Ο Δράκων ο Μέγας, ο Οφις ο Αρχαίος, ο Καλούμενος Διάβολος και ο Σατανάς (Mέρος Δεύτερο)
Συγγραφή: Ευάγγελος Δημ. Κεπενές (Αύγουστος 25, 2026, 12:59)
Η Ιστορικο-Βιβλική Αποκαθήλωση του Νομοκρατικού Συστήματος
Στο βιβλίο της Αποκάλυψης 12:9 καταγράφεται μια από τις πιο συγκλονιστικές σκηνές της βιβλικής γραμματείας:
«καὶ ἐβλήθη ὁ δράκων ὁ μέγας, ὁ ὄφις ὁ ἀρχαῖος, ὁ καλούμενος Διάβολος καὶ ὁ Σατανᾶς, ὁ πλανῶν τὴν οἰκουμένην ὅλην, ἐβλήθη εἰς τὴν γῆν καὶ οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ μετ' αὐτοῦ ἐβλήθησαν».
Στο Πρώτο Μέρος αυτής της μελέτης, αναλύσαμε πώς ο όρος "σατάν" στην Παλαιά Διαθήκη δεν περιέγραφε ένα μεταφυσικό ον, αλλά έναν λειτουργικό ρόλο ανθρώπου ή αγγέλου: τον κατήγορο ή τον εναντιούμενο μέσα σε ένα νομικό πλαίσιο. Στο παρόν Δεύτερο Μέρος, μεταφερόμαστε στην Καινή Διαθήκη. Εδώ, η ελληνική απόδοση "διάβολος" και η εικόνα του "αρχαίου όφεως" απομακρύνονται οριστικά από τους κοσμολογικούς δυαρχικούς μύθους και αποκτούν μια συγκεκριμένη, θεσμική υπόσταση: αυτήν του κατακριτικού εβραϊκού νομοκρατικού συστήματος, το οποίο κατήργησε η αθωωτική χάρη διά του Ιησού Χριστού.
Η χρήση των όρων "διάβολος" ή "σατάν" με την έννοια του "κατηγόρου" ή του "εναντιούμενου" διατηρείται αυτούσια και στην Καινή Διαθήκη:
Πρώτον: Εφαρμογή σε Ανθρώπους
1. Σε κάποιον που αντιστρέφει το θείο θέλημα:
«ὁ δὲ στραφεὶς εἶπεν τῷ Πέτρῳ· ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· σκάνδαλον εἶ ἐμοῦ, ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ θεοῦ ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων» (Ματθ. 16:23). Ο Ιησούς χρησιμοποιεί τον όρο "σατανά" για τον απόστολο Πέτρο, επειδή ο ανθρώπινος λογισμός του, το φρόνημά του, λειτούργησε ως εμπόδιο και αντίπαλος στο θείο σχέδιο.
2. Σε έναν επίβουλο ή προδότη:
«καὶ ἐξ ὑμῶν εἷς διάβολος ἐστιν;» (Ιωάν. 6:70). Ο Ιησούς αναφέρεται στον Ιούδα τον Ισκαριώτη ως "διάβολο", με την καθαρή έννοια του επίβουλου και μελλοντικού προδότη μέσα στον κύκλο των μαθητών. Στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο του πονηρού διαλογισμού κινείται και η αναφορά του Λουκά: «Εἰσῆλθε δὲ Σατανᾶς εἰς Ἰούδαν τὸν ἐπικαλούμενον Ἰσκαριώτην» (Λουκ. 22:3).
Στη γλώσσα και τη γραμματεία της εποχής, η φράση αυτή δεν δήλωνε μια μεταφυσική κατάληψη από κάποιο αόρατο ον, αλλά την επικράτηση ενός πονηρού διαλογισμού. Η ίδια η βιβλική γραμματεία μάς δίνει το κλειδί αυτής της ορολογίας λίγο νωρίτερα, όταν περιγράφει την εσωτερική φιλοδοξία και τη ζήλεια των μαθητών: «Εἰσῆλθε δὲ διαλογισμὸς ἐν αὐτοῖς, τὸ τίς ἂν εἴη μείζων αὐτῶν» (Λουκ. 9:46). Η «είσοδος του σατανά», λοιπόν, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η «είσοδος ενός πονηρού διαλογισμού» της απατηλής καρδιάς του ανθρώπου (Λουκ. 9:47, Γεν. 6:5 και Ιερ. 17:9), ο οποίος στρέφεται τελικά εναντίον του ίδιου του του εαυτού: «μὴ ἐμὲ αὐτοὶ παροργίζουσιν λέγει κύριος οὐχὶ ἑαυτούς ὅπως καταισχυνθῇ τὰ πρόσωπα αὐτῶν;» (Ιερ. 7:19).
