεβαίαν εισερχομένην εις το εσωτερικόν του καταπετάσματος (Εβρ. 6:18-19)» της αληθινής σκηνής, όπου ο Ιησούς είναι ο αιώνιος Αρχιερέας, υποβαθμίστηκε από τις ανθρωποκεντρικές θρησκείες: Αντί για τη βεβαιότητα του αμεταθέτου όρκου του Θεού, προσφέρεται πλέον η ψευδής ασφάλεια θεσμικών «στρατοπέδων» — εκκλησιών που περιφρουρούνται από επαγγελματικά ιερατεία, ανθρώπινα καταστατικά και πολιτικές σκοπιμότητες.
Συμπέρασμα
Η επίδραση της ελληνικής φιλοσοφίας και οι πολιτικές αναγκαιότητες του ρωμαϊκού κράτους παραποίησαν την ταυτότητα της Εκκλησίας από φορέα των αρετών του Θεού σε φορέα εθνικών καταστατικών και επαγγελματικών ιερατείων.
--------------------------------------------
<< Επιστροφή στην Αρχική σελίδα