Μυθολογικά και Ουτοπικά Θρησκευτικά Ιδεώδη από την Ολοκλήρωση της Αποστολικής Διακονίας έως Σήμερα
Συγγραφή: Ευάγγελος Δημ. Κεπενές (Αθήνα, Φεβρουάριος 19, 2020, ώρα 23:59)
Προλεγόμενα
«Ὦ Τιμόθεε, τὴν παρακαταθήκην φύλαξον, ἐκτρεπόμενος τὰς βεβήλους κενοφωνίας καὶ ἀντιθέσεις τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, ἥν τινες ἐπαγγελλόμενοι περὶ τὴν πίστιν ἠστόχησαν. Ἡ χάρις μετὰ σου· ἀμήν.» (Α΄ Τιμ. 6:20-21)
Από αρχαιοτάτων χρόνων, η γέννηση και η εξέλιξη των θεογονικών και των κοσμογονικών μύθων (που ήταν το αποτέλεσμα φιλοσοφικών σκέψεων, για την ερμηνεία της φύσης και της θέσης του ανθρώπου σε αυτή) και των θρησκειών που πάντοτε διασυνδέονταν με εθνικούς σκοπούς, αποτέλεσαν και αποτελούν το σημαντικότερο παράγοντα διαμόρφωσης και εξέλιξης των πολιτισμών και της πολύπαθης ιστορίας του κόσμου.
Σύμφωνα με τους θρησκειολόγους, στην προϊστορία γεννήθηκε ο Ανιμισμός (θρησκευτική πίστη του ανθρώπου σε πνευματικές υπάρξεις που εμψυχώνουν τη φύση, η οποία οδήγησε στον πρωταρχικό φόβο των πνευμάτων των νεκρών). Ο Ανιμισμός δεν έπαυσε να ανιχνεύεται στον Σαμανισμό, σε θρησκείες, στις πεποιθήσεις της «Νέας Εποχής» (New Age) και στα τηλεοπτικά ή έντυπα παιδικά παραμύθια, όπου η ύλη έχει φωνή, ακούει, βλέπει, δακρύζει κ.ά.. Ακολούθησε ο Τοτεμισμός (η χειροποίητη κατασκευή, από τον μάγο της φυλής, ξυλόγλυπτης απεικόνισης ζώου ή φυτού, που θεωρούσαν ότι είχε ιερές ιδιότητες και προστάτευε την πατριά ή τη φυλή) και η Προγονολατρία (δυαλιστική πίστη, πως οι ψυχές/ζωές των προγόνων είναι αθάνατες πνευματικές οντότητες και μετά τον θάνατο του υλικού σώματος τους εξακολουθούν να προστατεύουν και να βοηθούν τους απογόνους τους).
Η αύξηση των πληθυσμών και η δημιουργία εθνών και κρατών, ανέδειξε ιδιαίτερες ιερές θρησκευτικές δοξασίες, λαϊκά έθιμα, μουσικές και εικαστικές παραδόσεις και μυθικές ενώσεις γήινων εξουσιών με θεϊκές δυνάμεις, που απέβησαν χρήσιμες για τη συνοχή των κοινωνιών και την πειθαρχία τους στην εξουσία. Αποτέλεσμα ήταν να γεννηθούν πολλές θρησκείες και εξουσιαστικά ιερατεία, με ιδιαίτερο τρόπο εκλογής το καθένα[1], των οποίων οι λατρευτικές πρακτικές ήταν συνυφασμένες με την κοινωνική και δημόσια ζωή και ταυτίστηκαν με την έννοια της πατρίδας και του έθνους. Με βασικό θρησκευτικό ερέθισμα το άγνωστο και τον φόβο, η κάθε θρησκεία σύστηνε τον δικό της προστάτη και θαυματουργό θεό ή θεούς, είχε τη δική της κοσμοθέαση και ερμηνεία για την ανθρώπινη ζωή και την προέκτασή της μετά θάνατον, έχοντας όμως παράλληλα και ομοιότητες, λόγω κοινών ριζών, από την αλληλεπίδραση των πολιτισμών και την ανέκαθεν τάση των προσήλυτων να προσαρμόζουν την νέα τους πίστη στην υπάρχουσα παλαιά.
Στην αρχαία Μεσοποταμία, οι Σουμέριοι ανέπτυξαν ένα πολύπλοκο πολυθεϊστικό θρησκευτικό σύστημα με διάφορες θηλυκές και αρσενικές θεότητες και δαίμονες και ποικίλες κοσμοθεωρίες. Στην κάθε πόλη-κράτος των Σουμερίων, ο βασιλιάς της ήταν «ο αντικαταστάτης του θεού επί γης» (πατέσι ή ισάκ) με υπερεξουσίες[2]. Την πόλη προστάτευε ο πολιούχος της και του κατασκεύαζαν οικία-ναό (Ziggurat) που ήταν υψηλή ογκώδης κατασκευή με μορφή βαθμιδωτής πυραμίδας. Η κατασκευή αυτή απεικόνιζε την έμφυτη ανάγκη του χοϊκού ανθρώπου να συνδεθεί με το Θείο. Στην γη των Σουμερίων κατοίκησαν οι Χαλδαίοι που ανέπτυξαν την επιστήμη της αστρονομίας και των μαθηματικών, τη μαγεία, τη μαντεία και ανέδειξαν την Βαβυλώνα ως κοιτίδα της αρχαίας σοφίας. Για τους Χαλδαίους, τα άστρα ήταν αυτόβουλες θεϊκές οντότητες που επιδρούσαν στη ζωή των ανθρώπων και μέσω θεουργιών μπορούσαν να εκπληρώσουν τις επιθυμίες τους (Αστρολογία). Στο (Δανιήλ 2:2) οι Χαλδαίοι αναφέρονται ως μάγοι φαρμακευτές και επαοιδοί (= οι ενεργούντες μάγια με ψαλμωδίες).
Οι δοξασίες αυτές μαζί με τον περσικό Ζωροαστρισμό ή Μαζδαϊσμό (οι χρονολογικές απόψεις γέννησής του διίστανται) και την εμφάνιση τον 6ο αι π.Χ., του Κομφουκιανισμού στην Κίνα, του Ορφισμού στην Ελλάδα και του Βουδισμού στην Ινδία, διαμόρφωσαν και την ιστορία των εθνών.
Η Γέννηση της Εκκλησίας του Χριστού
Με την αιχμαλωσία του δεκάφυλου βασιλείου του Ισραήλ από τους Ασσύριους το 722 π.Χ. και την Βαβυλωνιακή αιχμαλωσία του δίφυλου βασιλείου του Ιούδα το 586 π.Χ., ολοκληρώθηκε και η διασπορά στα έθνη των απογόνων του Άβραμ -ο οποίος καταγόταν από την Ουρ των Χαλδαίων-, των οποίων ο ιστορικός, μονοθεϊστικός, βιβλικός Ιουδαϊσμός, ήταν ο πρόδρομος της αρχέγονης γνήσιας Εκκλησίας του Ιησού Χριστού.
Η γέννηση της Εκκλησίας του Χριστού «ἥτις ἐστὶν τὸ σῶμα αὐτοῦ, τὸ πλήρωμα τοῦ τὰ πάντα ἐν πᾶσιν πληρουμένου» (Εφ. 1:23) δεν ήταν αποτέλεσμα ανθρώπινης εξελισσόμενης θρησκείας, αλλά ήταν το αποτέλεσμα της εκπλήρωσης των βιβλικών επαγγελιών και των τύπων του βιβλικού Ιουδαϊσμού δια του Ιησού Χριστού, που δόθηκαν από τον Έναν Αληθινό, εξωσυμπαντικό Θεό, μέσω των Εβραίων προφητών Του. Δια δε της Εκκλησίας έγινε γνωστή εις τις αρχές και τις εξουσίες στα επουράνια η πολυποίκιλος σοφία του Θεού που ήταν αποκρυμμένη και την προόρισε ο Θεός για την δόξα των τέκνων Του πριν Αυτός δημιουργήσει τους αιώνες. (Α’ Κορ. 2:7. Εβρ. 11:3)
«ἵνα γνωρισθῇ νῦν ταῖς ἀρχαῖς καὶ ταῖς ἐξουσίαις ἐν τοῖς ἐπουρανίοις διὰ τῆς ἐκκλησίας ἡ πολυποίκιλος σοφία τοῦ θεοῦ, κατὰ πρόθεσιν τῶν αἰώνων ἣν ἐποίησεν ἐν τῷ Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ κυρίῳ ἡμῶν.» (Εφ. 3:10-11)
Η ιδρυθείσα Eκκλησία του ζωντανού Θεού ήταν και είναι το γέννημα του Θεού εξ αφθάρτου σπέρματος και όχι προσχέδιο μιας ατελούς θρησκείας ή ενός φιλοσοφικού συστήματος, το οποίο παρέδωσε ο Θεός στους «πατέρες - φιλόσοφους» της Ορθοδοξίας, για να το διαμορφώσουν τυπολατρικά, να το αποκρυσταλλώσουν δογματικά και να το εδραιώσουν οικουμενικά με θεσμικό εξαναγκασμό, καταπατώντας το «ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν … ». Η Eκκλησία του Θεού ήταν και είναι «ο στύλος και το εδραίωμα (= στερέωμα / βάση) της αληθείας» την οποία απέκτησε ο Κύριος και Θεός για τον εαυτό Του, με το δικό Του τίμιο αίμα, για να εξαγγείλει τις αρετές Του και όχι τα καταστατικά των θρησκειών.
«Μη ενθυμήσθε τα πρότερα και μη συλλογίζεσθε τα παλαιά. Ιδού, εγώ θέλω κάμει νέον πράγμα· τώρα θέλει ανατείλει· δεν θέλετε γνωρίσει αυτό; θέλω βεβαίως κάμει οδόν εν τη ερήμω, ποταμούς εν τη ανύδρω. Τα θηρία του αγρού θέλουσι με δοξάσει, οι θώες και οι στρουθοκάμηλοι [εννοεί τους κατά σάρκα Εθνικούς, βλέπε (Πράξ. 10:11-12)], διότι δίδω ύδατα εις την έρημον, ποταμούς εις την άνυδρον, διά να ποτίσω τον λαόν μου (το γένος μου, Ο'), τον εκλεκτόν μου. Ο λαός, τον οποίον έπλασα εις εμαυτόν, θέλει διηγείσθαι την αίνεσίν μου.» (Ησ. 43:18-21)
«Επειδή ανεγεννήθητε ουχί εκ φθαρτού σπέρματος, αλλά αφθάρτου, διά του λόγου του Θεού του ζώντος και μένοντος εις τον αιώνα.» (Α' Πέτρ. 1:23)
Σε αυτούς, που το Πνεύμα το Άγιο έθεσε επισκόπους στην πρώτη Εκκλησία (και όχι σε θρησκευόμενους επαγγελματίες ή αυτόκλητους επισκόπους) ο απόστολος Παύλος είπε:
«Προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ, ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος.» (Πράξ. 20:28 GR/Orthodox)
Περιεποιήσατο είναι μέση φωνή, αόριστος, ενικός του ρήματος περιποιώ = διαφυλάττω δι’ εαυτόν//σώζω δι’ εαυτόν//αποκτώ δι’ εαυτόν//λαμβάνω τι εις την κατοχήν μου. (Λεξ. Σταματάκου)
Η Αποστολική Διαδοχή
Η «αδιάκοπη αποστολική διαδοχή» (των επαγγελματιών επισκόπων) που επικαλείται το ελληνορθόδοξο μυστικιστικό σύστημα, όπως και το συνεχιζόμενο αποστολικό έργο που επικαλούνται οι σημερινοί αυτόκλητοι «δούλοι του Θεού» και ιδρυτές θρησκευτικών ιδρυμάτων, δεν αναγνωρίζουν την ολοκλήρωση του αυθεντικού αποστολικού έργου (Ματθ. 5:17). Το έργο αυτό επέφερε το τέλος του αιώνα του νεκρού τυπολογικού ιουδαϊσμού, που υπήρξε «διακονία θανάτου και κατάκρισης» (B′ Κορ. 3:7-9).
Η εκκλησιαστική γραμματεία και οι ιστορικοί της ύστερης αρχαιότητος, ωστόσο, αναδεικνύουν με πιστότητα την απουσία νέων αποστόλων με το κύρος και τη δράση των Αποστόλων της Πρώτης Εκκλησίας. Αυτή η διαπίστωση αποτελεί τη μεγαλύτερη απόδειξη ότι το μοναδικό έργο του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων και τη δωρεά της αθανασίας, μέσω του Ιησού Χριστού, εκπληρώθηκε στη γενεά των πρώτων Αποστόλων.
Εμείς καλούμαστε απλά να το πιστεύουμε και να αναπαυόμαστε σε αυτό, δοξάζοντας τον βιβλικό Ιησού και εξαγγέλλοντας τις αρετές Του, που συνίστανται στο να διάγουμε ενάρετο βίο. Αγαπώντας και συγχωρώντας αλλήλους, διδάσκοντας και διδασκόμενοι με την αλήθεια του Θεού, αποδεικνύουμε ότι είμαστε αληθινά πνευματικά τέκνα Του, που μάχονται το ψεύδος έχοντας όπλο την αγάπη και σημαία τον Λυτρωτή και Αληθινό Θεό Ιησού.
«Οἴδαμεν δὲ ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ ἥκει καὶ δέδωκεν ἡμῖν διάνοιαν ἵνα γινώσκομεν τὸν ἀληθινόν, καὶ ἐσμεν ἐν τῷ ἀληθινῷ ἐν τῷ υἱῷ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστῷ. οὗτός ἐστιν ὁ ἀληθινὸς θεὸς καὶ ζωὴ αἰώνιος.» (Α΄ Ιωάν. 5:20)
Έκτοτε, οι ατελείωτες χριστολογικές έριδες και αναλύσεις, κατέληξαν στην αποδοχή του «φιλοσοφικού Ιησού» -ο οποίος είναι αντιγραφή του μυθικού «Αιώνα Ιησού» των Γνωστικών- και διαφέρουν του «βιβλικού Ιησού». Οι δε συνοδικές αποφάσεις των φιλόσοφων «πατέρων» που διάβαζαν τα κείμενα των Προφητών και των Αποστόλων με μπούσουλα τις διδαχές της ελληνικής Φιλοσοφίας και Μυθολογίας, σκοπό είχαν να αντικρούσουν άλλες «παρεκκλίνουσες» από την «πατερική σκέψη» θρησκευτικές εκδοχές, γεννήματα του συγκρητισμού των χρόνων εκείνων.
Στο διάβα του χρόνου, οι εκκλησιαστικές μεταρρυθμίσεις ή αντιμεταρρυθμίσεις και η συνεχής ίδρυση νέων εκκλησιών, με φιλόδοξες αποικιοκρατικές βλέψεις και απόλυτες δογματικές πεποιθήσεις, το μόνο που πέτυχαν ήταν να εκθρέψουν την αντιπαλότητα, την θεολογική αλαζονεία, την μισαλλοδοξία, την κενοδοξία και να χύσουν ποταμούς αίματος μη κατανοώντας τις ρήσεις του Ιησού.
«Ο δε αποκριθείς είπε· Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της δυνάμεώς σου και εξ όλης της διανοίας σου, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν.» (Λουκ. 10:27)
«Απόστρεψον τὴν μάχαιραν σου εἰς τὸν τόπον αὐτῆς· πάντες γὰρ οἱ λαβόντες μάχαιραν ἐν μαχαίρῃ ἀπολοῦνται.» (Ματθ. 26:62)
Το Παλαιό Ουδέποτε Έπαψε να Υπάρχει.
Τα σημερινά χριστιανικά δόγματα και εκκλησίες που έχουν διαμορφώσει και τον σύγχρονο παρακμάζοντα Δυτικό πολιτισμό, είναι διασκευές και προσαρμογές παλαιών μεταποστολικών μίξεων: ιουδαιοχριστιανικών, γνωστικών, ανατολικών, αστρολογικών, μυθικών και άλλων θρησκευτικών εκδοχών, που ο χρόνος μετέφερε ή αναζωπύρωσε. Θυμίζουν δε έντονα τις διαμάχες και τις αντεγκλήσεις των ολίγων αρχαίων φιλοσόφων (πολυποίκιλη ελληνική σκέψη), εκ των οποίων μερικοί σύρθηκαν σε «δίκες ασεβείας» από το σύγχρονό τους θεοκρατικό κατεστημένο, όπως ο Αναξαγόρας, ο Σωκράτης κ.ά., διώχθηκαν και δολοφονήθηκαν, όπως ο Ελεάτης Ζήνων, οι Πυθαγόρειοι κ.ά., των οποίων όμως οι θεογονικές και κοσμογονικές θεωρίες, απέτυχαν να δώσουν στους μαθητές τους την γνώση του αληθινού Θεού και ορθές απαντήσεις στις υπαρξιακές και μεταθανάτιες αναζητήσεις τους, θέση που αποτυπώνεται με σαφήνεια σε επιστολή του Παύλου προς Κορινθίους.
« […] ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας τον Θεόν.» (Α΄ Κορ. 1:21)
Η εναντίωση αυτή διατυπώνεται στην Π. Διαθήκη και για τους Εβραίους.
«Ταύτα Κυρίω ανταποδίδετε ούτω λαός μωρός και ουχί σοφός ουκ αυτός σου Πατήρ εκτήσατο σε και εποίησεν σε και έκτισέν σε.» (Δευτ. 32:6)
«Ησχύνθησαν σοφοὶ καὶ ἐπτοήθησαν καὶ ἑάλωσαν (= έπεσαν, κυριεύθησαν) ὅτι τὸν λόγον κυρίου ἀπεδοκίμασαν σοφία τίς ἐστιν ἐν αὐτοῖς.» (Ιερ. 8:9)
Οι λεκτικές εναντιώσεις του Αποστόλου Παύλου στη «σοφία» των ανθρώπων αναφέρονταν στην αδυναμία της κοσμικής γνώσης να οδηγήσει στην αποκάλυψη του Θεού, και όχι στα ερευνητικά/επιστημονικά επιτεύγματα της αρχαίας διανόησης.
Αυτήν την ερευνητική διανόηση αργότερα την πολέμησαν φανατικοί εκφραστές του «Καθολικού Ρωμαϊκού Χριστιανισμού», ενίοτε και με χρήση ένοπλης νομοθετημένης βίας (βλ. Υπατία). Χαρακτηριστική, αν και συχνά παρερμηνευμένη, είναι η θέση του Αφρικανού ρήτορα, πρώην Μανιχαίου, Αυγουστίνου, ο οποίος, καταδικάζοντας την αστρολογία (μαντεία), έγραψε για τους mathematici (αστρολόγους/προγνώστες) τα εξής:
«Ο καλός χριστιανός πρέπει να προφυλάσσεται από τους μαθηματικούς (αστρολόγους) και όλους εκείνους που κάνουν κενές προφητείες. Ήδη υπάρχει ο κίνδυνος οι μαθηματικοί να έχουν κάνει συμβόλαιο με τον διάβολο για να συσκοτίσουν το πνεύμα και να περιορίσουν τους ανθρώπους στα δεσμά της κολάσεως.»[3]
Στις εθνικές «χριστιανικές» εκκλησίες και στις παραφυάδες τους, κάθε λόγος για τον Δημιουργό Θεό και το τετελεσμένο έργο Του για την σωτηρία του ανθρώπου, είναι ελλιπής χωρίς αναφορά στο τέλος του κόσμου. Έχοντας δε διασκευάσει ανώφελες και απαρχαιωμένες ιουδαϊκές τυπολατρίες και επικαλούμενες γνωστικές σοφιστείες, λαϊκές παραδόσεις και θεσμικά επιβεβλημένες, μεταποστολικές, φιλοσοφικές συνοδικές αποφάσεις, υπόσχονται την λύτρωση μέσω αυτών. Διαφημίζουν δε την Παντοδυναμία του Πανάγαθου Θεού, που θα την αποδείξει εξαλείφοντας την ανθρωπότητα και τον κακό υλικό κόσμο, μέσω της εκπύρωσης, καταδικάζοντας τις αθάνατες ψυχές των θνητών απίστων σε ακατάπαυστα βασανιστήρια. Είναι αυτοί που μυωπάζοντας κινδυνολογούν μονίμως, αρνούμενοι να βιώσουν τον καρπό του ολοκληρωμένου και Αιώνιου έργου της σταύρωσης και της ανάστασης του μοναδικού Λυτρωτή και Σωτήρα Ιησού Χριστού, τον οποίον αποδέχονται, σύμφωνα όμως με τα καταστατικά τους.
«ὁ γὰρ καρπὸς τοῦ φωτὸς ἐν πάσῃ ἀγαθωσύνῃ καὶ δικαιοσύνῃ καὶ ἀληθείᾳ.» (Εφ. 5:9)
Οι Εγκεκριμένοι Ιουδαίοι Απόστολοι Έλαβαν Θεϊκή Εντολή και Τελείωσαν με Επιτυχία την Αποστολή τους.
«Εκείνοι δε εξελθόντες εκήρυξαν πανταχού, συνεργούντος του Κυρίου και βεβαιούντος το κήρυγμα διά των επακολουθούντων θαυμάτων. Αμήν.» (Μάρκ. 16:20)
Η εκτέλεση του μοναδικού και ανεπανάληπτου αποστολικού έργου[4], στην διάρκεια του οποίου «ο Θεός συνεπεμαρτύρει με σημεία και τέρατα και με διάφορα θαύματα και με διανομάς του Αγίου Πνεύματος κατά την θέλησιν αυτού» και η καταστροφή της κάτω Ιερουσαλήμ και του επίγειου Ναού της, με τα τυπολογικά του στοιχεία το 70 μ.Χ., τα οποία αντικαταστάθηκαν με την άνω Ιερουσαλήμ και τον επουράνιο Ναό της, σφράγισαν, α) την εκπλήρωση των Μεσσιανικών Προφητειών, που είχαν πανανθρώπινη και οικουμενική διάσταση, και β) την ολοκλήρωση/το τέλος του βιβλικού Ιουδαϊσμού. (Εβρ. 2:4, 12:22, Γαλ. 4:25-26, Αποκ. 21:2, 22).
«Και θέλει κηρυχθή τούτο το ευαγγέλιον της βασιλείας εν όλη τη οικουμένη προς μαρτυρίαν εις πάντα τα έθνη, και τότε θέλει ελθεί το τέλος.» (Ματθ. 24:14)
Ο Ιησούς προειδοποιούσε τους Ιουδαίους μαθητές Του για τον επικείμενο ερχομό Του, την επικείμενη καταστροφή του επίγειου Ναού της Ιερουσαλήμ και το τέλος του Μωσαϊκού Νόμου και όχι για το τέλος του υπάρχοντος, κακού, κατά τους Γνωστικούς, ορατού αισθητού κόσμου.
Για την αρχέγονη εκκλησία ήταν επικείμενα («εν τάχει») τα εξής:
α) Η Παρουσία του Κυρίου Ιησού με τη Δόξα του Πατέρα («έρχομαι ταχύ») (Αποκ. 22:20)
Σημείωση: Το «έρχομαι» είναι ρήμα μέσης φωνής, α΄ ενικό της οριστικής ενεστώτα. Ο ενεστώτας είναι «π α ρ ο ν τ ι κ ό ς» χρόνος, και δηλώνει ότι κάτι γίνεται στο παρόν και όχι στο μέλλον.
