Μυθολογικά και Ουτοπικά Θρησκευτικά Ιδεώδη από την Ολοκλήρωση της Αποστολικής Διακονίας έως Σήμερα


Μυθολογικά και Ουτοπικά Θρησκευτικά Ιδεώδη από την Ολοκλήρωση της Αποστολικής Διακονίας έως Σήμερα

Συγγραφή: Ευάγγελος Δ. Κεπενές (Αθήνα, Φεβρουάριος 19, 2020, ώρα 23:59)

Προλεγόμενα

« Τιμόθεε, τν παρακαταθήκην φύλαξον, κτρεπόμενος τς βεβήλους κενοφωνίας κα ντιθέσεις τς ψευδωνύμου γνώσεως, ν τινες παγγελλόμενοι περ τν πίστιν στόχησαν. χάρις μετ σου· μήν.» (Α΄ Τιμ. 6:20-21)

Από αρχαιοτάτων χρόνων, η γέννηση και η εξέλιξη των θεογονικών και των κοσμογονικών μύθων (που ήταν το αποτέλεσμα φιλοσοφικών σκέψεων, για την ερμηνεία της φύσης και την θέση του ανθρώπου σε αυτή) και των θρησκειών που πάντοτε διασυνδέονταν με εθνικούς σκοπούς, αποτέλεσαν και αποτελούν το σημαντικότερο παράγοντα διαμόρφωσης και εξέλιξης των πολιτισμών και της πολύπαθης ιστορίας του κόσμου.

Σύμφωνα με τους θρησκειολόγους, στην προϊστορία γεννήθηκε ο Ανιμισμός (θρησκευτική πίστη του ανθρώπου σε πνευματικές υπάρξεις που εμψυχώνουν την φύση, που οδήγησε στον πρωταρχικό φόβο των πνευμάτων των νεκρών). Ο Ανιμισμός δεν έπαυσε να ανιχνεύεται στον Σαμανισμό, σε θρησκείες, στις πεποιθήσεις της «Νέας Εποχής» (New Age) και στα τηλεοπτικά ή έντυπα παιδικά παραμύθια, όπου η ύλη έχει φωνή, ακούει, βλέπει, δακρύζει κ.ά.. Ακολούθησε ο Τοτεμισμός (η χειροποίητη κατασκευή, από τον μάγο της φυλής, ξυλόγλυπτης απεικόνισης ζώου ή φυτού, που θεωρούσαν ότι έχει ιερές ιδιότητες και προστάτευε την πατριά ή την φυλή) και η Προγονολατρία (δυαλιστική πίστη, πως οι ψυχές/ζωές των προγόνων είναι αθάνατες πνευματικές οντότητες και μετά τον θάνατο του υλικού σώματος τους εξακολουθούν να προστατεύουν και να βοηθούν τους απογόνους τους).

Η αύξηση των πληθυσμών και η δημιουργία εθνών και κρατών, ανέδειξε ιδιαίτερες ιερές θρησκευτικές δοξασίες, λαϊκά έθιμα, μουσικές και εικαστικές παραδόσεις και μυθικές ενώσεις γήινων εξουσιών με θεϊκές δυνάμεις, που απέβησαν χρήσιμες για την συνοχή των κοινωνιών και την πειθαρχεία τους στην εξουσία. Αποτέλεσμα ήταν να γεννηθούν πολλές θρησκείες και εξουσιαστικά ιερατεία, με ιδιαίτερο τρόπο εκλογής το καθένα[1], των οποίων οι λατρευτικές πρακτικές ήταν συνυφασμένες με την κοινωνική και δημόσια ζωή και ταυτίστηκαν με την έννοια της πατρίδας και του έθνους. Με βασικό θρησκευτικό ερέθισμα το άγνωστο και τον φόβο, η κάθε θρησκεία σύστηνε τον δικό της προστάτη και θαυματουργό θεό ή θεούς, είχε την δική της κοσμοθέαση και ερμηνεία για την ανθρώπινη ζωή και την προέκτασή της μετά θάνατο, έχοντας όμως παράλληλα και ομοιότητες, λόγω κοινών ριζών, από την αλληλεπίδραση των πολιτισμών και την ανέκαθεν τάση των προσήλυτων να προσαρμόζουν την νέα τους πίστη στην υπάρχουσα παλαιά.

Στην αρχαία Μεσοποταμία, οι Σουμέριοι ανέπτυξαν ένα πολύπλοκο πολυθεϊστικό θρησκευτικό σύστημα με διάφορες θηλυκές και αρσενικές θεότητες και δαίμονες και ποικίλες κοσμοθεωρίες. Στην κάθε πόλη-κράτος των Σουμερίων, ο βασιλιάς της ήταν «ο αντικαταστάτης του θεού επί γης» (πατέσι ή ισάκ) με υπερεξουσίες[2]. Την πόλη προστάτευε ο πολιούχος της και του κατασκεύαζαν οικία-ναό (Ziggurat) που ήταν υψηλή ογκώδης κατασκευή με μορφή βαθμιδωτής πυραμίδας. Η κατασκευή αυτή απεικόνιζε την έμφυτη ανάγκη του χοϊκού ανθρώπου να συνδεθεί με το Θείο. Στην γη των Σουμερίων κατοίκησαν οι Χαλδαίοι που ανέπτυξαν την επιστήμη της αστρονομίας και των μαθηματικών, τη μαγεία, τη μαντεία και ανέδειξαν την Βαβυλώνα κοιτίδα της αρχαίας σοφίας. Για τους Χαλδαίους, τα άστρα ήταν αυτόβουλες θεϊκές οντότητες που επιδρούσαν στη ζωή των ανθρώπων και μέσω θεουργιών μπορούσαν να εκπληρώσουν τις επιθυμίες τους (Αστρολογία). Στο (Δανιήλ 2:2) οι Χαλδαίοι αναφέρονται ως μάγοι φαρμακευτές και επαοιδοί (= οι ενεργούντες μάγια με ψαλμωδίες).

Οι δοξασίες αυτές μαζί με τον περσικό Ζωροαστρισμό ή Μαζδαϊσμό (οι χρονολογικές απόψεις γέννησής του διίστανται) και την εμφάνιση τον 6ο αι π.Χ., του Κομφουκιανισμού στην Κίνα, του Ορφισμού στην Ελλάδα και του Βουδισμού στην Ινδία, διαμόρφωσαν και την ιστορία των εθνών.

Με την αιχμαλωσία του δεκάφυλου βασιλείου του Ισραήλ από τους Ασσύριους το 752 π.Χ. και την Βαβυλωνιακή αιχμαλωσία του δίφυλου βασιλείου του Ιούδα το 586 π.Χ., ολοκληρώθηκε και η διασπορά στα έθνη των απογόνων του Άβραμ, που καταγόταν από την Ουρ των Χαλδαίων, των οποίων ο ιστορικός μονοθεϊστικός βιβλικός Ιουδαϊσμός, ήταν ο πρόδρομος της αρχέγονης γνήσιας Εκκλησίας του Ιησού Χριστού.

Η γέννηση της Εκκλησίας του Χριστού «τις στν τ σμα ατο, τ πλήρωμα το τ πάντα ν πσιν πληρουμένου» (Εφ. 1:23) δεν ήταν αποτέλεσμα ανθρώπινης εξελισσόμενης θρησκείας, αλλά ήταν το αποτέλεσμα της εκπλήρωσης των βιβλικών επαγγελιών και των τύπων του βιβλικού Ιουδαϊσμού δια του Ιησού Χριστού, που δόθηκαν από τον Ένα Αληθινό, εξωσυμπαντικό Θεό, μέσω των Εβραίων προφητών Του. Μέσα δε από την Εκκλησία έγινε γνωστό εις τις αρχές και τις εξουσίες στα επουράνια η πολυποίκιλος σοφία του Θεού.

«να γνωρισθ νν τας ρχας κα τας ξουσίαις ν τος πουρανίοις δι τς κκλησίας πολυποίκιλος σοφία το θεο, κατ πρόθεσιν τν αώνων ν ποίησεν ν τ Χριστ ησο τ κυρί μν.» (Εφ. 3:10-11)

Η ιδρυθείσα Eκκλησία του ζωντανού Θεού ήταν και είναι το γέννημα το Θεού εξ αφθάρτου σπέρματος και όχι προσχέδιο μιας ατελούς θρησκείας ή ενός φιλοσοφικού συστήματος, το οποίο παρέδωσε ο Θεός στους «πατέρες - φιλόσοφους» της Ορθοδοξίας, για να το διαμορφώσουν τυπολατρικά, να το αποκρυσταλλώσουν δογματικά και να το εδραιώσουν οικουμενικά με θεσμικό εξαναγκασμό, καταπατώντας το «ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν … ». Η Eκκλησία του Θεού ήταν και είναι «ο στύλος και το εδραίωμα (= στερέωμα / βάση) της αληθείας» την οποία απέκτησε ο Κύριος και Θεός για τον εαυτό Του, με το δικό Του τίμιο αίμα, για να εξαγγείλει τις αρετές Του και όχι τα καταστατικά των θρησκειών.

«Μη ενθυμήσθε τα πρότερα και μη συλλογίζεσθε τα παλαιά. Ιδού, εγώ θέλω κάμει νέον πράγμα· τώρα θέλει ανατείλει· δεν θέλετε γνωρίσει αυτό; θέλω βεβαίως κάμει οδόν εν τη ερήμω, ποταμούς εν τη ανύδρω. Τα θηρία του αγρού θέλουσι με δοξάσει, οι θώες και οι στρουθοκάμηλοι· διότι δίδω ύδατα εις την έρημον, ποταμούς εις την άνυδρον, διά να ποτίσω τον λαόν μου (το γένος μου, Ο'), τον εκλεκτόν μου.

Ο λαός, τον οποίον έπλασα εις εμαυτόν, θέλει διηγείσθαι την αίνεσίν μου.» (Ησ. 43:18-21)

«Επειδή ανεγεννήθητε ουχί εκ φθαρτού σπέρματος, αλλά αφθάρτου, διά του λόγου του Θεού του ζώντος και μένοντος εις τον αιώνα.» (Α' Πέτρ. 1:23)

Σε αυτούς, που το Πνεύμα το Άγιο έθεσε επισκόπους στην πρώτη Εκκλησία (και όχι σε θρησκευόμενους επαγγελματίες ή αυτόκλητους επισκόπους) ο απόστολος Παύλος είπε:

«Προσέχετε ον αυτος κα παντ τ ποιμνί, ν μς τ Πνεμα τ γιον θετο πισκόπους, ποιμαίνειν τν κκλησίαν το Κυρίου κα Θεο, ν περιεποιήσατο δι το δίου αματος.» (Πράξ. 20:28 GR/Orthodox)

Περιεποιήσατο είναι μέση φωνή, αόριστος, ενικός του ρήματος περιποιώ = διαφυλάττω δι’ εαυτόν//σώζω δι’ εαυτόν//αποκτώ δι’ εαυτόν//λαμβάνω τι εις την κατοχήν μου. (Λεξ. Σταματάκου)


Αποστολική διαδοχή

Η «αδιάκοπη αποστολική διαδοχή» των θρησκευόμενων επαγγελματιών επισκόπων, που επικαλείται το Ορθόδοξο μυστικιστικό θρησκευτικό σύστημα, καθώς και το «συνεχιζόμενο αποστολικό έργο που επικαλούνται οι σημερινοί αυτόκλητοι [δούλοι του Θεού]», δεν αναγνωρίζει την ολοκλήρωση του αυθεντικού αποστολικού έργου. Όμως η εκκλησιαστική γραμματεία και οι ιστορικοί της ύστερης αρχαιότητος αναδεικνύουν με πιστότητα την απουσία νέων αποστόλων, με το κύρος και την δράση των Αποστόλων της Πρώτης Εκκλησίας. Αυτή η διαπίστωση είναι η μεγαλύτερη απόδειξη ότι το μοναδικό έργο του Θεού για την σωτηρία των ανθρώπων, μέσω του Ιησού Χριστού, εκπληρώθηκε στην γενεά των έγκριτων Αποστόλων. Εμείς καλούμαστε απλά να το πιστεύουμε και να αναπαυόμαστε σε αυτό δοξάζοντας τον βιβλικό Ιησού και εξαγγέλλοντας τις αρετές Του, που είναι να διάγουμε ενάρετο βίο. Αγαπώντας δε και συγχωρώντας αλλήλους και διδάσκοντας και διδασκόμενοι με την αλήθεια του Θεού, αποδεικνύουμε ότι είμαστε αληθινά πνευματικά τέκνα Του που μάχονται για την ειρήνη με όπλο την αγάπη και σημαία τον Λυτρωτή και Αληθινό Θεό Ιησού.

«Οδαμεν δ τι υἱὸς το θεο κει κα δέδωκεν μν διάνοιαν να γινώσκομεν τν ληθινόν, κα σμεν ν τ ληθιν ν τ υἱῷ ατο ησο Χριστ. οτός στιν ληθινς θες κα ζω αώνιος.» (Α΄ Ιωάν. 5:20)

Έκτοτε, οι ατελείωτες επεξηγηματικές αναλύσεις για τον «φιλοσοφικό Ιησού» ανέδειξαν την συγγένειά του με τον μυθικό «Αιώνα Ιησού» των Γνωστικών και την διαφορετικότητά του από τον «βιβλικό Ιησού». Οι δε συνοδικές αποφάσεις των φιλόσοφων «πατέρων» που διάβαζαν τα κείμενα των Προφητών και των Αποστόλων με μπούσουλα τις διδαχές της ελληνικής Φιλοσοφίας και Μυθολογίας, σκοπό είχαν να αντικρούσουν άλλες «παρεκκλίνουσες» από την «πατερική σκέψη» θρησκευτικές εκδοχές, γεννήματα του συγκρητισμού των χρόνων εκείνων.

Στο διάβα του χρόνου, οι εκκλησιαστικές μεταρρυθμίσεις ή αντιμεταρρυθμίσεις και η συνεχής ίδρυση νέων εκκλησιών, με φιλόδοξες αποικιοκρατικές βλέψεις και απόλυτες δογματικές πεποιθήσεις, το μόνο που πέτυχαν ήταν να εκθρέψουν την αντιπαλότητα, την θεολογική αλαζονεία, την μισαλλοδοξία, την κενοδοξία και να χύσουν ποταμούς αίματος μη κατανοώντας τις ρήσεις του Ιησού.

«Ο δε αποκριθείς είπε· Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της δυνάμεώς σου και εξ όλης της διανοίας σου, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν.» (Λουκ. 10:27)

«Απόστρεψον τν μάχαιραν σου ες τν τόπον ατς· πάντες γρ ο λαβόντες μάχαιραν ν μαχαίρ πολονται.» (Ματθ. 26:62)

Το παλαιό ουδέποτε έπαψε να υπάρχει.

Τα σημερινά χριστιανικά δόγματα και εκκλησίες που έχουν διαμορφώσει και το σύγχρονο παρακμάζοντα Δυτικό πολιτισμό, είναι διασκευές και προσαρμογές παλαιών μεταποστολικών μίξεων, ιουδαιοχριστιανικών, γνωστικών, ανατολικών, αστρολογικών, μυθικών και άλλων θρησκευτικών εκδοχών, που ο χρόνος μετέφερε ή αναζωπύρωσε. Θυμίζουν δε έντονα τις διαμάχες και τις αντεγκλήσεις των ολίγων αρχαίων φιλοσόφων (πολυποίκιλη ελληνική σκέψη) εκ των οποίων μερικοί σύρθηκαν σε «δίκες ασεβείας» από το σύγχρονό τους θεοκρατικό κατεστημένο, όπως ο Αναξαγόρας, ο Σωκράτης κ.ά., διώχθηκαν και δολοφονήθηκαν, όπως ο Ελεάτης Ζήνων, οι Πυθαγόρειοι κ.ά., των οποίων όμως οι θεογονικές και κοσμογονικές θεωρίες, απέτυχαν να δώσουν στους μαθητές τους την γνώση του αληθινού Θεού και ορθές απαντήσεις στις υπαρξιακές και μεταθανάτιες αναζητήσεις τους, θέση που αποτυπώνεται με σαφήνεια σε επιστολή του Παύλου προς Κορινθίους.

« ….. ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας τον Θεόν.» (Α΄ Κορ. 1:21)

Η εναντίωση αυτή διατυπώνεται στην Π. Διαθήκη και για τους Εβραίους.