Ακόμη και σήμερα, στην καθημερινή μας γλώσσα, χρησιμοποιούμε αυτούσιο το ίδιο σχήμα λόγου: όταν αναφερόμαστε σε κάποιον που σκέφτεται πονηρά, λέμε χαρακτηριστικά ότι «έχει τον διάολο μέσα του» ή ότι είναι «διαόλου κάλτσα» (μια μεσαιωνική πρόληψη, σύμφωνα με την οποία το να βάζουν τα πόδια των νεογέννητων σε μαύρες κάλτσες θα τα έκανε έξυπνα και τυχερά), χωρίς κανείς να εννοεί μια κυριολεκτική, μεταφυσική κατάληψη.
3. Στους κατάλαλους και συκοφάντες:
«πρεσβύτιδας ὡσαύτως ἐν καταστήματι ἱεροπρεπεῖς, μὴ διαβόλους…» (Τίτος 2:3· βλ. και Β' Τιμ. 3:3). Εδώ ο όρος χρησιμοποιείται στον πληθυντικό για ανθρώπους που επιδίδονται σε διαβολές (συκοφαντίες).
4. Στους προξενητές σκανδάλων και σε όσους διαπράττουν ανομίες
«ὁ δὲ ἀγρός ἐστιν ὁ κόσμος, τὸ δὲ καλὸν σπέρμα οὗτοι εἰσιν οἱ υἱοὶ τῆς βασιλείας· τὰ δὲ ζιζάνια εἰσιν οἱ υἱοὶ τοῦ πονηροῦ, ὁ δὲ ἐχθρὸς ὁ σπείρας αὐτά ἐστιν ὁ διάβολος…» (Ματθ. 13:38-39).
Ο ίδιος ο Ιησούς ερμηνεύει τη μεταφορά λίγο παρακάτω: οι «υιοί του πονηρού» και τα έργα του «διαβόλου» δεν είναι τίποτα άλλο παρά «πάντα τὰ σκάνδαλα καὶ τοὺς ποιοῦντας τὴν ἀνομίαν» (Ματθ. 13:41). Παράλληλα, ο Ματθαίος (13:28) ταυτίζει ρητά την έννοια του διαβόλου με την έννοια του πονηρού ανθρώπου: «ἐχθρὸς ἄνθρωπος τοῦτο ἐποίησεν». Αυτό βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τον Ψαλμό 36:1 (Ο’): «μὴ παραζήλου ἐν πονηρευομένοις μηδὲ ζήλου τοὺς ποιοῦντας τὴν ἀνομία»
Η περιγραφή των "υιών του πονηρού" κορυφώνεται στο γνωστό εδάφιο: «ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρὸς τοῦ διαβόλου ἐστε καὶ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ πατρὸς ὑμῶν θέλετε ποιεῖν…» (Ιωάν. 8:44). Η λογική και η βιβλική ανθρωπολογία είναι εδώ αμείλικτες: ένα αμιγώς πνευματικό, άυλο ον δεν διαθέτει βιολογική υπόσταση ώστε να παράγει σαρκικές επιθυμίες. Οι επιθυμίες που αποδίδονται στον "πατέρα διάβολο" πηγάζουν αποκλειστικά από τη σκοτισμένη διάνοια του γήινου ανθρώπου, την άγνοια που τον διακατέχει και την πώρωση της καρδιάς του (Εφ. 4:18, Μαρκ. 4:19, Α’ Πέτρ. 4:3). Η δε πραγματική πηγή της πονηρίας είναι η "πονηρή καρδία" του ίδιου του ανθρώπου (Εβρ. 3:12, Μάρκ. 7:23).