β) Η καταστροφή (κατάλυση) με φωτιά, του ορατού επίγειου Ναού και των στοιχείων τα οποία τον συνιστούσαν που ήταν οι τύποι των αόρατων επουρανίων «στοιχεία δὲ καυσούμενα λυθήσεται». (Β΄ Πέτρ. 3:10)
γ) Η κρίση των ασεβών Ιουδαίων που πότισαν με το αίμα των Προφητών, των Αγίων και των Αποστόλων το χώμα της Αγίας γης «γη και τα εν αυτή έργα ευρεθήσεται», όπως είχε μαρτυρήσει και ο Ιερεμίας στο σαρκικό λαό Ισραήλ, την «καρποφόρον άμπελον» του Κυρίου: «εν ταις χερσίν σου ευρέθησαν αίματα ψυχών αθώων … ». (2:34, LXX)
Για τους εν ζωή τυπολάτρες και ασεβείς εκ των Ιουδαίων των χρόνων εκείνων που απέρριπταν «το Σωτήριον του Θεού» που είδε ο Συμεών με τα μάτια του, η ημέρα του Κυρίου Ιησού θα ερχόταν ως «κλέπτης εν νυκτί». (Λουκ. 2:30, Α΄ Θεσ. 5:2-6, Ιούδας 1:15)
Η Οικονομία του Μυστηρίου
«Η οικονομία του μυστηρίου του αποκεκρυμμένου από των αιώνων εν τω Θεώ τω τα πάντα κτίσαντι», το οποίο δεν είχε γνωστοποιηθεί στις προηγούμενες γενεές – το μυστήριο, δηλαδή, της συμμέτοχης των Εθνικών κατά σάρκα (τα θηρία) μαζί με το δωδεκάφυλο έθνος του Ισραήλ (τα πρόβατα) ως συγκληρονόμων, σύσσωμων και συμμέτοχων της επαγγελίας της ζωής – τελικά αποκαλύφθηκε διά Πνεύματος Αγίου, μέσω του κηρύγματος των Αποστόλων, στην Εκκλησία του Ιησού Χριστού. (Εφ. Κεφ. 2, 3:9, Ρωμ. 16:25-27, Κολ. 1:21-28)
«Και ελθών εκήρυξεν ευαγγέλιον ειρήνης εις εσάς τους μακράν (κατά σάρκα Εθνικοί) και εις τους πλησίον (δωδεκάφυλο Ισραήλ), διότι δι' αυτού (του Ιησού Χριστού) έχομεν αμφότεροι την είσοδον προς τον Πατέρα δι' ενός Πνεύματος». (Εφ. 2:17-18)
Το κοσμοϊστορικό αυτό γεγονός που ήταν το Αιώνιο ευαγγέλιο της Σωτηρίας, το «εἰς πάντα τὰ ἔθνη γνωρισθέντος» και «τοῦ κηρυχθέντος ἐν πάσῃ κτίσει τῇ ὑπὸ τὸν οὐρανόν» ανέτρεψε εκ θεμελίων άπαξ και δια παντός, το σύγχρονο του εβραϊκό εθνικισμό (Σιωνισμό), τις πανάρχαιες εβραϊκές και άλλες εθνικές απόκρυφες ή μεταφυσικές κοσμοθεωρίες και θεογονικές και ανθρωπογονικές πεποιθήσεις (όπως Ιουδαϊκό Μυστικισμό, Ζωροαστρισμό, Γνωστικισμό, Πλατωνισμό, Ερμητισμό).
Επίσης ανέτρεψε κάθε αρχαία θρησκευτική δοξασία, που ήταν προϊόν ανθρώπινης ερμηνείας και λογικής και ανίσχυρη να σταθεί μπροστά στην δύναμη του Ευαγγελίου του Ιησού Χριστού, του οποίου το μήνυμα ήταν:
Η Βασιλεία των ουρανών, συνεπώς ο θρίαμβος και η κυριαρχία Του επί των επουράνιων πονηρών δυνάμεων, των αγγέλων, των αρχών και των εξουσιών. (Α' Πέτρ. 3:22)
Η γνώση του Αληθινού Θεού, της Μίας Αρχής και η «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» λατρεία Του. (Ιωάν. 4:23)
Η έμπρακτη αγάπη προς τον πλησίον. (Ματθ. 22:39)
Η κοινωνική δικαιοσύνη. (Ματθ. 6:1 αρχ.)
Η δωρεά της αθανασίας, μέσω της σταύρωσης και της ανάστασης Του, για τους Ιουδαίους, τους Έλληνες Ιουδαίους και τους κατά σάρκα Εθνικούς, υπό προϋποθέσεις. (Εφ. 1:2, Κολ. 2:15, Α΄ Πέτρ. 3:22, Ιωάν. 1:18, 13:34, 3:14, Α΄ Ιωάν. 5:20)
Η επικείμενη Παρουσία Του με τη Δόξα του Πατέρα και η Κρίση Του για το αίμα των Προφητών, των Αγίων και των Αποστόλων που χύθηκε στην Ιερουσαλήμ από το θεοκρατικό της σύστημα. (Ησ. 4:4, Ματ. 23:29-31, Αποκ. 16:5-6)
Το τέλος/ολοκλήρωση του αιώνα του βιβλικού Ιουδαϊσμού και του τυπικού του. (Ρωμ. 10:4)
Ο ατελεύτητος αιώνας της χάριτος. (Εβρ. 13:8)
Η Βασιλεία του Ιησού Χριστού δεν ήταν από τούτο τον Κόσμο.
Ο Ιησούς Χριστός δεν νίκησε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ή άλλη, ανθρώπινη βασιλεία, με σκοπό να γίνει ο ρυθμιστής των πολιτικών και στρατηγικών της εξελίξεων και των θρησκευτικών της μεταρρυθμίσεων.
Η Επουράνια Βασιλεία Του δεσπόζει στον ουρανό και στην γη και δεν απειλείται, από τις ηττημένες και καταργημένες πονηρές πνευματικές εξουσίες και τους νικημένους κοσμοκράτορες του σκότους, ούτε από τα εμπόλεμα, ουτοπικά φιλοσοφικό - θρησκευτικά συστήματα των ανθρώπων. (Ματθ. 28:28, Εβρ. 2:14, Ψαλμ. 8:2, Α΄ Χρον. 29:12)
«Απεκρίθη ο Ιησούς· Η βασιλεία η εμή δεν είναι εκ του κόσμου τούτου· εάν η βασιλεία η εμή ήτο εκ του κόσμου τούτου, οι υπηρέται μου ήθελον αγωνίζεσθαι, διά να μη παραδωθώ εις τους Ιουδαίους· τώρα δε η βασιλεία η εμή δεν είναι εντεύθεν.» (Ιωάν. 18:36)
«Ερωτηθείς δε υπό των Φαρισαίων, πότε έρχεται η βασιλεία του Θεού, απεκρίθη προς αυτούς και είπε· Δεν έρχεται η βασιλεία του Θεού ούτως ώστε να παρατηρήται· ουδέ θέλουσιν ειπεί· Ιδού, εδώ είναι, ή Ιδού εκεί· διότι ιδού, η βασιλεία του Θεού είναι εντός υμών.» (Λουκ. 17:20-21)
Η Ζωή νίκησε τον Θάνατο
« […] φανερωθείσαν δε τώρα (η χάρις) διά της επιφανείας του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, όστις κατήργησε μεν τον θάνατον, έφερε δε εις φως την ζωήν και την αφθαρσίαν διά του ευαγγελίου.» (Απόστολος Παύλος, Β΄ Τιμ. 1:10)
Ο απεσταλμένος από τον Θεό, Ιησούς (αραμαϊκά: Γεσούα, εβραϊκά: Γεχοσούα, που σημαίνει «ο Θεός είναι σωτηρία»), ήταν η ίδια η Ζωή που φανερώθηκε, για να νικήσει και να καταργήσει τον αιώνιο θάνατο, ο οποίος είχε βασιλεύσει εξαιτίας της παραβάσεως του πρώτου χοϊκού ανθρώπου και τον είχε αποκόψει από την Αιώνια Ζωή. Όσοι θνητοί, εκ του δωδεκάφυλου Ισραήλ και από τους κατά σάρκα Εθνικούς, έλαβαν τον αναστημένο Ιησού, τον έσχατο, δεύτερο άνθρωπο που ήταν εξ ουρανού, έλαβαν την Ζωή, ζωοποιήθηκαν με αυτόν, έγιναν αθάνατοι / αιώνιοι, έγιναν πνευματικά τέκνα του Θεού και αποκάλεσαν τον Ιησού «Εμμανουήλ», που σημαίνει «Μεθ΄ ημών ο Θεός» αναγνωρίζοντας Τον έτσι ως τον Ένα Ζώντα και Αληθινό Θεό, την Μία Αρχή, που δίνει Ζωή. (Ματθ. 1:23, Α΄Ιωάν. 1:2, 5:20, Α΄ Κορ. 15:45-47, Γαλ. 6:1, Κολ. 2:13, Α΄ Τιμ. 6:19 WH)
«Ο γὰρ ἄρτος τοῦ θεοῦ ἐστιν ὁ καταβαίνων ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ζωὴν διδοὺς τῷ κόσμῳ.» (Ιωάν. 6:33)
Ο Ιησούς ήταν «ο Άρτος της Ζωής», «ο Αίρων» την αμαρτία του κόσμου, ο Νικητής του θανάτου και ο Δωρητής της Ζωής. (Ιωάν. 1:29, 6:33, 10:10)
Ήταν ο εξαγοραστής των Εβραίων, εκ της κατάρας του Μωσαϊκού Νόμου, ώστε να έλθει και στα έθνη η ευλογία του Αβραάμ. (Γαλ. 3:13-14)
Ήταν Αυτός που απογύμνωσε τις αρχές και τις εξουσίες στα επουράνια και κατάργησε τον έχοντα το κράτος του θανάτου, δηλαδή τον διάβολο, τον πνευματικό πονηρό άρχοντα, του κόσμου τούτου. (Κολ. 2:15, Εβρ. 2:14, Εφ. 2:2, Ιωάν. 16:33)
Ήταν Αυτός, που έκανε την Παλιγγενεσία. (Ματθ. 19:28, Τιτ. 3:5)
Ήταν ο Λόγος της Ζωής, που γέννησε τη Νέα, τη Ζωντανή Κτίση, η οποία δεν είναι πλέον σαρκική, αλλά είναι πνευματική και αιώνια «καθ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωση» του Πατέρας της.
Ο Ιάκωβος απευθυνόμενος στις δώδεκα διεσπαρμένες φυλές του Ισραήλ έγραψε.
«Εξ ιδίας αυτού θελήσεως εγέννησεν (απεκύησεν) ημάς (ο Θεός) διά του λόγου της αληθείας, διά να ήμεθα ημείς απαρχή τις των κτισμάτων αυτού.» (Ιάκωβος 1:18)
Και ο Παύλος μιλούσε για Παλλιγγενεσία.
«Ώστε ει τις εν Χριστώ, καινή κτίσις, τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονεν καινά.» (Β΄ Κορ. 5:17)
Το έργο που επιτέλεσε ο Τελειωτής του Νόμου και ο Νικητής της βασιλείας του θανάτου και του διαβόλου, ο Ιησούς / η Ζωή, δεν εξελίσσεται, ούτε αναβαθμίζεται, ούτε μεταβάλλεται, ούτε χρειάζεται κάποια μεταρρύθμιση, δογματική αποκρυστάλλωση ή θρησκειοποίηση. Ο δε Νικητής παραμένει πάντοτε Νικητής, χτες και σήμερα και εις τους αιώνες και δεν αναμένεται επαναληπτική αναμέτρηση (ρεβάνς) με τις δυνάμεις του σκότους. (Ρωμ. 5:17, 10:4, Εβρ. 13:8)
Η Εξέλιξη των Θρησκειών
Σε αντίθεση με το έργο που επιτέλεσε ο Αρχηγός της Ζωής Ιησούς Χριστός, τα ποικίλα νεκρά, θρησκευτικά συστήματα, εξελίσσονταν και διαμορφώνονταν σύμφωνα με το οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό τους περιβάλλον και μέσω της μεταξύ τους αλληλεπίδρασης και αφομοίωσης με στοιχεία άλλων θρησκειών. Το αυτό δε θα πράττουν πάντοτε, παράγοντας συνεχώς νέες θρησκευτικές αποχρώσεις μη δυνάμενες να διαφωτίσουν ή να ζωοποιήσουν.
Εξ αυτών, τα επικρατέστερα συμμαχούσαν με την κοσμική εξουσία (ενίοτε και την εξασκούσαν), μεταβαλλόμενα έτσι σε ολοκληρωτικά θρησκευτικοπολιτικά συστήματα. Αυτό συνέβαινε και συμβαίνει, διότι οι θρησκείες εξυπηρετούν φιλοδοξίες επίγειων συμφερόντων (εθνικών, προσωπικών ή συντεχνιακών), με πρόφαση το θέλημα του Θεού και ουτοπικά θρησκευτικά ιδεώδη, όπως ότι ο επίγειος χαμένος παράδεισος θα ανακτηθεί με την έλευση του Μεσσία που θα εγκαθιδρύσει μια χιλιετή ειρηνική βασιλεία επί της γης ή ότι θα έρθει η επίγεια βασιλεία του σαρκικού «Ισραήλ» ή ότι θα αναβιώσει το «χριστιανικό» Βυζάντιο ή ότι θα έρθει η επίγεια βασιλεία του Ισλάμ ή η επίγεια βασιλεία του ιστορικού Αντίχριστου ή ότι επίκειται το τέλος της ιστορίας και άλλα φαιδρά.
Δημιουργώντας δε οι θρησκείες κατάλληλες δομές εξουσίας με ευκαιρίες καριέρας και κινδυνολογώντας προς εκφοβισμό (Αντίχριστος, αιώνια κόλαση, αρπαγή εκκλησίας, συντέλεια του κόσμου) χειραγωγούν την πνευματική ελευθερία των αδαών θρησκευόμενων, αδρανοποιώντας τους την ικανότητα της κριτικής σκέψης και καθιστώντας τους θρησκόληπτους, οπαδούς κερκίδας και παθητικούς δέκτες μυθοπλασιών.
Οι Αντιδράσεις στη Δράση του Ιησού και των Αποστόλων και η Εξέλιξή τους
Η ειρήνη «Pax Romana» που επετεύχθη στρατιωτικά από τον Καίσαρα Αύγουστο, συνέβαλε στην οικονομική και κοινωνική σταθερότητα της πολυεθνικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Καθώς θεωρούσαν όλα τα ειδωλολατρικά κράτη, έτσι και για τους Ρωμαίους πολιτικούς, η συνέχεια της ρωμαϊκής ισχύος εξαρτιόταν από την θρησκευτική αφοσίωση στα σεβάσματά της, ιδιαίτερα δε στο πρόσωπο του «θεϊκού υιού του θεού» Καίσαρα (το επώνυμο του μονάρχη Ιουλίου Καίσαρα είχε υιοθετηθεί ως βασιλικός τίτλος) και της «Αιώνιας Ρώμης». Όποιος δε έλεγε εαυτόν βασιλέα, θεωρείτο εχθρός της Ρώμης και θανατώνονταν.
Το τελευταίο, ήταν και η αιτία σταύρωσης του Ιησού, του οποίου η θανατική ετυμηγορία δεν ήταν θρησκευτική, διότι «πατέρα ἴδιον ἔλεγεν τὸν θεὸν ἴσον ἑαυτὸν ποιῶν τῷ θεῷ (Ιωάν. 5:18)», αλλά πολιτική, διότι «Πας όστις κάμνει εαυτόν βασιλέα αντιλέγει εις τον Καίσαρα» (Ιωάν. 19:12), σύμφωνα με το δόλιο κατηγορητήριο των Ιουδαίων των οποίων η πρόθεση τους ήταν να σκοτώσουν τον Ιησού.
«Οι δε Φαρισαίοι εξελθόντες συνεβουλεύθησαν κατ' αυτού, διά να απολέσωσιν αυτόν.» (Ματθ. 12:14)
Όμως ο λόγος της καταστροφής της Ιερουσαλήμ και του επίγειου Ναού της, ως αποτέλεσμα της αποτυχημένης επανάστασης των Ιουδαίων εθνικιστών / Ζηλωτών, που νόμιζαν ότι θα εξέλθουν νικητές λόγω της εκλεκτής βιολογικής καταγωγής τους, ήταν:
α) πολιτικός, διότι απέρριπταν την ρωμαϊκή κυριαρχία και την καταβολή φόρων στην Ρώμη
β) θρησκευτικός, διότι όσοι δεν προσκυνούσαν την εικόνα του Αυτοκράτορα και της Αιώνιας Ρώμης και δεν λάμβαναν το χάραγμα του ονόματος του θηρίου ή τον αριθμό του ονόματός του, θανατώνονταν. [Βλέπε: «Τα Θηρία της Αποκάλυψης»]
Οι Συνέπειες της «Pax Romana»
Ωστόσο, οι συνέπειες της «Pax Romana» (εφαρμογή του Ρωμαϊκού Δικαίου, κοινή γλώσσα, οδικό και θαλάσσιο δίκτυο, κοινό νόμισμα), ήταν ευνοϊκές για την πραγματοποίηση πάσης φύσεως αποστολών και τη διακίνηση αγαθών και ιδεών. Επιπροσθέτως, η οργάνωση των εβραϊκών συναγωγών στα έθνη, διευκόλυνε τη διάδοση του θείου μηνύματος, που ένωσε τους διασπαρμένους εκλεκτούς, από το δεκάφυλο οίκο Ισραήλ και από το δίφυλο οίκο Ιούδα, κάτω από τον Αρχηγό της Ζωής Ιησού — ένωση που εκπλήρωσε την προφητεία του Ωσηέ και αποτέλεσε την μήτρα των πρώτων Εβραίων μαθητών (απαρχή). (Ωσηέ 1:9-11, Α΄ Πέτρ. 2:10, Ιωάν. 11:51-52)
Το κήρυγμα των εκλεγμένων Ιουδαίων Αποστόλων, που είπαν όσα είδαν και όσα άκουσαν από τον Ιησού και «όχι μύθους σοφιστικούς ακολουθήσαντες» (Β' Πέτρ. 1:16), είχε δύο μέτωπα αντίστασης και αντίδρασης. Πρώτα ήρθε αντιμέτωπο με την εβραϊκή, δαυϊδική, εθνικιστική πίστη (Φαρισαϊκός Ιουδαϊσμός) και την απόκρυφη ιουδαϊκή παράδοση που αντιπροσώπευαν ισχυρές ιουδαϊκές σέχτες και με Ιουδαίους μάγους (Πράξ. 13:6). Κατόπιν, διά του Αποστόλου Παύλου και των συνεργατών του, ήρθε αντιμέτωπο με την κατά τόπους, εθνική θρησκευτική πίστη, με μορφές αποκρυφισμού και μαγείας και με την τότε διαδεδομένη ελληνική αντιφατική σκέψη και τη Μυθολογία.
Τα μέτωπα αυτά αντιμετωπίστηκαν από τους εντολοδόχους του Ιησού και υπηρέτες του Λόγου, όχι με αυτοκρατορικούς απειλητικούς νόμους (έδικτα) ούτε με ένοπλη βία, αλλά με κήρυγμα και διδαχή και με ενέργειες Πνεύματος Αγίου[5]. Οι δε αντιδράσεις και οι επιβουλές των εναντίων, καθώς και οι βιβλικές παρεκκλίσεις και οι θεολογικές επιμιξίες, που προκλήθηκαν εκ των προσερχομένων στην πίστη του Ιησού, με σιωνιστικό ή μυθολογικό παγανιστικό ιστορικό, υπήρξαν ισχυρές και ποικίλες.
Επιμιξία Αντιλήψεων
Έτσι, όσοι Ιουδαίοι πιστοί (Ιουδαιοχριστιανοί) ήταν ζηλωτές του Νόμου και των πατρώων παραδόσεων (Πράξ. 21:20), έφεραν μέσα στις νεοσύστατες ιουδαϊκές χριστιανικές κοινότητες, σιωνιστικές αντιλήψεις, παλαιοδιαθηκικές πρακτικές και ιουδαϊκούς απόκρυφους μύθους. Ομοίως, και οι Εθνικοί πιστοί (Εθνικοχριστιανοί) έφεραν τις δικές τους αρχαίες θρησκευτικές, μυθολογικές αντιλήψεις και προκαταλήψεις, και απόκρυφες γνώσεις, τις οποίες και έμιξαν με την αποστολική Διδαχή, γεγονός, που εκτός, από τη θεσμική επιβολή της «ελληνορθόδοξης» άποψης, συντέλεσε σε μεγάλο βαθμό στην εδραίωση του μεταλλαγμένου Χριστιανισμού στον εθνικό κόσμο, αφού οι Εθνικοί προσήλυτοι αναγνώριζαν κοινά στοιχεία πίστης.
Αποτέλεσμα Προσμίξεων
Αποτέλεσμα αυτών των προσμίξεων ήταν να δημιουργηθούν νέες θρησκευτικές τάσεις και ρεύματα και να ιδρυθούν ανορθόδοξα και αντίπαλα θρησκευτικά μεσσιανικά προσωποπαγή κινήματα και εκκλησίες, που ονοματίστηκαν:
είτε από το όνομα του εκάστοτε ιδρυτή τους (που ως φορέας απελευθερωτικού μηνύματος ήταν αναμφισβήτητος),
είτε από τον τόπο καταγωγής τους,
είτε από τις πρακτικές τους.
Δογματικές Διαμάχες και Διωγμοί
Τα κινήματα αυτά ήγειραν χρόνιες δογματικές διαμάχες, συχνά βίαιες, με την ισχυρότερη οικονομικά και υποστηριζόμενη από την ελίτ της εξουσίας «ελληνορθόδοξη» φιλοσοφική μυστικιστική τάση, με αποτέλεσμα να περιθωριοποιηθούν ή να διωχθούν. Εκτός από τα πιστεύω τους, άλλοι λόγοι που διώχθηκαν ήταν ότι κατάγγελλαν την αυθαιρεσία της εξουσίας και την πλεονεξία και ανηθικότητα των πλουσίων και του κλήρου. Όσοι επέζησαν από τους διωγμούς μετακινήθηκαν σε άλλες περιοχές της Ανατολής ή όπου αλλού μπορούσαν να διασωθούν, με αποτέλεσμα να έρθουν σε επαφή με νέες δοξασίες και τοπικές κουλτούρες και να παραχθούν και πάλι καινούργιες θρησκευτικές μίξεις και σέχτες.
Πίστη και Προσδοκίες
Τα περισσότερα από αυτά τα κινήματα είχαν κοινό παρονομαστή πίστης σε διαρχικά γνωστικά συστήματα, στην αρνησικοσμία, σε μεσσιανικές αναμονές, σε χαμένους παραδείσους και στην προσδοκία της κυρίαρχης εμφάνισης του κακού (Αντίχριστος). Κατ΄ αυτούς η εμφάνιση του Αντίχριστου ως παγκόσμιου ηγέτη θα σύρει τον Θεό:
α) στον «Τελικό» πόλεμο μεταξύ καλού και κακού[6] (εσχατολογικός πόλεμος των Υιών του Φωτός και των Υιών του Σκότους),
β) στην «Κρίση» των ανθρώπων, και
γ) στην κατάταξή τους στον Παράδεισο ή στην Κόλαση (στον Παράδεισο των ύμνων ή στον Οίκο του ψεύδους κατά τους Ζωροάστρες).
Έπειτα, αναμένεται το «Τέλος» του υπάρχοντος αισθητού κόσμου δια της εκπύρωσης και η εμφάνιση νέου «ιδανικού κόσμου» με την Θεϊκή Τάξη αποκατεστημένη.
Οι μυθολογικές αυτές αντιλήψεις παρουσιάζουν τον Θεό, για τον οποίο ο ψαλμωδός ψέλνει «ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου κύριε πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας», ως έναν πειραματιστή κοσμοποιητή, που κοπιάζει για να πετύχει την ιδανική κτίση και να σώσει τελικά τον Εαυτό Του, αφού ο τελικός σκοπός Του είναι η αποκατάσταση του πληρώματος Του, δηλαδή η επανένωση των «κομματιών Του» που εξέπεσαν από την ουράνια πατρίδα τους και το θεϊκό πλήρωμα και ενσαρκώθηκαν στην ύλη.
Οι περισσότερες, από αυτές τις εσχατολογικές φαντασιώσεις, απαντώνται και στην κοσμοθεωρία του περσικού Ζωροαστρισμού, ή Μαζδαϊσμού, με ιδρυτή τον Πέρση μάγο Ζαρατούστρα ή Ζωροάστρη με παραλλαγή τον Ζουρβανισμό[7]. Οι Ζωροάστρες πίστευαν σε ανταγωνιστικό δυϊσμό και εξελισσόμενοι επινόησαν την δική τους ιδιόμορφη τριάδα, [Ωρομάσδης ή Αχούρα Μάσδα (η ενσάρκωση του καλού) – Μίθρας (το καλό πνεύμα, θεός του φωτός, μεσίτης, σωτήρας, επόπτης και άρχων του κόσμου) και Αριμάν (η ενσάρκωση του κακού), που συγγενεύει με τις τρις αρχέγονες Αρχές των Σηθιανών Γνωστικών, «Φως – Ανάσα (Πνεύμα)-Σκότος»[8].