«Ταύτα Κυρίω ανταποδίδετε ούτω λαός μωρός και ουχί σοφός ουκ αυτός σου Πατήρ εκτήσατο σε και εποίησεν σε και έκτισέν σε.» (Δευτ. 32:6)

«Ησχνθησαν σοφο κα πτοθησαν κα ἑάλωσαν (= έπεσαν, κυριεύθησαν) τι τν λγον κυρου πεδοκμασαν σοφα τς στιν ν ατος.» (Ιερ. 8:9)

Οι λεκτικές αυτές εναντιώσεις στην «σοφία» των ανθρώπων, δεν αναφέρονταν στα ερευνητικά /επιστημονικά επιτεύγματα της αρχαίας διανόησης. Αυτό το έπραξαν αργότερα, ενίοτε και με χρήση ένοπλης νομοθετημένης βίας (βλ. Υπατία), οι εκφραστές του «Καθολικού Ρωμαϊκού Χριστιανισμού», όπως ο Αφρικανός ρήτορας, πρώην Μανιχαίος, Αυγουστίνος, του οποίου η άποψη για τα μαθηματικά ήταν η εξής:

«Ο καλός χριστιανός πρέπει να προφυλάγεται από τους μαθηματικούς και όλους εκείνους που κάνουν κενές προφητείες. Ήδη υπάρχει ο κίνδυνος οι μαθηματικοί να έχουν κάνει συμβόλαιο με τον διάβολο για να συσκοτίσουν το πνεύμα και να περιορίσουν τους ανθρώπους στα δεσμά της κολάσεως.»[3].

Στις εθνικές «χριστιανικές» εκκλησίες και στις παραφυάδες τους, κάθε λόγος για τον Δημιουργό Θεό και το τετελεσμένο έργο Του για την σωτηρία του ανθρώπου, είναι ελλιπής χωρίς αναφορά στο τέλος του κόσμου. Έχοντας δε διασκευάσει ανώφελες και απαρχαιωμένες ιουδαϊκές τυπολατρίες και επικαλούμενες γνωστικές σοφιστείες, λαϊκές παραδόσεις και θεσμικά επιβεβλημένες, μεταποστολικές, φιλοσοφικές συνοδικές αποφάσεις, υπόσχονται την λύτρωση μέσω αυτών. Διαφημίζουν δε την Παντοδυναμία του Πανάγαθου Θεού, που θα την αποδείξει εξαλείφοντας την ανθρωπότητα και τον κακό υλικό κόσμο, μέσω της εκπύρωσης, καταδικάζοντας τις αθάνατες ψυχές των θνητών απίστων σε ακατάπαυστα βασανιστήρια. Είναι αυτοί που μυωπάζοντες κινδυνολογούν μονίμως, αρνούμενοι να βιώσουν τον καρπό του ολοκληρωμένου και Αιώνιου έργου της σταύρωσης και της ανάστασης του μοναδικού Λυτρωτή και Σωτήρα Ιησού Χριστού, τον οποίον αποδέχονται, σύμφωνα όμως με τα καταστατικά τους.

« γρ καρπς το φωτς ν πάσ γαθωσύν κα δικαιοσύν κα ληθεί.» (Εφ. 5:9)

Οι Εγκεκριμένοι Ιουδαίοι Απόστολοι έλαβαν Θεϊκή Εντολή και τελείωσαν με επιτυχία την Αποστολή τους

«Εκείνοι δε εξελθόντες εκήρυξαν πανταχού, συνεργούντος του Κυρίου και βεβαιούντος το κήρυγμα διά των επακολουθούντων θαυμάτων. Αμήν.» (Μάρκ. 16:20)

Η εκτέλεση του μοναδικού και ανεπανάληπτου αποστολικού έργου[4], στην διάρκεια του οποίου «ο Θεός συνεπεμαρτύρει με σημεία και τέρατα και με διάφορα θαύματα και με διανομάς του Αγίου Πνεύματος κατά την θέλησιν αυτού» και η καταστροφή της κάτω Ιερουσαλήμ και του επίγειου Ναού της, με τα τυπολογικά του στοιχεία το 70 μ.Χ., τα οποία αντικαταστάθηκαν με την άνω Ιερουσαλήμ και τον επουράνιο Ναό της, σφράγισαν την εκπλήρωση των Μεσσιανικών Προφητειών, που είχαν πανανθρώπινη και οικουμενική διάσταση και την ολοκλήρωση/το τέλος του βιβλικού Ιουδαϊσμού. (Εβρ. 2:4, 12:22, Γαλ. 4:25-26, Αποκ. 21:2, 22),

«Και θέλει κηρυχθή τούτο το ευαγγέλιον της βασιλείας εν όλη τη οικουμένη προς μαρτυρίαν εις πάντα τα έθνη, και τότε θέλει ελθεί το τέλος.» (Ματθ. 24:14)

Ο Ιησούς προειδοποιούσε τους Ιουδαίους μαθητές Του για την επικείμενη καταστροφή του επίγειου Ναού της Ιερουσαλήμ και το τέλος του Μωσαϊκού Νόμου και όχι για το τέλος του υπάρχοντος, κακού, κατά τους Γνωστικούς, ορατού αισθητού κόσμου. Για την αρχέγονη εκκλησία ήταν επικείμενα («εν τάχει»), α) η Παρουσία του Κυρίου Ιησού με τη Δόξα του Πατέρα («έρχομαι ταχύ»), β) η καταστροφή (κατάλυση) με φωτιά, του ορατού επίγειου Ναού και των στοιχείων τα οποία τον συνιστούσαν που ήταν οι τύποι των αόρατων επουρανίων «στοιχεία δ καυσούμενα λυθήσεται» και γ) η κρίση των ασεβών Ιουδαίων που πότισαν με το αίμα των Προφητών, των Αγίων και των Αποστόλων το χώμα της Αγίας γης «γη και τα εν αυτή έργα ευρεθήσεται», όπως είχε μαρτυρήσει και ο Ιερεμίας στο σαρκικό λαό Ισραήλ, την «καρποφόρον άμπελον» του Κυρίου: «εν ταις χερσίν σου ευρέθησαν αίματα ψυχών αθώων … ». (2:34, LXX)

Για τους εν ζωή τυπολάτρες και ασεβείς εκ των Ιουδαίων των χρόνων εκείνων που απέρριπταν «το Σωτήριον του Θεού» που είδε ο Συμεών με τα μάτια του, η ημέρα του Κυρίου Ιησού θα ερχόταν ως «κλέπτης εν νυκτί». (Λουκ. 2:30, Α΄ Θεσ. 5:2-6, Ιούδας 1:15)

Η Οικονομία του Μυστηρίου

«Η οικονομία του μυστηρίου του αποκεκρυμμένου από των αιώνων εν τω Θεώ τω τα πάντα κτίσαντι», που δεν είχε γνωστοποιηθεί στις προηγούμενες γενεές [να είναι δηλαδή οι Εθνικοί κατά σάρκα (τα θηρία) συγκληρονόμοι και σύσσωμοι και συμμέτοχοι της επαγγελίας της ζωής, με το δωδεκάφυλο έθνος του Ισραήλ (τα πρόβατα)], τελικά αποκαλύφτηκε δια Πνεύματος Αγίου, μέσω του κηρύγματος των Αποστόλων, στην εκκλησία του Ιησού Χριστού. (Εφ. Κεφ. 2, 3:9, Ρωμ. 16:25-27, Κολ. 1:21-28)

«Και ελθών εκήρυξεν ευαγγέλιον ειρήνης εις εσάς τους μακράν (κατά σάρκα Εθνικοί) και εις τους πλησίον (δωδεκάφυλο Ισραήλ), διότι δι' αυτού (του Ιησού Χριστού) έχομεν αμφότεροι την είσοδον προς τον Πατέρα δι' ενός Πνεύματος». (Εφ. 2:17-18)


Το κοσμοϊστορικό αυτό γεγονός που ήταν το Αιώνιο ευαγγέλιο της Σωτηρίας, το «ες πάντα τ θνη γνωρισθέντος» και «τοῦ κηρυχθέντος ἐν πάσῃ κτίσει τῇ ὑπὸ τὸν οὐρανόν» ανέτρεψε εκ θεμελίων άπαξ και δια παντός, το σύγχρονο του εβραϊκό εθνικισμό (Σιωνισμό), τις πανάρχαιες εβραϊκές και άλλες εθνικές απόκρυφες ή μεταφυσικές κοσμοθεωρήσεις και θεογονικές και ανθρωπογονικές πεποιθήσεις (Καμπάλα, Ζωροαστρισμό, Γνωστικισμό, Πλατωνισμό, Ερμητισμό). Επίσης ανέτρεψε κάθε αρχαία θρησκευτική δοξασία, που ήταν προϊόν ανθρώπινης ερμηνείας και λογικής και ανίσχυρη να σταθεί μπροστά στην δύναμη του ευαγγελίου του Ιησού Χριστού, του οποίου το μήνυμα ήταν:

Η Βασιλεία των ουρανών, συνεπώς ο θρίαμβος και η κυριαρχία Του επί των επουρανίων πονηρών δυνάμεων, των αγγέλων, των αρχών και των εξουσιών.

Η γνώση του Αληθινού Θεού, της Μίας Αρχής και η «εν Πνεύματι Αγίω» λατρεία Του.

Η έμπρακτη αγάπη προς τον πλησίον.

Η κοινωνική δικαιοσύνη.

Η δωρεά της αθανασίας, μέσω της σταύρωσης και της ανάστασης Του, για τους Ιουδαίους, τους Έλληνες Ιουδαίους και τους κατά σάρκα Εθνικούς, υπό προϋποθέσεις. (Εφ. 1:2, Κολ. 2:15, Α΄ Πέτρ. 3:22, Ιωάν. 1:18, 13:34, 3:14, Α΄ Ιωάν. 5:20)

Η επικείμενη Παρουσία Του με τη Δόξα του Πατέρα και η Κρίση Του για το αίμα των Προφητών, των Αγίων και των Αποστόλων που χύθηκε στην Ιερουσαλήμ από το θεοκρατικό της σύστημα. (Ματ. 23:29-31, Αποκ. 16:5-6)

Το τέλος/ολοκλήρωση του αιώνα του βιβλικού Ιουδαϊσμού και του τυπικού του.

Η Βασιλεία του Ιησού Χριστού δεν ήταν από τούτο τον κόσμο

Ο Ιησούς Χριστός δεν νίκησε την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ή άλλη, ανθρώπινη βασιλεία, με σκοπό να γίνει ο ρυθμιστής των πολιτικών και στρατηγικών της εξελίξεων και των θρησκευτικών της μεταρρυθμίσεων. Η Επουράνια Βασιλεία Του δεσπόζει στον ουρανό και στην γη και δεν απειλείται, από τις ηττημένες και καταργημένες πονηρές πνευματικές εξουσίες και τους νικημένους κοσμοκράτορες του σκότους, ούτε από τα εμπόλεμα, ουτοπικά φιλοσοφικό - θρησκευτικά συστήματα των ανθρώπων. (Ματθ. 28:28, Εβρ. 2:14, Ψαλμ. 8:2, Α΄ Χρον. 29:12)

«Απεκρίθη ο Ιησούς· Η βασιλεία η εμή δεν είναι εκ του κόσμου τούτου· εάν η βασιλεία η εμή ήτο εκ του κόσμου τούτου, οι υπηρέται μου ήθελον αγωνίζεσθαι, διά να μη παραδωθώ εις τους Ιουδαίους· τώρα δε η βασιλεία η εμή δεν είναι εντεύθεν.» (Ιωάν. 18:36)

«Ερωτηθείς δε υπό των Φαρισαίων, πότε έρχεται η βασιλεία του Θεού, απεκρίθη προς αυτούς και είπε· Δεν έρχεται η βασιλεία του Θεού ούτως ώστε να παρατηρήται· ουδέ θέλουσιν ειπεί· Ιδού, εδώ είναι, ή Ιδού εκεί· διότι ιδού, η βασιλεία του Θεού είναι εντός υμών.» (Λουκ. 17:20-21)

Η ζωή νίκησε τον θάνατο

« … φανερωθείσαν δε τώρα (η χάρις) διά της επιφανείας του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, όστις κατήργησε μεν τον θάνατον, έφερε δε εις φως την ζωήν και την αφθαρσίαν διά του ευαγγελίου.» (Απόστολος Παύλος, Β΄ Τιμ. 1:10)

Ο απεσταλμένος από τον Θεό, Ιησούς [αραμαϊκά (Γεσούα), εβραϊκά (Γεχοσούα) που σημαίνει «ο Θεός είναι σωτηρία»], ήταν η ίδια η Ζωή που φανερώθηκε, για να νικήσει και να καταργήσει τον θάνατο, ο οποίος είχε βασιλεύσει εξ αιτίας της παραβάσεως του πρώτου χοϊκού ανθρώπου. Όσοι θνητοί, εκ του δωδεκάφυλου Ισραήλ και από τους κατά σάρκα Εθνικούς, έλαβαν τον αναστημένο Ιησού, τον έσχατο, δεύτερο άνθρωπο που ήταν εξ ουρανού, έλαβαν την Ζωή, ζωοποιήθηκαν με αυτόν, έγιναν αθάνατοι / αιώνιοι, έγιναν πνευματικά τέκνα του Θεού και αποκάλεσαν τον Ιησού «Εμμανουήλ», που σημαίνει «Μεθ΄ ημών ο Θεός» αναγνωρίζοντας Τον έτσι ως τον Ένα Ζώντα και Αληθινό Θεό, την Μία Αρχή, που δίνει ζωή. (Ματθ. 1:23, Α΄Ιωάν. 1:2, 5:20, Α΄ Κορ. 15:45-47, Γαλ. 6:1, Κολ. 2:13, Α΄ Τιμ. 6:19 WH)

«Ο γρ ρτος το θεο στιν καταβαίνων κ το ορανο κα ζων διδος τ κόσμ.» (Ιωάν. 6:33)

Ο Ιησούς λοιπόν ήταν «ο Άρτος της Ζωής», «ο Αίρων» την αμαρτία του κόσμου, ο Νικητής του θανάτου και ο Δωρητής της Ζωής. (Ιωάν. 1:29, 6:33, 10:10)

Ήταν ο Εξαγοραστής των Εβραίων, εκ της κατάρας του Μωσαϊκού Νόμου, ώστε να έλθει και στα έθνη η ευλογία του Αβραάμ. (Γαλ. 3:13-14)

Ήταν Αυτός που απογύμνωσε τις αρχές και τις εξουσίες στα επουράνια και κατήργησε τον έχοντα το κράτος του θανάτου, δηλαδή τον διάβολο, τον πνευματικό πονηρό άρχοντα, του κόσμου τούτου. (Κολ. 2:15, Εβρ. 2:14, Εφ. 2:2, Ιωάν. 16:33)

Ήταν Αυτός, που έκανε την Παλιγγενεσία. (Ματθ. 19:28, Τιτ. 3:5)

Ήταν ο Λόγος της Ζωής, που γέννησε τη Νέα, τη Ζωντανή Κτίση, η οποία δεν είναι πλέον σαρκική, αλλά είναι πνευματική και αιώνια «καθ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωση» του Πατέρας της.

Ο Ιάκωβος απευθυνόμενος στις δώδεκα διεσπαρμένες φυλές του Ισραήλ έγραψε.

«Εξ ιδίας αυτού θελήσεως εγέννησεν (απεκύησεν) ημάς (ο Θεός) διά του λόγου της αληθείας, διά να ήμεθα ημείς απαρχή τις των κτισμάτων αυτού.» (Ιάκωβος 1:18)

«Ώστε ει τις εν Χριστώ, καινή κτίσις, τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονεν καινά.» (Β΄ Κορ. 5:17)


Το έργο που επετέλεσε ο Τελειωτής του Νόμου και ο Νικητής της βασιλείας του θανάτου και του διαβόλου, ο Ιησούς / η Ζωή, δεν εξελίσσεται, ούτε αναβαθμίζεται, ούτε μεταβάλλεται, ούτε χρειάζεται κάποια μεταρρύθμιση η δογματική αποκρυστάλλωση ή θρησκειοποίηση. Ο δε Νικητής παραμένει πάντοτε Νικητής, χτες και σήμερα και εις τους αιώνες και δεν αναμένεται επαναληπτική αναμέτρηση (ρεβάνς) με τις δυνάμεις του σκότους. (Ρωμ. 5:17, 10:4, Εβρ. 13:8)

Οι θρησκείες εξελίσσονται

Αντιθέτως τα ποικίλα νεκρά, θρησκευτικά συστήματα, εξελισσόντουσαν και διαμορφωνόντουσαν σύμφωνα με το οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό τους περιβάλλον και από την μεταξύ τους αλληλεπίδραση και αφομοίωση με στοιχεία άλλων θρησκειών. Το αυτό δε θα πράττουν πάντοτε, παράγοντας συνεχώς νέες θρησκευτικές αποχρώσεις μη δυνάμενες να διαφωτίσουν ή να ζωοποιήσουν. Εξ αυτών, τα επικρατέστερα συμμαχούσαν με την κοσμική εξουσία, ενίοτε και την εξασκούσαν, μεταβαλλόμενα έτσι σε ολοκληρωτικά θρησκευτικοπολιτικά συστήματα.