Για τον λόγο αυτό, ο Ιησούς, ερχόμενος σε ρήξη με τους αντιδίκους του που προέρχονταν από το νομικιστικό εβραϊκό σύστημα, χαρακτηρίζει τη σύγχρονή του ιουδαϊκή γενεά ως «πονηρά και μοιχαλίδα» λόγω του έκπτωτου, κοσμικού της φρονήματος (Ματθ. 12:39).
Δεύτερον: Εφαρμογή σε Θεσμικά Εκτελεστικά Όργανα στην Ιστορική Πραγματικότητα της Πρώτης Εκκλησίας
Με την έννοια του "διαβόλου" ή "αντιδίκου" χαρακτηρίζεται το συλλογικό ιουδαϊκό σύστημα του Νόμου της κατάκρισης και του θανάτου, το οποίο εκδηλωνόταν μέσα από τις οργανωμένες διώξεις εναντίον όσων είχαν την ομολογία του Χριστού.
Ο απόστολος Πέτρος προειδοποιεί: «Νήψατε, γρηγορήσατε· ὁ ἀντίδικος ὑμῶν διάβολος ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ» (Α’ Πέτρ. 5:8). Η μεταφορά του ωρυόμενου λέοντος δεν παραπέμπει σε μεταφυσικά όντα, αλλά αποτελεί κλασική παλαιοδιαθηκική περιγραφή των άδικων και αιμοδιψών αρχόντων, των ψευδοπροφητών και των κριτών που κατασπαράσσουν τον λαό (σύγκρινε με Ιεζ. 22:25-27, Σοφ. 3:3, Παρ. 28:15-16).
Η πρακτική και θεσμική εφαρμογή αυτού του διωκτικού συστήματος αποτυπώνεται ξεκάθαρα στην προϊστορία του αποστόλου Παύλου. Ο ίδιος ομολογεί ότι, ενεργώντας ως εκτελεστικό όργανο αυτής της θρησκευτικής δικαιοδοσίας, λάμβανε επίσημες επιστολές από τους αρχιερείς προκειμένου να καταδιώξει, να συλλάβει και να «φέρῃ δεδεμένους εἰς Ἱερουσαλήμ» όσους ανήκαν στην «Οδό» (Πράξ. 9:1-2).
Αυτή η εχθρότητα των εκπροσώπων του νομικιστικού συστήματος περιγράφεται ανάγλυφα από τον Παύλο, ο οποίος τονίζει ότι οι πιστοί έπαθαν «τὰ αὐτὰ ὑπὸ τῶν ἰδίων συμφυλετῶν, καθὼς καὶ αὐτοὶ ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων, τῶν καὶ τὸν κύριον ἀποκτεινάντων Ἰησοῦν καὶ τοὺς προφήτας, καὶ ἡμᾶς ἐκδιωξάντων» (Α' Θεσ. 2:14-15). Ο «διάβολος/κατήγορος», λοιπόν, έχει σάρκα και οστά: είναι η θρησκευτική εξουσία που αντιμάχεται τη Χάρη όπως ρητά κατέγραψε ο απόστολος Ιωάννης «οὐδεὶς μέντοι παρρησίᾳ ἐλάλει περὶ αὐτοῦ διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων» (Ιωάν 7:13).
Επειδή όμως το ιουδαϊκό ιερατείο στερούνταν ρωμαϊκού δικαιώματος εγκλεισμού ή θανάτωσης εκτός Ιουδαίας, κατέφευγε στη μέθοδο της διαβολής και του επηρεασμού των τοπικών αρχών, όπως καταγράφεται ιστορικά: «οἱ δὲ Ἰουδαῖοι παρώτρυναν [...] τοὺς πρώτους τῆς πόλεως καὶ ἐπήγειραν διωγμὸν ἐπὶ τὸν Παῦλον» (Πράξ. 13:50).
Το ιστορικό αυτό πλαίσιο ξεκλειδώνει πλήρως το περίφημο χωρίο της Αποκάλυψης 2:10: «ἰδοὺ δὴ μέλλει βάλλειν ὁ διάβολος ἐξ ὑμῶν εἰς φυλακὴν». Στη Σμύρνη, ο όρος "διάβολος" χρησιμοποιείται με την αυστηρή θεσμική ιδιότητα του κατηγόρου. Περιγράφει τη σύμπραξη των τοπικών Ιουδαίων της «συναγωγῆς τοῦ Σατανᾶ» (οι οποίοι διέβαλλαν και συκοφαντούσαν τους Χριστιανούς, βλ. Αποκ. 2:9) με τη Ρωμαϊκή πολιτική εξουσία, η οποία αποτελούσε το μόνο αρμόδιο όργανο για την επιβολή φυλάκισης.