Σε αντίθεση με κάποιες φιλοσοφικές τάσεις, όπως ο Πλατωνισμός, που δίδασκε ότι ο κόσμος είναι αΐδιος (αιώνιος), όπως και το αρχέτυπό του, εσχατολογικές φαντασιώσεις απαντώνται και σε άλλες αρχαίες θρησκείες και δαιμονικούς χρησμούς (Σιβυλλικοί χρησμοί).
Π.χ. ο Ζωροαστρισμός έχει μια πολύ αναπτυγμένη γραμμική εσχατολογία (τελική μάχη καλού/κακού, κρίση). Ο Ινδουισμός έχει κυκλική εσχατολογία (τέλος/αναγέννηση του σύμπαντος).
Αυτές οι εσχατολογίες αναπαράγονται έως και σήμερα από διάφορες θρησκείες δυτικές και ανατολικές, αλλοιώνοντας έτσι την Παλαιοδιαθηκική και Καινοδιαθηκική κοσμοθεώρηση και θέτοντας την ανθρωπότητα σε αναμονή του τέλους της, μετατρέποντας το «εδώ και τώρα», μη προθεσμιακό, αλλά αέναο μήνυμα της ζωής, του Ευαγγελίου του Ιησού Χριστού, σε ουτοπία.
«Όστις πιστεύει εις τον Υιόν έχει ζωήν αιώνιον.» (Ιωάν. 3:36)
«Καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ εἰς γενεὰς καὶ γενεὰς τοῖς φοβουμένοις αὐτόν.» (Λουκ. 1:5ο)
Επίσης να αναφέρουμε ότι από την εποχή του Μεσαίωνα η Καμπαλά (από τη λέξη QBLH ή QBL που δηλώνει «παράδοση» ή «υποδοχή»), ένα εξελιγμένο σύστημα ιουδαϊκής θεοσοφίας που στηρίζεται στην απόκρυφη προφορική παράδοση των Εβραίων, στον Νεοπλατωνισμό και τη θεουργία του, καθώς και σε βιβλικές πεποιθήσεις, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ερμηνευτική του ραβινικού ιουδαϊσμού και επηρέασε τον Χριστιανικό Καββαλισμό της Αναγέννησης.
Από τους οπαδούς της η Καμπαλά παρομοιάζεται ως το «δένδρο ζωής». Η κοσμολογία της στηρίζεται σε μοντέλα που περιλαμβάνουν το γεωκεντρικό σύστημα και έχει στενές σχέσεις με γνωστικές πεποιθήσεις και αναζητήσεις ιδανικών κόσμων. Η Καμπαλά σήμερα παίζει σημαντικό ρόλο σε κύκλους του διαδικτύου (Βλ. «Το διαδίκτυο ως νέος τρόπος μύησης») και σχετίζεται με τη μετατροπή του πραγματικού κόσμου σε ψηφιακό (virtual reality), η οποία ερμηνεύεται από κάποιους ως εκπλήρωση της ουτοπίας της για έναν νέο μελλοντικό κόσμο.
Ποιοι Προσηλυτιζόντουσαν
Προσήλυτοι σε αυτά τα μυθολογικά και ουτοπικά θρησκευτικά κινήματα, γινόντουσαν και γίνονται, δια τους εξής λόγους:
Απαιδευσία, άγνοια ή παρανόηση των Εβραϊκών Γραφών.
Οικονομική ένδεια και κυβερνητική ή θρησκευτική καταπίεση.
Φιλοδοξία, μυστικιστική τάση, περιέργεια και φόβος για το μέλλον.
Θρησκευτική προκατάληψη και ειδικές οικογενειακές ή κοινωνικές επιρροές.
Προσωποληψία, τυχοδιωκτισμός, πλουτισμός, φιληδονία (αντινομιστές) και άλλα παρόμοια.
Xιλιασμός και Λαϊκές Σταυροφορίες
Ιδιαιτέρως οι φτωχοί των χαμηλών κοινωνικών τάξεων ήταν επιρρεπείς στο να αποδεχθούν και να ακολουθήσουν μεσσιανικούς και χιλιαστικούς μύθους (ή προσδοκίες), διότι απέβλεπαν στη βελτίωση των υλικών συνθηκών διαβίωσης και σε έναν Παράδεισο επί της γης.
Θέλοντας δε να επισπεύσουν την εκπλήρωση των ονειρικών τους προσδοκιών, κάποια κινήματα, επηρεαζόμενα από την απατηλή αποκαλυπτική οδηγία των προφητών ηγετών τους, μετατρέπονταν σε αναρχικά ένοπλα κινήματα που τον Μεσαίωνα εξελίχθηκαν σε Λαϊκές Σταυροφορίες των φτωχών και εξαθλιωμένων.
Έδρασαν είτε αυτόνομα, σφάζοντας απίστους (αλλόθρησκους) και λεηλατώντας πλούσιους κληρικούς και ιδιώτες, είτε υπηρετώντας τον θρησκευτικό ιμπεριαλισμό της Δύσης, εντασσόμενοι στις επίσημες σταυροφορίες για την άλωση της Ανατολής και την απελευθέρωση της Αγίας Πόλης!!![9]
Όπως συμβαίνει και σήμερα, οι αυτοδιορισμένοι ταγοί και ιδρυτές των ανορθόδοξων αυτών προσωποπαγών κινημάτων, εκμεταλλευόμενοι τις σύγχρονες πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές και θρησκευτικές συγκυρίες, τα φυσικά φαινόμενα (σεισμούς, πλημμύρες, τσουνάμια, καύσωνες, θύελλες, εκλείψεις ουρανίων σωμάτων, πυρκαγιές κ.λ.π.), τις επιδημίες, τις πολεμικές συρράξεις των ιμπεριαλιστών, τις επαναστάσεις των καταπιεσμένων και αδικούμενων τάξεων, την από πάντοτε έκλυση των ηθών (την οποία κάποιοι και από αυτούς κρυφά ή φανερά εξασκούσαν) και τα λοιπά κοσμικά δρώμενα και τις διεθνείς προσωπικότητες, καλλιεργούσαν φοβικές κοινωνίες, που ήταν εύκολο να χειραγωγηθούν.
Αναγγέλλοντας τους δε συνεχώς έναν ερχόμενο κακό παγκόσμιο ηγέτη (Αντίχριστος) και μια επικείμενη μακρόχρονη (Χιλιετή) ειρηνική βασιλεία επί της γης «Millennium», σηματοδοτούσαν το επερχόμενο τέλος της Ιστορίας του κόσμου.[10]
Ωστόσο, στις θρησκευτικές εσχατολογίες, το «Millennium» έχει και τον αντίλογό του με την θεωρία του Αχιλιασμού («amillennialism»), την οποία υποστήριζαν θεολόγοι όπως ο Αυγουστίνος Ιππώνος, ο Κλήμης Αλεξανδρείας και ο Ευσέβιος Καισαρείας. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, η ουράνια —συμβολικά «χιλιετής»— βασιλεία του Ιησού Χριστού έχει ήδη αρχίσει και ταυτίζεται με τη μακραίωνη περίοδο κατά την οποία η επίγεια Χριστιανική Εκκλησία υφίσταται και ασκεί πνευματική εξουσία μέχρι τη συντέλεια του κόσμου παραγνωρίζοντας ωστόσο την Βιβλική αλήθεια της αιωνιότητας του Ευαγγελίου του Ιησού Χριστού (Εβρ. 13:20).
Ο Αχιλιασμός είναι η επικρατούσα άποψη στην ανατολική Ελληνορθόδοξη Εκκλησία και στη Δυτική Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Συνδέεται επίσης συχνά με πιο συντηρητικούς Προτεστάντες, όπως αυτούς στις Λουθηρανικές, Μεταρρυθμισμένες και Αγγλικανικές Εκκλησίες.
Η Λύτρωση της Ψυχής και το Δόγμα της Κόλασης
Οι εξαπατημένοι προσήλυτοι πείθονταν ότι θα ζούσαν στη γη τον Παράδεισο ή την Χρυσή Εποχή πριν από την τελική κρίση. Επιπλέον, ότι θα λύτρωναν την αθάνατη ψυχή τους, η οποία ήταν φυλακισμένη στο κακό γήινο σώμα τους (πρόκειται για την κύρια επιδίωξη του ασκητισμού/μοναχισμού με πλατωνικές καταβολές), αποφεύγοντας έτσι τον αιώνιο βασανισμό (Κόλαση) μετά τον φυσικό τους θάνατο.
Το δόγμα της Κόλασης το οποίο παρουσιάζεται ως ωφέλιμο διαχρονικό φοβικό ψέμα με παγανιστική προέλευση προς αποτροπή της τέλεσης της αμαρτίας, ενέπνευσε και τον ποιητή Δάντη (1308-1321) αλλά αντικαθιστά και ανατρέπει την χάρη και την δύναμη του Ιησού Χριστού[11].
Κυρίως δε τους καλλιεργούνταν η ψευδαίσθηση, ότι οι αποδεχόμενοι τις μεσάζουσες υπηρεσίες, των εκ Θεού εκλεγμένων ηγετών τους, θα κέρδιζαν την εύνοια του Υψίστου και θα γίνονταν οι εκλεκτοί Του.
Οι Κυριότερες Πρωτοχριστιανικές Αιρέσεις
«Οἱ γὰρ τοιοῦτοι ψευδαπόστολοι, ἐργάται δόλιοι μετασχηματιζόμενοι εἰς ἀποστόλους Χριστοῦ.» (Β΄ Κορ. 11:13)
Τα πρωτοχριστιανικά κινήματα (ή αιρετικές ομάδες), με εξωβιβλικές ερμηνείες και δοξασίες επηρεασμένες από δυαρχικές διδαχές (όπως αυτές της ζωροαστρικής, πλατωνικής, νεοπλατωνικής, και ιουδαϊκής αποκρυφιστικής προέλευσης), διαμόρφωσαν εναλλακτικά συστήματα ζωής και διαφορετικά μηνύματα σωτηρίας. Αυτά τα κινήματα επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό την διαμόρφωση του ελληνορθόδοξου χριστιανικού δόγματος σε μία εποχή όπου ο νεοπλατωνισμός και ο ιουδαϊκός μυστικισμός μεσουρανούσαν. Οι Πατέρες της Εκκλησίας (οι κύριοι διαμορφωτές του δόγματος), ειδικά στην Ανατολή (οι Καππαδόκες Πατέρες), ήταν βαθιά επηρεασμένοι από τον Νεοπλατωνισμό. Ανθρωπίνως λοιπόν και μέσω διαλεκτικής διαδικασίας χρησιμοποίησαν ότι ήξεραν καλύτερα, δηλαδή την πλατωνική και νεοπλατωνική ορολογία (π.χ., ουσία, υπόσταση, Λόγος, ενέργεια) καθώς και την Πυθαγόρεια αριθμολογία ως εργαλεία για να οριοθετήσουν τις αποστολικές αλήθειες. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η χρήση της φιλοσοφίας ως υπηρέτριας (ancilla theologiae) αντί να περιφρουρίσει την εκ Πνεύματος αγίου Αποστολική Διδαχή την γεφύρωσε με τον αρχαίο μύθο και μυστικισμό σύμφωνα με την σοφία των ανθρώπων.
Οι Πρωτοχριστιανικές Αιρέσεις ήταν τουλάχιστον ογδόντα (80), σύμφωνα με την καταγραφή του Επιφάνιου της Σαλαμίνας στο Πανάριον (Κατά Αιρέσεων), από τις οποίες οι κυριότερες είναι:
Γνωστικισμός
Ο όρος «Γνωστικισμός» είναι μεταγενέστερος και δηλώνει χριστιανίζουσα θρησκευτική τάση με πολλές διακλαδώσεις, που συνδύαζε αποκρυφιστικά, ειδωλολατρικά, μυθολογικά, αστρολογικά, φιλοσοφικά στοιχεία, καθώς και στοιχεία από την Παλαιά Διαθήκη (Π.Δ.) και την Καινή Διαθήκη (Κ.Δ.).
Ο Καθηγητής Κωνσταντίνος Σκουτέρης αναφέρει: «Με τον όρο, Γνωστικισμός, λογίζεται μια πολύπλοκη θρησκευτική κίνηση. Είναι μια έκφραση κυρίως του συγκριτικού πνεύματος των ελληνιστικών χρόνων. Ο Γνωστικισμός έχει να επιδείξει τον ελληνικό τρόπο σκέψης, τον περσικό δυισμό, τα ανατολικά μυστήρια, τη βαβυλωνιακή αστρολογία και οπωσδήποτε στοιχεία από την ιουδαϊκή γραμματεία. Τα παραπάνω στοιχεία ο Γνωστικισμός τα προσλαβάνει, τα αξιοποιεί και τα μεταλλάσσει σε ένα νέο προτεινόμενο σύστημα ζωής, μήνυμα σωτηρίας.» (Σκουτέρης όπ. π. 295-6)
Οι οπαδοί του, οι Γνωστικοί, ονόμαζαν εαυτούς ως «ομοουσίους» τῷ Θεῷ, όρος που απαντάται στους Ορφικούς[12], στον Ερμητισμό και στο ελληνορθόδοξο εκκλησιαστικό μυστικιστικό σύστημα. Δηλώνονταν γνήσιοι Χριστιανοί («ἐσμὲν ἐξ ἁπάντων ἀνθρώπων ἡμεῖς Χριστιανοὶ μόνοι»)[13] και ήταν σε αντιπαράθεση με το μυστηριακό πνευματικό μονοπώλιο της Καθολικής (ή Μεγάλης) Εκκλησίας, αν και είχαν πολλά κοινά σε θεολογικό και τελετουργικό επίπεδο.
Τα όσα είναι γνωστά για τη διδαχή και τις πρακτικές τους προέρχονται κυρίως από αντιπάλους εκκλησιαστικούς συγγραφείς (ή Πατέρες) όπως ο Ιππόλυτος Ρώμης, ο Κλήμης Αλεξανδρείας, ο Ειρηναίος Λυώνος, ο Ωριγένης και ο Επιφάνιος, καθώς και από τα κείμενα της βιβλιοθήκης του Ναγκ Χαμαντί που ανακαλύφθηκαν στην περιοχή Χηνοβόσκιον της Αιγύπτου στα τέλη του 1945.
Ο χρόνος εμφάνισης των διαφορετικών σχολών των Γνωστικών είναι ασαφής. Το βέβαιο είναι ότι η «ψευδώνυμος γνώσις» (1 Τιμ. 6:20) που εκφραζόταν είτε με απόλυτη εγκράτεια (Εγκρατίτες) είτε με άκρατη ακολασία (Ελευθεριάζοντες), ήταν διαδεδομένη ανάμεσα στις τάξεις των πρώτων Ιουδαιοχριστιανών, με τους οποίους οι Γνωστικοί συμποσίαζαν. Το γεγονός αυτό μαρτυρεί ότι υπήρξε ιουδαϊκός Πρωτογνωστικισμός, με αντιλήψεις που προσέγγιζαν τα αρχαία Ερμητικά Κείμενα και την ελληνική Μυθολογία, μεταξύ των οποίων υπήρχε αμφίδρομη επιρροή.
Αμφιλεγόμενη είναι η άποψη ότι ίχνη Γνωστικισμού ανιχνεύονται στο ασκητικό μεσσιανικό κίνημα των Εσσαίων, που αυτοαποκαλούνταν «Υιοί του Φωτός» ή «Υιοί του Δικαίου» και κατήγγειλαν την αυταρχική θρησκευτικοπολιτική ιουδαϊκή εξουσία.
Οι λατρευτικές πράξεις των Γνωστικών συνοδεύονταν από επικλήσεις πνευμάτων, ύμνους ή άσματα με μουσική, προσευχές, δοξολογίες και εκστατικές ρήσεις (προφητείες, γλωσσολαλιά, ξόρκια). Έχοντας σαφή επιρροή του ορφικού μοτίβου «είμαι παιδί της Γης και του έναστρου ουρανού, το γένος μου είναι ουράνιο» αναζητούσαν τρόπους να επιστρέψουν στον ουρανό, που πίστευαν ότι ήταν η καταγωγή τους. Την ίδια αντίληψη αποτυπώνει με τον δικό του τρόπο και ο πυθαγόρειος Έλληνας φιλόσοφος Εμπεδοκλής (495-435 π.Χ.) στην φράση του: «Από τέτοια ύψη, από τέτοια δόξα, ξέπεσα σ’ αυτή τη δυστυχισμένη γη, και συμφύρομαι μ’ αυτά τα χυδαία δίποδα».
Οι εγκρατίτες Γνωστικοί αδιαφορούσαν για τα εγκόσμια και μη θέλοντας να παγιδέψουν και άλλους σε αυτόν τον ελαττωματικό κόσμο ασκούσαν την αγαμία, θεωρώντας ότι «το γαμείν και γεννάν από του σατανά είναι»[14]. Καταδίκαζαν την κρεοφαγία και την οινοποσία και επιδίδονταν στον ασκητισμό (στοιχεία που απαντώνται και στους Ορφικούς), τιμωρώντας έτσι την φυσική σάρκα, που τη θεωρούσαν φυλακή του πνεύματος και τη συνέδεαν με το κακό. Παράγωγα του Δυαλισμού των Γνωστικών ήταν ο δοκητισμός, ο ασκητισμός (η εγκράτεια), και ο αντι-ιουδαϊσμός που ήταν η ταύτηση του Θεού της Παλαιάς Διαθήκης με τον κακό δημιουργό του υλικού κόσμου.
Κατά τον Πλάτωνα ο περιορισμός της αθάνατης ψυχής σε ένα σώμα είναι το ίδιο με φυλάκιση σε τάφο (= σήμα στην αρχαία) «τάφος γαρ έστι το σώμα της ψυχής». Οι δε Ορφικοί σώμα εννοούσαν το νεκρό σώμα (το πτώμα) και το ζωντανό «δια το σώον (που δεν έχει υποστεί βλάβη) άμα συν αίματι Ον»
Αντίθετα με τους μετριοπαθείς, κάποιες τάσεις των Γνωστικών, όπως οι Ελευθεριάζοντες (ή Αντιτάκτες), υποστήριζαν τον Αντινομισμό (θεωρία που απορρίπτει τον ηθικό νόμο και προτάσσει την ελεύθερη βούληση) και συμμετείχαν σε σεξουαλικά λατρευτικά όργια. Θεωρούσαν την ακραία ακολασία ως το μέσο καταπολέμησης της κακής υλικής σάρκας, από την οποία έπρεπε να απελευθερωθεί η θεϊκή φύση (Οργιαστικός Γνωστικισμός), ενώ άλλοι προέβαιναν σε αυτοευνουχισμό που ήταν ακραία προσωπική επιλογή.
Ο Δοκητισμός των Γνωστικών
Στους κόλπους του Γνωστικισμού αναπτύχθηκε και η ιδέα του Δοκητισμού ( ο Ιησούς φαινομενικώς είχε σώμα και φαινομενικώς σταυρώθηκε), με εισηγητή τον Ιουδαιοχριστιανό Κήρινθο, με αιγυπτιακή παιδεία, που ήταν και ο εισηγητής του Χιλιασμού. Τον Δοκητισμό, με παραλλαγές, τον ασπάσθηκαν, εκτός από τους Κηρινθιανούς, οι περισσότερες γνωστικές ομάδες. Εικάζεται ότι στους Μεσσαλιανούς γεννήθηκε και η ιδέα της μεταβολής του σώματος του Χριστού άλλοτε σε υλικό και άλλοτε σε πνευματικό, ενώ οι Οφίτες έλεγαν ότι το αναστημένο σώμα του Ιησού ήταν ψυχικό και πνευματικό[15].
Η τριχοτόμηση του ανθρώπου
Οι βαλεντινιανοί, μερίδα των Γνωστικών, πίστευαν ότι ο άνθρωπος πλάστηκε από τρεις ουσίες, την ύλη (σωματικό), την ψυχή (ψυχικό) και το πνεύμα (πνευματικό) και ανάλογα με το πια επικράτησε κατατάσσονταν σε υλικούς, ψυχικούς και πνευματικούς[16].
Υλικοί (Χοϊκοί): Καταδικασμένοι.
Ψυχικοί (Ψυχικοί): (Οι μη-Γνωστικοί Χριστιανοί) Δυνατότητα σωτηρίας μέσω της πίστης και των έργων.
Πνευματικοί (Πνευματικοί): (Οι ίδιοι οι Γνωστικοί) Εγγυημένη σωτηρία μέσω της γνώσης.
Θεϊκή Δυαρχία των Γνωστικών
Η Θεογονία, Κοσμογονία και Ανθρωπογονία μεταξύ των Γνωστικών ήταν ποικίλη με βάση τον Πλουραλισμό και τη Δυαρχία:
Πλουραλισμός (Philosophical Pluralism): Η φιλοσοφική θεωρία ή αντίληψη που υποστηρίζει ότι η πραγματικότητα συγκροτείται από πολλαπλές, αυτοτελείς και ανεξάρτητες μεταξύ τους αρχές, χωρίς να υπάρχει στη βάση τους μια κοινή θεμελιώδης αρχή (π.χ. η αλυσίδα των Αιώνων).
Δυαρχία (Dualism): Η φιλοσοφική θεωρία που ερμηνεύει τον κόσμο με βάση δύο ανταγωνιστικές δημιουργικές αρχές / θεούς, μία κακή (η Ύλη/Δημιουργός) και μία αγαθή (ο Ύψιστος Θεός), εκ των οποίων προκύπτουν δύο ξεχωριστοί, ανόμοιοι και αντίθετοι μεταξύ τους κόσμοι: ο κακός αισθητός και ο πνευματικός ή νοητός.
Αυτές οι θέσεις είναι αντίθετες με την Βιβλική αφήγηση της Μίας Αρχής / Ενός Θεού (Μονοθεΐα), δια του οποίου κτίσθηκαν τα ορατά και τα αόρατα.
«Καὶ φωτίσαι τίς ἡ οἰκονομία τοῦ μυστηρίου τοῦ ἀποκεκρυμμένου ἀπὸ τῶν αἰώνων ἐν τῷ θεῷ τῷ τὰ πάντα κτίσαντι.» (Εφ. 3:9, Κολ. 1:16)
Ο Στωικισμός
Εκτός από τον μεταφυσικό ανταγωνιστικό δυϊσμό που συναντάμε στον Γνωστικισμό, Ζωροαστρισμό, Ορφισμό και Πυθαγορισμό (π.χ., Καλό/Κακό, Φως/Σκοτάδι, Ψυχή/Σώμα), στον Στωικισμό είχε αναπτυχθεί η έννοια της φυσικής δυαδικότητας των δύο αδιαχώριστων αρχών (Ενεργό/Παθητικό), η οποία είναι συνεργατική και μονιστική σε αντίθεση με τον ανταγωνιστικό δυϊσμό, και στην οποία θα αναφερθούμε για τον σκοπό της παρούσας μελέτης.
Οι Στωικοί (Φιλόσοφοι της «Ποικίλης Στοάς», περ. 300 π.Χ. – 250 μ.Χ.), που είχαν ως αρχή το «ὁμολογουμένως τῇ φύσει ζῆν», δηλαδή «να ζει κανείς σύμφωνα με την φύση» που ισοδυναμεί με το να ζει κανείς ενάρετα (κατ᾽ ἀρετὴν ζῆν), εκπροσωπούνταν από τρεις τάσεις.
Επηρεασμένοι από τον Ηράκλειτο που θεωρούσε «ως ουσίᾳ τῆς εἱμαρμένης τὸν Λόγον, ὅς διαποτίζει τὴν οὐσίαν τοῦ σύμπαντος» και από τον Ερμητισμό όπου «ο Θωθ είναι ο Λόγος που διαποτίζει και διαπερνά τα πάντα»[17], πίστευαν ότι υπάρχουν δύο αρχές στο σύμπαν:
Η Ενεργητική: Ο Θεός ή Λόγος («τὸ ποιοῦν»).
Η Παθητική: Η Ύλη («τὸ πάσχον»).
Θεϊκές Αρχές και Πανθεϊσμός
Ο Λόγος, που ενυπήρχε μέσα στην Ύλη (ενδοκοσμικός ή ενδοσυμπαντικός Θεός), δημιούργησε μέσω αυτής τα όντα, διατηρώντας την ενότητά τους και την αιώνια τάξη. Για τους Στωικούς ο Θεός είναι ταυτόχρονα το κάθε τι στη φύση (Πανθεϊσμός) και όλα μαζί είναι ο Θεός (Υλιστικός Μονισμός). Η δυαδικότητα στον Στωικισμό είναι μία εσωτερική, λειτουργική διάκριση εντός της ενιαίας ουσίας (Ενεργό στοιχείο μέσα στο Παθητικό) και όχι μία διάκριση μεταξύ δύο χωριστών κόσμων, και είναι:
Φυσική (Υλιστική): Και οι δύο αρχές (Ενεργός/Παθητική) είναι, τελικά, υλικές.