Αυτό συνέβαινε και συμβαίνει, διότι οι θρησκείες εξυπηρετούν φιλοδοξίες επίγειων συμφερόντων, εθνικών, προσωπικών, ή συντεχνιακών, με πρόφαση το θέλημα του Θεού και ουτοπικά θρησκευτικά ιδεώδη, όπως ότι ο επίγειος χαμένος παράδεισος θα ανακτηθεί με την έλευση του Μεσσία που θα εγκαθιδρύσει μια χιλιετή ειρηνική βασιλεία επί της γης ή ότι θα έρθει η επίγεια βασιλεία του σαρκικού «Ισραήλ» ή ότι θα αναβιώσει το «χριστιανικό» Βυζάντιο ή ότι θα έρθει η επίγεια βασιλεία του Ισλάμ ή η επίγεια βασιλεία του ιστορικού Αντίχριστου ή ότι επίκειται το τέλος της ιστορίας και άλλα φαιδρά.

Δημιουργώντας δε οι θρησκείες κατάλληλες δομές εξουσίας με ευκαιρίες καριέρας και κινδυνολογώντας προς εκφοβισμό (Αντίχριστος, αιώνια κόλαση, αρπαγή εκκλησίας, συντέλεια του κόσμου) χειραγωγούν την πνευματική ελευθερία των αδαών θρησκευόμενων, αδρανοποιώντας τους την ικανότητα της κριτικής σκέψης και καθιστώντας τους θρησκόληπτους, οπαδούς κερκίδας και παθητικούς δέκτες μυθοπλασιών.

Οι αντιδράσεις στη δράση του Ιησού και των Αποστόλων και η εξέλιξή τους

Η ειρήνη «Pax Romana» που επετεύχθη στρατιωτικά από τον Καίσαρα Αύγουστο, συνέβαλε στην οικονομική και κοινωνική σταθερότητα της πολυεθνικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Καθώς θεωρούσαν όλα τα ειδωλολατρικά κράτη, έτσι και για τους Ρωμαίους πολιτικούς, η συνέχεια της ρωμαϊκής ισχύος, εξαρτιόταν, από την θρησκευτική αφοσίωση στα σεβάσματά της, ιδιαίτερα δε στο πρόσωπο του «θεϊκού υιού του θεού» Καίσαρα (το επώνυμο του μονάρχη Ιουλίου Καίσαρα είχε υιοθετηθεί ως βασιλικός τίτλος) και της «Αιώνιας Ρώμης». Όποιος δε έλεγε εαυτόν βασιλέα, θεωρείτο εχθρός της Ρώμης και θανατώνονταν.

Το τελευταίο, ήταν και η αιτία σταύρωσης του Ιησού, του οποίου η θανατική ετυμηγορία δεν ήταν θρησκευτική, διότι «Πατέρα εαυτού έλεγε τον Θεόν, ίσον με τον Θεόν κάμνων εαυτόν (Ιωάν. 5:18)», αλλά πολιτική, διότι «Πας όστις κάμνει εαυτόν βασιλέα αντιλέγει εις τον Καίσαρα» (Ιωάν. 19:12), σύμφωνα με το δόλιο κατηγορητήριο των Ιουδαίων των οποίων η πρόθεση ήταν να σκοτώσουν τον Ιησού.

«Οι δε Φαρισαίοι εξελθόντες συνεβουλεύθησαν κατ' αυτού, διά να απολέσωσιν αυτόν.» (Ματθ. 12:14)


Όμως ο λόγος της καταστροφής της Ιερουσαλήμ και του επίγειου Ναού της, ως αποτέλεσμα της αποτυχημένης επανάστασης των Ιουδαίων εθνικιστών / Ζηλωτών, που νόμιζαν ότι θα εξέλθουν νικητές λόγω της εκλεκτής βιολογικής καταγωγής τους, ήταν πολιτικός, διότι αρνούνταν την ρωμαϊκή κατοχή και θρησκευτικός, διότι όσοι δεν προσκυνούσαν την εικόνα του Αυτοκράτορα και της Αιώνιας Ρώμης και δεν λάμβαναν το χάραγμα του ονόματος του θηρίου ή τον αριθμό του ονόματός του, θανατώνονταν. [Βλέπε: «Τα Θηρία της Αποκάλυψης»]

Ωστόσο, οι συνέπειες της «Pax Romana» (εφαρμογή του Ρωμαϊκού Δίκαιου, κοινή γλώσσα, οδικό και θαλάσσιο δίκτυο, κοινό νόμισμα), ήταν ευνοϊκές για την πραγματοποίηση πάσης φύσεως αποστολών και την διακίνηση αγαθών και ιδεών. Επιπροσθέτως, η οργάνωση των εβραϊκών συναγωγών στα έθνη, διευκόλυνε την διάδοση του θείου μηνύματος, που ένωσε τους διασπαρμένους εκλεκτούς, από το δεκάφυλο οίκο Ισραήλ και από το δίφυλο οίκο Ιούδα, κάτω από το Αρχηγό της Ζωής Ιησού, ένωση, που εκπλήρωσε την προφητεία του Ωσηέ και αποτέλεσε την μήτρα των πρώτων Εβραίων μαθητών (απαρχή). (Ωσηέ 1:9-11, Α΄ Πέτρ. 2:10, Ιωάν. 11:51-52)

Το κήρυγμα των εκλεγμένων Ιουδαίων Αποστόλων, που είπαν όσα είδαν και όσα άκουσαν από τον Ιησού και «όχι μύθους σοφιστικούς ακολουθήσαντες», είχε δύο μέτωπα αντίστασης και αντίδρασης. Πρώτα ήρθε αντιμέτωπο με την εβραϊκή, δαυϊδική, εθνικιστική πίστη (Φαρισαϊκός Ιουδαϊσμός) και την απόκρυφη ιουδαϊκή παράδοση που αντιπροσώπευαν ισχυρές ιουδαϊκές σέχτες και με Ιουδαίους μάγους (Πράξ. 13:6). Κατόπιν δια του Αποστόλου Παύλου και των συνεργατών του, ήρθε αντιμέτωπο με την κατά τόπους, εθνική θρησκευτική πίστη, με μορφές αποκρυφισμού και μαγείας και με την τότε διαδεδομένη ελληνική αντιφατική σκέψη και την Μυθολογία.

Τα μέτωπα αυτά αντιμετωπίστηκαν, από τους εντολοδόχους του Ιησού και υπηρέτες του Λόγου, όχι με αυτοκρατορικούς απειλητικούς νόμους (έδικτα) ούτε με ένοπλη βία, αλλά με κήρυγμα και διδαχή και με ενέργειες Πνεύματος Αγίου[5]. Οι δε αντιδράσεις και οι επιβουλές των εναντίων, καθώς και οι βιβλικές παρεκκλίσεις και οι θεολογικές επιμιξίες, που προκλήθηκαν εκ των προσερχόμενων στην πίστη του Ιησού, με σιωνιστικό ή μυθολογικό παγανιστικό ιστορικό, υπήρξαν ισχυρές και ποικίλες.

Έτσι, όσοι Ιουδαίοι πιστοί (Ιουδαιοχριστιανοί), ήταν ζηλωτές του Νόμου και των πατρώων παραδόσεων (Πράξ. 21:20), έφεραν μέσα στις νεοσύστατες ιουδαϊκές χριστιανικές κοινότητες, σιωνιστικές αντιλήψεις, παλαιοδιαθηκικές πρακτικές και ιουδαϊκούς απόκρυφους μύθους. Ομοίως και οι Εθνικοί πιστοί (Εθνικοχριστιανοί) έφεραν τις δικές τους αρχαίες θρησκευτικές, μυθολογικές, αντιλήψεις και προκαταλήψεις, και απόκρυφες γνώσεις, τις οποίες και έμιξαν με την αποστολική Διδαχή, γεγονός, που εκτός, από την θεσμική επιβολή της «Ορθόδοξης» άποψης, συντέλεσε σε μεγάλο βαθμό στην εδραίωση του μεταλλαγμένου Χριστιανισμού στον εθνικό κόσμο, αφού οι Εθνικοί προσήλυτοι αναγνώριζαν κοινά στοιχεία πίστης.

Αποτέλεσμα αυτών των προσμίξεων ήταν να δημιουργηθούν νέες θρησκευτικές τάσεις και ρεύματα και να ιδρυθούν ανορθόδοξα και αντίπαλα θρησκευτικά μεσσιανικά προσωποπαγή κινήματα και εκκλησίες, που ονοματίστηκαν, είτε από το όνομα του εκάστοτε ιδρυτή τους, που ως φορέας απελευθερωτικού μηνύματος ήταν αναμφισβήτητος, είτε από τον τόπο καταγωγής τους, είτε από τις πρακτικές τους.

Τα κινήματα αυτά, ήγειραν χρόνιες δογματικές διαμάχες, συχνά βίαιες, με την ισχυρότερη οικονομικά και υποστηριζόμενη, από την ελίτ της εξουσίας «Ορθόδοξη» φιλοσοφική μυστικιστική τάση, με αποτέλεσμα να περιθωριοποιηθούν ή να διωχθούν. Εκτός από τα πιστεύω τους, άλλοι λόγοι που διώχθηκαν, ήταν ότι κατάγγελλαν την αυθαιρεσία της εξουσίας και την πλεονεξία και ανηθικότητα των πλουσίων και του κλήρου. Όσοι επέζησαν από τους διωγμούς, μετακινήθηκαν σε άλλες περιοχές της Ανατολής ή όπου αλλού μπορούσαν να διασωθούν, με αποτέλεσμα να έρθουν σε επαφή με νέες δοξασίες και τοπικές κουλτούρες και να παραχθούν και πάλι καινούργιες θρησκευτικές μίξεις και σέχτες.

Τα περισσότερα από αυτά τα κινήματα, είχαν κοινό παρονομαστή πίστης σε διαρχικά γνωστικά συστήματα, στην αρνησικοσμία, σε μεσσιανικές αναμονές, σε χαμένους παραδείσους και στην προσδοκία της κυρίαρχης εμφάνισης του κακού (Αντίχριστος). Κατ΄ αυτούς η εμφάνιση του Αντίχριστου ως παγκόσμιου ηγέτη, θα σύρει τον Θεό α) στον «Τελικό» πόλεμο μεταξύ καλού και κακού[6] (εσχατολογικός πόλεμος των Υιών του Φωτός και των Υιών του Σκότους), β) στην «Κρίση» των ανθρώπων και γ) στην κατάταξή τους στον Παράδεισο ή στην Κόλαση (στον Παράδεισο των ύμνων ή στον Οίκο του ψεύδους κατά τους Ζωροάστρες). Έπειτα αναμένεται το «Τέλος» του υπάρχοντος αισθητού κόσμου, δια της εκπύρωσης και η εμφάνιση νέου «ιδανικού κόσμου» με την Θεϊκή Τάξη αποκατεστημένη.

Οι μυθολογικές αυτές αντιλήψεις παρουσιάζουν τον Θεό, για τον οποίο ο ψαλμωδός ψέλνει «ς μεγαλνθη τ ργα σου κριε πντα ν σοφίᾳ ποησας», ως έναν πειραματιστή κοσμοποιητή, που κοπιάζει για να πετύχει την ιδανική κτίση και να σώσει τελικά τον Εαυτό Του αφού ο τελικός σκοπός Του είναι η αποκατάσταση του πληρώματος Του, δηλαδή η επανένωση των «κομματιών Του» που εξέπεσαν από την ουράνια πατρίδα τους και το θεϊκό πλήρωμα και ενσαρκώθηκαν στην ύλη.

Οι περισσότερες, από αυτές τις εσχατολογικές φαντασιώσεις, απαντώνται και στην κοσμοθεωρία του περσικού Ζωροαστρισμού, ή Μαζδαϊσμού, με ιδρυτή τον Πέρση μάγο Ζαρατούστρα ή Ζωροάστρη με παραλλαγή τον Ζουρβανισμό[7]. Οι Ζωροάστρες πίστευαν σε ανταγωνιστικό δυϊσμό και εξελισσόμενοι επινόησαν την δική τους ιδιόμορφη τριάδα, [Ωρομάσδης ή Αχούρα Μάσδα (η ενσάρκωση του καλού) – Μίθρας (το καλό πνεύμα, θεός του φωτός, μεσίτης, σωτήρας, επόπτης και άρχων του κόσμου) και Αριμάν (η ενσάρκωση του κακού), που συγγενεύει με τις τρις αρχέγονες Αρχές των Σηθιανών Γνωστικών, «Φως Ανάσα (Πνεύμα)-Σκότος»[8].

Σε αντίθεση με κάποιες φιλοσοφικές τάσεις, όπως ο Πλατωνισμός, που δίδασκε ότι ο κόσμος είναι αΐδιος, όπως και το αρχέτυπό του, εσχατολογικές φαντασιώσεις απαντώνται και σε άλλες αρχαίες θρησκείες και δαιμονικούς χρησμούς (Σιβυλλικοί χρησμοί) και αναπαράγονται έως και σήμερα από διάφορες θρησκείες Δυτικές και Ανατολικές, αλλοιώνοντας έτσι την Παλαιοδιαθηκική και Καινοδιαθηκική κοσμοθεώρηση και θέτοντας την ανθρωπότητα σε αναμονή του τέλους της, μετατρέποντας το «εδώ και τώρα», μη προθεσμιακό, αλλά αέναο μήνυμα της ζωής, του Ευαγγελίου του Ιησού Χριστού, σε ουτοπία.

«Όστις πιστεύει εις τον Υιόν έχει ζωήν αιώνιον.» (Ιωάν. 3:36)

«Κα τ λεος ατο ες γενες κα γενες τος φοβουμένοις ατόν.» (Λουκ. 1:59)

Σύμφωνα δε με τη δυναμική τους και τη χρησιμότητα τους, τα θρησκευτικά αυτά κινήματα έλαβαν και την ανάλογη πολιτική στήριξη, που καθόρισε την εδραίωση και την κατάταξη τους στο κοσμικό θρησκευτικό στερέωμα. Μέσα από αυτές τις υπόγειες ιστορικές διαδρομές της αλληλεπίδρασης και της θεσμικής ή εξωθεσμικής αλληλοεξόντωσης (θρησκευτικοί πόλεμοι, διωγμοί) των σιωνιστικών, των γνωστικών, των ζωροαστρικών, των «ορθοδόξων», των μυθολογικών και άλλων θρησκευτικών κινημάτων, διαμορφώθηκε και εξελίχτηκε το σύγχρονο μωσαϊκό των χριστιανικών δογμάτων και των εθνικών Εκκλησιών.

Όμως, οι εκφραστές αυτών, απέτυχαν να πείσουν την ανθρωπότητα, για την ύπαρξη μιας «Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας» και για τις σταθερές αλήθειες, ότι ο Θεός είναι αγάπη με οικουμενική έννοια, ότι είναι Ένας (όχι δυαδικός ή τριαδικός ή τετραδικός κ.λπ.) και ότι είναι ο Δωρητής της Αιωνίου Ζωής, χωρίς την ανάγκη εκτέλεσης νεκρών τυπικών τελετουργιών ή θεουργιών και ύπαρξης θεσμοθετημένων και ιεραρχημένων, αμειβόμενων (επαγγελματικών) ή μη αμειβόμενων, ιερατείων.

«Ο Θεός είναι πνεύμα, και εκείνοι οπού τον προσκυνούσι κάμει χρεία να τον προσκυνούσι με πνεύμα και με αλήθεια.» (Ιωάν. 4:24 Μετάφραση: Μάξιμου του Καλλιουπολίτου)

Επίσης να αναφέρουμε ότι από την εποχή του Μεσαίωνα η Καμπάλα (από τη λέξη Kibbel που δηλώνει <υποδοχή>), ένα διαχρονικό σύστημα ιουδαϊκής θεοσοφίας που στηρίζεται στην απόκρυφη προφορική παράδοση των Εβραίων, στον νεοπλατωνισμό και τη θεουργία του και σε βιβλικές πεποιθήσεις, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ερμηνευτική του ραβινικού ιουδαϊσμού και του Χριστιανισμού, επηρεάζοντας και την Αναγέννηση. Από τους οπαδούς της η Καμπάλα παρομοιάζεται ως «δένδρο ζωής», στηρίζεται στο γεωκεντρικό σύστημα και έχει στενές σχέσεις με γνωστικές πεποιθήσεις και αναζητήσεις ιδανικών κόσμων. Η Καμπάλα σήμερα παίζει σημαντικό ρόλο στο διαδίκτυο (Βλέπε «Το διαδίκτυο ως νέος τρόπος μύησης») και στην μετατροπή του πραγματικού κόσμου σε ψηφιακό (virtual reality) που αποτελεί την εκπλήρωση της ουτοπίας της για έναν νέο μελλοντικό κόσμο.