Συνεπώς, η «πτώση» αυτού του διαβόλου, την οποία πανηγυρίζει η Αποκάλυψη, δεν είναι κοσμολογική, αλλά θεσμική: «κατεβλήθη ὁ κατήγωρ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, ὁ κατηγορῶν αὐτῶν ἐνώπιον τοῦ θεοῦ ἡμῶν ἡμέρας καὶ νυκτός» (Αποκ. 12:10). Είναι η οριστική παύση του δικαιώματος του Νόμου να κατακρίνει και να καταδικάζει τον άνθρωπο (Ρωμ. 8:33), διά του Ιησού —του Αμνού του Θεού που αίρει την αμαρτία του κόσμου (Ιωάν 1:29).
Η Εξέλιξη της Έννοιας του Κατηγόρου (Σατάν): Από τον Μονοθεϊσμό στον Μεταγενέστερο Δυαρχισμό
Κατά την περίοδο μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης (3ος - 1ος αι. π.Χ.), η ιουδαϊκή αποκαλυπτική γραμματεία (απόκρυφα βιβλία όπως το Ενώχ και τα Ιωβηλαία) άρχισε να επηρεάζεται σταδιακά από τον πλατωνικό δυϊσμό και τον περσικό δυαρχισμό —δηλαδή την κοσμολογική πάλη του απόλυτου καλού με το απόλυτο κακό. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η λέξη "σατάν" μετασχηματίστηκε από κοινό ουσιαστικό (που περιέγραφε έναν λειτουργικό ρόλο) σε κύριο όνομα, προκειμένου να προσωποποιήσει μια αυτόνομη δύναμη του κακού.
Η εξέλιξη αυτή, σαφώς επηρεασμένη από εξωγενή φιλοσοφικά και θρησκευτικά ρεύματα της εποχής, ήταν εντελώς ξένη προς την αυθεντική εβραϊκή σκέψη. Η προφητική γραμματεία διατηρούσε έναν αυστηρό και ριζοσπαστικό μονοθεϊσμό. Στην παραδοσιακή αυτή βιβλική θεώρηση, ακόμη και οι συμφορές τελούσαν υπό την απόλυτη κυριαρχία του ενός Θεού, όπως δηλώνεται κατηγορηματικά στον Ησαΐα (45:7): «ἐγὼ ὁ κατασκευάσας φῶς καὶ ποιήσας σκότος, ὁ ποιῶν εἰρήνην καὶ κτίζων κακά».
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι η συγκεκριμένη προφητική αναφορά απευθύνεται ονομαστικά στον Πέρση βασιλιά Κύρο (Ησ. 45:1). Ο στόχος του κειμένου ήταν να καταρρίψει ευθέως τη ζωροαστρική δοξασία του δυαρχισμού (την πάλη μεταξύ του θεού του φωτός Ορμούζντ και του θεού του σκότους Αριμάν) που κυριαρχούσε στην Περσική Αυτοκρατορία. Στην αυθεντική αυτή βιβλική θεογνωσία, δεν υπήρχε κανένα περιθώριο για έναν αυτόνομο «άρχοντα του κακού» που αντιμάχεται τον Θεό, καθώς ο Κύριος παρουσιάζεται ως ο μοναδικός, αποκλειστικός και απόλυτος κυρίαρχος της ιστορίας.
Αυτή η θεώρηση φωτίζεται περαιτέρω από την ορολογία των δύο Διαθηκών. Στην Παλαιά Διαθήκη, η εβραϊκή λέξη για το κακό (ρά - רַע), στο πλαίσιο της θεϊκής κυριαρχίας, δεν υποδηλώνει το ηθικό ή μεταφυσικό κακό, αλλά την επίγεια συμφορά, τη θλίψη και την παιδαγωγική δοκιμασία. Αυτό επιβεβαιώνεται ανάγλυφα στον προφήτη Αμώς: «εἰ ἔσται κακία ἐν πόλει, ἣν Κύριος οὐκ ἐποίησε;» (Αμώς 3:6), όπου η λέξη «κακία» (συμφορά) δηλώνει το αποτέλεσμα της θείας παιδαγωγίας και όχι τη δράση μιας διαβολικής οντότητας.