Συνεργατική: Οι δύο αρχές δεν συγκρούονται, αλλά συνυπάρχουν και συνεργάζονται. Η Ενεργός Αρχή (Λόγος/Πνεύμα) δρα μέσα στην Παθητική Αρχή (Ύλη) για τη δημιουργία της κοσμικής τάξης.
Ειμαρμένη, Ψυχή και Αστρολογία
Οι Στωικοί πίστευαν στην Ειμαρμένη και τη Θεία Πρόνοια και έλεγαν ότι ο άνθρωπος συνδέεται με την Παγκόσμια Ψυχή μέσω μιας εσωτερικής προσωπικής θεότητας, που ήταν ο «Δαίμων ἑαυτοῦ». Κατά συνέπεια, υπήρχε αλληλοεπίδραση των ουρανίων και των επιγείων όντων («η Αρχή της Συμπάθειας»). Η άποψη αυτή συγγενεύει με την Χαλδαϊκή Αστρολογία και Θεουργία και ήταν το υπόβαθρο για τις αστρολογικές προβλέψεις και τη μαντεία.
Ο Γάλλος φιλόσοφος Jean-Baptite Goourinat και στο βιβλίο του "Οι Στωικοί για την Ψυχή" αναφέρει: "Οι Στωικοί στην αρχαιότητα είχαν θεωρηθεί ότι αντιτίθενται στον Πλάτωνα επειδή δεν πίστευαν στην μετενσάρκωση και στην αθανασία της ψυχής (SVF, II.814-17), αλλά και στον Επίκουρο, επειδή δεν πίστευαν στην ολοκληρωτική εξαφάνιση της ψυχής κατά τον θάνατο. Κατ΄αυτούς, μόνο οι ψυχές των άλογων ζώων πεθαίνουν μαζί με το σώμα τους: για τις έλογες ψυχές, το τέλος της ανάμιξης τους με το σώμα δεν σημαίνει την ταυτόχρονη εξαφάνιση των στοιχείων που τις συνθέτουν. Η ψυχή χωρίζεται από το σώμα και επιβιώνει για ένα διάστμα υπό "ελαττωμένη" μορφή ύπαρξης. Κατά τον Χρύσιιππο, η ψυχή παίρνει τότε μορφή σφαιρική και, σύμφωνα με ορισμένους Στωικούς, οι ψυχές που θα αντέξουν περισσότερο περιπλανώνται στα αστέρια ή γύρω από την σελήνη. Μόνο του σοφού η ψυχή επιβιώνει για πολύ, πριν εξαφανιστεί στην περιοδική "εκπύρωση" του σύμπαντος. Αποτελεί δηλαδή διδασκαλία των Στωικών ότι το θείο πυρ, που εμψυχώνει το σύμπαν, κατά περιόδους το αναφλέγει: τότε το σύμπαν ξαναγεννιέται (Παλιγγενεσία) και όλα αρχίζουν πάλι να κινούνται στο ρυθμό μιας αιώνιας ανακύκλησης".
Ο Στωικός Χρύσιππος ορίζει την ψυχή ως «πνοή ἔμφυτος ἡμῖν, συνεχὴς, διήκουσα δι' ὅλων τῶν μερῶν τοῦ σώματος»[18] (δηλαδή: «πνοή έμφυτη μέσα μας, αδιάσπαστη, που διατρέχει όλα τα μέρη του σώματος»). Αυτή την «ψυχική πνοή» (ή Πνεῦμα), οι Στωικοί την κατέτασσαν σε οκτώ μέρη (οκταμερής ψυχή): το Ηγεμονικόν (ή Διάνοια / Νους), που ήταν και το κέντρο όλων, τις πέντε Αισθήσεις, το Σπερματικόν (γονική δύναμη) και το Φωνητικόν (λόγος).
Η Εκπύρωση και ο Κυκλικός Χρόνος
Αξιοσημείωτο είναι ότι η δοξασία της «Παλιγγενεσίας» του Ηρακλείτου και των Στωικών, οι οποίοι υποστήριζαν την «κυκλική πορεία του σύμπαντος προς την αιωνιότητα» μέσω επαναλαμβανόμενων πανομοιότυπων αναγεννήσεων των ορατών (eternal recurrence), που λάμβαναν χώρα μετά από κάθε Εκπύρωση[28], είχε και έχει επίδραση στα περισσότερα θρησκευτικά και φιλοσοφικά συστήματα.
Επίδραση στην Γνωστική Εσχατολογία
Η σωτηρία των Πνευματικών ανθρώπων και η επιστροφή τους στο Πλήρωμα του Θεού θα σημάνει το τέλος της εξουσίας του Δημιουργού των ορατών (Ιαλδαβαώθ) και των αρχόντων του. Στο τέλος του κόσμου, ο υλικός , ελαττωματικός κόσμος θα καταστραφεί (με εκπύρωση ή διάλυση), καθώς δεν έχει καμία αξία.
Επίδραση στην Πατερική ή Ελληνορθόδοξη Σκέψη
Επέδρασε επίσης και στην Πατερική ή Ελληνορθόδοξη Σκέψη, η οποία διέσωσε και συνέχισε το κλασικό ελληνικό πνεύμα (Α’ Πατρ. Παπαδόπ. σελ. 69), με τη διαφορά ότι η τελευταία υποστηρίζει την «ευθύγραμμη πορεία του σύμπαντος» και προσμένει γεγονότα που νομοτελειακά θα επιφέρουν, δια του πυρός, το τέλος της ιστορίας των αισθητών και τη συνέχειά τους σε άλλη μορφή .
Επίδραση στην Σύγχρονη Κοσμολογία
Ακόμα, επέδρασε και διαμόρφωσε τη σύγχρονη «Σύμμορφη Κυκλική Κοσμολογία» ορισμένων αστροφυσικών (Conformal Cyclic Cosmology ή CCC), οι οποίοι θεωρούν το Πυρ ως την αποκορύφωση της ζωτικής δύναμης που θα επιφέρει το τέλος του σύμπαντος, για να ακολουθήσει μία νέα Μεγάλη Έκρηξη (Big Bang) που θα δημιουργήσει ένα νέο σύμπαν.
Οι επιδράσεις της «Παλιγγενεσίας» του Ηρακλείτου και των Στωικών καταργούν την αιωνιότητα του Ευαγγελίου της Σωτηρίας και αποδυναμώνουν τη δύναμή του και την «εν Χριστώ» τελειότητα του ανθρώπου στην εδώ επίγεια ζωή, καθώς και τη ζωοποιό δύναμη του εξ ουρανού ανθρώπου Ιησού, ο οποίος ενεργεί την Παλιγγενεσία (Τίτ. 3:5) εδώ και τώρα (νέο πνευματικό άνθρωπο / νέα πνευματική κτίση / νέο πνευματικό λαό). Αλλοιώνουν έτσι το αγαθό αιώνιο σχέδιο του Θεού για τον εκ φύσεως θνητό χοϊκό άνθρωπο, το οποίο, σχέδιο, είχε προαποφασίσει σύμφωνα με την ευαρέσκειά Του (Εφ. 1:9) και εμπαίζουν τον Θεό ο οποίος «τα πάντα εν σοφία εποίησε». (Ψαλμ. 104:25)
Ανθρωπολογική Δυαρχία των Γνωστικών και η Βίβλος
Παράγωγο της θεϊκής δυαρχίας των Γνωστικών και λοιπών φιλοσοφικών συστημάτων είναι η ανθρωπολογική δυαρχία, η οποία διχάζει τον άνθρωπο σε δύο στοιχεία, το αισθητό θνητό σώμα και την νοερά αθάνατη ψυχή (την προ-υπάρχουσα κατά τους Χαλδαίους, τον Πλάτωνα, τον Φίλωνα ο οποίος προσπάθησε να συνδέσει τον Πλατωνισμό με την Ιουδαϊκή σκέψη κ.ά.). Κατά συνέπεια ο άνθρωπος είναι μέτοχος και των δύο αρχών και της Καλής και της Κακής και εάν αποδράσει από το σώμα που μετέχει της Κακής αρχής, σώζεται. Η ιδέα αυτή αντιτίθεται στην βιβλική αφήγηση, όπου «ψυχή» εννοείται η εκ του ενός Ζωοδότη Θεού προέλευση της ζωής, που υπάρχει σε κάθε ζωντανό κτίσμα, χωρίς την πλατωνίζουσα διάκριση των Γνωστικών οι οποίοι υιοθέτησαν και ριζοσπαστικοποίησαν αυτή τη δυαρχία, θεωρώντας το υλικό σώμα ως δημιούργημα ενός κατώτερου θεού (Δημιουργού) και την ψυχή ως σπινθήρα του αληθινού, ανώτερου Θεού, που πρέπει να «αποδράσει» μέσω της γνώσης.
Ρωτώντας ο Θεός τον Ιώβ του λέει: «ἦ σὺ λαβὼν γῆν πηλὸν ἔπλασας ζῷον καὶ λαλητὸν αὐτὸν ἔθου ἐπὶ γῆς» (38:14 LXXA). Κατά την εβραϊκή Βίβλο λοιπόν, η «ψυχή» δεν αναφέρεται σε ένα μόνο τμήμα της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά σημαίνει τον ολόκληρο άνθρωπο, ως ενιαία ζωντανή υπόσταση «και εγένετο ο (χοϊκός) άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν», που στην πορεία καθυποτάχθηκε από τον εχθρό του ανθρώπου τον θάνατο «εβασίλευσε ο θάνατος» (Γεν. 2:7, Ρωμ. 5:14-17) και του αφαιρέθηκε το δικαίωμα να φάει από το δένδρο της ζωής. Αντιθέτως στην πλατωνική ανθρωπογνωσία ο θάνατος του σώματος είναι φίλος του ανθρώπου γιατί επιτρέπει στην αθάνατη ψυχή να ελευθερωθεί και να επιστρέψει τελικά στην ουράνια κατάστασή της.
Χαρακτηριστικό είναι ένα επιτάφιο επίγραμμα του Ιεροφάντου όπου αναφέρει ότι: «Ωραία πραγματικά απόκρυφη διδασκαλία (μας μεταβιβάσθηκε) από τους Θεούς. Ότι ο θάνατος, όχι μόνο δεν είναι επιζήμιος για τους ανθρώπους, αλλά αντίθετα είναι ωφέλιμο πράγμα». Πηγή
Την βεβαίωση ότι ο πρώτος θνητός άνθρωπος εκ της γης ήταν ψυχοσωματικός (ολιστικός) και όχι δυϊκός (ψυχή και σώμα) το επιβεβαιώνει και ο Επιφάνιος: «Και γαρ απ΄ αρχής Αδάμ τη έκτη ημέρα πλασθείς από γης και λαβών το εμφύσημα εζωογονήθη.» (Επιφανίου, Πανάριον κεφ. 4)
Σε Αντίθεση με την Πλατωνική Αντίληψη περί Αθανασίας της Ψυχής η Βίβλος Διδάσκει ότι η Ψυχή Πεθαίνει.
«ὅτι πᾶσαι αἱ ψυχαὶ ἐμαί εἰσιν ὃν τρόπον ἡ ψυχὴ τοῦ πατρός οὕτως καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ υἱοῦ ἐμαί εἰσιν ἡ ψυχὴ ἡ ἁμαρτάνουσα αὕτη ἀποθανεῖται.» (Ιεζ. 18:4)
«Καὶ ἐπὶ πάσῃ ψυχῇ τετελευτηκυίᾳ οὐκ εἰσελεύσεται ἐπὶ πατρὶ αὐτοῦ οὐδὲ ἐπὶ μητρὶ αὐτοῦ οὐ μιανθήσεται.» (Λευ. 21:11 Ο΄)
«Πᾶσα ψυχὴ ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις ὑποτασσέσθω.» (Ρωμ. 13:1)
«ἀποστείλας δὲ Ἰωσὴφ μετεκαλέσατο Ἰακὼβ τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ πᾶσαν τὴν συγγένειαν ἐν ψυχαῖς ἑβδομήκοντα πέντε.» (Πράξ. 7:14)
«[…] λέγων ἐγερθεὶς παραλάβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν Ἰσραήλ· τεθνήκασιν γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου.» (Ματθ. 2:20)
«Και εἶπεν Σαμψών αποθανέτω ψυχή μου μετὰ ἀλλοφύλων.» (Κρ. 16:30)
«Καὶ ὃς ἂν πατάξῃ κτῆνος καὶ ἀποθάνῃ ἀποτεισάτω (=να ανταποδώσει) ψυχὴν ἀντὶ ψυχῆς.» (Λευ. 24:18)
Βλέπουμε λοιπόν ότι οι εβραϊκές βιβλικές αναφορές και ο αντιαιρετικός Επιφάνιος, αντικρούουν την πλατωνίζουσα 'Χριστιανική' πίστη περί αθανασίας της ψυχής, όπως αυτή διατυπώνεται και σε νεκρώσιμη ακολουθία (Εξοδιαστικό) ιερομονάχων του 16ου αιώνα.
«Ο Θεός ημών ο δημιουργός και ευεργέτης απάσης της κτίσεως ο κατασκευάσας τον άνθρωπον εκ σώματος αισθητού τε και χοϊκού και νοεράς και αθανάτου ψυχής …»[19].
Ο Αριστοτέλης ομοίως αντικρούει τον Πλάτωνα λέγοντας ότι: «Ότι μεν ούν ουκ έστιν η ψυχή χωριστή του σώματος, ή μέρη τινά αυτής – ή μεριστή πέφυκεν – ουκ άδηλον», (δηλαδή: "είναι σαφές πως η ψυχή δεν είναι χωριστή από το σώμα, ούτε κάποια μέρη της είναι διαιρετά")[20]
Αθανασία της Ψυχής και Μετεμψύχωση
Το δόγμα της «αθανασίας της ψυχής» είναι άμεσα συνδεδεμένο με τη δοξασία της μετεμψύχωσης, όπου η ψυχή μετά τον θάνατο του σώματος αναχωρεί και εισέρχεται σε άλλο σώμα (ανθρώπου, ζώου ή φυτού), μέχρι να γίνει η κάθαρσή της και να επιστρέψει στην προ της πτώσεώς της κατάσταση.
Η άποψη αυτή, μαζί με την πλατωνίζουσα 'χριστιανική' άποψη ότι ο 'θνητός' άνθρωπος έχει μέσα του μία νοερά αθάνατη υπόσταση που είτε θα απολαύσει μακαριότητα είτε θα βασανίζεται αδιαλείπτως από τον δήμιο 'τριαδικό Θεό' μετά τον θάνατο του σώματος, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον όρο 'θνητός' και με την αποστολική ρήση ότι ο Θεός είναι «ο μόνος ἔχων ἀθανασίαν» (Α' Τιμ. 6:16), καθώς και με το χωρίο: «Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν» (Α' Κορ. 15:53).
Ο Θεός, λοιπόν, σύμφωνα με τις (επηρεασμένες από τον Πλατωνισμό) θρησκευτικές απόψεις, έπλασε τον άνθρωπο με σκοπό να τον βασανίζει αιωνίως εάν δεν υποταχθεί στις τρεις υποστάσεις του και στο θέλημά Του.
Το Πλήρωμα του Θεού κατά τους Γνωστικούς
Κατά την εκδοχή του Αιγύπτιου Βαλεντίνου, ενός εκ των θεωρουμένων «πατέρων» του Γνωστικισμού, στον αρχέτυπο κόσμο, που χαρακτηρίζεται από την ευταξία μέσα στο πλήρωμα, εκπορεύτηκαν εκ του Αληθινού, Άρρητου, Αγαθού και Υπερβατικού Θεού τριάντα (30) πνευματικές οντότητες, οι «Αιώνες» (Aiones), με ιεραρχική τάξη. Αυτοί γεφυρώνουν το χάσμα μεταξύ του άπειρου Θεού και του υλικού κόσμου. Αυτή η διαδικασία εκπόρευσης εξηγεί το πώς το Άπειρο παράγει το Πεπερασμένο χωρίς να μειωθεί ή να αλλοιωθεί. Σύμφωνα με τον Ειρηναίο η αρχέγονη κατάσταση ή Αιών ονομάζεται Βυθός ή Προπάτωρ. Μετά από αιώνες σιωπής και ακινησίας προβάλει σπόρο, τον οποίο δέχεται η σύντροφος Σιγή ή Έννοια ή Χάρις και ξεκινά η παραγωγή των υπόλοιπων Αιώνων.
Οι Αιώνες δημιούργησαν ερωτικά ζεύγη, τις «αρρενοθήλειες ενότητες» (συζυγίες) σε τρεις τριάδες: 8 Αιώνες (Ογδοάδα), 10 Αιώνες (Δεκάδα) και 12 Αιώνες (Δωδεκάδα), συνολικά 30 Αιώνες. Η έννοια των «αρρενοθήλειων ενοτήτων» ή Συζυγιών είναι θεμελιώδης, καθώς τονίζει την αρμονική συμπληρωματικότητα και ισορροπία εντός του Θείου Κόσμου. Από τους 30 Αιώνες προήλθαν άλλοι κατώτεροι ιεραρχικά Αιώνες. Όλοι οι Αιώνες συγκροτούσαν το Πλήρωμα του Θεού.
Η εκδοχή του Βαλεντίνου για το Πλήρωμα του Θεού συγγενεύει:
α) με τις εκπορεύσεις «Σεφιρότ» που αναφέρουν τα απόκρυφα κείμενα της Καμπάλα και το καμπαλιστικό «δένδρο της ζωής», β) με το Λάβδωμα ή Τετρακτύς των Πυθαγορείων και το αρχαιοελληνικό «δένδρο της ζωής», γ) με τη Θεογονία του Ησίοδου, σύμφωνα με τον Επιφάνιο.
Καμπάλα (Σεφιρότ): Τα Σεφιρότ είναι οι δέκα εκπορεύσεις μέσω των οποίων ο άπειρος Θεός (Εν-Σοφ) αποκαλύπτεται και δημιουργεί αδιάκοπα τόσο τη φυσική όσο και τη μεταφυσική σφαίρα, τα οποία είναι περίφημα διατεταγμένα στο Καμπαλιστικό Δέντρο της Ζωής.
Πυθαγόρειοι (Τετρακτύς): Η Τετρακτύς είναι ένα τριγωνικό σχήμα δέκα σημείων διατεταγμένων σε τέσσερις σειρές (1+2+3+4=10), που αντιπροσωπεύει τα τέσσερα στοιχεία, την οργάνωση του χώρου και την τελειότητα του αριθμού δέκα, συμβολίζοντας τον κόσμο και την πηγή της αρμονίας.
Η Θεογονία του Ησίοδου: Ενώ η Θεογονία είναι μια μυθολογική γενεαλογία των θεών, ο Επιφάνιος (ένας πρώιμος Πατέρας της Εκκλησίας που έγραφε το Κατά Αιρέσεων) πιθανότατα τόνισε αυτή τη σύνδεση για να δείξει ότι το σύστημα των εκπορευμένων όντων του Βαλεντίνου ήταν παράγωγο του ειδωλολατρικού μύθου, αντί για μια μοναδική χριστιανική αποκάλυψη.
Ο Άρχοντας Ιαλδαφαώθ των Γνωστικών
σ.σ. «Αιώνες» στη γλώσσα των γνωστικών είναι τα ενδιάμεσα πνευματικά όντα, που γεφυρώνουν το χάσμα μεταξύ Θεού και ανθρώπων.
Ο τελευταίος Αιώνας του Πληρώματος, η Σοφία, δυσαρεστημένη για την κατάταξή της, επιθυμεί να ενωθεί με τον Άρρητο (Βυθό), την Πηγή των πάντων. Αυτή η παράνομη επιθυμία προκαλεί κρίση στο Πλήρωμα και οδηγεί στην εκβολή του Πάθους της, από το οποίο προκύπτει η Χθόνια Σοφία ή Αχαμώθ. Για να αποκατασταθεί η τάξη, ο Βυθός ζητά από τον πρώτο Αιώνα, τον Νου, να προβάλει δύο νέους Αιώνες, τον Χριστό και το Άγιο Πνεύμα, οι οποίοι διδάσκουν στους Αιώνες τα όριά τους και αποκαθιστούν τη σταθερότητα.
Η «Χθόνια Σοφία Αχαμώθ» εκβάλλεται από το Πλήρωμα του Θεού και γεννά τον κακό θεό, τον ερμαφρόδιτο Ιαλδαβαώθ ή Σάκλα (που σημαίνει Υιός του Χάους) ή Σαμαήλ (ο τυφλός θεός, θεός που δεν γνωρίζει) τον οποίο παρουσίαζαν ως λεοντόμορφο Φίδι. Αυτός, μη γνωρίζοντας ότι υπάρχει άλλος Θεός ανώτερός του και ισχυριζόμενος ότι «Εγώ είμαι Θεός, και δεν υπάρχει άλλος Θεός εκτός από μένα», δημιουργεί τον παρόντα υλικό, κατώτερο και ελαττωματικό κόσμο για να κρατήσει τα φωτεινά πνεύματα (ψυχές) παγιδευμένες στην ύλη. Για τους Γνωστικούς αυτός ήταν ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης, θέση κατεξοχήν αντι-ιουδαϊκή, που τους οδήγησε να τιμούν τους απειθείς χαρακτήρες της βιβλικής αφήγησης. Για τους σύγχρονους θεόσοφους, ο Ιαλδαβαώθ είναι ο αληθινός τέλειος Όφις, ο επτακέφαλος θεός.
Ο Σάρκινος Άνθρωπος ως Φυλακή
Όταν ο Αρχόντας Ιαλδαβαώθ δημιούργησε τον Αδάμ (τον σάρκινο άνθρωπο), το έκανε ως μια φυλακή. Στο "Απόκρυφον του Ιωάννου", ο Αρχόντας και οι υποτελείς του δημιουργούν ένα σωματικό κέλυφος.
"Και έκαναν έναν άνθρωπο... Και ο καθένας [από τους Αρχόντες] έδωσε ένα μέρος της δικής του δυνάμεως στο σχήμα που είχαν φτιάξει... Και το σώμα κινήθηκε και έγινε δυνατό. Και ήταν φωτεινό εκείνη την ώρα που μίλησαν για το πνευματικό πλάσμα που είχε κατεβεί."
Το πνεύμα (το πνευματικό πλάσμα) είναι μια σπινθήρα της ανώτερης θεϊκότητας που παγιδεύτηκε εντός αυτής της σαρκικής, υλικής φυλακής, θέση που συμφωνεί με τον Πλάτωνα.
Οι δε Εγκρατίτες που ήταν κλάδος του γνωστικισμού ισχυρίζονταν ότι "...η σεξουαλική πράξη, που είναι ο μηχανισμός της ψευδο-δημιουργίας του Αρχόντα, συνδέεται άρρηκτα με τη θνητότητα. Είναι η διαδικασία με την οποία παράγει νέα σωματικά κελύφη για να παγιδεύει τα πνεύματα, διαιωνίζοντας έτσι την άγνοια."
Ο "Αιώνας Ιησούς" των Γνωστικών και η Σύνδεσή του με την Πατερική Δογματική
Αξιοσημείωτο είναι ότι σε όλες τις παραλλαγές των Γνωστικών μύθων, ανιχνεύεται η προ-εγκόσμια γέννηση του «Αιώνα Ιησού», που έχει πνευματική συγγένεια με την φιλοσοφική «πατερική σκέψη» της προ-εγκόσμιας και προαιώνιας ύπαρξης του Υιού, του δευτέρου προσώπου / Θεού, του Μυστηρίου της «Τρισυπόστατης Μονάδας», όπως ορίζεται στο σύμβολο της πίστεως «τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων». Σύμφωνα δε πάντα με την «πατερική σκέψη» ο Υιός αν και είναι «γεννητός» προ πάντων των αιώνων συγχρόνως είναι και «συναιώνιος» και «συνάναρχος» με τον Πατέρα, αν και είναι «ομοούσιος(ν) τω πατρί» συγχρόνως είναι και υπερούσιος !!!!