Ποιοι προσηλυτιζόντουσαν

Προσήλυτοι σε αυτά τα μυθολογικά και ουτοπικά θρησκευτικά κινήματα, γινόντουσαν και γίνονται, δια τους εξής λόγους: Απαιδευσία, άγνοια ή παρανόηση των εβραϊκών Γραφών, οικονομική ένδεια, κυβερνητική ή θρησκευτική καταπίεση, φιλοδοξία, μυστικιστική τάση, περιέργεια και φόβος για τα μέλλοντα, θρησκευτική προκατάληψη, ειδικές οικογενειακές ή κοινωνικές επιρροές, προσωποληψία, τυχοδιωκτισμός, πλουτισμός, φιληδονία (αντινομιστές) και άλλα παρόμοια τούτων.

Ιδιαιτέρως οι φτωχοί των χαμηλών κοινωνικών τάξεων ήταν επιρρεπέστεροι στο να αποδεχτούν και να ακολουθήσουν μεσσιανικούς και χιλιαστικούς θρύλους, διότι απέβλεπαν στην βελτίωση των υλικών συνθηκών διαβίωσης και σε ένα Παράδεισο επί της γης. Θέλοντας δε να επισπεύσουν την εκπλήρωση των ονειρικών τους προσδοκώμενων, κάποια κινήματα επηρεαζόμενα, από την απατηλή αποκαλυπτική οδηγία των προφητών ηγετών τους, μετατρέπονταν σε αναρχικά ένοπλα κινήματα που τον μεσαίωνα εξελίχτηκαν σε λαϊκές σταυροφορίες των φτωχών και εξαθλιωμένων. Έδρασαν είτε αυτόνομα, σφάζοντας απίστους και λεηλατώντας πλούσιους κληρικούς και ιδιώτες, είτε υπηρετώντας το θρησκευτικό ιμπεριαλισμό της «χριστιανικής» Δύσης, εντασσόμενοι στις επίσημες σταυροφορίες για την άλωση της «χριστιανικής» Ανατολής και την απελευθέρωση της Αγίας πόλης!!![9].

Όπως συμβαίνει και σήμερα, οι αυτοδιορισμένοι ταγοί και ιδρυτές των ανορθόδοξων αυτών προσωποπαγών κινημάτων, εκμεταλλευόμενοι τις σύγχρονές τους πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές και θρησκευτικές συγκυρίες, τα φυσικά φαινόμενα (σεισμοί, πλημμύρες, τσουνάμια, καύσωνες, θύελλες, εκλείψεις ουρανίων σωμάτων, πυρκαγιές κ.λπ.), τις επιδημίες, τις πολεμικές συρράξεις των ιμπεριαλιστών, τις επαναστάσεις των καταπιεσμένων και αδικουμένων τάξεων, την από πάντοτε έκλυση των ηθών (που κάποιοι και από αυτούς κρυφά ή φανερά εξασκούσαν) και τα λοιπά κοσμικά δρώμενα και τις διεθνείς προσωπικότητες, καλλιεργούσαν φοβικές κοινωνίες, που ήταν εύκολο να τις χειραγωγήσουν. Αναγγέλλοντας τους δε συνεχώς έναν ερχόμενο κακό παγκόσμιο ηγέτη (Αντίχριστος) και μια επικείμενη μακρόχρονη ειρηνική βασιλεία επί της γης, σηματοδοτούσαν το επερχόμενο τέλος της Ιστορίας[10].

Οι εξαπατημένοι προσήλυτοι πείθονταν, ότι θα ζούσαν τον Παράδεισο στην γη, ότι θα λύτρωναν την αθάνατη ψυχή τους που ήταν φυλακισμένη στο κακό γήινο σώμα τους (που παραμένει κύρια επιδίωξη του ασκητισμού/μοναχισμού με πλατωνικές καταβολές) και ότι θα γλύτωναν τον εσαεί βασανισμό, μετά τον φυσικό τους θάνατο (Κόλαση) που είναι ωφέλιμο διαχρονικό φοβικό ψέμα, που ενέπνευσε και τον ποιητή Δάντη (1308-1321), με παγανιστική προέλευση, προς αποτροπή εκτέλεσης της αμαρτίας, που όμως αντικαθιστά και ανατρέπει την χάρη και την δύναμη του Ιησού Χριστού[11]. Κυρίως δε τους καλλιεργούνταν η ψευδαίσθηση, ότι οι αποδεχόμενοι τις μεσάζουσες υπηρεσίες, των εκ Θεού εκλεγμένων ηγετών τους, θα κέρδιζαν την εύνοια του Υψίστου και θα γινόντουσαν οι εκλεκτοί Του.

Παράθεση των Κυριότερων Μεταποστολικών Ουτοπικών θρησκευτικών Κινημάτων

«Ο γρ τοιοτοι ψευδαπόστολοι, ργάται δόλιοι μετασχηματιζόμενοι ες ποστόλους Χριστοῦ.» (Β΄ Κορ. 11:13)

Τα μεταποστολικά θρησκευτικά κινήματα, με εξωβιβλικές ερμηνείες και δοξασίες, βασισμένες ή επηρεασμένες από ζωροαστρικές, αστρολογικές, καμπαλιστικές, πλατωνικές και αποκρυφιστικές διαρχικές διδαχές που έπαιξαν ρόλο στην διαμόρφωση των σύγχρονων εκκλησιών και πολλών χριστιανικών δογμάτων, ήταν τουλάχιστον ογδόντα, σύμφωνα με τον εβραϊκής καταγωγής Επιφάνιο της αλεξανδρινής σχολής. Τα κυριότερα είναι:

Γνωστικοί. Ο όρος «Γνωστικισμός» είναι μεταγενέστερος και δηλώνει χριστιανίζουσα θρησκευτική τάση με πολλές διακλαδώσεις που συνδύαζε στοιχεία αποκρυφιστικά, ειδωλολατρικά, μυθολογικά, αστρολογικά, φιλοσοφικά και στοιχεία από την Π.Δ. και την Κ.Δ.. Οι οπαδοί της, οι «Γνωστικοί», ονόμαζαν εαυτούς («ομοουσίους» τω Θεώ), όρος που απαντάται στους Ορφικούς[12], στον Ερμητισμό και στο «Ορθόδοξο» εκκλησιαστικό μυστικιστικό σύστημα. Δηλωνόντουσαν γνήσιοι Χριστιανοί «εσμέν εξ απάντων ανθρώπων ημείς χριστιανοί μόνοι»[13] και ήταν σε αντιπαράθεση με τo μυστηριακό πνευματικό μονοπώλιο της «Καθολικής Εκκλησίας», αν και είχαν πολλά κοινά σε θεολογικό και τελετουργικό επίπεδο. Τα όσα είναι γνωστά περί της διδαχής τους και των πρακτικών τους προέρχονται κυρίως από αντιπάλους φιλοσόφους και συγγραφείς, όπως τον Ιππόλυτο Ρώμης, τον Κλήμη Αλεξάνδρειας, τον Ειρηναίο Λυώνος, τον Ωριγένη, τον Επιφάνιο, και από τα κείμενα της βιβλιοθήκης του Ναγκ Χαμαντί που ανακαλύφθηκαν στην περιοχή Χηνοβόσκιο της Αιγύπτου στα τέλη του 1940. Ο χρόνος εμφάνισης των διαφορετικών σχολών των Γνωστικών είναι ασαφής. Το βέβαιο είναι ότι η ψευδώνυμη γνώση τους που εκφραζότανε ή με απόλυτη εγκράτεια ή με άκρατη ακολασία, ήταν διαδεδομένη ανάμεσα στις τάξεις των πρώτων Ιουδαιοχριστιανών, με τους οποίους και συμποσίαζαν, γεγονός που μαρτυρεί ότι υπήρξε εβραϊκός Πρωτογνωστικισμός, με αντιλήψεις που προσέγγιζαν τα αρχαία αιγυπτιακά Ερμητικά Κείμενα και την ελληνική Μυθολογία μεταξύ των οποίων υπήρχε αμφίδρομη επιρροή. Αμφιλεγόμενη είναι η άποψη, ότι ίχνη Γνωστικισμού ανιχνεύονται στο ασκητικό μεσσιανικό κίνημα των Εσσαίων, που αυτοαποκαλούνταν «Υιοί του Δικαίου» και κατήγγελλαν την αυταρχική θρησκευτικοπολιτική ιουδαϊκή εξουσία.

Οι λατρευτικές πράξεις των Γνωστικών συνοδεύονταν από επικλήσεις πνευμάτων, άσματα με μουσική, προσευχές, δοξολογίες και εκστατικές ρήσεις (προφητείες, γλωσσολαλιά, ξόρκια). Έχοντας σαφή επιρροή του ορφικού μοτίβου «είμαι παιδί της Γης και του έναστρου ουρανού, το γένος μου είναι ουράνιο» αναζητούσαν τρόπους να επιστρέψουν στον ουρανό, που πίστευαν ότι ήταν η καταγωγή τους. Την ίδια αντίληψη αποτυπώνει με τον δικό του τρόπο και ο πυθαγόρειος Έλληνας φιλόσοφος Εμπεδοκλής (495-435 π.Χ.) στην φράση του: «Από τέτοια ύψη, από τέτοια δόξα, ξέπεσα σ’ αυτή τη δυστυχισμένη γη, και συμφύρομαι μ’ αυτά τα χυδαία δίποδα».


Οι Γνωστικοί αδιαφορούσαν για τα εγκόσμια και μη θέλοντας να παγιδέψουν και άλλους σε αυτόν τον ελαττωματικό κόσμο ασκούσαν την αγαμία, θεωρώντας ότι «το γαμείν και γεννάν από του σατανά είναι»[14]. Καταδίκαζαν την κρεοφαγία και την οινοποσία και επιδίδονταν στον ασκητισμό (στοιχεία που απαντώνται και στους Ορφικούς), τιμωρώντας έτσι την φυσική σάρκα, που τη θεωρούσαν φυλακή του πνεύματος και τη συνέδεαν με το κακό. Παράγωγα του δυαλισμού των Γνωστικών ήταν ο δοκητισμός, ο ασκητισμός, και ο αντι-ιουδαϊσμός.

Κατά τον Πλάτωνα ο περιορισμός της αθάνατης ψυχής σε ένα σώμα είναι το ίδιο με φυλάκιση σε τάφο (= σήμα στην αρχαία) «τάφος γαρ έστι το σώμα της ψυχής». Οι δε Ορφικοί σώμα εννοούσαν το νεκρό σώμα (το πτώμα) και το ζωντανό «δια το σώον (που δεν έχει υποστεί βλάβη) άμα συν αίματι Ον».

Αντίθετα, εκτός των μετριοπαθών, κάποιες τάξεις των Γνωστικών, οι «Αντιτάκτες», υποστήριζαν τον Αντινομισμό (= θεωρία που απορρίπτει τον ηθικό νόμο και προτάσσει τη ελεύθερη βούληση) και συμμετείχαν σε σεξουαλικά λατρευτικά όργια, θεωρώντας την ακραία ακολασία ως το μέσο καταπολέμησης της κακής υλικής σάρκας, από την οποία έπρεπε να απελευθερωθεί η θεϊκή φύση (οργιαστικός Γνωστικισμός), ενώ άλλοι προέβαιναν σε αυτοευνουχισμό.

Στους κόλπους του Γνωστικισμού αναπτύχθηκε και η ιδέα του Δοκητισμού ( ο Ιησούς φαινομενικώς είχε σώμα και φαινομενικώς σταυρώθηκε), με εισηγητή τον Ιουδαιοχριστιανό Κήρινθο, με αιγυπτιακή παιδεία, που ήταν και ο εισηγητής του Χιλιασμού. Τον Δοκητισμό, με παραλλαγές, τον ασπάσθηκαν, εκτός από τους Κηρινθιανούς, οι περισσότερες γνωστικές ομάδες. Εικάζεται ότι στους Μεσσαλιανούς γεννήθηκε και η ιδέα της μεταβολής του σώματος του Χριστού άλλοτε σε υλικό και άλλοτε σε πνευματικό, οι δε Οφίτες έλεγαν ότι το αναστημένο σώμα του Ιησού ήταν ψυχικό και πνευματικό[15]. Μερίδα των Γνωστικών πίστευε ότι ο άνθρωπος πλάστηκε από τρεις ουσίες, την ύλη, την ψυχή και το πνεύμα και ανάλογα με το πια επικράτησε αναπτύχθηκαν σε υλικούς, ψυχικούς και πνευματικούς[16].


Θεϊκή διαρχία των Γνωστικών


Η θεογονία, κοσμογονία και ανθρωπογονία μεταξύ των Γνωστικών ήταν ποικίλη με βάση τον πλουραλισμό («φιλοσοφική θεωρία ή αντίληψη, που υποστηρίζει ότι η πραγματικότητα συγκροτείται από πολλαπλές, αυτοτελείς και ανεξάρτητες μεταξύ τους αρχές χωρίς να υπάρχει στη βάση τους μια κοινή θεμελιώδης αρχή») και την διαρχία («φιλοσοφική θεωρεία που ερμηνεύει τον κόσμο με βάση δύο ανταγωνιστικών δημιουργών αρχών/θεών μία κακή και μία αγαθή και εκ των οποίων προκύπτουν δύο ξεχωριστοί, ανόμοιοι, αντίθετοι μεταξύ τους κόσμοι, ο κακός αισθητός και ο πνευματικός ή νοητός»), θέσεις αντίθετες με την βιβλική αφήγηση της Mίας Αρχής / Ενός Θεού, δια του οποίου κτίσθηκαν τα ορατά και τα αόρατα.

«Κα φωτίσαι τίς οκονομία το μυστηρίου το ποκεκρυμμένου π τν αώνων ν τ θε τ τ πάντα κτίσαντι.» (Εφ. 3:9, Κολ. 1:16)

Μορφές διαρχικών απόψεων συναντάμε στον Ζωροαστρισμό, στον Ορφισμό, στον Πυθαγορισμό κ.ά. καθώς και στον Στωικισμό στον οποίο και θα αναφερθούμε για τον σκοπό της παρούσας μελέτης.

Στωικοί. Φιλόσοφοι της «Ποικίλης Στοάς» (300 π. Χ. – 250 μ. Χ.). Είχαν ως αρχή το «ομοφώνως τη φύσει ζην» και εκπροσωπούντο από τρεις τάσεις. Επηρεασμένοι από τον Ηράκλειτο που θεωρούσε «ως ουσία της ειμαρμένης τον Λόγο, ο οποίος διαποτίζει την ουσία του σύμπαντος» και από τον Ερμητισμό όπου «ο Θωθ είναι ο Λόγος που διαποτίζει και διαπερνά τα πάντα»[17], πίστευαν ότι υπάρχουν δύο αρχές στο σύμπαν, η ενεργητική, που είναι ο Θεός ή Λόγος, «το ποιούν» και η παθητική, που είναι η Ύλη «το πάσχον». Ο Λόγος που ενυπήρχε μέσα στην ύλη (ενδοσυμπαντικός θεός), δημιούργησε μέσω αυτής τα όντα, διατηρώντας την ενότητά τους και την αιώνια τάξη. Για τους Στωικούς ο θεός είναι ταυτόχρονα, το κάθε τι στη φύση (πανθεϊσμός) και όλα μαζί είναι ο θεός (υλιστικός μονισμός). Πίστευαν στην ειμαρμένη και την θεία πρόνοια και έλεγαν ότι ο άνθρωπος συνδέεται με την «παγκόσμια ψυχή» μέσω μιας εσωτερικής προσωπικής θεότητας, που ήταν ο «Δαίμων εαυτός» και κατά συνέπεια υπήρχε αλληλοεπίδραση των ουρανίων και των επιγείων όντων «η αρχή της συμπάθειας». Η άποψη αυτή συγγενεύει με την Χαλδαϊκή Αστρολογία και θεουργία και ήταν το υπόβαθρο, για τις αστρολογικές προβλέψεις και την μαντεία. Όπως και οι Επικούρειοι, φιλόσοφοι του «φάγωμεν κα πίωμεν, αριον γρ αποθνήσκομεν», δεν δεχόντουσαν την αθανασία της ψυχής αλλά πίστευαν ότι η ψυχή διαλύεται αμέσως μετά την νέκρωση του σώματος ή ότι ζει έως να αναλωθεί από τη μέλλουσα εκπύρωση και την επαναδημιουργία στη συνέχεια του ίδιου κόσμου (Παλιγγενεσία). Ο Στωικός Χρύσιππος ορίζει την ψυχή ως «πνοή μέσα μας έμφυτη, αδιάσπαστη, που διατρέχει όλα τα μέρη του σώματος, όσο η ομαλή αναπνοή του ζωντανού όντος είναι παρούσα στο σώμα»[18]. Αυτή την «ψυχική πνοή», οι Στωικοί την κατέτασσαν σε οκτώ επίπεδα, το Ηγεμονικόν ή η Διάνοια ή ο Νους που ήταν και το κέντρο όλων, τις πέντε Αισθήσεις, το Σπερματικόν και το Φωνητικόν.