Ο Πειρασμός ως Ελεγχόμενη Δοκιμασία από τον Θεό και όχι ως Μεταφυσική Ενέργεια Πονηρής Υπόστασης
Σε απόλυτη αρμονία με την παλαιοδιαθηκική μονοθεϊστική θεώρηση, η Καινή Διαθήκη χρησιμοποιεί τη λέξη «πειρασμός» με την αρχική της ετυμολογική σημασία: τη δοκιμή της πίστης σύμφωνα με τις αντοχές του ανθρώπου (από την πεῖρα).
Όπως φαίνεται ανάγλυφα στην περίπτωση των πειρασμών του Ιησού, όπου οδηγείται στην έρημο «ὑπὸ τοῦ Πνεύματος» (Ματθ. 4:1), η δοκιμασία δεν αποτελεί αυτόνομη ενέργεια ενός κοσμικού άρχοντα του σκότους. Αντίθετα, συνιστά μια απόλυτα ελεγχόμενη διαδικασία υπό το θείο σχέδιο, προκειμένου Εκείνος να καταστεί «ἐλεήμων καὶ πιστὸς ἀρχιερεύς» (Εβρ. 2:17).
Μέσα από το βίωμα των ανθρώπινων πειρασμών, οι οποίοι πηγάζουν από την «ἀγάπην τοῦ κόσμου» και τις συνιστώσες της —την επιθυμία της σαρκός, την επιθυμία των οφθαλμών και την αλαζονεία του βίου (βλ. Α΄ Ιωάν. 2:15-16)— ο εξ ουρανού άνθρωπος Ιησούς Χριστός αποδεικνύεται ικανός να συμπαθήσει τις αδυναμίες των εκ της γης ανθρώπων, έχοντας δοκιμαστεί «κατὰ πάντα καθ’ ὁμοιότητα χωρὶς ἁμαρτίας» (Εβρ. 4:15).
(Για μια αναλυτική και σε βάθος προσέγγιση αυτής της κορυφαίας βιβλικής καταγραφής, μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο μας: «Ο Ανθρώπινος Πειρασμός του Θνητού και η Βίωσή του από τον Επουράνιο Άνθρωπο Ιησού»).
Αυτή την απόλυτη θεία κυριαρχία επί των δοκιμασιών επιβεβαιώνει κατηγορηματικά και ο απόστολος Παύλος, διαβεβαιώνοντας τους πιστούς ότι «πειρασμὸς ὑμᾶς οὐκ εἴληφεν εἰ μὴ ἀνθρώπινος» και ότι ο Θεός «οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπὲρ ὃ δύνασθε» (Α΄ Κορ. 10:13).
Ο Παύλος απογυμνώνει τον πειρασμό από κάθε μεταφυσική ενέργεια πονηρής υπόστασης, χαρακτηρίζοντάς τον αυστηρά «ανθρώπινο» (επίγειο) και θέτοντας τον Θεό ως τον μοναδικό ρυθμιστή των ορίων και της εκβάσεώς του. Στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο, ο απόστολος Ιάκωβος μετατοπίζει οριστικά την πηγή του πειρασμού από το μεταφυσικό στο εσωτερικό πεδίο, τονίζοντας ότι «ἕκαστος δὲ πειράζεται ὑπὸ τῆς ἰδίας ἐπιθυμίας ἐξελκόμενος καὶ δελεαζόμενος» (Ιακ. 1:14).
Συνεπώς, τόσο ο «διάβολος»/κατήγορος όσο και ο «πειρασμός» στη βιβλική γραμματεία απογυμνώνονται από τις μεταγενέστερες μυθολογικές και δυαρχικές προσθήκες της μεσοδιαθηκικής εποχής. Επιστρέφουν έτσι στις ρεαλιστικές, ιστορικές τους διαστάσεις:
Τον επίγειο εχθρό: Όπως ο «ἐχθρὸς ἄνθρωπος» στο Ματθ. 13:28, ο οποίος ταυτίζεται ρητά με την έννοια του «διαβόλου» στην ερμηνεία του Ματθ. 13:39.