O Ορος "Υπερούσιος" στις Αρχαίες Θρησκείες και στον Ελληνοχριστιανισμό
«Υπερούσιος (=επέκεινα της ουσίας κείμενος) χαρακτηρίσθηκε από τους θεολογούντες των πρώτων μετά Χριστόν χρόνων ο Θεός (πατερικός Χριστιανισμός) (Ιουστίνος, Μέγας Αθανάσιος, Ιωάννης ο Δαμασκηνός κ.ά.).
Ως Υπερούσιος όμως, ανυμνείται από τους υμνογράφους της κρατικής Χριστιανικής Εκκλησίας και ο Ιησούς Χριστός το δεύτερο πρόσωπο της μυθολογικής Τριαδικής Θεότητας «Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει ... κλπ.»[21].
Στους Νεοπλατωνιστές, οι οποίοι είχαν αποδεχτεί το δόγμα του ζωροαστρικού δυισμού[22], ανήκει και το έργο του Ιάμβλιχου «περί Αιγυπτίων μυστηρίων» όπου αναφέρεται ότι από τον Ένα υπερβατικό θεό ξεπρόβαλε ένας δεύτερος θεός (ο Νους) που ήταν «προούσιος και αρχή της ουσίας (των όντων)»[23] και ο θεός των υποδεέστερων ενδιάμεσων θεών (δηλαδή ο πρώτος δημιουργός του νοητού/αοράτου κόσμου).
Προούσιος = ο προ πάσης ουσίας (ύλης) υπάρχων (Lexigram)
Οι καθηγητές της φιλοσοφίας Βασίλης Κάλφας και Γιώργος Ζωγραφίδης αναφέρουν ότι:
«Στην κρυπτική έκφραση ἐπέκεινα τῆς οὐσίας στηρίχθηκε η πεποίθηση ότι ο Πλάτων ανέπτυξε μια «άγραφη» φιλοσοφία, μαθηματικής έμπνευσης, μόνο για τους μυημένους της Ακαδημίας, συστατικό στοιχείο της οποίας είναι η οντολογική πρόταξη του Αγαθού (που ταυτίζεται με το Ένα), και η παραγωγή των Ιδεών και των μαθηματικών οντοτήτων από αυτό. Όπως και να έχουν τα πράγματα, η τοποθέτηση του Αγαθού ἐπέκεινα τῆς οὐσίας δεν παύει να σημαίνει και κάτι πιο απλό: ότι, για τον Πλάτωνα, όλη η γνώση έχει ηθική θεμελίωση, ότι η ηθική προηγείται της γνωσιολογίας»[24].
Κρυπτικός = ο επιτήδειος εις το κρύπτειν ή κρύπτεσθαι, κρυψίνους, υποκριτής (Λεξ. Σκαρλάτου Δ. Βυζαντίου)
Ο φιλοσοφικός κρυπτικός όρος υπερούσιος «επέκεινα της ουσίας» ή προούσιος που αναφέρεται στο δεύτερο δημιουργό θεό της αιγυπτιακής Μυθολογίας, στον Νεοπλατωνισμό και στο δεύτερο πρόσωπο/θεό της επιβεβλημένης «Τρισυπόστατης Μονάδας» της ελληνορθοδοξίας, είναι ανύπαρκτος στην «αποστολική σκέψη», το αντίπαλο στρατόπεδο της «πατερικής σκέψης». Η «πατερική σκέψη» αποκρυστάλλωσε και ερμήνευσε όχι τους Αποστόλους αλλά την εξελιγμένη «Νεοπλατωνική σκέψη» η οποία θέτει ως δημιουργό των όντων ένα δεύτερο «προούσιο» θεό που προβλήθηκε από τον Πρώτο.
Οι Πατέρες ως Φιλόσοφοι
Οι πρώτοι Χριστιανοί απολογητές και Πατέρες (όπως ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας και οι Καππαδόκες Πατέρες) χρησιμοποίησαν συνειδητά ελληνιστικές φιλοσοφικές έννοιες για να εκφράσουν τη χριστιανική αποκάλυψη σε ένα μορφωμένο ελληνιστικό κοινό, και η επίδραση του Πλατωνισμού/Νεοπλατωνισμού (ειδικά στις έννοιες του Λόγου ως δεύτερου Θεού/Αρχής, της Ουσίας και της Υπόστασης) είναι αδιαμφισβήτητη.
Ο όρος "Υπερούσιος" γεφυρώνει την αρχαία φιλοσοφική αναζήτηση της ύψιστης, μη προσδιορίσιμης αρχής (του Πλατωνικού Αγαθού/Νεοπλατωνικού Ενός) με τη ελληνοχριστιανική θεολογική ανάγκη να διατυπωθεί η απόλυτη υπερβατικότητα και ακαταληψία της Θείας ουσίας με σκοπό να γίνει αποδεκτεί η νέα Θρησκεία στο ελληνιστικό κοινό της διανόησης παρουσιάζοντας αυτήν (την νέα θρησκεία) ως την πλήρωση της ελληνικής φιλοσοφικής αναζήτησης.
Η Ανθρωπογονία των Γνωστικών
Βοηθοί του κακού θεού Ιαλδαβαώθ ήταν τα ποιήματά του οι «Άρχοντες» ή οι 360 «Άγγελοι» σύμφωνα με τους Σηθιανούς, οι οποίοι και έπλασαν τον βιβλικό χοϊκό Αδάμ (= άνθρωπο), κατά την εικόνα του αρχέτυπου ερμαφρόδιτου τέλειου και μεγαλώνυμου πνευματικού ανθρώπου[25], που ήταν η αντανάκλαση του επίσης αρρενοθήλυ ή άφυλου υπέρτατου θεού τον οποίον ονόμαζαν Μητροπάτορα (= Μητέρα και Πατέρα όλων) και ήταν o Πιγεραδάμας ή Γεραδάμας. Για τους Ναασηνούς ο αρχέτυπος άνθρωπος ήταν τριφυής (σώμα, ψυχή, πνεύμα) και τον ονόμαζαν Αρχάνθρωπο ή Άνωθεν άνθρωπο ή Αδάμαντα. Οι Μανιχαίοι τον ονόμαζαν «Πρώτο Άνθρωπο» ο οποίος έπεσε θύμα του σκότους. Οι Καμπαλιστές και οι σύγχρονοι θεοσοφιστές Νεογνωστικοί, τον ονομάζουν Αδάμ Κάδμων. Και στην ελληνική Μυθολογία όπου περιγράφονται τα «αρχέγονα ελληνικά μυστήρια» τον ονομάζουν Πρατόλαο.
Ο Ιαλδαβαώθ με την άδεια της μητέρας του «Σοφία Αχαμώθ», κενώνεται από την δύναμή του εμφυσώντας στον χοϊκό Αδάμ πνοή ζωής, η οποία όμως περιείχε τα θεϊκά στοιχεία της μητέρας του. Έτσι ο άνθρωπος απέκτησε θεία σπίθα και συνείδηση θεϊκής καταγωγής από το πλήρωμα της θεότητας, την οποία όμως ο Ιαλδαβαώθ την φυλάκισε με τα δεσμά της λήθης. Η μόνη ελπίδα «αυτοσωτηρίας» του ανθρώπου ήταν η αφύπνιση της εσωτερικής θείας σπίθας, μέσω της απόκρυφης ενορατικής γνώσης και η ανάκτηση της μνήμης της, θέση συγγενής με τους σύγχρονους θεόσοφους και τον Πλάτωνα που δίδασκε ότι «η γνώση είναι ανάμνηση».
Η θεία σπίθα των Γνωστικών συγγενεύει και με τον μύθο του Τιτάνα Προμηθέα, ποιητή του ανθρώπου από πηλό και φωτιά, που περιέγραφε την μαγική εκείνη στιγμή, που ανεφλέγει πνευματικά, με την βοήθεια της θεάς της σοφίας Αθηνάς, η νοητική σπίθα στον άνθρωπο, διακρίνοντας τον από το υπόλοιπο «άλογο» ζωικό βασίλειο[26].
Η Ενσάρκωση / Incarnation του «Αιώνα Ιησού» κατά τους Γνωστικούς και η Σύνδεσή του με την Πατερική Δογματική
Στην συνέχεια ο Γνωστικός «πατέρας» Βαλεντίνος μας παραδίδει την ακόλουθο ψευδή γνώση: Ο Αιώνας Ιησούς (ή Σωτήρας, δημιουργημένος από όλους τους Αιώνες ως προσφορά), ενσαρκώνεται, ντύνεται δηλαδή με υλικό σώμα, και αποκτά δεύτερη φύση αυτή του τέλειου ανθρώπου Ιησού (ο οποίος είναι το σπέρμα της Γνώσης)
Η «σκέψη» του Βαλεντίνου, συγγενεύει με την «σκέψη» των Απολογητών που έλεγαν: «η δε πρώτη δύναμις μετά τον Πατέρα πάντων και Δεσπότην Θεόν και υιός ο λόγος εστίν ος τίνα τρόπον σαρκοποιηθείς άνθρωπος γέγονεν»[27], καθώς και με την αποκαλυπτική «πατερική σκέψη» της ενσάρκωσης του προ-υπάρχοντος Υιού σε τέλειο άνθρωπο.
Μετά ο Αιώνας Ιησούς εμφανίζεται στους ανθρώπους με την μορφή του ανθρώπου Ιησού (που ήταν η ενσάρκωση του Αιώνα Ιησού), στον οποίον και είχε ενοικήσει (ο Αιώνας Χριστός, βλ. επεξήγηση) κατά την βάπτιση του στον Ιορδάνη ποταμό, με σκοπό να τους επαναφέρει στο πνευματικό φως και στη συνέχεια, ο Αιώνας Ιησούς, εγκαταλείπει τον άνθρωπο Ιησού, πριν την σταύρωση του. Ο σταυρικός θάνατος του Ιησού, για τους Γνωστικούς δεν σώζει, αλλά ήταν η απελευθέρωση του Αιώνα Ιησού από το υλικό του σώμα.
Επεξήγηση των Αιώνων "Χριστός" και "Άγιο Πνεύμα" στον Βαλεντινιανισμό
«Η σχέση μεταξύ του Αιώνα Χριστού και του Αγίου Πνεύματος στον Γνωστικισμό (ιδιαίτερα στον Βαλεντινιανισμό) είναι μία σχέση συμπληρωματικότητας και όχι άμεσης ταυτότητας. Ενώ και οι δύο είναι Αιώνες που εκπορεύονται από το Πλήρωμα, συχνά αποτελούν ένα ζεύγος (Συζυγία) ή αντιπροσωπεύουν δύο διακριτές, αλλά συμπληρωματικές, σωτήριες δυνάμεις. Ο Αιώνας Χριστός (Σωτήρ) είναι γενικά η οντότητα που είναι υπεύθυνη για τη σταθεροποίηση του Πληρώματος και την είσοδο στον άνθρωπο Ιησού για να φέρει τη Γνώση. Το Άγιο Πνεύμα, ή ο Αιώνας Πνεύμα, θεωρείται συχνά μία ξεχωριστή, συν-εκπορευόμενη δύναμη, ο πρωταρχικός ρόλος της οποίας είναι να συνδράμει στην πνευματική τελείωση και τη διαδικασία σωτηρίας των εκλεκτών, λειτουργώντας συχνά ως η νοητική αρχή που καθοδηγεί το άτομο προς τη Γνώση.»
Σκοπός του Ενσαρκωμένου Αιώνα Ιησού ήταν:
Η αφύπνιση και σωτηρία της εκπεσούσης ψυχής, του θείου στοιχείου του ανθρώπου, μέσω της διαφώτισης του Αιώνα Ιησού, που το πετύχαιναν οι «πνευματικοί» ανακτώντας την μνήμη των προτέρων. Έτσι οι «πνευματικοί» δια της γνώσεως αυτοσώζονται, γίνονται δηλαδή Γνωστικοί και εισέρχονται στο πλήρωμα του θεού.
Η αποκατάσταση της ενοφυλίας ή αφυλίας κατά το αιώνιο αρχέτυπο του ερμαφρόδιτου ή άφυλου πνευματικού ανθρώπου (ή Αδάμαντος) ο οποίος ήταν η αντανάκλαση του υπέρτατου αρρενοθήλυ ή άφυλου Μητροπάτορα θεού. Η είσοδός τους στο πλήρωμα του Θεού θα επιτρέψει την επανένωσή τους με τα ουράνια "έτερά τους ήμισυ" για να σχηματίσουν ζεύγη (συζυγίες), αποκαθιστώντας έτσι τη δυαδική ισορροπία που χάθηκε με την πτώση της Χθόνιας Σοφίας ή Αχαμώθ.
Η κατάλυση της εξουσίας του κακού θεού της Π.Δ. Η σωτηρία των πνευματικών ανθρώπων θα σημάνει το τέλος της εξουσίας του Δημιουργού (Ιαλδαβαώθ) και των αρχόντων του. Στο τέλος του κόσμου (Γνωστική Εσχατολογία), ο υλικός , ελαττωματικός κόσμος θα καταστραφεί (με εκπύρωση ή διάλυση), καθώς δεν έχει καμία αξία.
Η καταστροφή του ελαττωματικού υλικού κόσμου και των «σαρκικών / υλικών» ανθρώπων μέσω της εκπύρωσης ή μέσω διάλυσης.
Η αποβολή των «ψυχικών» εκ του θείου πληρώματος.
Η αποκατάσταση της θείας τάξης, εντός του πληρώματος του θεού.
Ο άνθρωπος λοιπόν, Ιησούς Χριστούς ο οποίος ήταν η «ενσάρκωση του Αιώνα Ιησού» παρέχει την γνώση για την αυτοσωτηρία των «πνευματικών» ανθρώπων, και διασώζει /αποκαθιστά και το «θείο πλήρωμα».
Η Ενσάρκωση κατά τους Γνωστικούς και η Σύνδεσή του με την Πατερική Δογματική
Ο Γνωστικισμός και οι πεποιθήσεις του για την ενσάρκωση
Ο Γνωστικισμός άντλησε ιδέες από την αρχαία Φιλοσοφία και Μυθολογία, τις οποίες και χρησιμοποίησε ως δεξαμενή σκέψης. Οι Γνωστικοί υιοθέτησαν την αντιβιβλική άποψη της ενσάρκωσης και μετενσάρκωσης, η οποία ήταν πάγια διδασκαλία ρευμάτων όπως ο Ορφισμός, ο Πυθαγορισμός, ο Πλατωνισμός και η λατρεία του Διονύσου ασύμβατη όμως με τον Ιουδαιοχριστιανισμό.
Η κοινή πεποίθηση αυτών των ρευμάτων ήταν ότι οι αθάνατες ψυχές είναι πνεύματα που εξέπεσαν από την ουράνια προέλευση στην ύλη (η κάθοδος της ψυχής) λόγω μιας ακαθόριστης πρότερης αμαρτίας. Ως τιμωρία, ενσαρκώθηκαν—ντύθηκαν δηλαδή με υλικά σώματα. Ως εκ τούτου, ο στόχος είναι ο εξαγνισμός μέσω πιθανών πολλών μετενσαρκώσεων και η τελική αποκατάσταση στην αρχική τους πνευματική προέλευση.
Ο ελληνιστής Ιουδαίος φιλόσοφος Φίλων ο Αλεξανδρεύς χρησιμοποίησε τη βιβλική αφήγηση για να συμβολίσει αυτήν την πτώση της προ-υπάρχουσας αθάνατης ψυχής. Κατ' αυτόν:
Η πτώση της ψυχής από τον ουρανό μέσα στο γήινο σώμα συμβολίζεται από τους "δερμάτινους χιτώνες" που έδωσε ο Θεός στον Αδάμ και την Εύα να φορέσουν, πριν τους εκδιώξει από τον Κήπο της Εδέμ.
Κατά τον ίδιο, η φυλάκιση της εκπεσούσας ψυχής στο υλικό σώμα μοιάζει με την υποδούλωση των Εβραίων στην Αίγυπτο, γι' αυτό και η ψυχή πρέπει να επιδιώκει την «Έξοδό» της από την ύλη προς το θείο Λόγο.
Επίσης στους «Χαλδαϊκούς Χρησμούς» αναφέρεται ότι:
«Όσον αφορά την υπόσταση της ψυχής, αυτή έχει ένα διαμεσολαβητικό και αναγωγικό ρόλο. Με την κάθοδο της στα σώματα καθίσταται δέσμια της ύλης, χωρίς όμως να παύει να αποτελεί μία ρευστή πραγματικότητα, διατηρώντας ένα μη πεπτωκός τμήμα της στο νοητό κόσμο. Τελικά, προορίζεται να ανέλθει στον τόπο προέλευσής της, στον ουράνιο θόλο, ξεφεύγοντας από τη λήθη των αισθητών.»[29]
Η γνωστική ιδέα της ενσάρκωσης, του αρχέτυπου Αιώνα Ιησού στον γήινο άνθρωπο Ιησού, μαρτυρείται από αντιαιρετικές πηγές και στο πρόσφατα ανακαλυφθέν γνωστικό απόκρυφο ευαγγέλιο του Ιούδα. Σε αυτό φαίνεται ότι ο «προδότης» Ιούδας κατείχε ιδιαίτερη γνώση και η προδοσία του ήταν λυτρωτική ενέργεια, για να ελευθερωθεί το ενσαρκωμένο Πνεύμα του Ιησού, από το υλικό στοιχείο και να επιστρέψει στο πλήρωμα του θεού. Σύμφωνα πάντα με το απόκρυφο κείμενο, ο Ιησούς είπε στον Ιούδα «Εσύ θα θυσιάσεις τον άνθρωπο που με ενδύει»[30].
Τη θεωρία της ενσάρκωσης του «Φιλοσοφικού Ιησού», άντλησε από την ίδια δεξαμενή σκέψης της Φιλοσοφίας και της Μυθολογίας και η «πατερική σκέψη» και τα συγγενή της δόγματα, τα οποία ομολογούν πίστη στον «ενσαρκωμένο προ-υπάρχοντα Υιό». Η έννοια αυτή προέκυψε από τη θεολογική ερμηνεία της αποστολικής ρήσης «ὁ Λόγος σαρξ (= σώμα) ἐγένετο», όπου το ρήμα ἐγένετο (Αόρ. β΄ του γίγνομαι), που σημαίνει «έγινε», χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει το θεολογικό δόγμα της Ενσάρκωσης (Incarnation), διαφοροποιώντας τη χριστιανική θέση από τον Γνωστικό Δοκητισμό.
Γίγνομαι = γεννώμαι || έρχομαι εις το είναι, γίνομαι || είμαι. (Λεξ. Σταματάκου)
Εν-σαρκώνω= υλοποιώ || δίδω υλικήν υπόσταση εις τινα || ενσωματώνω || μετενσαρκώνω || μετεμψυχώνω. (Λεξ. Σταματάκου)
Επηρεασμένοι από τη γνωστική δοξασία της ενσάρκωσης του «Αιώνα Ιησού», οι «πατέρες» της «Καθολικής Ρωμαϊκής Εκκλησίας» και οι συναφείς ομολογίες, όχι μόνο υιοθέτησαν τη φιλοσοφική έννοια της ενσάρκωσης, αλλά και υποβάθμισαν τη μοναδική, υπερφυσική γέννηση του Ιησού Χριστού. Με τον τρόπο αυτό, αφαίρεσαν τον «προκεχειρισμένο» χαρακτήρα Του (Πράξ. 3:20) ως του αληθινού Υιού του Θεού που γεννήθηκε εν χρόνω, 100% εκ Πνεύματος Αγίου, εντάσσοντάς Τον σε ένα σχήμα υλοποίησης (ενσάρκωσης) που συγγενεύει με την αντίστοιχη γνωστική ιδέα. Άλλωστε ο αποστολικός λόγος κάνει σαφή διάκριση μεταξύ της βιβλικής γένεσης και της δογματικής ενσάρκωσης.
«Τοῦ δὲ Ἰησοῦ χριστοῦ ἡ γένεσις (όχι η ενσάρκωση) οὕτως ἦν. μνηστευθείσης τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας τῷ Ἰωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτοὺς εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ πνεύματος ἁγίου». (Ματθ. 1:18)
«Γένεσις» (όπως χρησιμοποιείται στο Ματθ. 1:18): σημαίνει γέννηση, αρχή ύπαρξης ή προέλευση – υποδηλώνοντας ένα γεγονός που συμβαίνει εν χρόνῳ.
«Ενσάρκωση» (ο πατερικός όρος): σημαίνει υλοποίηση ή ενσωμάτωση – υποδηλώνοντας τη λήψη υλικής φύσης από μια προϋπάρχουσα πνευματική οντότητα
Οι "Πατέρες" δεν εστίασαν στον αποστολικό λόγο αλλά αντιγράφοντας τους μύθους της Αρχαίας θρησκείας και του Γνωστικισμού, ευαγγελίζονται ότι ο προαιώνιος δεύτερος θεός Υιός, ο αχώριστος από τον Πατέρα, χωρίστηκε τελικά και κατέβηκε από τον ουρανό και ενσαρκώθηκε (ντύθηκε με χοϊκό σώμα) «κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπίσαντα», όπως ορίζεται στο πατερικό σύμβολο της πίστεως. Η δήλωση αυτή είναι μυθολογική και κατά την «πατερική σκέψη» εμπλέκει τρία μέρη: α) τον προ-υπάχοντα Υιό, β) το Πνεύμα το Άγιο και γ) την θνητή Μαρία. Παραπέμπει όμως σε σύζευξη ουρανού και γης, συγγενεύοντας έτσι με την μυθική ένωση του θεού Ουρανού (το πρώτο μυθικό αρσενικό στοιχείο) και της θεάς Γαίας (την υλική πλευρά του κόσμου) [31].Ο θεολόγος και καθηγητής Παναγιώτης Χρήστου επιβεβαιώνει αυτήν τη συγγένεια, σημειώνοντας ότι η Γνωστική δυαδικότητα των δύο θεοτήτων (άρρενος και θήλεος) αποτελεί ουσιαστικά "τον ουρανό και τη γη της παλαιάς ελληνικής θρησκείας" [32].
Η έμφαση στην ενσάρκωση και την κάθοδο έρχεται σε αντίθεση με την αποστολική πίστη ότι ο εξ ουρανού άνθρωπος Ιησούς (σε αντίθεση με τον εκ της γης) ήταν η εικόνα του αοράτου Θεού Πατέρα (Κολ. 1:15, 1 Κορ. 15:47).
Όμως, η Πατερική σκέψη, μέσω του Συμβόλου της Νικαίας, χρησιμοποίησε τη θέση αυτή (την εικόνα του Θεού) για να στηρίξει το δόγμα του προ-υπάρχοντος Υιού που έλαβε σάρκα εκ της γης. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η εστίαση μετατοπίστηκε από τον «εξ ουρανού άνθρωπο Ιησού» στον προ-υπάρχοντα Υιό-Θεό ως το κεντρικό πρόσωπο της σωτηρίας.
Συνέπεια αυτής της μετατόπισης ήταν η υποχώρηση της έμφασης στη μοναδική γένεση εν χρόνω («Τοῦ δὲ Ἰησοῦ χριστοῦ ἡ γένεσις οὕτως ἦν» – Ματθ. 1:18) και η αντικατάστασή της από την προαιώνια καταγωγή, την κάθοδο και τη σάρκωση.
Η θεολογία της ενανθρωπήσεως, όπως διαμορφώθηκε στα όρια της ορθοδοξίας, έχει αξιολογηθεί από κριτές ως μια μυθοπλαστική αφήγηση που αναπαράγει δομές προγενέστερων γνωστικών συστημάτων, όπως ο βαλεντινιανισμός.
Η Ενσάρκωση και η Μετενσάρκωση, ήταν Κυρίαρχη Πίστη των Ειδωλολατρών, των Γνωστικών και των Ανατολικών Θρησκειών
Όπως οι όροι Ομοούσιος και Υπερούσιος, έτσι και ο όρος Ενσάρκωση είναι ανύπαρκτος στην Αγία Γραφή, απαντάται μόνο σε αρχαίες θρησκείες και φιλοσοφικές σχολές.
Στην Αιγυπτιακή Μυθολογία, το νερό και ο ήλιος θεωρούνταν σύμβολα της ζωής, λόγω γεωγραφικής θέσης (Νείλος ποταμός, ηλιοφάνεια). Οι δε ηγεμόνες της Αιγύπτου (Φαραώ) ήταν η ενσάρκωση του Θεού στην γη και το επίκεντρο της θρησκευτικής λατρείας.