Ανθρωπολογική διαρχία

Παράγωγο της θεϊκής διαρχίας των Γνωστικών και λοιπών φιλοσοφικών συστημάτων είναι η ανθρωπολογική διαρχία, η οποία διχάζει τον άνθρωπο σε δύο στοιχεία, το αισθητό θνητό σώμα και την νοερά αθάνατη ψυχή (την προ-υπάρχουσα κατά τους Χαλδαίους, τον Πλάτωνα, τον Φίλωνα, τους Γνωστικούς κ.ά.). Κατά συνέπεια ο άνθρωπος είναι μέτοχος και των δύο αρχών και της Καλής και της Κακής και εάν αποδράσει από το σώμα που μετέχει της Κακής αρχής, σώζεται. Η ιδέα αυτή αντιτίθεται στην βιβλική αφήγηση, όπου «ψυχή» εννοείται η εκ του ενός Ζωοδότη Θεού προέλευση της ζωής, που υπάρχει σε κάθε ζωντανό κτίσμα, χωρίς την πλατωνίζουσα διάκριση των Γνωστικών. Κατά την εβραϊκή Βίβλο, η «ψυχή» δεν αναφέρεται σε ένα μόνο τμήμα της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά σημαίνει τον ολόκληρο άνθρωπο, ως ενιαία ζωντανή υπόσταση «και εγένετο ο (χοϊκός) άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν», που στην πορεία καθυποτάχθηκε από τον εχθρό του ανθρώπου τον θάνατο «εβασίλευσε ο θάνατος» (Γεν. 2:7, Ρωμ. 5:14-17) και του αφαιρέθηκε το δικαίωμα να φάει από το δένδρο της ζωής. Αντιθέτως στην πλατωνική ανθρωπογνωσία ο θάνατος του σώματος είναι φίλος του ανθρώπου γιατί επιτρέπει στην αθάνατη ψυχή να ελευθερωθεί και να επιστρέψει τελικά στην ουράνια κατάστασή της.

Χαρακτηριστικό είναι ένα επιτάφιο επίγραμμα του Ιεροφάντου όπου αναφέρει ότι: «Ωραία πραγματικά απόκρυφη διδασκαλία (μας μεταβιβάσθηκε) από τους Θεούς. Ότι ο θάνατος, όχι μόνο δεν είναι επιζήμιος για τους ανθρώπους, αλλά αντίθετα είναι ωφέλιμο πράγμα». Πηγή

Σε αντίθεση με τις αντιλήψεις της Αρχαίας θρησκείας η Βίβλος διδάσκει ότι η ψυχή πεθαίνει.

«Και γαρ απ΄ αρχής Αδάμ τη έκτη ημέρα πλασθείς από γης και λαβών το εμφύσημα εζωογονήθη.» (Επιφανίου, Πανάριον κεφ. 4)

«τι πσαι α ψυχα μα εσιν ν τρπον ψυχ το πατρς οτως κα ψυχ το υο μα εσιν ψυχ μαρτνουσα ατη ποθανεται.» (Ιεζ. 18:4)

«Κα π πσ ψυχ τετελευτηκυίᾳ οκ εσελεσεται π πατρ ατο οδ π μητρ ατο ο μιανθσεται.» (Λευ. 21:11 Ο΄)

«Πσα ψυχ ξουσίαις περεχούσαις ποτασσέσθω.» (Ρωμ. 13:1)

«ποστείλας δ ωσφ μετεκαλέσατο ακβ τν πατέρα ατο κα πσαν τν συγγένειαν ν ψυχας βδομήκοντα πέντε.» (Πράξ. 7:14)

«…λέγων γερθες παραλάβε τ παιδίον κα τν μητέρα ατο κα πορεύου ες γν σραήλ· τεθνήκασιν γρ ο ζητοντες τν ψυχν το παιδίου.» (Ματθ. 2:20)

«Και επεν Σαμψών αποθανέτω ψυχ μου μετ λλοφλων.» (Κρ. 16:30)


«Καὶ ὃς ἂν πατάξῃ κτῆνος καὶ ἀποθάνῃ ἀποτεισάτω (=να ανταποδώσει) ψυχὴν ἀντὶ ψυχῆς.» (Λευ. 24:18)


Βλέπουμε λοιπόν ότι οι εβραϊκές βιβλικές αναφορές και ο αντιαιρετικός Επιφάνιος, αντικρούουν την πλατωνίζουσα Ανατολική πίστη περί αθανασίας της ψυχής, όπως αυτή διατυπώνεται και σε νεκρώσιμη ακολουθία (Εξοδιαστικό) ιερομονάχων του 16ου αιώνα.

«Ο Θεός ημών ο δημιουργός και ευεργέτης απάσης της κτίσεως ο κατασκευάσας τον άνθρωπον εκ σώματος αισθητού τε και χοϊκού και νοεράς και αθανάτου ψυχής …»[19].

Ο Αριστοτέλης ομοίως αντικρούει τον Πλάτωνα λέγοντας ότι: «Ότι μεν ούν ουκ έστιν η ψυχή χωριστή του σώματος, ή μέρη τινά αυτής – ή μεριστή πέφυκεν – ουκ άδηλον»[20].


Το δόγμα της «αθανασίας της ψυχής» είναι άμεσα συνδεδεμένο με την δοξασία της μετεμψύχωσης, όπου η ψυχή μετά τον θάνατο του σώματος αναχωρεί και εισέρχεται σε άλλο σώμα ανθρώπου, ζώου ή φυτού, μέχρι να γίνει η κάθαρση της και να επιστρέψει στην προ της πτώσεως της κατάσταση. Η άποψη αυτή μαζί με την πλατωνίζουσα «χριστιανική» άποψη ότι ο «θνητός» άνθρωπος έχει μέσα του μία νοερά αθάνατη υπόσταση που ή θα απολαύσει μακαριότητα ή θα βασανίζεται αδιαλείπτως από τον δήμιο «τριαδικό Θεό» μετά τον θάνατο του σώματος, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον όρο «θνητός» και με την αποστολική ρήση ότι ο Θεός είναι «ο μόνος έχων αθανασία» και με το «δει.. το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν». Ο Θεός λοιπόν σύμφωνα με τις θρησκευτικές απόψεις έπλασε τον άνθρωπο με σκοπό να τον βασανίζει αιωνίως εάν δεν υποταχθεί στις τρεις υποστάσεις του.

Το πλήρωμα του Θεού κατά τους Γνωστικούς


Κατά την εκδοχή του Αιγύπτιου Βαλεντίνου, ενός εκ των θεωρουμένων «πατέρων» του Γνωστικισμού, στον αρχέτυπο κόσμο εκπορεύτηκαν εκ του Αληθινού, Άρρητου, Αγαθού και Υπερβατικού Θεού, τριάντα, αρσενικές και θηλυκές πνευματικές οντότητες οι «Αιώνες» με ιεραρχική τάξη. Οι Αιώνες δημιούργησαν ερωτικά ζεύγη «αρρενοθήλειες ενότητες», από τα οποία προήλθαν άλλοι κατώτεροι ιεραρχικά Αιώνες. Όλοι οι Αιώνες συγκροτούσαν το πλήρωμα του Θεού.

Η εκδοχή του Βαλεντίνου για το πλήρωμα του Θεού, συγγενεύει α) με τις εκπορεύσεις «Σεφιρότ» που αναφέρουν τα απόκρυφα κείμενα της Καμπάλα και το καμπαλιστικό δένδρο της ζωής β) με το Λάβδωμα ή Τετρακτύς των Πυθαγορείων και το αρχαιοελληνικό δένδρο της ζωής και γ) με την θεογονία του Ησίοδου, σύμφωνα με τον Επιφάνιο.

Ο «Αιώνας Ιησούς» των Γνωστικών


Ο τελευταίος Αιώνας του πληρώματος, η Σοφία, δυσαρεστημένη για την κατάταξη της, επιθυμεί να ενωθεί με τον Άρρητο. Εκείνος την ωθεί να ενωθεί με την προβολή του, το «Νου» και έτσι γεννιόνται δύο νέοι Αιώνες, ο Χριστός και το Άγιο Πνεύμα. Η αταξία αποκαθίσταται με την γέννηση του Αιώνα Ιησού, που διασπά τον Αιώνα Σοφία σε δύο, την Ουράνια και την Χθόνια ή Αχαμώθ. Η «Σοφία Αχαμώθ», εκβάλετε από το πλήρωμα του θεού και γεννά τον κακό θεό, τον ερμαφρόδιτο Ιαλδαβαώθ ή Σάκλα, που σημαίνει Υιός του Χάους και τον παρουσίαζαν ως λεοντόμορφο Φίδι. Αυτός μη γνωρίζοντας ότι υπάρχει άλλος θεός ανώτερος του, δημιουργεί τον παρόντα υλικό κατώτερο και ελλαττωματικό κόσμο. Για τους Γνωστικούς αυτός ήταν ο θεός της Π.Δ., θέση κατεξοχήν αντι-ιουδαϊκή, που τους οδήγησε να τιμούν τους απειθείς χαρακτήρες της βιβλικής αφήγησης. Για τους σύγχρονους θεόσοφους, ο Ιαλδαβαώθ είναι ο αληθινός τέλειος Όφις, ο επτακέφαλος θεός (το θηρίο της Αποκάλυψης με τα επτά κεφάλια).

Αξιοσημείωτο είναι ότι σε όλες τις παραλλαγές των Γνωστικών μύθων, ανιχνεύεται η προ-εγκόσμια γέννηση του «Αιώνα Ιησού», που έχει πνευματική συγγένεια με την φιλοσοφική «πατερική σκέψη» της προ-εγκόσμιας και προαιώνιας ύπαρξης του Υιού, του δευτέρου προσώπου / Θεού, του Μυστηρίου της «Τρισυπόστατης Μονάδας», όπως ορίζεται στο σύμβολο της πίστεως «τν κ το Πατρς γεννηθέντα πρ πάντων τν αώνων». Σύμφωνα δε πάντα με την «πατερική σκέψη» ο Υιός αν και είναι «γεννητός» προ πάντων των αιώνων συγχρόνως είναι και «συνάναρχος» με τον Πατέρα, αν και είναι «ομοούσιος(ν) τω πατρί» συγχρόνως είναι και υπερούσιος !!!!

Υπερούσιος


«Υπερούσιος χαρακτηρίσθηκε από τους θεολογούντες των πρώτων μετά Χριστόν χρόνων ο Θεός (Χριστιανισμός) ως «επέκεινα της ουσίας κείμενος», (Ιουστίνος, Μέγας Αθανάσιος, Ιωάννης ο Δαμασκηνός κ.ά.).

Ως Υπερούσιος όμως, ανυμνείται από τους υμνογράφους της Χριστιανικής Εκκλησίας και ο Χριστός, το δεύτερο πρόσωπο της Τριαδικής Θεότητας «Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει ... κλπ.»[21].

Στους Νεοπλατωνιστές, οι οποίοι είχαν αποδεχτεί το δόγμα του ζωροαστρικού δυισμού[22], ανήκει και το έργο του Ιάμβλιχου «περί Αιγυπτίων μυστηρίων» όπου αναφέρεται ότι από τον Ένα υπερβατικό θεό ξεπρόβαλε ένας δεύτερος θεός που ήταν «προούσιος και αρχή της ουσίας (των όντων)»[23] και ο θεός των υποδεέστερων ενδιάμεσων θεών.

Προούσιος= ο προ πάσης ουσίας (ύλης) υπάρχων (Lexigram)

Οι καθηγητές της φιλοσοφίας Βασίλης Κάλφας και Γιώργος Ζωγραφίδης αναφέρουν ότι:

«Στην κρυπτική έκφραση πέκεινα τς οσίας στηρίχθηκε η πεποίθηση ότι ο Πλάτων ανέπτυξε μια «άγραφη» φιλοσοφία, μαθηματικής έμπνευσης, μόνο για τους μυημένους της Ακαδημίας, συστατικό στοιχείο της οποίας είναι η οντολογική πρόταξη του Αγαθού (που ταυτίζεται με το Ένα), και η παραγωγή των Ιδεών και των μαθηματικών οντοτήτων από αυτό. Όπως και να έχουν τα πράγματα, η τοποθέτηση του Αγαθού πέκεινα τς οσίας δεν παύει να σημαίνει και κάτι πιο απλό: ότι, για τον Πλάτωνα, όλη η γνώση έχει ηθική θεμελίωση, ότι η ηθική προηγείται της γνωσιολογίας»[24].

Κρυπτικός = ο επιτήδειος εις το κρύπτειν ή κρύπτεσθαι, κρυψίνους, υποκριτής (Λεξ. Σκαρλάτου Δ. Βυζαντίου)

Ο φιλοσοφικός κρυπτικός όρος υπερούσιος «επέκεινα της ουσίας» ή προούσιος που αναφέρεται στο δεύτερο δημιουργό θεό της αιγυπτιακής Μυθολογίας και στο δεύτερο πρόσωπο/θεό της επιβεβλημένης «Τρισυπόστατης Μονάδας», είναι ανύπαρκτος στην «αποστολική σκέψη», το αντίπαλο στρατόπεδο της «πατερικής σκέψης». Η «πατερική σκέψη» αποκρυστάλλωσε και ερμήνευσε όχι τους Αποστόλους αλλά την εξελιγμένη «πλατωνική σκέψη» η οποία θέτει ως δημιουργό των όντων ένα δεύτερο «προούσιο» θεό που προβλήθηκε από τον Πρώτο.


Η ανθρωπογονία των Γνωστικών


Βοηθοί του κακού θεού ήταν τα ποιήματά του οι «Άρχοντες» ή οι 360 «Άγγελοι» σύμφωνα με τους Σηθιανούς, οι οποίοι και ποίησαν τον βιβλικό χοϊκό Αδάμ (= άνθρωπο), κατά την εικόνα του αρχέτυπου ερμαφρόδιτου τέλειου και μεγαλώνυμου πνευματικού ανθρώπου[25], που ήταν η αντανάκλαση του επίσης αρρενοθήλυ υπέρτατου θεού τον οποίον ονόμαζαν Μητροπάτορα (= Μητέρα και Πατέρα όλων) και ήταν ο Πιγεραδάμας ή Γεραδάμας. Για τους Ναασηνούς ο αρχέτυπος άνθρωπος ήταν τριφυής (σώμα, ψυχή, πνεύμα) και τον ονόμαζαν Αρχάνθρωπο ή Άνωθεν άνθρωπο ή Αδάμαντα. Οι Μανιχαίοι τον ονόμαζαν «Πρώτο Άνθρωπο». Οι Καμπαλιστές και οι σύγχρονοι θεοσοφιστές Νεογνωστικοί, τον ονομάζουν Αδάμ Κάδμων. Και στην ελληνική Μυθολογία όπου περιγράφονται τα «αρχέγονα ελληνικά μυστήρια» τον ονομάζουν Πρατόλαο.

Ο Ιαλδαβαώθ με την άδεια της μητέρας του «Σοφία Αχαμώθ», κενώνεται από την δύναμή του εμφυσώντας στον χοϊκό Αδάμ πνοή ζωής, η οποία όμως περιείχε τα θεϊκά στοιχεία της μητέρας του. Έτσι ο άνθρωπος απέκτησε θεία σπίθα και συνείδηση θεϊκής καταγωγής από το πλήρωμα της θεότητας, την οποία όμως ο Ιαλδαβαώθ την φυλάκισε με τα δεσμά της λήθης. Η μόνη ελπίδα «αυτοσωτηρίας» του ανθρώπου ήταν η αφύπνιση της εσωτερικής θείας σπίθας, μέσω της απόκρυφης ενορατικής γνώσης και η ανάκτηση της μνήμης της, θέση συγγενής με τους σύγχρονους θεόσοφους και τον Πλάτωνα που δίδασκε ότι «η γνώση είναι ανάμνηση».

Η θεία σπίθα των Γνωστικών συγγενεύει και με τον μύθο του Τιτάνα Προμηθέα, ποιητή του ανθρώπου από πηλό και φωτιά, που περιέγραφε την μαγική εκείνη στιγμή, που ανεφλέγει πνευματικά, με την βοήθεια της θεάς της σοφίας Αθηνάς, η νοητική σπίθα στον άνθρωπο, διακρίνοντας τον από το υπόλοιπο «άλογο» ζωικό βασίλειο[26].

Η ενσάρκωση του «Αιώνα Ιησού» κατά τους Γνωστικούς


Στην συνέχεια ο Γνωστικός «πατέρας» Βαλεντίνος μας παραδίδει την ακόλουθο ψευδή γνώση: Ο Αιώνας Ιησούς, ενσαρκώνεται (ντύνεται με υλικό σώμα) και γίνεται ο (τέλειος) άνθρωπος Ιησούς.

Η «σκέψη» του Βαλεντίνου, συγγενεύει με την «σκέψη» των Απολογητών που έλεγαν: «η δε πρώτη δύναμις μετά τον Πατέρα πάντων και Δεσπότην Θεόν και υιός ο λόγος εστίν ος τίνα τρόπον σαρκοποιηθείς άνθρωπος γέγονεν»[27], καθώς και με την αποκαλυπτική «πατερική σκέψη» της ενσάρκωσης του προ-υπάρχοντος Υιού σε τέλειο άνθρωπο.