Το εβραϊκό θεσμικό σύστημα κατάκρισης: Την ιεραρχική και νομικιστική εξουσία που διώκει τη Χάρη.
Την εσωτερική ηθική δοκιμασία: Τον πονηρό διαλογισμό και την επιθυμία της καρδιάς του ανθρώπου.
Ο Κατήγορος και η Παύλεια Θεογνωσία: Ο Νόμος ως Εργαλείο Κατάκρισης και Κατηγορίας
Ο απόστολος Παύλος αποκαλεί τη διακονία του Νόμου «διακονίαν τῆς κατακρίσεως» και «διακονίαν τοῦ θανάτου ἐν γράμμασιν» (Β΄ Κορ. 3:7-9), καθώς ο Νόμος φανερώνει την αμαρτία και καθιστά τον άνθρωπο υπόδικο ενώπιον του Θεού: «ἵνα πᾶν στόμα φραγῇ καὶ ὑπόδικος γένηται πᾶς ὁ κόσμος τῷ Θεῷ» (Ρωμ. 3:19).
Στην προς Κολοσσαείς επιστολή (2:14-15), αναφέρεται ότι ο Χριστός εξάλειψε «τὸ καθ' ἡμῶν χειρόγραφον τοῖς δόγμασιν ὃ ἦν ὑπεναντίον ἡμῖν καὶ αὐτὸ ἦρκεν ἐκ τοῦ μέσου προσηλώσας αὐτὸ τῷ σταυρῷ· ἀπεκδυσάμενος τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας ἐδειγμάτισεν ἐν παρρησίᾳ θριαμβεύσας αὐτοὺς ἐν αὐτῷ». Το «χειρόγραφον» —δηλαδή η νομική απαίτηση, τα δόγματα και το κατηγορητήριο του Νόμου— ήταν εκείνο που στεκόταν ως ο μόνιμος «υπεναντίος», κατήγορος του ανθρώπου.
Αυτή την ολοκληρωτική κατάργηση του νομικού κατηγορητηρίου ο Παύλος τη συμπυκνώνει μοναδικά στην προς Εφεσίους επιστολή, τονίζοντας τον τρόπο με τον οποίο ο Χριστός έφερε την ειρήνη: «τὸν νόμον τῶν ἐντολῶν ἐν δόγμασι καταργήσας» (Εφ. 2:15).
Η Μαρτυρία του Ιησού για τον Νόμο ως Κατήγορο
Στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη (5:45), ο ίδιος ο Χριστός αποκαλύπτει στους νομικιστές της εποχής του: «μὴ δοκεῖτε ὅτι ἐγὼ κατηγορήσω ὑμῶν πρὸς τὸν πατέρα· ἔστιν ὁ κατηγορῶν ὑμῶν Μωϋσῆς, εἰς ὃν ὑμεῖς ἠλπίκατε». Εδώ ο Νόμος (στο πρόσωπο του Μωυσή) ταυτίζεται πλέον λειτουργικά και με απόλυτη σαφήνεια με την έννοια του Κατηγόρου.
(Στο ίδιο ακριβώς ερμηνευτικό πλαίσιο, για τη θεσμική αντιδικία γύρω από το "σώμα" του Μωυσέως, μπορείτε να διαβάσετε την αναλυτική μας μελέτη: «Η Αντιδικία για το Σώμα του Μωυσέως: Από τον Νόμο της Κατάκρισης στην Απελευθέρωση του Χριστού»).
Η Εξουσία του Θανάτου και η Θεσμική «Κατάργηση»
Αυτή η λειτουργική ταύτιση φωτίζει συγκλονιστικά το χωρίο της Προς Εβραίους Επιστολής (2:14): «ἵνα διὰ τοῦ θανάτου καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ' ἔστι τὸν διάβολον». Το «κράτος» (η ισχύς και η εξουσία) που είχε ο θάνατος δεν ήταν μια αυτόνομη μεταφυσική δύναμη, αλλά ο ίδιος ο Νόμος ως «διακονία θανάτου».
Όπως πολύ εύστοχα σημειώνει ο Παύλος: «τὸ δὲ κέντρον τοῦ θανάτου ἡ ἁμαρτία, ἡ δὲ δύναμις τῆς ἁμαρτίας ὁ νόμος» (Α' Κορ. 15:56). Καταργώντας, λοιπόν, το νομικό κατηγορητήριο, ο Χριστός στην πράξη καταργεί τον "διάβολο" (τον κατήγορο), αφαιρώντας τη νομική βάση η οποία καταδίκαζε τον παραβάτη των διαταγμάτων.