Στον Ινδουισμό, αβατάρ είναι η κάθοδος και η ενσάρκωση ανώτερων όντων στην γη, όπως ο αγέννητος και αθάνατος θεός Βισνού, που έχει στο ενεργητικό του πολυάριθμες ενσαρκώσεις, με μορφή ζώων, πουλιών, φυτών και ανθρώπων, με σκοπό να σώσει την ανθρωπότητα από το κακό και τις δαιμονικές δυνάμεις. Οι κυριότερες ενσαρκώσεις του Βισνού είναι με την μορφή του Ραμαγιάνα ή Ράμα και του Κρίσνα. Σε αναμονή είναι η αβατάρα του Κάλκι, η ενσάρκωση του λευκού αλόγου, που θα αποκαταστήσει στη γη τον χρυσό αιώνα και θα φέρει την τελική απελευθέρωση του ανθρώπου και την ανακάλυψη της θείας φύσης του[36]. Ο Ινδουισμός έχει έξι (6) ορθόδοξα συστήματα, το αρχαιότερο φιλοσοφικό σύστημα αυτογνωσίας η Βεδάντα, θεωρεί, ότι το αισθητό είναι παραίσθηση (illusion), το δε σύμπαν κατά διαστήματα καταστρέφεται και αναδημιουργείται (αντίστοιχα με τους Ηράκλειτο - Στωικούς).
Επίσης, το θρησκευτικό ρεύμα των Αλαουιτών, που είναι κράμα Ζωροαστρικών, Χριστιανικών, Μουσουλμανικών και Γνωστικών δοξασιών, πιστεύει ότι η ενσάρκωση του Θεού ήταν ο Ιουδαίος Ιησούς του Ναυή, που κατέκτησε τη γη του Ισραήλ, καθώς και ο τέταρτος χαλίφης Αλί, που δολοφονήθηκε από τους εχθρούς του Σουνίτες.
Οι οπαδοί του αποθανόντος Ινδού γκουρού Σάτυα Σάι Μπάμπα, τον υμνούν ως ενσάρκωση της Αγίας Τριάδας και της Αλήθειας, ως Κύριο της δημιουργίας και σωτήρα της ανθρωπότητας. Ο ίδιος πάντως είχε δηλώσει ως νέος ότι ήταν η ενσάρκωση του πνευματικού δασκάλου Σάι Μπάμπα του Σίρντι.
Οι περισσότεροι δάσκαλοι και καθοδηγητές του Γνωστικισμού, όπως ο Σίμων και ο μαθητής του Μένανδρος, θεωρούσαν τους εαυτούς τους γνήσιες ενσαρκώσεις ανώτατων δυνάμεων.[37]
Οι γνωστικοί Σηθιανοί πήραν το όνομά τους από τη λατρεία του Σήθ, υιού του Αδάμ, που πίστευαν ότι ήταν η ενσάρκωση του Θεού και κατείχε τη θέση του Χριστού.
Ακόμη και ο Πέρσης Μάνης, που ίδρυσε δική του θρησκεία, τον Μανιχαϊσμό, πίστευε ότι ήταν η τελευταία ενσάρκωση του Χριστού και του Βούδα.
Ομοίως, η αναδυόμενη νέα κινεζική θρησκεία «του Παντοδύναμου Θεού» (Church of Almighty God), που υποστηρίζει ότι ο Χριστός των εσχάτων ημερών εμφανίστηκε στην Κίνα, υιοθετεί θεωρίες ενσαρκώσεων και άλλες γνωστικές αντιλήψεις.
Οι Μελχισεδεκιτές της Φρυγίας και της Λυκαονίας, κράμα Ιουδαϊσμού και Χριστιανισμού, πίστευαν ότι ο Μελχισεδέκ ήταν η ενσάρκωση του Λόγου. Αυτοί κατά την Οθωμανική περίοδο εξισλαμίστηκαν βιαίως.
Οι Ιμαμίτες (Δωδεκατιστές), που είναι μέρος του Σιιτισμού[38], θεωρούν τους δώδεκα μεγάλους πνευματικούς καθοδηγητές (Ιμάμηδες) ότι είναι η ενσάρκωση του θείου φωτός. Αναμένουν τον δωδέκατο μεσσιανικό Ιμάμη (Mahdi = ο ορθά καθοδηγούμενος), να έρθει στις έσχατες ημέρες του κόσμου, ως σωτήρας του Ισλάμ, έχοντας βοηθό του τον Χριστό που θα κατέβει από τον ουρανό για αυτό τον σκοπό (Δευτέρα Παρουσία) και θα κάνει όλους τους Χριστιανούς Μουσουλμάνους. Και ύστερα θα επέλθει η συντέλεια του κόσμου, η εκμηδένιση της ύλης, η Κρίση και η αιωνιότητα.
Σύμφωνα δε με τον Όμηρο και την ομηρική σχολή σκέψης, οι θεοί ενσαρκώνονταν και συμμετείχαν ενεργά στα ανθρώπινα δρώμενα και την ανθρώπινη ιστορία, όπως μας διδάσκουν και τα «Ομηρικά Έπη», η Ιλιάδα και η Οδύσσεια.
Στα απόκρυφα βιβλία των Καμπαλιστών, τα οποία χρησιμοποιούνται για να αποδείξουν για τους δύσπιστους την ιστορικότητα του Ιησού, αναφέρεται ότι το πνεύμα του Ησαύ μπήκε μέσα στον Χριστό και γι' αυτό ήταν κακός ο ίδιος ο Ησαύ.
Επίσης, ο Ιώσηπος λέει για τους ελληνίζοντες Φαρισαίους: «Όλες οι ψυχές, υποστηρίζουν, είναι άφθαρτες, αλλά η ψυχή των καλών μόνο περνά στο σώμα κάποιου άλλου, ενώ οι ψυχές των ασεβών υποφέρουν ατελείωτη τιμωρία».[39]
Οι μυθολογικές, δυαλιστικές ιδέες περί πτώσης της αθάνατης ψυχής και ενσάρκωσής της σε γήινο σώμα που παρομοιαζόταν με «σῆμα» (τάφο), από όπου έπρεπε να ελευθερωθεί και να επιστρέψει εξαγνισμένη στην ουράνια πατρίδα μέσω μετενσαρκώσεων («δόγμα της ανακυκλωτικής μετεμψυχώσεως»), είχαν διεισδύσει σε όλες τις αρχαίες δοξασίες. Εάν εκλάβουμε δε ως έγκυρη τη μαρτυρία του Επιφανίου «κατά Στωικών», όπου καταγγέλλει τις ιδέες αυτές ως «πλάνη και ασέβεια», φαίνεται ότι και αυτοί οι Στωικοί είχαν μεταπηδήσει στο ιδεολογικό στρατόπεδο του Πλατωνισμού.
«μεταγγισμούς τε ψυχῶν καὶ μετενσωματώσεις ἀπὸ σώματος εἰς σῶμα, καθαιρομένων (= εξαγνισμένων) <ψυχῶν ἀπὸ> σωμάτων ἠδ' αὖ πάλιν εἰσδυουσῶν καὶ ἀνάπαλιν γεννωμένων, διὰ πολλῆς αὐτῶν πλάνης ταύτην τὴν ἀσέβειαν παρυφαίνοντες. μέρος δὲ θεοῦ καὶ ἀθάνατον τὴν ψυχὴν ἡγοῦνται». (Επιφάνιος, Πανάριον, κατά Στωικών).
Η Δοξασία των Δύο Φύσεων του Ιησού είναι Δάνειο της Μυθολογίας
Η συνδυαστική αυτή γνωμάτευση των συνοδικών πατέρων, ότι ο προ-υπάρχων δεύτερος θεός (ο Υιός) ενσαρκώθηκε «εκ πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου» [άρα ο Ιησούς δεν ήταν ο Υιός του Θεού αλλά η ενσάρκωση του προ-υπάρχοντος δεύτερου θεού-Υιού] οδήγησε αναπόφευκτα και στην όχι καινοφανή ιδέα των δύο φύσεων του Ιησού. Η ιδέα αυτή έχει προδρόμους σε μυστικιστικά και φιλοσοφικά συστήματα (όπως ο Ερμητισμός, ο Πλατωνισμός, ο Γνωστικισμός) που μιλούν για διπλή φύση (Αθάνατη/Θνητή) του ανθρώπου, συνεπώς η ιδέα των δύο φύσεων είναι πνευματική κληρονομιά της Μυθολογίας. Ακόμη αυτή η 'ιδέα' καταργεί την αντινομία που έθεσε ο Παύλος μεταξύ του Πρώτου ανθρώπου εκ της γης και του Δεύτερου εξ ουρανού τονίζοντας ότι "οὐ πρῶτον τὸ πνευματικὸν ἀλλὰ τὸ ψυχικόν/ζωϊκόν, ἔπειτα τὸ πνευματικόν" και διαχωρίζοντας την "εικόνα του χοϊκού" και την "εικόνα του επουράνιου" (1Κορ. 15: 46-49) — διατυπώσεις που δεν αφήνουν υπόνοιες για Υποστατική Σύνθεση Αντιθέτων.
Ήδη στον μυστικιστικό Ερμητισμό («μεταφυσικό σύστημα και ένα σώμα συστηματοποιημένων, μαγικών, αστρολογικών και αλχημικών πρακτικών») συναντάμε την ιδέα των δύο φύσεων του εκπεσόντα στον φυσικό κόσμο αρχέτυπου ανθρώπου.
«Και ο ίδιος ο (αρχέτυπος) άνθρωπος, θαυμάζοντας την εικόνα του, ερωτεύεται τον εαυτό του και θέλει να κατοικήσει στη γη. Έτσι έχουμε την πτώση του ανθρώπου και η φύση τον περισφίγγει από παντού. Και εξ αιτίας της πτώσης του ο άνθρωπος έχει διπλή φύση: θνητός ως προς το σώμα και αθάνατος ως προς την ουσία, δούλος και ταυτόχρονα κυρίαρχος της Ειμαρμένης που τελικά προσδιορίζεται από όλες τις σφαίρες»[33].
Ο Έλληνας, ο Αισχύλος, ο Διόνυσος, και ο Ηρακλής
Ακόμα, σύμφωνα με την αποκρυπτογράφηση του δίσκου της Φαιστού , ο Έλληνας, ως αληθινός γιος του θεού, γεννιέται από γήινη μήτρα και ουράνιο σπέρμα.
Στο έργο του Αισχύλου «Προμηθεύς ο Δεσμώτης», ο Προμηθέας προλέγει ότι ο Λυτρωτής του, «ο λύσων», θα γεννηθεί από Θεό και την θνητή παρθένο Ιώ[34].
Επίσης ο Διόνυσος που οι αρχαίοι Έλληνες τον αποκαλούσαν «Σωτήρα», «πάσχων θεός» και «θείο βρέφος» είχε και αυτός διττή φύση, αφού ήταν γέννημα της σύζευξης του θεού Δία (ουράνιο πρωταρχικό πυρ) και της θνητής νύμφης Σεμέλης (γήινη ουσία). Ήταν δε και τρίγονος (τρις φορές γεννηθείς), ο Διόνυσος-Φάνης, ο Διόνυσος- Ζαγρέας και ο αναστημένος Διόνυσος που κλήθηκε από τον Δία να βασιλεύσει.
Ο μέγιστος των Ελλήνων μυθικών ηρώων Ηρακλής που οι γονείς του ήταν ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων Δίας και η θνητή Αλκμήνη είχε και αυτός δύο φύσεις, και πολλοί άλλοι.
Υβριδισμός και Φιλοσοφία
Επίσης στην Μυθολογία απαντάται και άλλη μορφή διττής φύσεως αυτή του Μιξάνθρωπου (=κατὰ τὸ ἥμισυ ἄνθρωπος καὶ κατὰ τὸ ἥμισυ κτῆνος, Θεμίστ. 284Α, πρβλ. Λιβάν. 3. 282.) (Liddell-Scott). Ένας από αυτούς ήταν και ο μυθικός Τυφώνας γιός της Γαίας.
Η ιδέα των δύο φύσεων είχε προδρόμους όχι μόνο σε μυθικά πρότυπα σύζευξης (Δίας/Σεμέλη) και υβριδισμού (Μιξάνθρωπος), αλλά και σε αφηρημένα φιλοσοφικά σχήματα (Πυθαγόρας) που τοποθετούσαν τη δυαδικότητα μέσα στην ίδια την αρχή (το Ένα).
Σύμφωνα δε με τους Πυθαγόρειους, η φύση ερμηνεύεται αριθμητικά και την ουσία των όντων αποτελούν οι αριθμοί. Ο δε αριθμός ένα (1) εξαιτίας της διττής του φύσης είναι και 'άρτιος' ταυτιζόμενος με το 'άπειρο' και 'περιττός' ταυτιζόμενος με το πεπερασμένο (Μετά τα φυσικά, 987α17, 986α19-20).
Σύντομο Ιστορικό της «Ενωσης των Δύο Φύσεων του Ιησού» σε ένα Πρόσωπο
Οι Οικουμενικές σύνοδοι, σκόπευαν στην εύρεση, από τους επισκόπους της Αυτοκρατορικής θρησκείας, καταπραϋντικών και συμβιβαστικών λύσεων στις εσω-εκκλησιαστικές διαμάχες τους, αφού πλήθος Γνωστικών και άλλων «αιρετικών» διετέλεσαν, για αρκετό καιρό, μέλη της «επίσημης Εκκλησίας». Πολλές φορές η επίλυση των δογματικών ερίδων γινόταν μέσα σε «ατμόσφαιρα τρομοκρατίας», με δωροδοκίες και φανατικούς οπλισμένους μοναχούς που λεηλατούσαν τις αντίπαλες εκκλησίες φονεύοντας τους επισκόπους των (π.χ., η «Ληστρική Σύνοδος» του 449 μ.Χ.), όπου η πολιτική βία και οι αυτοκρατορικές παρεμβάσεις διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο.
Η Χριστολογική Διαμάχη και η Σύνοδος της Χαλκηδόνας (451 μ.Χ.)
Έτσι το Χριστολογικό δόγμα της σύνθετης διπλής φύσης του Ιησού σε μία υπόσταση (Δυοφυσιτισμός/Υποστατική Ένωση), διατυπώθηκε το 451 μ.Χ. από την Δ΄ Οικουμενική της Χαλκηδόνας, που συγκάλεσε το Ρωμαϊκό αυτοκρατορικό ζεύγος Μαρκιανού και Πουλχερίας, με σκοπό να αντιμετωπισθεί η εριστική διδαχή του αρχιμανδρίτη Ευτυχίου, μια μορφή Μονοφυσιτισμού, συνεργάτη του Κυρίλλου της Αλεξανδρινής σχολής, που υποστήριζε ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού απορροφήθηκε μέσα στη θεία και επομένως, ο Ιησούς είχε μία μόνο φύση τη θεϊκή.
Έτσι, αντί της ακραίας «απορρόφησης» της μιας φύσεως από την άλλη (Μονοφυσιτισμός), επικράτησε η δογματική θέση της «ένωσης» των δύο φύσεων σε μία υπόσταση (πρόσωπο), η οποία θεμελιώθηκε στον Τόμο του Λέοντα (Επισκόπου Ρώμης) και επιβεβαιώθηκε από την Δ’ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451 μ.Χ.).
Η νέα συνοδική φόρμουλα, για την ταυτότητα της φύσης του Ιησού Χριστού (Δυοφυσιτισμός), επέφερε μεγάλο σχίσμα. Οι εκκλησίες που απέρριψαν τη Χαλκηδόνα ονομάστηκαν Αντιχαλκηδόνιες ή μη-Χαλκηδόνιες και διατήρησαν μια ενδιάμεση χριστολογική θέση, τον Μιαφυσιτισμό.
Οι Βασικές Έννοιες των Χριστολογικών Όρων
Μονοφυσιτισμός: Η θεολογική διδασκαλία σύμφωνα με την οποία ο Ιησούς Χριστός έχει μόνο μία φύση (μία φύση), τη Θεία, η οποία απορρόφησε πλήρως την ανθρώπινη υλική (χοϊκή) φύση. Κατά την ακραία μορφή του (Ευτυχιανισμός), η ανθρώπινη φύση του Χριστού εξαφανίστηκε μέσα στη Θεία, όπως μια σταγόνα νερό στη θάλασσα.
Μιαφυσιτισμός: Ο Χριστός έχει μία ενωμένη φύση ("μια φύσις τοῦ Λόγου σεσαρκωμένη"), η οποία προήλθε από τη συνένωση της Θεότητας και της ανθρωπότητας. (Δογματική θέση των Ανατολικών Ορθοδόξων Εκκλησιών: Κοπτική, Συριακή, Αρμενική, Αιθιοπική, κ.ά.). Μιαφυσίτες θεολόγοι όπως ο Σευήρος της Αντιοχείας, ο Φιλόξενος και Ιακώβ Βαρδαίος, ονόμασαν "Σαρκολάτρες" και "Ανθρωπολάτρες" τους Δυοφυσιτικούς Χαλκηδόνιους.
Δυοφυσιτισμός (Χαλκηδόνια Θεολογία): Ο Χριστός είναι ένα πρόσωπο ("μία ὑπόστασις") σε δύο φύσεις ("ἐν δύο φύσεσιν"), ενωμένες ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως. (Δογματική θέση της Ανατολικής Ελληνορθόδοξης και της Δυτικής Καθολικής Εκκλησίας).
Όρος της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, σε απόδοση (Δυοφυσιτισμός)
«Η ένωση των δύο φύσεων στον Χριστό έγινε έτσι ώστε αυτές να μη συγχέονται, να μη μεταβάλλονται να μη καταμερίζονται, να μη διαιρούνται, χωρίς (όμως) καθόλου να καταργείται η διαφορά των δύο φύσεων εξαιτίας αυτής της ένωσης, η οποία συντελέστηκε με τέτοιο τρόπο, που να διατηρεί η κάθε φύση τις ιδιότητες, αλλά και να είναι (και οι δύο) ενωμένες σ΄ ένα πρόσωπο και σε μία υπόσταση».
Ο Όρος της Δ' Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνας αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της Χριστολογίας για την Ελληνορθόδοξη, Καθολική και τις περισσότερες Προτεσταντικές Εκκλησίες. Η επίδρασή του στα επόμενα δογματικά κινήματα ήταν καθοριστική και οδήγησε σε περαιτέρω σχίσματα και ποικίλες έριδες έως και σήμερα.
Ο Βιβλικός Ιησούς
Οι Απόστολοι δίδαξαν ότι η Εβραία δούλη του Θεού, Μαριάμ, έτεκε τον Ιησού, τον οποίο είχε συλλάβει θαυματουργικά, χωρίς τη βιολογική της συμμετοχή. Αυτό που είχε γεννηθεί μέσα της ήταν «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου».
«το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματός έστιν Αγίου.» (Ματθ. 1:20)
«Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ.» (Λουκ. 1:35)
Οι φύσεις είναι ξεχωριστές και διακριτές και δεν συντίθενται, εκτός από τα πλαίσια της Μυθολογίας. Ο Ιησούς δεν είχε δύο γονείς, πατέρα και μητέρα, όπως ο βιολογικός άνθρωπος ή οι μυθικοί θεάνθρωποι οι οποίοι ήταν γεννήματα Ουρανού και Γης, ούτε είχε δύο φύσεις (μία βιολογική γήινη και μία επουράνια) ενωμένες σύμφωνα με τις αποφάσεις της Συνόδου της Χαλκηδόνας, αλλά ήταν ολόκληρος «Γέννημα» εκ θελήματος του ουράνιου Πατέρα, ο οποίος έμενε εντός του Υιού Του και ο Υιός εντός του Πατέρα Του[35].
«Εάν δεν κάμνω τα έργα του Πατρός μου, μη πιστεύετε εις εμέ· αλλ' εάν κάμνω, αν και εις εμέ δεν πιστεύητε, πιστεύσατε εις τα έργα, διά να γνωρίσητε και πιστεύσητε ότι ο Πατήρ είναι εν εμοί και εγώ εν αυτώ». (Ιωάν. 10:37-38)
Ο Ιησούς ήταν «ο άρτος ο ζων ο εκ του ουρανού καταβάς», «η εικόνα του αοράτου Θεού», «ο Αρχηγός της ζωής», «ο Υιός (το Γέννημα) της αγάπης του Θεού», «απαύγασμα της δόξης και χαρακτήρ της υποστάσεως Αυτού», «ο Ζωντανός, αληθινός Ναός του Θεού». Ο Ιησούς ήταν η απτή, η ορατή, η ζωντανή εικόνα του Πατέρα, το απαύγασμα της δόξας του Θεού του αοράτου που είναι «ὁ μόνος ἔχων αθανασίαν».
Ο Ιησούς δεν ήταν η φανέρωση της αισθητής, ορατής υπόστασης του θνητού, χοϊκού ανθρώπου, τον οποίο ο Θεός εποίησε κατά εικόνα Του, σύμφωνα με το «ἐν εἰκόνι θεοῦ ἐποίησα τὸν ἄνθρωπον» (Γεν. 9:6, Ο'). Ο άνθρωπος αυτός ήταν «τύπος του μέλλοντος» (Ρωμ 5:14), υποδηλώνοντας ότι ο χοϊκός θα λάβει την εικόνα και την ομοίωση του «επουράνιου Ιησού».
Ο Ιησούς ήταν η φανέρωση της αόρατης και αθάνατης Υπόστασης του Αιώνιου Θεού και λειτουργούσε (μιλούσε, άκουε, ενεργούσε, ζωοποιούσε) ακριβώς όπως ο Πατέρας Του, γιατί ήταν ο Ίδιος ο Αληθινός Θεός και η Ζωή η Αιώνια και όχι ένας δεύτερος θεός που έγινε θεάνθρωπος, σύμφωνα με το «την δόξαν μου ετέρω ου δώσω» (Ησ. 42:8).
«οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστιν; τὰ ῥήματα ἃ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ἀπ' ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ, ὁ δὲ πατὴρ ἐν ἐμοὶ μένων ποιεῖ τὰ ἐργὰ αὐτοῦ.» (Ιωάν. 14:10)
Ο «Λόγος» δεν πήρε σάρκα, αλλά έγινε σάρκα «Ο Λόγος σαρξ εγένετο» και έτσι, φάνηκε, έγινε ορατός ο Ένας Θεός της Π. Διαθήκης «ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί», «η Ζωή εφανερώθη». Αυτή η σάρκα δεν ήταν βιολογική αλλά εξ ουρανού («πάσα σάρκα δεν είναι η αυτή σάρκα»). (1Κορ. 15:39)
Αυτός που κατέβηκε από τον ουρανό δεν ήταν ο ενδιάμεσος θεός του Πλάτωνα και των Γνωστικών, ούτε ο δεύτερος θεός των Απολογητών, των Ερμητιστών και των «πατέρων της Καθολικής Εκκλησίας» αλλά ήταν ο Πατέρας Θεός με σώμα εξ ουρανού που το γέννησε ο Ίδιος. Όποιος έβλεπε το σώμα του Ιησού έβλεπε τον Αιώνιο Θεό.
«Ο εωρακώς εμέ εώρακεν τον πατέρα.» (Ιωάν. 14:9)
«ἀλλ' εἶπον ὑμῖν ὅτι καὶ ἑωράκατέ με καὶ οὐ πιστεύετε.» (Ιωάν. 6:36)
Και στον Μωυσή είπε ο Θεός «κατέβην εξελέσθαι αυτούς» (από την Αίγυπτο) αλλά τότε κατέβηκε ασώματος, χωρίς σώμα, διότι ακόμη δεν είχε γεννήσει τον μονογενή Υιό Του. (Ιωάν. 2:21, 6:51, Πράξ. 7:34).
Ο Ιησούς, ο Χριστός, Δεν Nτύθηκε με Xοϊκό Σώμα
Αυτό επιβεβαιώνεται από τη διάκριση του Παύλου: «Ο πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ὁ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ» (Α΄ Κορ. 15:47), όπου σαφώς τα «εκ της γης» και «εξ ουρανού» προσδιορίζουν τη διακριτή φύση των όντων.
Υπάρχουν «Σώματα ἐπουράνια και σώματα ἐπίγεια». Ο Αρχηγός της σωτηρίας, Ιησούς ο Χριστός, ο Λόγος της ζωής, είχε ξεχωριστό / μοναδικό επουράνιο σώμα «οὐκ ἐξ αἱμάτων» (ανθρώπων) που η ταυτότητά του ήταν «η Ανάσταση» και «η Ζωή» («ἐγὼ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή»).