Μετά ο Αιώνας Χριστός εμφανίζεται στους ανθρώπους με την μορφή του ανθρώπου Ιησού (που ήταν η ενσάρκωση του Αιώνα Ιησού), στον οποίον και είχε ενοικήσει (ο Αιώνας Χριστός) κατά την βάπτιση του στον Ιορδάνη ποταμό, με σκοπό να τους επαναφέρει στο πνευματικό φως και στη συνέχεια εγκαταλείπει τον άνθρωπο Ιησού, πριν την σταύρωση του. Ο σταυρικός θάνατος του Ιησού, για τους Γνωστικούς δεν σώζει, αλλά ήταν η απελευθέρωση του Αιώνα Ιησού από το υλικό του σώμα.


Σκοπός του ενσαρκωμένου Αιώνα Ιησού ήταν:


Η αφύπνιση και σωτηρία της εκπεσούσης ψυχής, του θείου στοιχείου του ανθρώπου, μέσω της διαφώτισης του Αιώνα Χριστού, που το πετύχαιναν οι «πνευματικοί» ανακτώντας την μνήμη των προτέρων. Έτσι οι «πνευματικοί» δια της γνώσεως αυτοσώζονται, γίνονται δηλαδή Γνωστικοί και εισέρχονται στο πλήρωμα του θεού.

Η αποκατάσταση της ενοφυλίας ή αφυλίας κατά το αιώνιο αρχέτυπο του ερμαφρόδιτου πνευματικού ανθρώπου.

Η κατάλυση της εξουσίας του κακού θεού της Π.Δ.

Η καταστροφή του ελλαττωματικού υλικού κόσμου και των «σαρκικών / υλικών» ανθρώπων μέσω της εκπύρωσης ή μέσω διάλυσης.

Η αποβολή των «ψυχικών» εκ του θείου πληρώματος.

Η αποκατάσταση της θείας τάξης, εντός του πληρώματος του θεού.

Ο «Αιώνας Χριστός» λοιπόν δια του «ενσαρκωμένου Αιώνα Ιησού» παρέχει την γνώση για την αυτοσωτηρία των «πνευματικών» ανθρώπων, και διασώζει και το «θείο πλήρωμα».

Εκπύρωση


Αξιοσημείωτο είναι ότι η δοξασία της «Παλιγγενεσίας» του Ηράκλειτου και των Στωικών, οι οποίοι υποστήριζαν την «κυκλική πορεία του σύμπαντος προς την αιωνιότητα» μέσω επαναλαμβανομένων πανομοιότυπων αναγεννήσεων των ορατών, που λάμβαναν χώρα μετά από κάθε εκπύρωση[28], είχε επίδραση στα περισσότερα θρησκευτικά και φιλοσοφικά συστήματα. Επίδρασε επίσης και στην «πατερική σκέψη» με την διαφορά ότι η τελευταία υποστηρίζει την «ευθύγραμμη πορεία του σύμπαντος» και προσμένει γεγονότα που νομοτελειακά θα επιφέρουν, δια του πυρός, το τέλος της ιστορίας των αισθητών».

Ακόμα, διαμόρφωσε την σύγχρονη «Σύμμορφη κυκλική κοσμολογία», ορισμένων αστροφυσικών (comformal cyclic cosmology ή CCC), οι οποίοι θεωρούν το Πυρ ως την αποκορύφωση της ζωτικής δύναμις που θα επιφέρει το τέλος του σύμπαντος, για να ακολουθήσει μία νέα Μεγάλη έκρηξη (Big bang) που θα δημιουργήσει ένα νέο σύμπαν.

Ενσάρκωση (incarnation)


Οι Γνωστικοί ασχολούνταν με την αρχαία Φιλοσοφία και Μυθολογία, την οποία και είχαν ως δεξαμενή σκέψης. Έτσι είχαν υιοθετήσει την αντιβιβλική άποψη της ενσάρκωσης και μετενσάρκωσης, που ήταν πάγια διδασκαλία των Ορφικών, των Πυθαγόρειων, των Πλατωνικών, των λατρών του Διόνυσου κ.ά., που πίστευαν, ότι οι αθάνατες ψυχές των ανθρώπων ήταν πνεύματα, που εξέπεσαν από τον ουρανό στην γη (κάθοδος της ψυχής εντός της ύλης) λόγω ακαθόριστης αμαρτίας και για τιμωρία ενσαρκώθηκαν, ντύθηκαν δηλαδή με υλικό σώμα και έκτοτε το ζητούμενο είναι ο εξαγνισμός μέσω πολλών μετενσαρκώσεων και η αποκατάσταση στην αρχική τους προέλευση. Η πτώση της ψυχής από την ουράνια μακαριότητα μέσα στο γήινο σώμα, συμβολίζεται κατά τον Ιουδαίο φιλόσοφο Φίλωνα, από τους δερμάτινους χιτώνες, που έδωσε ο Θεός στον Αδάμ και στην Εύα να φορέσουν, πριν τους εκβάλει, από τον Κήπο της Εδέμ. Κατά τον ίδιο, η εκπεσούσα ψυχή και η φυλάκιση της στο γήινο σώμα μοιάζει με την υποδούλωση των Εβραίων στην Αίγυπτο και πρέπει να επιδιώκει την έξοδο της.

Επίσης στους «Χαλδαϊκούς Χρησμούς» αναφέρεται ότι:

«Όσον αφορά την υπόσταση της ψυχής, αυτή έχει ένα διαμεσολαβητικό και αναγωγικό ρόλο. Με την κάθοδο της στα σώματα καθίσταται δέσμια της ύλης, χωρίς όμως να παύει να αποτελεί μία ρευστή πραγματικότητα, διατηρώντας ένα μη πεπτωκός τμήμα της στο νοητό κόσμο. Τελικά, προορίζεται να ανέλθει στον τόπο προέλευσής της, στον ουράνιο θόλο, ξεφεύγοντας από τη λήθη των αισθητών.»[29]

Η γνωστική ιδέα της ενσάρκωσης, του αρχέτυπου Αιώνα Ιησού στον γήινο άνθρωπο Ιησού, μαρτυρείται από αντιαιρετικές πηγές και στο πρόσφατα ανακαλυφθέν γνωστικό απόκρυφο ευαγγέλιο του Ιούδα. Σε αυτό φαίνεται ότι ο «προδότης» Ιούδας κατείχε ιδιαίτερη γνώση και η προδοσία του ήταν λυτρωτική ενέργεια, για να ελευθερωθεί το ενσαρκωμένο Πνεύμα του Ιησού, από το υλικό στοιχείο και να επιστρέψει στο πλήρωμα του θεού. Σύμφωνα πάντα με το απόκρυφο κείμενο, ο Ιησούς είπε στον Ιούδα «Εσύ θα θυσιάσεις τον άνθρωπο που με ενδύει»[30].

Την θεωρία της ενσάρκωσης του «Φιλοσοφικού Ιησού», άντλησε από την ίδια δεξαμενή σκέψης της Φιλοσοφίας και της Μυθολογίας και η «πατερική σκέψη» και τα συγγενή της δόγματα που ομολογούν πίστη στον «ενσαρκωμένο Υιό», παραποιώντας το «εγένετο», της αποστολικής ρήσης «ο λόγος σαρξ (= σώμα) εγένετο» που είναι μέση φωνή, αόρ. β΄ του ρήματος «γίγνομαι» σε «ενσαρκώθηκε».

Γίγνομαι = γεννώμαι || έρχομαι εις το είναι, γίνομαι || είμαι. (Λεξ. Σταματάκου)

Εν-σαρκώνω= υλοποιώ || δίδω υλικήν υπόσταση εις τινα || ενσωματώνω || μετενσαρκώνω || μετεμψυχώνω. (Λεξ. Σταματάκου)

Επηρεασμένοι βαθιά από την γνωστική δοξασία της ενσάρκωσης του «Αιώνα Ιησού», οι «πατέρες» της «Καθολικής Ρωμαϊκής Εκκλησίας» και οι συναφείς ομολογίες, αρνούνται, ότι ο Ιησούς Χριστός ήταν ο «προκεχειρισμένος» (= ορισμένος εκ των προτέρων, προορισμένος), αληθινός Υιός του Θεού που γεννήθηκε εν χρόνω, 100% εκ Πνεύματος Αγίου.

«Το δ ησο χριστο γένεσις (όχι η ενσάρκωση) οτως ν. μνηστευθείσης τς μητρς ατο Μαρίας τ ωσήφ, πρν συνελθεν ατος ερέθη ν γαστρ χουσα κ πνεύματος γίου». (Ματθ. 1:18)

Αντ’ αυτού, αντιγράφοντας τους μύθους του Γνωστικισμού, ευαγγελίζονται, ότι ο προαιώνιος Υιός, κατέβηκε από τον ουρανό και ενσαρκώθηκε (ντύθηκε με χοϊκό σώμα) «κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπίσαντα», όπως ορίζεται στο πατερικό σύμβολο της πίστεως. Η δήλωση αυτή είναι μυθολογική και κατά την «πατερική σκέψη» εμπλέκει τρία μέρη, α) τον προ-υπάχοντα Υιό, β) το Πνεύμα το Άγιο και γ) την θνητή Μαρία. Παραπέμπει όμως σε σύζευξη ουρανού και γης, συγγενεύοντας έτσι με την μυθική ένωση του θεού Ουρανού που ήταν κατοικία των θεών και το πρώτο μυθικό αρσενικό στοιχείο και της θεάς Γαίας την «μητέρα των μακάρων και των θνητών ανθρώπων» που στην μυθική κοσμογονία συμβολίζει την υλική πλευρά του κόσμου[31].

Ο θεολόγος και καθηγητής της πατρολογίας, αείμνηστος Παναγιώτης Χρήστου, στο άρθρο του «Ενοφυλία το ιδεώδες των Γνωστικών» αναφέρει:

«Γενικώς εις τα συστήματα των Γνωστικών δύο θεότητες προεδρεύουν των θείων και των εγκοσμίων, μία άρρην και μία θήλεια. Η πρώτη περικλείει το ουράνιον στοιχείον, η Δευτέρα το γήινον είναι ο ουρανός και η γη της παλαιάς ελληνικής θρησκείας.»[32]


Οι δύο φύσεις του Ιησού

Η συνδυαστική αυτή γνωμάτευση των συνοδικών πατέρων, ότι ο προ-υπάρχων δεύτερος θεός (ο Υιός) ενσαρκώθηκε «εκ πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου» [άρα ο Ιησούς δεν ήταν ο Υιός του Θεού αλλά η ενσάρκωση του προ-υπάρχοντος δεύτερου θεού-Υιού] οδήγησε αναπόφευκτα και στην όχι καινοφανή ιδέα των δύο φύσεων του Ιησού, που είναι πνευματική κληρονομιά της Μυθολογίας, την οποία αφελώς ασπάζονται και τα πνευματοληπτικά κινήματα της Πεντηκοστής που είναι γεννήματα αμερικανικών χριστιανικών σιωνιστικών κέντρων, καθώς και τα λοιπά της Διαμαρτύρησης.

Ήδη στον μυστικιστικό Ερμητισμό μεταφυσικό σύστημα και ένα σώμα συστηματοποιημένων, μαγικών, αστρολογικών και αλχημικών πρακτικών») συναντάμε την ιδέα των δύο φύσεων του εκπεσόντος στον φυσικό κόσμο αρχέτυπου ανθρώπου.

«Και ο ίδιος ο (αρχέτυπος) άνθρωπος, θαυμάζοντας την εικόνα του, ερωτεύεται τον εαυτό του και θέλει να κατοικήσει στη γη. Έτσι έχουμε την πτώση του ανθρώπου και η φύση τον περισφίγγει από παντού. Και εξ αιτίας της πτώσης του ο άνθρωπος έχει διπλή φύση: θνητός ως προς το σώμα και αθάνατος ως προς την ουσία, δούλος και ταυτόχρονα κυρίαρχος της Ειμαρμένης που τελικά προσδιορίζεται από όλες τις σφαίρες»[33].

Ακόμα, σύμφωνα με την αποκρυπτογράφηση του δίσκου της Φαιστού , ο Έλληνας, ως αληθινός γιος του θεού, γεννιέται από γήινη μήτρα και ουράνιο σπέρμα.

Στο έργο του Αισχύλου «Προμηθεύς ο Δεσμώτης», ο Προμηθέας προλέγει ότι ο Λυτρωτής του, «ο λύσων», θα γεννηθεί από Θεό και την θνητή παρθένο Ιώ[34].

Επίσης ο Διόνυσος που οι αρχαίοι Έλληνες τον αποκαλούσαν «Σωτήρα», «πάσχων θεός» και «θείο βρέφος» είχε και αυτός διττή φύση, αφού ήταν γέννημα της σύζευξης του θεού Δία (ουράνιο πρωταρχικό πυρ) και της θνητής νύμφης Σεμέλης (γήινη ουσία), ήτο δε και τρίγονος (τρις φορές γεννηθείς), ο Διόνυσος-Φάνης, ο Διόνυσος- Ζαγρέας και ο αναστημένος Διόνυσος που κλήθηκε από τον Δία να βασιλεύσει.

Ο μέγιστος των Ελλήνων μυθικών ηρώων Ηρακλής που οι γονείς του ήταν ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων Δίας και η θνητή Αλκμήνη είχε και αυτός δύο φύσεις, και πολλοί άλλοι.


Επίσης στην Μυθολογία απαντάται και άλλη μορφή διττής φύσεως αυτή του Μιξάνθρωπου (=κατὰ τὸ ἥμισυ ἄνθρωπος καὶ κατὰ τὸ ἥμισυ κτῆνος, Θεμίστ. 284Α, πρβλ. Λιβάν. 3. 282.) (Liddell-Scott). Ένας από αυτούς ήταν και ο μυθικός Τυφώνας γιός της Γαίας.


Σύντομο ιστορικό της «ένωσης των δύο φύσεων του Ιησού» σε ένα πρόσωπο

Οι Οικουμενικές σύνοδοι, σκόπευαν στην εύρεση, από τους επισκόπους της Αυτοκρατορικής θρησκείας, καταπραϋντικών και συμβιβαστικών λύσεων στις εσω-εκκλησιαστικές διαμάχες τους, αφού πλήθος Γνωστικών και άλλων «αιρετικών» διετέλεσαν, για αρκετό καιρό, μέλη της «επίσημης Εκκλησίας». Πολλές φορές η επίλυση των δογματικών ερίδων γινόταν μέσα σε «ατμόσφαιρα τρομοκρατίας», με δωροδοκίες και φανατικούς οπλισμένους μοναχούς που λεηλατούσαν τις αντίπαλες εκκλησίες φονεύοντας τους επισκόπους των. Έτσι το Χριστολογικό δόγμα της σύνθετης φύσης του Ιησού σε μία υπόσταση, διατυπώθηκε το 451 μ.Χ. από την Δ΄ Οικουμενική της Χαλκηδόνας, που συγκάλεσε το Ρωμαϊκό αυτοκρατορικό ζεύγος Μαρκιανού και Πουλχερίας, με σκοπό να αντιμετωπισθεί η εριστική διδαχή του αρχιμανδρίτη Ευτυχίου, συνεργάτη του Κυρίλλου της Αλεξανδρινής σχολής, που υποστήριζε ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού απορροφήθηκε μέσα στη θεία και επομένως, ο Ιησούς είχε μία μόνο φύση τη θεϊκή. Έτσι αντί της «απορρόφησης» της μιας φύσεως από την άλλη, επικράτησε η «ένωση» των φύσεων σε μία υπόσταση, που υποστήριξε η σχολή της Αντιόχειας. Η νέα συνοδική φόρμουλα, για τη ταυτότητα της φύσης του Ιησού, επέφερε σχίσμα και οι εκκλησίες που αποσχίστηκαν ονομάστηκαν Αντιχαλκηδόνιες.

Όρος της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, σε απόδοση

«Η ένωση των δύο φύσεων στον Χριστό έγινε έτσι ώστε αυτές να μη συγχέονται, να μη μεταβάλλονται να μη καταμερίζονται, να μη διαιρούνται, χωρίς (όμως) καθόλου να καταργείται η διαφορά των δύο φύσεων εξαιτίας αυτής της ένωσης, η οποία συντελέστηκε με τέτοιο τρόπο, που να διατηρεί η κάθε φύση τις ιδιότητες, αλλά και να είναι (και οι δύο) ενωμένες σ΄ ένα πρόσωπο και σε μία υπόσταση». Πηγή


Ο βιβλικός Ιησούς

Οι Απόστολοι δίδαξαν, ότι η Εβραία δούλη του Θεού Μαριάμ, έτεκε τον Ιησού, τον οποίον είχε συλλάβει θαυματουργικά, χωρίς την βιολογική συμμετοχή της. Αυτό που είχε γεννηθεί μέσα της ήταν εκ Πνεύματος Αγίου.

