Ο Κοσμολογικός Συμβολισμός του Βυζαντινού Ναού και η Απόκρυψη του Φωτός του Χριστού
Συγγραφή: Ευάγγελος Δημ. Κεπενές (Δεκέμβριος 30, 2025, 17:8)
Η Αρχιτεκτονική του Βυζαντινού Ναού
Η κατανόηση της πνευματικής πραγματικότητας που έφερε ο Χριστός απαιτεί μια προσεκτική αποδόμηση των συμβολισμών που η θεσμική θρησκεία δανείστηκε από το παρελθόν. Η αρχιτεκτονική του βυζαντινού ναού δεν αποτελεί μια νέα αποκάλυψη, αλλά μια σκόπιμη επιστροφή στις υποτυπώσεις της Σκηνής του Μαρτυρίου, οι οποίες, ενώ προφήτευαν τον Χριστό, χρησιμοποιήθηκαν τελικά από την θεσμική θρησκεία για να αποκρύψουν το φως του Χριστού πίσω από νέα καταπετάσματα.
Ο Κοσμολογικός Μικρόκοσμος της Σκηνής: Η Σκηνή του Μαρτυρίου, όπως δόθηκε στον Μωυσή, σχεδιάστηκε ως μια επίγεια απεικόνιση της συμπαντικής τάξης υπό τον Νόμο. Χωρισμένη στην Αυλή, τα Άγια και τα Άγια των Αγίων, καθόριζε μια κλιμακωτή πρόσβαση προς το θείο, όπου ο λαός παρέμενε στον εξωτερικό αισθητό κόσμο, ενώ η παρουσία του Θεού παρέμενε απρόσιτη πίσω από το παχύ ύφασμα του καταπετάσματος. Αυτός ο διαχωρισμός ήταν η ουσία του "σκιώδους του νόμου": μια διαρκής υπενθύμιση της απόστασης μεταξύ κτιστού και ακτίστου, όπου ο άνθρωπος χρειαζόταν μεσίτες και τελετουργικές καθάρσεις για να συνδιαλλαγεί με τη σκιά της δόξας.
Η Αρχιτεκτονική της Συνέχειας και ο Εγκλωβισμός στον Τύπο: Ο βυζαντινός ναός υιοθέτησε πλήρως αυτή την κοσμολογία, μετατρέποντας το κτίριο σε έναν υλικό μικρόκοσμο. Το έδαφος όπου κείται η οικοδομή αντιστοιχεί στην γη, ο ενδιάμεσος περιχαρακωμένος και κλειστός χώρος μεταξύ τοίχων στο στερέωμα, το Ιερό Βήμα στα άγια των Αγίων και ο Τρούλος στον Ουράνιο Θόλο.
Ωστόσο, αυτή η επιλογή ενέχει μια βαθιά θεολογική υπαναχώρηση. Ενώ η Γραφή διακηρύττει ότι κατά τη σταύρωση το καταπέτασμα σκίστηκε, σηματοδοτώντας την κατάργηση κάθε φραγμού και την άμεση προσωπική κοινωνία με τον Υιό του Θεού Ιησού Χριστό (1 Κοριν. 1:9), η θεσμική θρησκεία επέλεξε να ανοικοδομήσει αυτόν τον φραγμό μέσω του εικονοστασίου συστήνοντας την θεία κοινωνία όχι δια του αγίου Πνεύματος αλλά μέσω της αρχιτεκτονικής τέχνης.
Η μετατροπή της πίστης σε "θέαμα" ήταν το πιο αποτελεσματικό εργαλείο της θεσμικής θρησκείας για να καθηλώσει τον λαό στον ρόλο του παθητικού θεατή, αντί του ενεργού λειτουργού. Η αρχιτεκτονική του ναού λειτουργεί ακριβώς έτσι: ως μια επιβλητική σκηνογραφία που αντικαθιστά τη γνώση των Γραφών με την οπτική υποβολή αντικαθιστώντας την πίστη (που είναι "έλεγχος πραγμάτων ου βλεπομένων").
Η Αντίθεση του Καταπετάσματος και η πολιτική της Σκιάς: Ενώ η Γραφή λέει ότι το καταπέτασμα σκίστηκε εγκαινιάζοντας νέα και ζώσα οδό για την είσοδο εις τα άγια (Εβρ. 10:19-21) η θεσμική θρησκεία αψηφώντάς το έκτισε ξανά το εικονοστάσι (καταπέτασμα) ώστε ο μυημένος να μπορεί δια της συμμετοχής του στα μυστήρια και μέσω της μυστικιστικής γοητείας και επιρροής των εικόνων να αποκτά την ψευδαίσθηση της παρουσίας του Θεού. Επισφραγίζεται έτσι ότι:
Η πρωτόγονη νοοτροπία, χωρίς την γνώση των Γραφών, αποτελεί τον πιο σταθερό και αμετάβλητο παράγοντα στην ανθρώπινη ανάγκη να επικοινωνήσει με το Θείο και,
Η διατήρηση του σκιώδους νόμου επιτρέπει την επιβολή μιας ανθρώπινης ιεραρχίας, η οποία αντλεί την θρησκευτική εξουσία της από τον ρόλο του "φύλακα" της σταυρικής θυσίας, που το Φως Της η ίδια απέκρυψε.
Η Απόκρυψη του Φωτός πίσω από το Σύμβολο: Η παραμονή στο σκιώδες του νόμου αποδεικνύεται από την εμμονή στην υλικότητα του χώρου. Η θεσμική θρησκεία, αρνούμενη να αποδεχθεί ότι ο Θεός "ουκ εν χειροποιήτοις ναοίς κατοικεί", μετέφερε την ιερότητα από το πρόσωπο και την υπακοή στις εντολές, πίσω στους τοίχους και τα σκεύη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την απόκρυψη του αληθινού φωτός του Χριστού, καθώς ο πιστός καθοδηγείται να αναζητά τη σωτηρία μέσα από μια τελετουργική γεωμετρία και όχι μέσα από τη ζωντανή σχέση με τον Αρχιερέα Χριστό, ο οποίος εισήλθε "εφάπαξ" στα αληθινά Άγια.
Αντί η "Αρχιτεκτονική των Υποσχέσεων" να αναδεικνύει τη λειτουργική διακονία κάθε πιστού ως ναού του αγίου Πνεύματος, ο θεσμικός ναός λειτουργεί ως ένας μηχανισμός επιστροφής στην παλαιότητα του γράμματος και στον θάνατο: "τὸ γὰρ γράμμα ἀποκτείνει, τὸ δὲ πνεῦμα ζῳοποιεῖ" (2 Κορ. 3:6).
Η υπόσχεση της Καινής Διαθήκης παραμένει έτσι καλυμμένη από τις φιλοσοφικές επενδύσεις των πατερικών δογμάτων, που προτιμούν τη μεγαλοπρέπεια του τύπου δια της αρχιτεκτονικής και της τέχνης από την απλότητα και τη δύναμη της Γραφικής αλήθειας.
-------------------------------------
<< Επιστροφή στην Αρχική σελίδα