Όταν ο Ιησούς ρώτησε σεις τίνα με λέγετε ότι είμαι; Ο Πέτρος δεν είπε ότι: Συ είσαι ο Υιός της Μαρίας, ούτε είπε: Συ είσαι ο ενσαρκωμένος προ-υπάρχων Υιός του Θεού, αλλά είπε: «Συ είσαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος». Και ο Ιησούς του απάντησε: «Μακάριος είσαι, Σίμων, υιέ του Ιωνά, διότι σαρξ και αίμα δεν σοι απεκάλυψε τούτο, αλλ' ο Πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς». (Ματθ. 16:16-17)
Επίσης ο απόστολος Ιωάννης δεν κήρυξε "δυισμό" αλλά με έμφαση διακήρυξε ότι: «Ποιος, λοιπόν, είναι αυτός που νικά τον κόσμο παρά [μόνο] εκείνος που πιστεύει ότι [ο] Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού;». (Α΄ Ιωάν. 5:5)
Ο Ιησούς ήταν «ο Υιός του Πνεύματος, ο Υιός του Θεού» διότι τον γέννησε ο Αιώνιος Θεός / το Αιώνιο Πνεύμα. Δεν είχε, ούτε φόρεσε σώμα χοϊκού ανθρώπου. Απεναντίας ο χοϊκός άνθρωπος που είναι «τύπος του μέλλοντος», λαμβάνοντας τον Ιησού «θέλει φορέσει την εικόνα του επουρανίου».
«Οποίος ο χοϊκός, τοιούτοι και οι χοϊκοί, και οποίος ο επουράνιος, τοιούτοι και οι επουράνιοι και καθώς εφορέσαμεν την εικόνα του χοϊκού, θέλομεν φορέσει και την εικόνα του επουρανίου.» (Α΄ Κορ. 15:49)
Το σώμα του Ιησού δεν ήταν φαινομενικό, όπως πίστευαν οι Δοκητές, αλλά ήταν ορατό και ψηλαφούμενο (όπως και το μάνα εξ ουρανού ήταν ορατό και ψηλαφούμενο), με ίδιον, τίμιο αίμα.
«Εκείνο, το οποίον ήτο απ' αρχής, το οποίον ηκούσαμεν, το οποίον είδομεν με τους οφθαλμούς ημών, το οποίον εθεωρήσαμεν και αι χείρες ημών εψηλάφησαν, περί του Λόγου της ζωής.» (Α΄ Ιωάν. 1:1)
Εάν, με το φως της Καινής Διαθήκης, συγκρίνουμε το «ἐξ οὐρανοῦ» σώμα του Κυρίου Ιησού (Α΄ Κορ. 15:47) – του δεύτερου ανθρώπου (Αδάμ=άνθρωπος) – με το αισθητό, εκ της γης, σώμα του πρώτου ανθρώπου, παρατηρούμε ότι το σώμα του Ιησού ήταν μόνο ομοίωμα/απεικόνισμα του αισθητού σώματος της αμαρτίας (σάρκας) του χοϊκού ανθρώπου, προκειμένου να φανερωθεί 'ο Θεός η Ζωή', και όχι η ίδια η χοϊκή δόξα ή ο χαρακτήρας της χοϊκής υπόστασης.
Άλλωστε ο Ησαΐας φωνάζει «πάσα σαρξ χόρτος και πάσα δόξα ανθρώπου ως άνθος χόρτου». (40:6). Και ο Ιώβ λέει: «βροτός δε γεννητός ίσα όνω ερημίτη». (11:12, Ο')
Τι Είπαν οι Απόστολοι για την Σάρκα /Σώμα του Ιησού
«Τὸ γὰρ ἀδύνατον τοῦ νόμου ἐν ᾧ ἠσθένει διὰ τῆς σαρκός, ὁ θεὸς τὸν ἑαυτοῦ υἱὸν πέμψας ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας … » (Ρωμ. 8:3) «[…] εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος.» (Φιλ. 2:7)
«ἐπεὶ οὖν τὰ παιδία κεκοινώνηκεν αἵματος καὶ σαρκός, καὶ αὐτὸς παραπλησίως (= περίπου, σχεδόν ομοίως, Lexigram) μετέσχεν τῶν αὐτῶν». (Εβρ. 2:14)
Τι Είναι το Ομοίωμα
Ο λεξικογραφικός ορισμός του Ομοιώματος είναι: «το, πράγμα τι έχον ομοιότητα προς άλλο, απεικόνισμα» (Lexicon Liddell-Scott), ενώ Απεικόνισμα είναι «η ακριβής αναπαράσταση με εικαστικά μέσα» (Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα).
Περαιτέρω, Ομοίωμα σημαίνει:
«κάθε κατασκευή που μοιάζει εξωτερικά ως προς τη μορφή, το σχήμα κτλ. με κάτι άλλο, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο (ξύλινο / γύψινο ομοίωμα του Παρθενώνα), αντίγραφο.» (Lexigram)
«αντικείμενο που κατασκευάστηκε έτσι ώστε να είναι όμοιο εξωτερικά με άνθρωπο, ζώο ή πράγμα, χωρίς όμως να έχει τις λειτουργίες του προτύπου του π.χ. μουσείο κέρινων ομοιωμάτων» (Βικιλεξικό)
Ο Ιησούς θεληματικά υπέφερε και δοκιμάστηκε κατά πάντα (καθ’ ὅμοιον τρόπον) όπως ο χοϊκός άνθρωπος υποφέρει και δοκιμάζεται, για να γίνει εύσπλαχνος και αξιόπιστος Αρχιερέας. Επίσης, θεληματικά γεύθηκε τον θάνατο της αιώνιας Ζωής Του (1Ιωαˊν. 5:20) υπέρ παντός ανθρώπου, με σκοπό να νικήσει τον αιώνιο θάνατο, και ανέστη για να χαρίσει την αιώνια Ζωή σε όσους λαμβάνουν Αυτόν (Ιωάν. 3:13, 6:51, Ρωμ. 8:3, Πραˊξ. 20:28, Φιλιπ. 2:8, Εβρ. 2:16-17, 2:9, 4:15, 10:5, GR/Orthodox).
Εάν ο Ιησούς πέθανε βιολογικά, σύμφωνα με το 'Δόγμα' ότι ήταν "τέλειος χοϊκός άνθρωπος", τότε οι πιστεύοντες σ' Αυτόν θα λάμβαναν βιολογική αιωνιότητα, πράγμα αδύνατον διότι ο βιολογικός θάνατος είναι δεδομένος. Η αθανασία που χαρίζει ο Χριστός αφορά τη νέα πνευματική κτίση, την "παλιγγεννεσία" και τον Νέο πνευματικό άνθρωπο τον γεννημένο από άφθαρτο σπόρο (1Πεˊτρ. 1:23), άλλωστε «σὰρξ καὶ αἷμα βασιλείαν θεοῦ κληρονομῆσαι οὐ δύναται οὐδὲ ἡ φθορὰ τὴν ἀφθαρσίαν κληρονομεῖ» (1Κορ. 15:50).
Άλλωστε ο ίδιος ο Ιησούς μαρτυρεί για την σάρκα Του ότι είναι εξ ουρανού και όχι βιολογική, όπως και το μάνα που έτρωγαν στην έρημο οι Εβραίοι ήταν εξ ουρανού και όχι βιολογικό. (Ιωάν. 6:51)
Η Ιδεολογική «Ιερή Τριάδα» του Σηθιανού Γνωστικισμού και οι Ελληνικές Συγγένειές της
1. Η Γέννηση της Βαρβηλώς της Πρώτης Υπόστασης
Σύμφωνα με τους Σηθιανούς, ένα από τα κυριότερα ρεύματα του γνωστικισμού, από τον Μόνο, Υπερβατικό, Αγαθό Θεό του Φωτός (τον Αόρατο Πατέρα), γεννιέται η Βαρβηλώ. Αυτή είναι η πρώτη, υπερκόσμια, θηλυκή και ανδρόγυνη οντότητα, η οποία χαρακτηρίζεται με πλήθος τίτλων, όπως «η πρώτη σκέψη», «η εικόνα του Πατέρα», «το Άγιο Πνεύμα», «ο τρις-άνδρας», «η πρώτη δόξα του αόρατου Πατέρα» και «ο αιώνιος Αιώνας του άυλου κόσμου».
Η Βαρβηλώ, ατενίζοντας τον Αόρατο Πατέρα, γέννησε τον Αυτογενή Υιό του φωτός, ο οποίος ταυτίζεται με τον Χριστό και τον Νου (Νοῦς). Οι Σηθιανοί απέδιδαν σε αυτόν τον κόσμο τρεις ιερές Υποστάσεις (ή Πηγές Φωτός) – Πατέρας, Μητέρα (Βαρβηλώ) και Υιός (Αυτογενής) – που αντιστοιχούν στον Αόρατο (Κρυμμένο), τον Προ-Αιώνιο και τον Αυτογέννητο[40]. Από τη σύζευξη της Βαρβηλώς και του Αυτογενούς Υιού αναδύθηκε ο αρχέτυπος Άνθρωπος, ο Γεραδάμας ή Αδαμάντινος Άνθρωπος, σχηματίζοντας έτσι την αρχέτυπη Τετράδα του Φωτός.
2. Φιλοσοφική Σύνδεση με τον Ελληνικό Νου
Η Βαρβηλώ, ως η Πρώτη Σκέψη (Έννοια) ή Σοφία του Αόρατου Πατέρα, παρουσιάζει άμεση φιλοσοφική συγγένεια με την ελληνική σκέψη. Συγκεκριμένα, η γέννησή της παραπέμπει στον τρόπο με τον οποίο προήλθε η θεά Αθηνά από τον «Μητροπάτορα Δία», η οποία ήταν η κατεξοχήν θεά της Σοφίας (Μήτις). Αυτή η ομοιότητα στην άμεση προέλευση από την Υπέρτατη Πηγή τονίζει:
Την ενσάρκωση του Νου (Nous) ή της Θείας Σκέψης και στις δύο οντότητες (Αθηνά, Βαρβηλώ).
Τη λειτουργία της ελληνικής σκέψης ως υποστρώματος και ερμηνευτικού πλαισίου για την πρώιμη ελληνοχριστιανική δογματική.
3. Η Δογματική Ενσωμάτωση: Από την Αθηνά στην Παναγία
Η επίδραση του ελληνικού υποστρώματος κορυφώνεται στην λατρεία. Η λατρεία της Παναγίας (Θεοτόκου) στην Ελληνορθοδοξία έλαβε ιδιαίτερες διαστάσεις σε περιοχές όπου προϋπήρχε έντονη λατρεία μητρικών θεοτήτων (όπως η Ίσις στην Αίγυπτο ή η Αθηνά στην Αθήνα). Ειδικά στην Αθήνα, ο Παρθενώνας, ο οποίος ήταν αφιερωμένος στην Αθηνά (Παρθένος), μετατράπηκε σε ναό της Παναγίας. Αυτή η αλλαγή της λατρείας από την παρθένο θεά στην διαρκώς παρθένο Μητέρα του Θεού αποτελεί κλασικό παράδειγμα θρησκευτικού συγκρητισμού και δογματικής ενσωμάτωσης της λαϊκής ευσέβειας.
Αυτή η τριάδα των ιερών Υποστάσεων – «Πατέρας - Μητέρα - Υιός» – εμφανίζει νοηματική συγγένεια με την κοσμοθεωρία της Πυθαγόρειας φιλοσοφίας, όπως αυτή ερμηνεύτηκε αργότερα, με τους συντελεστές της ιερής τριάδας: την Ατέρμονη Κίνηση (Πατέρας), την Αέναη Ζωή (Μητέρα) και την Αέναη Ενέργεια (Υιός)[41].
Πυθαγόρεια Αριθμοσοφία και η Επιρροή της στην Τριαδολογία
Οι Πυθαγόρειοι πίστευαν ότι οι πρωταρχικές ιδέες ήταν οι αριθμοί. Οι μονοί αριθμοί θεωρούνταν αρσενικές θείες οντότητες, και οι ζυγοί αριθμοί θηλυκές. Το δε γινόμενό τους, 2×3=6, ήταν (αρσενικό-θηλυκό) και συμβόλιζε τον γάμο. Πίστευαν ότι τα πάντα ορίζονται από τον ιερότατο αριθμό τρία (3), όπως εκφράζεται από τη ρήση: «Το παν και τα πάντα τοις τρισίν ώρισται» (π.χ., Γέννηση – Ζωή – Θάνατος, Παρελθόν – Παρόν – Μέλλον, Μήκος – Πλάτος – Ύψος). Δίδαξαν δε την απόκρυφη Διάλυση της Μονάδας σε τριάδα ή τριάδες, εισάγοντας έτσι τη θεωρία των τριαδικών Μονάδων.
Όπως άλλωστε λένε και οι Πυθαγόρειοι, το παν και τα πάντα ορίζονται από τον αριθμό τρία, διότι το τέλος, το μέσο και η αρχή αντιπροσωπεύονται από τον αριθμό του παντός, που είναι ο αριθμός τρία (3). Γι' αυτό, έχοντας λάβει αυτές τις έννοιες ως νόμους από τη φύση, χρησιμοποιούμε τον αριθμό αυτόν (3) κατά τις θεουργικές τελετές [42].
Οι απόψεις αυτές των Πυθαγορείων αποτέλεσαν τα ισχυρότερα επιχειρήματα των Πατέρων της Εκκλησίας και των ευαγγελιζομένων τη «Χριστιανική Ιερή Τριάδα» προς τους «άπιστους» και «ασεβείς» Εθνικούς (ή Έλληνες), οι οποίοι δεν σέβονταν τίποτε άλλο εκτός από θηλυκές ή αρσενικές «Ιερές Τριάδες». Ωστόσο, με την επικράτηση της «Χριστιανικής Ιερής Τριάδας» και της ανδροκρατούμενης ιεροσύνης, οι αρχαίες θηλυκές «Ιερές Τριάδες» έχασαν τη δημοτικότητά τους, και οι αρσενικές έχασαν τα πρωτεία τους.
Η τριαδική ιδέα των Γνωστικών συγγενεύει επίσης με την «Τριάδα του Παραδείσου»που αποτελείται από τον «Συμπαντικό Πατέρα, τον Αιώνιο Υιό, και το Άπειρο Πνεύμα», σύμφωνα με το βιβλίο της Ουράντια [43], το οποίο διαδίδει αρχαίες γνωστικές ιδέες τις οποίες λαμβάνουν, όπως ισχυρίζονται οι υποστηρικτές του, από εξωγήινα, ανώτερα όντα.
Επίσης, η τριαδική ιδέα συγγενεύει με τη θεωρία των τριών υποστάσεων που θεμελίωσε ο Νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πλωτίνος στις «Εννεάδες». Εκεί, αναπτύσσει την οντολογική ιεραρχική ενότητα της ιερής Τριάδας του Όντος: «Εν (ο Ουρανός) – Νους (ο Κρόνος) – Ψυχή (ο Δίας)» [44].
Ασπαζόμενοι τη φιλοσοφική και μυθολογική άποψη της ιερής Τριάδας που δεσπόζει στο αισθητό σύμπαν, οι πρόγονοί μας πίστευαν και στους τρεις αδελφούς: Δία, Ποσειδώνα και Άδη.
Η παλαιότερη αναφορά για τον Δία, που δηλώνει την πρώτη εκδήλωση ή Λόγο, υπάρχει στους Ορφικούς. Ο δε ποιητής Βιργίλιος τον αποκαλεί «Μεγάλο Όφι». Εξελισσόμενη, η νεοπλατωνική σκέψη ανέπτυξε την «Τριάδα Του Δία»: Πατέρας (η δυναμικότητα) – Υιός (η δύναμη σε πράξη) και Πνεύμα (ο Νους) [45].
Επίσης, το Δωδεκάθεο χωρίζεται ισότιμα σε 6 (3×2) θηλυκές θεότητες και 6 (3×2) αρσενικές θεότητες. Ακόμη και υποδεέστερης σημασίας θεότητες (όπως οι Ώρες, οι Χάριτες και οι Μοίρες) αναφέρονται πάντα σε τριάδες.
Στην Ορφική Κοσμογονία, ο Ηρικαπαίος (ή Ηρικεπαίος) ήταν ένα ερμαφρόδιτο ον, το οποίο χαρακτηριζόταν ως κυρίαρχη, πρωτόγονη και ζωοδότης δύναμη του κόσμου. Κατά την Κοσμογονία, δημιουργήθηκε αρχικά ο Χρόνος και εξ αυτού η δυάδα του Αιθέρα και του Χάους. Αυτά, μαζί με το κοσμογονικό Ωό (αυγό), παρήγαγαν την πρώτη Θεϊκή τριάδα. Στη συνέχεια, από τη γονιμοποίηση του Ωού προήλθαν ο Έρως, ο Φάνης (δηλαδή ο Θεός του φωτός) και η Μήτις (ο Θεός της σκέψης και της φρόνησης), τα οποία αποτέλεσαν έτσι τη δεύτερη Θεϊκή τριάδα.
Οι αρχαίες τριαδικές, είτε θηλυκές είτε αρσενικές, θεότητες έχουν ισχυρή ιδεολογική συγγένεια με την Τριάδα των Γνωστικών και ισχυρότατη με την «πατερική αποκάλυψη» του Τρισυπόστατου Θεού (Πατήρ - Υιός - Άγιο Πνεύμα).
Η τριπλή υπόσταση του Θεού και δημιουργού των πάντων, την οποία επικαλούνται το «ελληνορθόδοξο» θρησκευτικό σύστημα και τα γεννήματά του, δείχνει τρεις οντολογικές θεότητες – δηλαδή, τρεις Θεούς – και παραπέμπει στον Πολυθεϊσμό, ευρισκόμενη σε αντίθεση με τον Θεομονισμό της Βίβλου. Υπό την έννοια της τριπλής υπόστασης, ο «Ελληνοχριστιανισμός» που διαμόρφωσε και επέβαλε η «πατερική σκέψη» είναι μία νέα πολυθεϊστική θρησκεία, παραλλαγή της Αρχαίας, και όχι μονοθεϊστική, όπως η ίδια κακώς επικαλείται. Αναμιγνύοντας οι «Πατέρες» τον αρχαίο Πολυθεϊσμό με τον βιβλικό Μονοθεϊσμό, διαιώνισαν την αρχαία θρησκευτική σκέψη του Πλωτίνου, ο οποίος ήταν ο συνεχιστής της νεοπλατωνικής σχολής της φιλοσοφίας, ότι: «ο λατρεύων τους θεούς, λατρεύει τον Θεόν».
Ο ιστορικός Μιχάλης Μπατής, στο άρθρο του «Η Τριαδική Υπόσταση του Θείου - Η Αέναη Πάλη Θήλεως και Άρρενος» (Μέρος Β΄), υποστηρίζει την άποψη ότι η ιδέα μιας Τριαδικής Θεότητας εμφανίστηκε αρχικά στον Πλάτωνα. Συγκεκριμένα, παραθέτει την ακόλουθη ταύτιση:
«Ο Πλάτωνας στο έργο του Φαίδων μίλησε πρώτος για μια Τριαδική θεότητα, όπως προσπαθεί να την περιγράψει ο Χριστιανισμός. Το Αγαθόν αντιπροσωπεύει τον Πατέρα, ο Λόγος είναι ο Υιός του και η Ψυχή είναι το Άγιο Πνεύμα.»
Η τριαδική δομή της ύστερης Πλατωνικής φιλοσοφίας (η οποία περιλαμβάνει τις έννοιες Εν ή Αγαθόν, Νους/Λόγος και Ψυχή του Κόσμου) πράγματι αξιοποιήθηκε από τους πρώτους Χριστιανούς φιλοσόφους και Απολογητές, όπως ο Κλήμης Αλεξανδρείας και ο Ωριγένης, ως εννοιολογική πρόδρομος για την εξήγηση και τη διατύπωση του χριστιανικού δόγματος της Αγίας Τριάδας.
Ο ιστορικός Μιχάλης Μπατής, στο άρθρο του «Ελληνιστική εποχή και Χριστιανισμός», υποστηρίζει ότι ένα θεολογικό στοιχείο που έλαβε ο Χριστιανισμός από την αρχαία παράδοση—ιδίως εκείνη των ύστερων χρόνων—είναι η τριαδική αντίληψη του θείου.
Κατά τον Μπατή, η διατύπωση του δόγματος της Αγίας Τριάδας παραπέμπει:
Στην αρχή της Ορφικής Τριαδικότητος, σύμφωνα με την οποία ο νόμος του τριγώνου διέπει τα πάντα: από τη Δημιουργία (Νυξ – Ουρανός - Γαία) έως την τριαδική υπόσταση του ανθρώπου (Πνεύμα, Ψυχή, Σώμα) και την τριχοτόμηση της ψυχής (λογικό, θυμικό, επιθυμητικό).
Στην Τρισήλιο Θεότητα που θέσπισε ο αυτοκράτορας Ιουλιανός.
Στη φιλοσοφία του νεοπλατωνικού Ιάμβλιχου, ο οποίος θεωρούσε αρχή των πάντων το Εν, από το οποίο απορρέει ο τριαδικός Νους.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, αυτός ο τριαδικός Νους εκφράζεται, στην ιεραρχική τάξη του Δωδεκαθέου, μέσω της σχέσεως Δίας - Πατήρ, Αθηνά - Πνεύμα και Απόλλων - Λόγος. Ο Μπατής συμπεραίνει ότι από αυτές τις δοξασίες απέρρευσε και η αντίστοιχη τριαδική αντίληψη του θείου στον Χριστιανισμό, σε αντίθεση με τον Ιουδαϊσμό ο οποίος παραμένει αυστηρά μονολατρικός, εστιαζόμενος στον Γιαχβέ.[47]
Το Όνομα "Γιαχβέ" (Yahweh)
Το όνομα "Γιαχβέ" (Yahweh) είναι η πιο πιθανή φωνητική απόδοση (ανασύνθεση) του Τετραγράμματου (Tetragrammaton), δηλαδή των τεσσάρων εβραϊκών συμφώνων: יהוה (YHWH).
Κατά την περίοδο σύνταξης της Εβραϊκής Βίβλου (Παλαιά Διαθήκη), τα φωνήεντα πράγματι δεν γράφονταν, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η απόλυτα βέβαιη ανάγνωση της αρχικής προφοράς του Τετραγράμματου (יהוה, YHWH)
Το όνομα "Γιαχβέ" είναι ανύπαρκτο στην αρχαία ελληνική Γραφή διότι οι μεταφραστές των Ο' απέδωσαν τη σημασία και τον τίτλο του Θεού («Κύριος») και όχι την «πιθανή» του προφορά.
Επομένως, η προφορά "Γιαχβέ" (Yahweh) προέκυψε παραδοσιακά από τη σύνθεση αρχαίων ιστορικών και γλωσσολογικών ενδείξεων (κυρίως από τον 2ο έως τον 5ο αιώνα μ.Χ.), ενώ η προφορά "Ιεχωβά" αποτελεί νεότερο γλωσσικό υβρίδιο του Μεσαίωνα.
Άλλες αποδόσεις του τετραγγράματου στην ελληνική:
Ιαουέ ως "ο Ων και ο εσόμενος" (Κλήμ. Στρωματ. 5.6.34).
Ια και Ιαώ "επώνυμα εστί του ενός και αυτού Θεού" (Ωριγ. Κατά Κέλσ. 6.32)
Ο Σύρος χριστιανός συγγραφέας και επίσκοπος Θεοδώρητος ο Κύρου στο έργο του "Απορίαι και Λύσεις εις την Έξοδον (Quaestiones in Exodum) στην ερώτηση 15 (Quaestio XV) ανφέρει: «Οἱ μὲν Σαμαρεῖται Ἰαβέ, οἱ δὲ Ἰουδαῖοι Ἰαὼ φωνεῖν αὐτό φασιν.»
Ἰαβέ (Iabé): Η προφορά που χρησιμοποιούσαν οι Σαμαρείτες. Αυτή θεωρείται από πολλούς μελετητές ως η πιο κοντινή στην πιθανή αρχική προφορά Γιαχβέ (Yahweh).
Ἰαώ (Iaō): Η προφορά που χρησιμοποιούσαν οι Ιουδαίοι. Αυτή η φωνητική απόδοση εξηγεί γιατί το όνομα Ιαώ έγινε τόσο διαδεδομένο σε ελληνιστικά μυστικιστικά κείμενα και στον Γνωστικισμό.