«το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματός έστιν Αγίου.» (Ματθ. 1:20)

«Κα ποκριθες γγελος επεν ατ· Πνεμα γιον πελεύσεται π σ κα δύναμις ψίστου πισκιάσει σοι· δι κα τ γεννώμενον γιον κληθήσεται υἱὸς Θεο(Λουκ. 1:35)

Οι φύσεις είναι ξεχωριστές και διακριτές και δεν συν-θέτονται, παρεκτός στην Μυθολογία. Ο Ιησούς δεν είχε δύο γονείς, πατέρα και μητέρα, όπως ο βιολογικός άνθρωπος και οι μυθικοί θεάνθρωποι, ούτε είχε δύο φύσεις ενωμένες σε μία υπόσταση, μία βιολογική γήινη και μία επουράνια, αλλά ήταν ολόκληρος «Γέννημα» εκ θελήματος του ουράνιου Πατέρα, ο οποίος έμενε μέσα στον Υιό Του και ο Υιός έμενε μέσα στον Πατέρα Του[35].

«Εάν δεν κάμνω τα έργα του Πατρός μου, μη πιστεύετε εις εμέ· αλλ' εάν κάμνω, αν και εις εμέ δεν πιστεύητε, πιστεύσατε εις τα έργα, διά να γνωρίσητε και πιστεύσητε ότι ο Πατήρ είναι εν εμοί και εγώ εν αυτώ». (Ιωάν. 10:37-38)


Ο Ιησούς ήταν «ο άρτος ο ζων ο εκ του ουρανού καταβάς», «η εικόνα του αοράτου Θεού», «ο Αρχηγός της ζωής», «ο Υιός (το Γέννημα) της αγάπης του Θεού», «απαύγασμα της δόξης και χαρακτήρ της υποστάσεως Αυτού», «ο Ζωντανός, αληθινός Ναός του Θεού». Ο Ιησούς ήταν η απτή, η ορατή, η ζωντανή εικόνα του Πατέρα, το απαύγασμα της δόξας του Θεού του αοράτου που είναι « μόνος χων αθανασίαν».

Ο Ιησούς δεν ήταν η φανέρωση της αισθητής, ορατής υπόστασης, του θνητού χοϊκού ανθρώπου, τον οποίο ο Θεός εποίησε κατά εικόνα Θεού «ν εκνι θεο ποησα τν νθρωπον» (Γεν. 9:6, Ο') και ο οποίος ήταν «τύπος του μέλλοντος», που σημαίνει ότι ο χοϊκός θα λάβει την εικόνα του «επουράνιου Ιησού».

Ο Ιησούς ήταν η φανέρωση της αόρατης και αθάνατης Υπόστασης του Αιώνιου Θεού και λειτουργούσε (μιλούσε, άκουε, ενεργούσε, ζωοποιούσε) ακριβώς όπως ο Πατέρας Του γιατί ήταν ο Ίδιος ο Αληθινός Θεός και η Ζωή η Αιώνια και όχι ένας δεύτερος θεός που έγινε θεάνθρωπος «την δόξαν μου ετέρω ου δώσω». (Ησ. 42:8)

«ο πιστεύεις τι γ ν τ πατρ κα πατρ ν μοί στιν; τ ήματα γ λέγω μν π' μαυτο ο λαλ, δ πατρ ν μο μένων ποιε τ ργ ατο.» (Ιωάν. 14:10)

Ο «Λόγος» δεν πήρε σάρκα, αλλά έγινε σάρκα «Ο Λόγος σαρξ εγένετο» και έτσι, φάνηκε, έγινε ορατός ο Ένας Θεός της Π. Διαθήκης «ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί», «η Ζωή εφανερώθη».

Αυτός που κατέβηκε από τον ουρανό δεν ήταν ο ενδιάμεσος θεός του Πλάτωνα και των Γνωστικών, ούτε ο δεύτερος θεός των Απολογητών, των Ερμητιστών και των «πατέρων της Καθολικής Εκκλησίας» αλλά ήταν ο Πατέρας Θεός με σώμα εξ ουρανού που το γέννησε ο Ίδιος. Όποιος έβλεπε το σώμα του Ιησού έβλεπε τον Αιώνιο Θεό.



«Ο εωρακώς εμέ εώρακεν τον πατέρα (Ιωάν. 14:9)

«λλ' επον μν τι κα ωράκατέ με κα ο πιστεύετε.» (Ιωάν. 6:36)

Και στον Μωυσή είπε ο Θεός «κατέβην εξελέσθαι αυτούς» (από την Αίγυπτο) αλλά τότε κατέβηκε ασώματος, χωρίς σώμα, διότι ακόμη δεν είχε γεννήσει τον μονογενή Υιό Του. (Ιωάν. 2:21, 6:51, Πράξ. 7:34).

Ο Ιησούς, ο Χριστός, δεν ντύθηκε με χοϊκό σώμα

«Ο πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ἐξ οὐρανοῦ». (Α΄ Κοριν. 17:47)

«Σώματα επουράνια και σώματα επίγεια». Ο Αρχηγός της σωτηρίας Ιησούς, ο Χριστός, ο Λόγος της ζωής, είχε ξεχωριστό / μοναδικό επουράνιο σώμα «ουκ εξ αιμάτων (ανθρώπων)» που η ταυτότητα του ήταν «η Ανάσταση» και «η Ζωή», «γ εμι νάστασις κα η ζωή».

Όταν ο Ιησούς ρώτησε σεις τίνα με λέγετε ότι είμαι; Ο Πέτρος δεν είπε ότι: Συ είσαι ο Υιός της Μαρίας, ούτε είπε: Συ είσαι ο ενσαρκωμένος Υιός του Θεού, αλλά είπε: «Συ είσαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος». Και ο Ιησούς του απάντησε: «Μακάριος είσαι, Σίμων, υιέ του Ιωνά, διότι σαρξ και αίμα δεν σοι απεκάλυψε τούτο, αλλ' ο Πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς». (Ματθ. 16:16-17)


Επίσης ο απόστολος Ιωάννης δεν κήρυξε "δυισμό" αλλά με έμφαση διακήρυξε ότι: «Ποιος, λοιπόν, είναι αυτός που νικά τον κόσμο παρά [μόνο] εκείνος που πιστεύει ότι [ο] Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού;». (Α΄ Ιωάν. 5:5)

Ο Ιησούς ήταν «ο Υιός του Πνεύματος, ο Υιός του Θεού» διότι τον γέννησε ο Αιώνιος Θεός / το Αιώνιο Πνεύμα. Δεν είχε, ούτε φόρεσε σώμα χοϊκού ανθρώπου. Απεναντίας ο χοϊκός άνθρωπος που είναι «τύπος του μέλλοντος», λαμβάνοντας τον Ιησού «θέλει φορέσει την εικόνα του επουρανίου».

«Οποίος ο χοϊκός, τοιούτοι και οι χοϊκοί, και οποίος ο επουράνιος, τοιούτοι και οι επουράνιοι και καθώς εφορέσαμεν την εικόνα του χοϊκού, θέλομεν φορέσει και την εικόνα του επουρανίου.» (Α΄ Κορ. 15:49)

Το σώμα του Ιησού δεν ήταν φαινομενικό, όπως πίστευαν οι Δοκητές, αλλά ήταν ορατό και ψηλαφούμενο, όπως και το μάνα εξ ουρανού ήταν ορατό και ψηλαφούμενο, με ίδιον, τίμιο αίμα.

«Εκείνο, το οποίον ήτο απ' αρχής, το οποίον ηκούσαμεν, το οποίον είδομεν με τους οφθαλμούς ημών, το οποίον εθεωρήσαμεν και αι χείρες ημών εψηλάφησαν, περί του Λόγου της ζωής.» (Α΄ Ιωάν. 1:1)

Εάν, με το φως της Κ. Διαθήκης, συγκρίνουμε το «εξ ουρανού» σώμα του Κυρίου Ιησού (Α΄ Κορ. 15:47) του δεύτερου ανθρώπου (Αδάμ=άνθρωπος), με το αισθητό, χοϊκό σώμα του πρώτου ανθρώπου, παρατηρούμε ότι το σώμα του Ιησού, ήταν ομοίωμα/απεικόνισμα του αισθητού σώματος της αμαρτίας (σάρκας) του χοϊκού ανθρώπου και όχι απαύγασμα της δόξας του ή χαρακτήρας της υπόστασης του.

Άλλωστε ο Ησαΐας φωνάζει «πάσα σαρξ χόρτος και πάσα δόξα ανθρώπου ως άνθος χόρτου». (40:6). Και ο Ιώβ λέει: «βροτός δε γεννητός ίσα όνω ερημίτη». (11:12, Ο')

Τι είναι το ομοίωμα

Ομοίωμα = το, πράγμα τι έχον ομοιότητα προς άλλο, απεικόνισμα (Λεξ. Liddell-Scott)

Απεικόνισμα= η ακριβής αναπαράσταση με εικαστικά μέσα (Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα)

Ομοίωμα = κάθε κατασκευή που μοιάζει εξωτερικά ως προς τη μορφή, το σχήμα κτλ. με κάτι άλλο, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο (ξύλινο / γύψινο ομοίωμα του Παρθενώνα), αντίγραφο. (Lexigram)

Ομοίωμα= αντικείμενο που κατασκευάστηκε έτσι ώστε να είναι όμοιο εξωτερικά με άνθρωπο, ζώο ή πράγμα, χωρίς όμως να έχει τις λειτουργίες του προτύπου του π.χ. μουσείο κέρινων ομοιωμάτων (Βικιλεξικό)

Τι είπαν οι Απόστολοι για την σάρκα /σώμα του Ιησού

«Τ γρ δύνατον το νόμου ν σθένει δι τς σαρκός, θες τν αυτο υἱὸν πέμψας ν μοιώματι σαρκς μαρτίας … » (Ρωμ. 8:3)

« …. εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος.» (Φιλ. 2:7)

«πε ον τ παιδία κεκοινώνηκεν αματος κα σαρκός, κα ατς παραπλησίως (= περίπου, σχεδόν ομοίως) μετέσχεν τν ατν». (Εβρ. 2:14)

Ο Ιησούς θεληματικά υπέφερε και δοκιμάστηκε κατά πάντα, όπως ο χοϊκός άνθρωπος υποφέρει και δοκιμάζεται, για να γίνει εύσπλαχνος και αξιόπιστος Αρχιερέας και θεληματικά γεύθηκε τον θάνατο υπέρ παντός ανθρώπου για να νικήσει τον θάνατο και ανέστη για να μας χαρίσει την Ζωή (Ιωάν. 3:13, 6:51, Ρωμ. 8:3, Πράξ. 20:28, Φιλιπ. 2:8, Εβρ. 2:16-17, 2:9, 4:15, 10:5, GR/Orthodox)

Η ενσάρκωση και η μετενσάρκωση, ήταν κυρίαρχη πίστη των ειδωλολατρών, των Γνωστικών και των ανατολικών θρησκειών


Όπως οι όροι ομοούσιος και υπερούσιος, έτσι και ο όρος ενσάρκωση είναι ανύπαρκτος στην Αγία Γραφή, απαντάται μόνο σε αρχαίες θρησκείες και φιλοσοφικές σχολές.

Στην αιγυπτιακή Μυθολογία, το νερό και ο ήλιος θεωρούνταν σύμβολα της ζωής, λόγω γεωγραφικής θέσης (Νείλος ποταμός, ηλιοφάνεια). Οι δε ηγεμόνες της Αιγύπτου (Φαραώ) ήταν η ενσάρκωση του Θεού στην γη και το επίκεντρο της θρησκευτικής λατρείας.

Στον Ινδουισμό, αβατάρ είναι η κάθοδος και η ενσάρκωση ανώτερων όντων στην γη, όπως ο αγέννητος και αθάνατος θεός Βισνού, που έχει στο ενεργητικό του πολυάριθμες ενσαρκώσεις, με μορφή ζώων, πουλιών, φυτών και ανθρώπων, με σκοπό να σώσει την ανθρωπότητα από το κακό και τις δαιμονικές δυνάμεις. Οι κυριότερες ενσαρκώσεις του Βισνού είναι με την μορφή του Ραμαγιάνα ή Ράμα και του Κρίσνα. Σε αναμονή είναι η αβατάρα του Κάλκιν, η ενσάρκωση του λευκού αλόγου, που θα αποκαταστήσει στη γη τον χρυσό αιώνα και θα φέρει την τελική απελευθέρωση του ανθρώπου και την ανακάλυψη της θείας φύσης του[36]. Ο Ινδουισμός έχει έξι (6) ορθόδοξα συστήματα, το αρχαιότερο φιλοσοφικό σύστημα αυτογνωσίας η Βεδάντα, θεωρεί, ότι το αισθητό είναι παραίσθηση (illusion), το δε σύμπαν κατά διαστήματα καταστρέφεται και αναδημιουργείται (Ηράκλειτος - Στωικοί).

Επίσης το θρησκευτικό ρεύμα των Αλαουίτων, που είναι κράμα ζωροαστρικών, χριστιανικών, μουσουλμανικών και γνωστικών δοξασιών, πιστεύει ότι η ενσάρκωση του Θεού ήταν ο Ιουδαίος Ιησούς του Ναυή, που κατέκτησε την γη του Ισραήλ, καθώς και ο τέταρτος χαλίφης Αλί, που δολοφονήθηκε από τους εχθρούς του Σουνίτες.

Οι οπαδοί του αποθανόντα Ινδού γκουρού Σάτυα Σάι Μπάμπα, τον υμνούν ως ενσάρκωση της Αγίας Τριάδας και της Αλήθειας, ως Κύριο της δημιουργίας και σωτήρα της ανθρωπότητας. Ο ίδιος πάντως είχε δηλώσει ως νέος, ότι ήταν η ενσάρκωση του πνευματικού δασκάλου Σάι Μπάμπα του Σίρντι.

Οι περισσότεροι δάσκαλοι και καθοδηγητές του Γνωστικισμού, όπως ο Σίμων και ο μαθητής του Μένανδρος, θεωρούσαν τους εαυτούς τους γνήσιες ενσαρκώσεις ανώτατων δυνάμεων[37].

Οι γνωστικοί Σηθιανοί, πήραν το όνομά τους από την λατρεία του Σήθ, υιού του Αδάμ, που πίστευαν ότι ήταν η ενσάρκωση του θεού και κατείχε την θέση του Χριστού.

Ακόμη και ο Πέρσης Μάνης, που ίδρυσε δική του θρησκεία, τον Μανιχαϊσμό, πίστευε ότι είναι η τελευταία ενσάρκωση του Χριστού και του Βούδα.

Ομοίως η αναδυόμενη νέα κινεζική θρησκεία «Του Παντοδύναμου Θεού», που υποστηρίζει ότι ο Χριστός των εσχάτων ημερών εμφανίστηκε στην Κίνα, υιοθετεί θεωρίες ενσαρκώσεων και άλλες γνωστικές αντιλήψεις.

Οι Μελχισεδεκιτές, της Φρυγίας και της Λυκαονίας, κράμα Ιουδαϊσμού και Χριστιανισμού, πίστευαν ότι ο Μελχισεδέκ ήταν η ενσάρκωση του Λόγου. Αυτοί κατά την Οθωμανική περίοδο εξισλαμίστηκαν βιαίως.

Οι Ιμαμίτες (Δωδεκατιστές), που είναι μέρος του Σιιτισμού[38], θεωρούν τους δώδεκα μεγάλους πνευματικούς καθοδηγητές (= Ιμάμηδες) ότι είναι η ενσάρκωση του θείου φωτός. Αναμένουν τον δωδέκατο μεσσιανικό Ιμάμη (Mahdi = ο ορθά καθοδηγούμενος), να έρθει στις έσχατες ημέρες του κόσμου, ως σωτήρας του Ισλάμ, έχοντας βοηθό του τον Χριστό που θα κατέβει από τον ουρανό για αυτό τον σκοπό (Δευτέρα Παρουσία) και θα κάνει όλους τους Χριστιανούς Μουσουλμάνους. Και ύστερα θα επέλθει η συντέλεια του κόσμου, η εκμηδένιση της ύλης, η Κρίση και η αιωνιότητα.

Σύμφωνα δε με τον Όμηρο και την ομηρική σχολή σκέψης, οι θεοί ενσαρκώνονταν και συμμετείχαν ενεργά στα ανθρώπινα δρώμενα και την ανθρώπινη ιστορία, όπως μας διδάσκουν και τα «Ομηρικά έπη», Ιλιάδα και Οδύσσεια.

Στα απόκρυφα βιβλία των Καμπαλιστών, τα οποία αποδεικνύουν για τους δύσπιστους, την ιστορικότητα του Ιησού, αναφέρεται ότι το πνεύμα του Ησαύ μπήκε μέσα στον Χριστό και γι΄ αυτό ήταν κακός και ο ίδιος ο Ησαύ.