Η νίκη αυτή δεν αφήνει κανένα υπόλοιπο ενοχής, καθώς επισφραγίζεται με την πλήρη κατάργηση του Θανάτου (απομάκρυνση από τον Θεό) και της φθοράς: «φανερωθεῖσαν δὲ νῦν [η πρόθεση και χάρη του Θεού] διὰ τῆς ἐπιφανείας τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καταργήσαντος μὲν τὸν θάνατον φωτίσαντος δὲ ζωὴν καὶ ἀφθαρσίαν διὰ τοῦ εὐαγγελίου» (Β' Τιμ. 1:10).
Στο βιβλίο της Αποκάλυψης (12:10) προστίθεται η τελική έκβαση αυτής της θεσμικής ανατροπής: «ἐβλήθη ὁ κατήγωρος τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, ὁ κατηγορῶν αὐτῶν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἡμέρας καὶ νυκτός».
Ποιος «ἐβλήθη»;
Η απάντηση στο ερώτημα ποιος «ἐβλήθη;» είναι πλέον αδιαμφισβήτητη: Έπεσε ο Νόμος ως κατηγορητήριο και μαζί του εξέπεσαν οι θεσμικοί λειτουργοί του. Καταργήθηκε ολόκληρο το παλαιό, ανώφελο θρησκευτικό και τελετουργικό κατεστημένο που κρατούσε τον άνθρωπο δέσμιο της ενοχής.
Στη θέση του εισάγεται μια κρείττων (ανώτερη) ελπίδα —ο Χριστός— μέσω της οποίας πλησιάζουμε πραγματικά στον Θεό:
«ἀθέτησις μὲν γὰρ γίνεται προαγούσης ἐντολῆς διὰ τὸ αὐτῆς ἀσθενὲς καὶ ἀνωφελές, οὐδὲν γὰρ ἐτελείωσεν ὁ νόμος, ἐπεισαγωγὴ δὲ κρείττονος ἐλπίδος δι' ἣς ἐγγίζομεν τῷ θεῷ» (Εβρ. 7:18-19).
Επομένως, το σκέλος της εξίσωσης που υποστηρίζεται από το γράμμα της Γραφής (Αποκ. 12:9), μέσα από την παύλεια θεογνωσία επεκτείνεται και ολοκληρώνεται ριζοσπαστικά:
Ο Δράκων ο Μέγας = ο Όφις ο Αρχαίος = ο Καλούμενος Διάβολος και ο Σατανάς = ο Κατήγορος = Ο Νόμος της Κατάκρισης
Συνεχίζεται …
Στο Τρίτο και Τελικό Μέρος της μελέτης μας, μεταβαίνουμε από τη θεσμική κατάργηση στην εσωτερική και ψυχολογική ανατομή του Νόμου. Εξετάζουμε πώς ο «όφις» της Γένεσης ενσαρκώνει τον αρχετυπικό μηχανισμό της πρώτης εντολής (Γέν. 3:1), πώς η ανθρώπινη πονηρή καρδιά παγιδεύτηκε στη δουλεία της φθοράς, και πώς η ολοκληρωτική αλλοτρίωση του συστήματος του Νόμου οδήγησε στην ύστατη ειδωλολατρική του κατάπτωση, η οποία σφραγίστηκε με τα ίδια τα αργύρια της προδοσίας του Χριστού.
Η «πτώση του Δράκοντος» συμβολίζεται προφητικά με τον χάλκινο όφι της ερήμου που ύψωσε ο Μωυσής (Αριθμ. 21:9) και πραγματώνεται με τη σταυρική θυσία του Χριστού, ο οποίος κάρφωσε επάνω στο σταυρό τον ίδιο τον «Όφι/Νόμο» —δηλαδή το «καθ' ἡμῶν χειρόγραφον τοῖς δόγμασιν ὃ ἦν ὑπεναντίον ἡμῖν» (Κολ. 2:14), αφήνοντας το εβραϊκό νομοκρατικό σύστημα της κατάκρισης οριστικά κενό ισχύος.
-----------------------------------------------