Επίσης ο Ιώσηπος, λέει για τους ελληνίζοντες Φαρισαίους: «Όλες οι ψυχές, υποστηρίζουν, είναι άφθαρτες, αλλά η ψυχή των καλών μόνο περνά στο σώμα κάποιου άλλου, ενώ οι ψυχές των ασεβών υποφέρουν από ατελείωτη τιμωρία[39]».

Οι μυθολογικές δυαλιστικές ιδέες, περί πτώσης της αθάνατης ψυχής και ενσάρκωση της σε γήινο σώμα που παρομοιάζετο με σήμα (τάφο) απ΄ όπου έπρεπε να ελευθερωθεί και να επιστρέψει εξαγνισμένη στη ουράνια πατρίδα μέσω μετενσαρκώσεων «δόγμα της ανακυκλωτικής μετεμψυχώσεως», είχαν διεισδύσει σε όλες τις αρχαίες δοξασίες. Εάν εκλάβουμε δε ως έγκυρη την μαρτυρία του Επιφανίου «κατά Στωικών», όπου καταγγέλλει τις ιδέες αυτές ως «πλάνη και ασέβεια», φαίνεται, ότι και αυτοί οι Στωικοί, είχαν μεταπηδήσει στο ιδεολογικό στρατόπεδο του Πλατωνισμού.

«μεταγγισμος τε ψυχν κα μετενσωματσεις π σματος ες σμα, καθαιρομνων (= εξαγνισμένων) <ψυχν π> σωμτων δ' α πλιν εσδυουσν κα νπαλιν γεννωμνων, δι πολλς ατν πλνης τατην τν σβειαν παρυφανοντες. μρος δ θεο κα θνατον τν ψυχν γονται». (Επιφάνιος, Πανάριον, κατά Στωικών).

Η ιδεολογική «Ιερή Τριάδα» των Γνωστικών και οι συγγένειές της


Σύμφωνα με τους Σηθιανούς που ήταν κύριο ρεύμα του γνωστικισμού, από τον Μόνο, Υπερβατικό, Αγαθό Θεό του Φωτός, γεννιέται η Βαρβηλώ (όπως η Αθηνά από τον «Μητροπάτορα Δία»), η υπέρτατη Μητέρα-Πατέρας του παντός, που είναι θηλυκή και ανδρόγυνη, «η πρώτη σκέψη», «η εικόνα του», «το Άγιο πνεύμα», «ο τρις - άνδρας», «η πρώτη δόξα του αόρατου Πατέρα», «ο αιώνιος Αιώνας του άυλου κόσμου» και «ο πρώτος των μελλόντων».

Η Βαρβηλώ ατενίζοντας την υπέρτατη Μονάδα γέννησε τον Αυτογενή Υιό του φωτός, που ταυτίζεται με τον Χριστό. Οι Σηθιανοί της απέδιδαν τρεις ιερές υποστάσεις «Πατέρας - Μητέρα - Υιός», που είναι του Καλυπτού (κρυμμένου), του Πρωτοφανούς (πρωτοφανερωμένου) και του Αυτογενούς (αυτογέννητου)[40]. Από τις τρεις υποστάσεις αυτές αναφάνηκε ο αρχέτυπος Άνθρωπος ο Πιγεραδάμας ή Γεραδάμας.

Η ιδέα των τριών ιερών υποστάσεων «Πατέρας - Μητέρα - Υιός» είναι συγγενής με τους συντελεστές της ιερής τριάδας της κοσμοθέασης του Πυθαγόρα, «της Ατέρμονης κίνησης (Πατέρας) - της Αέναης Ζωής (Μητέρα) - και της Αέναης ενέργειας (Υιός)[41]».

Οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν ότι οι πρωταρχικές ιδέες είναι οι αριθμοί. Οι μονοί αριθμοί ήταν αρσενικές θείες οντότητες και οι ζυγοί αριθμοί θηλυκές, το δε γινόμενο 2×3= 6 ήταν (αρσενικό-θηλυκό) που συμβόλιζε τον γάμο. Πίστευαν ότι τα πάντα ορίζονται από τον ιερότατο αριθμό τρία (3) «Το παν και τα πάντα τοις τρισίν ώρισται» [(Γέννηση – Ζωή - Θάνατος), (Παρελθόν – Παρόν - Μέλλον), (Μήκος – Πλάτος - Ύψος)]. Δίδαξαν δε την απόκρυφη Διάλυση της Μονάδας σε τριάδα ή τριάδες, εισάγοντας έτσι την θεωρία των τριαδικών Μονάδων.

«Όπως άλλωστε λένε και οι Πυθαγόρειοι, το παν και τα πάντα ορίζονται από τον αριθμό τρία, γιατί το τέλος και το μέσο και η αρχή αντιπροσωπεύονται από τον αριθμό του παντός, που είναι ο αριθμός τρία (3). Γι΄ αυτό έχοντας πάρει από την φύση αυτές τις έννοιες, σαν νόμους της, χρησιμοποιούμε κατά τις θεοτικές τελετές (θεουργίες) αυτόν τον αριθμό (3)»[42].

Οι απόψεις των Πυθαγορείων ήταν τα ισχυρότερα επιχειρήματα των «πατέρων» και των ευαγγελιζομένων την «Χριστιανική Ιερή Τριάδα» στους «άπιστους» και «ασεβείς» Εθνικούς, που άλλο τι δεν σέβονταν εκτός από θηλυκές ή αρσενικές «Ιερές Τριάδες». Όμως με την επικράτηση της «Χριστιανικής Ιερής Τριάδας» και της ανδροκρατούμενης ιεροσύνης, οι αρχαίες θηλυκές «Ιερές Τριάδες» έχασαν τη δημοτικότητά τους και οι αρσενικές έχασαν τα πρωτεία τους.

Η τριαδική ιδέα των Γνωστικών, συγγενεύει επίσης με την «Τριάδα του Παραδείσου» που αποτελείται από τον «Συμπαντικό Πατέρα, τον Αιώνιο Υιό, και το Άπειρο Πνεύμα» σύμφωνα με το βιβλίο της Ουράντια[43] που διαδίδει αρχαίες γνωστικές ιδέες τις οποίες λαμβάνουν, ως ισχυρίζονται, από εξωγήινα, ανώτερα όντα.

Επίσης συγγενεύει με την θεωρία των τριών υποστάσεων που θεμελίωσε ο Νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πλωτίνος, στις «Εννεάδες», όπου αναπτύσσει την οντολογική ιεραρχική ενότητα της ιερής Τριάδας του Όντος «Εν (ο Ουρανός) – Νους (ο Κρόνος) – Ψυχή (ο Δίας)»[44].

Ασπαζόμενοι την φιλοσοφική - μυθολογική άποψη της ιερής Τριάδας που δεσπόζει στο αισθητό σύμπαν, οι πρόγονοι μας πίστευαν και στους τρεις αδελφούς Δία Ποσειδώνα - Άδη.

Η παλαιότερη αναφορά για τον Δία, που δηλώνει την πρώτη εκδήλωση ή Λόγο, υπάρχει στους Ορφικούς, ο δε ποιητής Βιργίλιος τον αποκαλεί «Μεγάλο όφι». Εξελισσόμενη η νεοπλατωνική σκέψη ανάπτυξε την «Τριάδα Του Δία»: Πατέρας (η δυναμικότητα) – Υιός (η δύναμη σε πράξη) και Πνεύμα (ο νούς)[45].

Οι αρχαίες τριαδικές, θηλυκές ή αρσενικές, θεότητες έχουν ισχυρή ιδεολογική συγγένεια με την τριάδα των Γνωστικών και ισχυρότατη με την «πατερική αποκάλυψη» του Τρισυπόστατου Θεού (Πατήρ - Υιός - Άγιο Πνεύμα).

Η τριπλή υπόσταση δείχνει τρεις οντολογικές θεότητες, τρεις Θεούς και παραπέμπει στον Πολυθεϊσμό. Υπό αυτήν την έννοια ο «Χριστιανισμός», τον οποίο διαμόρφωσε η «πατερική σκέψη», είναι νέα πολυθεϊστική θρησκεία, παραλλαγή της αρχαίας και όχι μονοθεϊστική, όπως η ίδια κακώς επικαλείται. Αναμιγνύοντας «οι πατέρες» τον πολυθεϊσμό με τον μονοθεϊσμό της Βίβλου διαιώνισαν την αρχαία θρησκευτική σκέψη του Πλωτίνου ότι: «Ο λατρεύων τους Θεούς, λατρεύει τον Θεό».

Ο ιστορικός Μιχάλης Μπατής στο άρθρο του «Η Τριαδική Υπόσταση του Θείου - Η Αέναη Πάλη Θήλεως και Άρρενος» (Μέρος Β΄)» υποστηρίζει ότι:

«Ο Πλάτωνας στο έργο του <Φαίδων> μίλησε πρώτος για μια Τριαδική θεότητα όπως προσπαθεί να την περιγράψει ο Χριστιανισμός. Το Αγαθόν αντιπροσωπεύει τον Πατέρα, ο Λόγος είναι ο Υιός του και η Ψυχή είναι το Άγιο Πνεύμα»[46].

Ο ίδιος ιστορικός στο άρθρο του «Ελληνιστική εποχή και Χριστιανισμός» αναφέρει:

«Ένα άλλο θεολογικό στοιχείο το οποίο έλαβε ο Χριστιανισμός από την αρχαία παράδοση και ιδίως από εκείνη των ύστερων χρόνων, είναι η τριαδική αντίληψη του θείου. Η διατύπωση του δόγματος της Αγίας Τριάδας παραπέμπει στην αρχή της Ορφικής Τριαδικότητος, σύμφωνα με την οποία ο νόμος του τριγώνου διέπει τα πάντα, από την Δημιουρ­γία (Νυξ – Ουρανός - Γαία), έως την τριαδική υπόσταση του ανθρώπου (Πνεύμα, Ψυχή, Σώμα), έως την Τρισήλιο Θεότητα του Ιουλιανού και την τριχοτόμηση της ψυχής (λο­γικό, θυμικό, επιθυμητικό). Κατά τον νεοπλατωνικό φιλόσοφο Ιάμβλιχο αρχή των πάντων είναι το Εν, από το οποίο απορρέει ο τριαδικός νους. Αυτός ο τριαδικός νους στην ιεραρχική τάξη του Δωδεκαθέου εκ­φράζεται δια της σχέσεως Δίας - Πατήρ, Αθηνά - Πνεύμα και Απόλλων - Λόγος. Από τις δοξασίες αυτές α­πέρρευσε και η αντίστοιχη τριαδική αντίληψη του θείου στον Χριστιανι­σμό, ενώ ο Ιουδαϊσμός είναι μονολατρικός, εστιαζόμενος στον Γιαχβέ»[47].


Άρρεν και Θήλυ κατά τους Γνωστικούς.

«Κα κοδμησεν Κριος Θες τν πλευρν ν λαβεν π το Αδάμ ες γυνακα κα γαγεν ατν πρς τν Αδάμ.» (Γέν. 2:22)

Την κατά την Βίβλο, οικοδομή της γυναίκας με υλικό μία από τις πλευρές (= τα οστά που σχηματίζουν την θωρακική κοιλότητα) του χοϊκού Αδάμ, οι Γνωστικοί, την παρερμήνευαν ως παράτυπο και παροδικό διαχωρισμό του θηλυκού, από του αρσενικού και ως την αιτία του θανάτου. Φαντασιώνονταν έναν αρχέτυπο πνευματικό ανδρόγυνο θεό, (δίφυλο, άρρεν και θήλυ), δημιουργό της ανθρωπότητας, ο οποίος χωρίστηκε στα δύο και έχασε την αρχική του εικόνα της ενοφυλίας. Η φυσική σύζευξη, ανδρός και γυναικός, αποτυπώνει την ανάγκη επανένωσης των φύλων και αποκατάστασης της αρχέτυπης πνευματικής ενοφυλίας ή αφυλίας, μέσω της ερωτικής απόλαυσης, που ήταν και το ουτοπικό ιδεώδες των Γνωστικών για την είσοδο στην Βασιλεία των Ουρανών. Η ιδέα αυτή ανιχνεύεται και σε αναγνωρισμένα ως ορθόδοξα κείμενα, όπως στην «Β΄ επιστολή Κλήμεντος»[48] και στο «Μαρτύριον της Περπέτουας»[49].

Ομοίως, οι ομοφυλοφιλικές θρησκευτικές τελετές των Ναασηνών, των Καρποκρατιανών, των Οφιτών, των Βορβοριτών κ.ά. Γνωστικών ομάδων, προς τιμή του ερμαφρόδιτου αρχέτυπου Μητροπάτορα Αρχάνθρωπου, σκοπό είχαν την βίωση της αρχέγονης κατάστασης της ανδρογυνίας και κατά συνέπεια την άρση της τεκνοποιίας. Με παρόμοιους μύθους, οι ομοφυλοφιλικές, παρά φύση πράξεις, γνωστές από αρχής κτίσεως κόσμου, απέκτησαν θρησκευτικό χαρακτήρα. (Γεν. 19:4-5)

«Διά τούτο παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εις πάθη ατιμίας· διότι και αι γυναίκες αυτών μετήλλαξαν την φυσικήν χρήσιν εις την παρά φύσιν· ομοίως δε και οι άνδρες, αφήσαντες την φυσικήν χρήσιν της γυναικός, εξεκαύθησαν εις την επιθυμίαν αυτών προς αλλήλους, πράττοντες την ασχημοσύνην άρσενες εις άρσενας και απολαμβάνοντες εις εαυτούς την πρέπουσαν αντιμισθίαν της πλάνης αυτών.» (Ρωμ. 1:26—27)

Αυτό είναι και το υπόβαθρο της σημερινής αποδοχής και προώθησης, από τους κόλπους του Φιλελεύθερου Χριστιανισμού και του Νέο-γνωστικισμού, της παρά φύση σεξουαλικής πράξεως και του ανδρόγυνου μοντέλου (unisex), που επιχειρεί την παύση της οντολογικής διάκρισης των δύο βιολογικών φύλων, λανσάροντας το κοινωνικό φύλο (Gender=γένος), με αποτέλεσμα την εναντίωση στο «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε».

Ο μύθος του ανδρόγυνου θεού ή ανθρώπου, απαντάται και εκτός γνωστικών συστημάτων όπως στον μύθο του Δία και της Αθηνάς, στην θεογονία των Ορφικών όπου μέσα από το αυγό γεννάται αρρενοθήλεια θεότητα, ο Φάνης (=θεός του φωτός, που συγγενεύει με τον περσικό Μίθρα) «Πατέρας - Μητέρα», με τέσσερα μάτια και τέσσερα κεφάλια, ταύρου, λιονταριού, φιδιού, κριαριού, χρυσά φτερά και φωνή λιονταριού και κριού. Άλλες ονομασίες του Φάνη ήταν: Φαέθων, Μήτις, Πρωτόγονος, Έρως, Ηρικεπαίος. Η επικοινωνία με τον Φάνητα γινόταν με μαγικές τελετές και ξόρκια.

Επίσης, απαντάται στον Ποιμάνδρη του Ερμή του τρισμέγιστου, όπου ο πρώτος Νους και πατήρ πάντων είναι αρρενοθήλυς[50] και στον πλατωνικό μύθο των δίφυλων όντων, τον οποίον εκφράζει και ο Αριστοφάνης στο Συμπόσιο, όπου λέγεται ότι ο άνθρωπος φτιάχτηκε σε τρία διπλά γένη, διπλό αρσενικό (γέννημα του ήλιου), διπλό θηλυκό (γέννημα της γης) και αρσενοθήλυκο (γέννημα της σελήνης με στοιχεία της γης και του ήλιου). Αυτά τα ολόκληρα όντα αθέτησαν την ουράνια εξουσία και οι θεοί για τιμωρία τα διχοτόμησαν. Έτσι εκ του αρσενικού προήλθαν δύο μισά αρσενικά, εκ του θηλυκού δύο μισά θηλυκά και εκ του αρσενοθήλυκου δύο μισά ένα αρσενικό και ένα θηλυκό. Έκτοτε οι άνθρωποι μέσω του έρωτος ψάχνουν να βρουν «το έτερο τους ήμισυ»[51].

Επίσης, «Κατά την πρώιμη Ιουδαϊκή περίοδο (1.600 – 1.550 π.Χ) όπως μας εξιστορεί ο Φίλων, οι Ιουδαίοι λάτρευαν την θεά Ασερά. Οι τρις βασικές της μορφές ήταν: η Γιαρίχ (η Σελήνη) ως κόρη, η Σεκινά (η Γαία) ως μεγάλη μητέρα της ζωής και η Αστάρτη (ανδρόγυνος) ή Ανάτ θεά της Σοφίας αλλά και πολεμίστρια ταυτόχρονα»[52