Και Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (Diodorus Siculus), ιστορικός του 1ου αιώνα π.Χ., στο έργο του Ιστορική Βιβλιοθήκη (I.94.2), λέει: «μεταξύ των Ιουδαίων [ο Μωυσής ισχυρίστηκε] ότι ο Θεός που ονομάζεται Ιαώ του έδωσε τους νόμους του».
Άρρεν και Θήλυ στους Γνωστικούς: Ανδρογυνία και Λύτρωση
Η Γνωστική ερμηνεία της δημιουργίας του ανθρώπου διαφέρει ριζικά από τη βιβλική αφήγηση:
«Καὶ ᾠκοδόμησεν Κύριος ὁ Θεὸς τὴν πλευράν ἣν ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ Αδάμ εἰς γυναῖκα καὶ ἤγαγεν αὐτὴν πρὸς τὸν Αδάμ.» (Γέν. 2:22)
Η έννοια της ανδρογυνίας και της ενοφυλίας (η κατάσταση ενός "πρωταρχικού", "αδιάσπαστου" ανθρώπου που ενσωματώνει και τα δύο φύλα) στους Γνωστικούς κατέχει βαθιά θρησκευτικό και κοσμολογικό χαρακτήρα. Δεν ήταν ένα κοινωνικό ή βιολογικό ζήτημα, αλλά ένα μεταφυσικό κλειδί για την κατανόηση της ανθρώπινης και θεϊκής φύσης.
Θεολογική και Κοσμολογική Βάση
Οι Γνωστικοί βασίζονταν σε μια συγκεκριμένη ερμηνεία της δημιουργίας, όπως περιγράφεται στα πρώτα κεφάλαια της Γενέσεως, αλλά την ανέπτυξαν με δικές τους Θεολογικές εξελίξεις.
Ο Πρωταρχικός Άνθρωπος (Anthropos): Σε πολλά Γνωστικά συστήματα, ιδιαίτερα σε αυτά των Σηθιανών και της Σχολής του Βαλεντίνου, η αρχέγονη και τελεία κατάσταση της ύπαρξης ενσαρκώνεται στην οντότητα του Πρωταρχικού Ανθρώπου (Anthropos). Αυτή η οντότητα, που αναγνωρίζεται είτε ως ο ίδιος ο Θεός-Πατέρας είτε ως ένα από τα πρώτα αιώνια Οντα (Αιώνες), ήταν ανδρόγυνος ή ενοφυής, περιλαμβάνοντας στο ίδιο του το ον τόσο το αρσενικό όσο και το θηλυκό στοιχείο. Η ανδρογυνία του δεν ήταν απλώς ένα γνώρισμα, αλλά αποτελούσε την ίδια την ουσία της θεϊκής τελειότητας και πληρότητας (Πλήρωμα)
Ωστόσο, η τρέχουσα ελαττωματική κατάσταση του κόσμου και της ανθρωπότητας οφείλεται σε μια τραγική «πτώση» ή «σχίσμα» μέσα σε αυτή την αρχική πληρότητα. Κατά τη διάρκεια αυτής της πνευματικής τραγωδίας, η πρωταρχική ενότητα διασπάστηκε. Σε ορισμένους μύθους, η ανδρόγυνη θεϊκότητα χωρίζεται, δίνοντας ζωή σε ξεχωριστά αρσενικά και θηλυκά πνεύματα ή Αιώνες. Αυτός ο διαχωρισμός δεν είναι απλώς μια κοσμολογική διήγηση, αλλά η ίδια η ρίζα της άγνοιας (λήθης) και της αλλοτρίωσης του πνεύματος από τη θεϊκή του προέλευση.
Στοιχεία από Γνωστικά Κείμενα
Στοιχεία της θεολογικής εξέλιξης των Γνωστικών προέρχονται άμεσα από τα αυθεντικά κείμενα που ανακαλύφθηκαν στη Βιβλιοθήκη Nag Hammadi (1945).
α) Απόκρυφον του Ιωάννου
Αυτό είναι ίσως το πιο σαφές παράδειγμα. Εδώ, ο πρώτος άνθρωπος, Αδάμ, δημιουργείται αρχικά ως ένα πνευματικό, ανδρόγυνο ον:
"Ο [πρώτος] άνθρωπος, Αδάμ, είναι εκείνος που του δόθηκε η δύναμη της ζωής και που ήρθε στο κόσμο. Είδε τον εαυτό του μέσω της ίδιας του της αντανάκλασης. Αυτός (Αδάμ) είναι ανδρόγυνος... είναι αρσενικό και θηλυκό ταυτόχρονα." (Απόκρυφον του Ιωάννου, NHC II,1)
Αργότερα, ο κατώτερος κακός δημιουργός (ο Αρχόντας Ιαλδαβαώθ) χωρίζει αυτή την αρχική ενότητα για να αποδυναμώσει τον άνθρωπο:
"Και ο Αρχόντας... τον έσυρε στο μισό του. Και έσχισε τον καθένα στο μισό... και έκανε τα δύο μέρη... και ανέστησε την σάρκα αντί για αυτόν (το πνεύμα)."
Αυτή η "τομή" συμβολίζει τη δημιουργία των ξεχωριστών φύλλων (Αδάμ και Εύας), και την πτώση από την πνευματική πληρότητα στη σαρκική διαίρεση.
β) Ευαγγέλιο του Θωμά
Σε ένα από τα λόγια του Ιησού σε αυτό το κείμενο, βλέπουμε την ιδέα της επαναφοράς της ενότητας ως προϋπόθεση για τη σωτηρία:
"Λόγος 22: Όταν κάνετε τα δύο ένα, και όταν κάνετε το εσωτερικό όπως το εξωτερικό και το εξωτερικό όπως το εσωτερικό, και το πάνω όπως το κάτω, και όταν κάνετε το αρσενικό και το θηλυκό σε ένα και το ίδιο, ώστε το αρσενικό να μην είναι αρσενικό ούτε το θηλυκό θηλυκό... τότε θα μπείτε στη Βασιλεία."
Εδώ, η "βασιλεία των ουρανών" δεν είναι ένας τόπος, αλλά μια κατάσταση πνευματικής ολότητας που ανακτά την πρωταρχική, ενοφυή φύση του ανθρώπου.
γ) Προσευχή του Απόστολου Παύλου (στο Πράξεις του Παύλου και Θέκλας)
Παρόλο που δεν είναι από τη Nag Hammadi, αυτή η προσευχή απηχεί Γνωστικές ιδέες και δείχνει τη διάδοση της έννοιας:
"Πατέρα του Υιού μου... σύ που έκανες το αρσενικό και το θηλυκό ένα... ας έρθει σε μένα το Άγιο Πνεύμα."
Η Ανδρογυνία/Ενοφυλία στους Γνωστικούς είχε Τριπλό Ρόλο:
Κοσμολογικός: Περιέγραφε την αρχική, τέλεια κατάσταση της θεϊκότητας και της ανθρωπότητας.
Σωτηριολογικός: Εξηγούσε την τρέχουσα ελαττωματική μας κατάσταση (η διαίρεση ως πτώση) και καθόριζε τον στόχο της Γνώσης που ήταν την επαναφορά αυτής της ενότητας. Η λύτρωση ήταν η πνευματική επιστροφή στην ανδρόγυνη, ολόκληρη ύπαρξη.
Συμβολικός: Δεν ενέκρινε την ανδρογυνία στη σάρκα. Το σώμα και οι κοινωνικοί ρόλοι θεωρούνταν μέρος του ελαττωματικού υλικού κόσμου. Το πνεύμα ήταν που έπρεπε να γίνει ξανά "ένα". Συνεπώς η πνευματική ενοποίηση των ξεχωριστών φύλων αναγνωρίζεται ως η ουσιώδης λύτρωση.
Εν κατακλείδι: Ο μύθος της πτώσης, κατά τους Γνωστικούς, δεν περιορίζεται στην απλή αφήγηση ενός ανθρώπου που αμαρτάνει σε έναν κήπο. Αντιπροσωπεύει, ουσιαστικά, την ιστορία της πτώσης της ίδιας της Ανθρωπότητας από το πνευματικό βασίλειο στον υλικό κόσμο, με την επαναφορά της να επιτυγχάνεται μέσω της Γνώσης. Η αρχέγονη ανδρογυνία λειτουργούσε, επομένως, ως μια θεμελιώδης θρησκευτική αλληγορία.
Αυτή η θεώρηση στοιχειοθετείται άμεσα από τα κύρια γνωστικιστικά κείμενα. Η ιδέα της επανένωσης (ενοφυλίας/αφυλίας) ως όρος για την είσοδο στη Βασιλεία των Ουρανών ανιχνεύεται και σε κείμενα αναγνωρισμένα ως Ορθόδοξα, όπως στην «Β΄ επιστολή Κλήμεντος» [48] και στο «Μαρτύριον της Περπέτουας» [49], γεγονός που υποδηλώνει τη διάχυση της ιδέας στον ευρύτερο πρωτοχριστιανικό χώρο.
Οι Αμφισβητούμενες Τελετές του Οργιαστικού Γνωστικισμού
Ορισμένες Γνωστικές ομάδες, όπως οι Ναασηνοί, οι Καρποκρατιανοί, οι Οφίτες, και οι Βορβορίτες, κατηγορήθηκαν από τους αιρεσιολόγους ότι πραγματοποιούσαν οργιαστικές θρησκευτικές τελετές προς τιμή του ερμαφρόδιτου Αρχάνθρωπου.
Παράδειγμα από τον Ειρηναίο (Κατά Αιρέσεων, 1.31.1): Κατηγορεί τους Καρποκρατιανούς ότι δίδασκαν πως η μόνη διαφορά μεταξύ ανθρώπων και ζώων είναι ο λόγος, και ότι για να επιτύχουν την πλήρη απελευθέρωση, πρέπει να περάσουν από κάθε εμπειρία και αμαρτία, συμπεριλαμβανομένων "αθέμιτων" σεξουαλικών πράξεων.
Ο σκοπός αυτών των τελετών φέρεται να ήταν η βίωση της αρχέγονης ανδρογυνίας και, κατά συνέπεια, η άρση της τεκνοποιίας (μέσω της αποφυγής της). Με παρόμοιους μύθους, πράξεις που θεωρούνταν παρά φύση απέκτησαν σε κάποιους κύκλους θρησκευτικό/τελετουργικό χαρακτήρα. Οι αιρεσιολόγοι, κατηγορώντας τους Γνωστικούς για ομοφυλοφιλικές πράξεις, τους τοποθετούσαν στην ίδια θεολογική κατηγορία με τους ασεβείς Σοδομίτες. Αυτό ήταν ένα ισχυρό ρητορικό χτύπημα, που παρουσίαζε αυτές τις ομάδες όχι απλώς ως λανθασμένες στη θεολογία, αλλά ως αντι-θεϊκές και απολύτως διεφθαρμένες, άξιες της θείας οργής.
«Διά τούτο παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εις πάθη ατιμίας· διότι και αι γυναίκες αυτών μετήλλαξαν την φυσικήν χρήσιν εις την παρά φύσιν· ομοίως δε και οι άνδρες, αφήσαντες την φυσικήν χρήσιν της γυναικός, εξεκαύθησαν εις την επιθυμίαν αυτών προς αλλήλους, πράττοντες την ασχημοσύνην άρσενες εις άρσενας και απολαμβάνοντες εις εαυτούς την πρέπουσαν αντιμισθίαν της πλάνης αυτών.» (Ρωμ. 1:26—27)
Η Σύνδεση με το Σήμερα: Γνωστικισμός και Woke Ατζέντα
Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η σύγχρονη "woke" ατζέντα έχει τις ιδεολογικές της ρίζες στον Φιλελεύθερο Χριστιανισμό και τον Νέο-Γνωστικισμό. Συγκεκριμένα, η βασική της βάση είναι μια Γνωστική ερμηνεία που βλέπει στην ανδρογυνία ένα ιδανικό αρχέτυπο και επιδιώκει την "ενοφυλία" μέσω της κατάλυσης της οντολογικής διάκρισης ανάμεσα στα φύλα.
Αυτή η ιδεολογική σκέψη εκδηλώνεται σήμερα μέσω δύο βασικών πρακτικών:
Την αποδοχή των παρά φυσική σεξουαλικών πράξεων και την υιοθέτηση ενός ανδρόγυνου (unisex) μοντέλου.
Την προώθηση της έννοιας του κοινωνικού φύλου (gender), με στόχο να ακυρωθεί η θεμελιώδης διάκριση των δύο βιολογικών φύλων.
Κατά τον συγγραφέα, το τελικό αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι μια ριζική αντίθεση στη βιβλική εντολή «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε».
Μύθοι Ανδρογυνίας εκτός Γνωστικισμού
Ο μύθος του ανδρόγυνου θεού ή ανθρώπου δεν περιορίζεται στα Γνωστικά συστήματα, αλλά απαντάται ευρέως σε αρχαίες θρησκείες και φιλοσοφία:
Ορφισμός: Στη θεογονία των Ορφικών, μέσα από το Κοσμικό Αυγό γεννιέται μια αρρενοθήλεια θεότητα, ο Φάνης (= Θεός του Φωτός). Ο Φάνης περιγραφόταν ως «Πατέρας - Μητέρα», με τέσσερα μάτια και τέσσερα κεφάλια (ταύρου, λιονταριού, φιδιού, κριαριού), χρυσά φτερά και φωνή λιονταριού και κριού. Άλλες ονομασίες του ήταν: Φαέθων, Μήτις, Πρωτόγονος, Έρως, Ηρικεπαίος. Η επικοινωνία με τον Φάνητα γινόταν μέσω μαγικών τελετών και ξορκιών.
Ερμητισμός: Στον Ποιμάνδρη του Ερμή του Τρισμέγιστου, ο πρώτος Νους και πατήρ πάντων αναφέρεται ρητά ως αρρενοθήλυς [50].
Πλατωνισμός (Συμπόσιο): Στον πλατωνικό μύθο που εκφράζει ο Αριστοφάνης στο Συμπόσιο, περιγράφονται τα δίφυλα όντα. Ο αρχικός άνθρωπος φτιάχτηκε σε τρία διπλά γένη:
Διπλό αρσενικό (γέννημα του ήλιου).
Διπλό θηλυκό (γέννημα της γης).
Αρσενοθήλυκο (γέννημα της σελήνης, με στοιχεία της γης και του ήλιου). Τα ολόκληρα αυτά όντα αθέτησαν την εξουσία των θεών, οι οποίοι για τιμωρία τα διχοτόμησαν. Έκτοτε, οι άνθρωποι, μέσω του έρωτος, αναζητούν «το έτερο τους ήμισυ» [51].
Επιρροές του Γνωστικισμού
Οι διάφορες αρχαίες Γνωστικές παραδόσεις των πρώτων αιώνων καταδικάστηκαν ως αιρέσεις από την πρωτοχριστιανική Εκκλησία, συχνά με την υποστήριξη της Ρωμαϊκής Κρατικής Εξουσίας. Παρ' όλα αυτά, επηρέασαν τη θεολογική σκέψη και συνέβαλαν στη διαμόρφωση του ελληνοχριστιανικού δόγματος. Αυτή η διαμόρφωση προέκυψε από τη διαδικασία της δογματικής οριοθέτησης, η οποία στόχευε στην ικανοποίηση μιας πολιτικής ανάγκης: τη δημιουργία ενός ενιαίου δόγματος για να εξασφαλιστεί η κρατική συνοχή ενός ελληνιστικού κοινού, και όχι στη διαφύλαξη της αποστολικής αλήθειας.
Γνώρισαν δε μια εντυπωσιακή αναβίωση τον εικοστό και εικοστό πρώτο αιώνα. Η ανακάλυψη της Βιβλιοθήκης της Ναγκ Χαμαντί το 1945 εμπλούτισε σημαντικά την κατανόηση αυτών των διδασκαλιών, προκαλώντας νέο ακαδημαϊκό και πνευματικό ενδιαφέρον.
Σήμερα, στοιχεία της γνωστικής σκέψης εντοπίζονται σε μια ποικιλία σύγχρονων κινήσεων. Οι Νεογνωστικές ομάδες επιδιώκουν την άμεση αναβίωση των αρχαίων πρακτικών, ενώ στοιχεία όπως ο δυαδισμός (φως - σκοτάδι) και η έμφαση στην εσωτερική γνώση έχουν επηρεάσει τον Εσωτερισμό, την Καμπαλά, και διάφορες μορφές της Νέας Εποχής (New Age). Επίσης, μοτίβα που θυμίζουν γνωστικά θέματα—όπως η απελευθέρωση μέσω της γνώσης από έναν ψευδαισθητικό κόσμο—εμφανίζονται στη λαϊκή κουλτούρα, σε ταινίες όπως το "The Matrix".
Αυτή η αναβίωση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, όπου πολλοί σύγχρονοι άνθρωποι, απογοητευμένοι από τις επιβεβλημένες παραδοσιακές θρησκείες, τις οποίες θεωρούν υπαίτιες της πολιτισμικής παρακμής, στρέφονται σε εναλλακτικές πνευματικές διαδρομές. Οι γνωστικές αφηγήσεις, με την έμφασή τους στην προσωπική, άμεση γνώση και την αμφισβήτηση των εγκατεστημένων πολιτικών και θρησκευτικών εξουσιών, βρίσκουν γόνιμο έδαφος σε αυτό το πνευματικό κλίμα. Παράλληλα, μέσα στον Προτεσταντικό και τον Φιλελεύθερο Χριστιανισμό, υπάρχει μια τάση επανεξέτασης των γνωστικών κειμένων όχι ως αίρεσης, αλλά ως μέρους του πολύμορφου χριστιανικού μωσαϊκού των πρώτων αιώνων.
Άλλες Πρώιμες ή Μεταγενέστερες Γνωστικές Ομάδες
Καρποκρατιανοί.
Οι Καρποκρατιανοί ανήκαν στον πρώιμο Γνωστικισμό, ιδρυτής τους δε ήταν ο αλεξανδρινός Γνωστικός και πλατωνικός φιλόσοφος Καρποκράτης (2ος αι. μ.Χ.). Βασικές τους διδασκαλίες ήταν:
Κοσμολογία: Πίστευαν ότι ο υλικός κόσμος δημιουργήθηκε από κατώτερους αγγέλους και όχι από τον Ύπατο Θεό.
Σωτηριολογία & Ψυχή: Υιοθετούσαν την Πλατωνική ιδέα της προΰπαρξης και αθανασίας της ψυχής, η οποία φυλακίστηκε στο υλικό σώμα και έπρεπε να εξαγνιστεί μέσα από πολλές μετενσαρκώσεις.
Χριστολογία & Αντινομισμός: Θεωρούσαν τον Χριστό απλό χοϊκό άνθρωπο, αλλά ηθικά ανώτερο. Πίστευαν ότι, μέσω της Γνώσης, μπορούσαν να γίνουν όμοιοι με τον Χριστό και ανώτεροι από τους Αποστόλους. Δίδασκαν τον αντινομισμό, υποστηρίζοντας ότι η ψυχή πρέπει να βιώσει όλες τις πράξεις (ακόμα και τις ηθικά καταδικαστέες) ώστε να αποδεσμευτεί πλήρως από τους νόμους των Δημιουργών-αγγέλων. Οι αιρεσιολόγοι τούς κατηγόρησαν για όργια και κοινογαμία.
Κοινωνία: Ήταν υπέρ της κοινοκτημοσύνης και κατά της ατομικής ιδιοκτησίας.
Λατρεία: Ο Επιφάνης, γιος του Καρποκράτη, τιμήθηκε ως θεός στη Σάμη Κεφαλονιάς μετά τον πρόωρο θάνατό του. Συνήθιζαν να κατασκευάζουν επάργυρες ή επίχρυσες εικόνες του Χριστού και άλλων φιλοσόφων (όπως ο Πυθαγόρας, ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης) και να τους αποδίδουν τιμές, παρόμοια με τις ειδωλολατρικές πρακτικές. Κατά τον Επιφάνιο, λάμβαναν σφραγίδα στο λοβό του δεξιού αυτιού.
Εικονολατρεία και Ιστορικές Συγγένειες
Η εικονική λατρεία των Καρποκρατιανών συγγενεύει με ανάλογες πρακτικές σε άλλες αιρέσεις (π.χ., Σιμωνιανοί) και έχει χρησιμοποιηθεί ως σημείο κριτικής έναντι της Ανατολικής και Δυτικής εικονολατρίας.
Ενώ η Σύνοδος της Ελβίρας (305-306 μ.Χ.) είχε αποφασίσει την ανεικονική λατρεία του Θεού, βάσει της βιβλικής εντολής «οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον οὐδὲ παντὸς ομοίωμα» (Εξ. 20:4), εν τούτοις, στην πορεία υπερίσχυσε η αρχαία ελληνική παράδοση του ανθρωπομορφισμού (η αισθητή παράσταση των θεών).
Η εικονολατρία, μετά από την περίοδο της Εικονομαχίας (που περιελάμβανε και αιματηρές συγκρούσεις) και υποστηριζόμενη από πρόσωπα όπως η αυτοκράτειρα Ειρήνη η Αθηναία και η Θεοδώρα, επικυρώθηκε από τους εικονόφιλους Πατέρες. Η επικύρωση αυτή θεωρήθηκε ο «Θρίαμβος της Ορθοδοξίας», αλλά αποτέλεσε ουσιαστικά παράκαμψη της θεϊκής εντολής για τους αντιπάλους της. Η προσπάθεια επαναφοράς των εικονομάχων στην «ευσέβεια» συντελέσθηκε με τον θάνατο εκατό χιλιάδων ψυχών, κυρίως Παυλιανιτών και την δέσμευση των περιουσιών των, από το «ελληνοχριστιανικό» Βυζαντινό κράτος.
Ορισμός: «Ως ειδωλολατρία ορίζεται η θεώρηση και λατρεία άψυχων αντικειμένων ως θεοτήτων (Φετιχισμός) ή έμψυχων όντων του φυσικού κόσμου (Τοτεμισμός). Με την ευρύτερη έννοια, ειδωλολατρία είναι επίσης κάθε αυθαίρετη, υποκειμενική αντίληψη για την υψηλή έννοια του θείου, όπως για παράδειγμα ο ανθρωπομορφισμός (η απόδοση ανθρώπινης μορφής ή ιδιοτήτων στο θείο».[54]
Ναασσινοί.
Οι Ναασσινοί ήταν μια οφιολατρική γνωστική ομάδα που λάτρευε τον Όφι (τον οποίο ταύτιζαν με τον Χριστό) ως τον σωτήρα του κόσμου από τον κακό θεό, τον δημιουργό του επίγειου κόσμου. Ονομάστηκαν έτσι από την εβραϊκή λέξη για τον όφι, τη λέξη "Νάας" (נָחָשׁ - nāḥāš).
Στη θεογονία τους, οι Ναασσινοί τοποθετούσαν ως προαιώνια θεϊκή αρχή μια ερμαφρόδιτη οντότητα, τον Αρχάνθρωπο ή Άνωθεν Άνθρωπο ή Αδάμαντα, στον οποίο απέδιδαν στοιχεία τόσο πατρότητας όσο και μητρότητας.
Στο έργο του Ιππολύτου «Κατά αιρέσεων V 5.6, και 6.6» διασώζεται ένας ύμνος αφιερωμένος σε αυτόν τον Αρχάνθρωπο:
«ἀπό σοῦ πατήρ καί διά σε μήτηρ, τά δύο ἀθάνατα ὀνόματα, αἰώνων γονεῖς, πολῖτα οὐρανοῦ, μεγαλώνυμε ἄνθρωπε»
Αυτό το ον παρομοιάζεται με τον Γηρυόνη, διότι φέρει εντός του τρεις φύσεις (ή ουσίες): το χοϊκό (υλικό), το ψυχικό και το νοερό (πνευματικό).
Από τον Αδάμαντα απορρέει αρχικά ο Δεύτερος άνθρωπος ή Υιός Ανθρώπου ή Αυτογενής. Στη συνέχεια, γεννιέται το πεπληρωμένο χάος, δηλαδή το Πνεύμα ή η Μήτηρ (Ρούχα).
«Καί ἔστι τό μέν πρῶτο ἀγέννητον, τό δέ δεύτερον ἀγαθόν αὐτογενές, τό τρίτον γεννητόν»
Ακολουθώντας τις παραπάνω αρχές, υποστήριζαν ότι τα πάντα είναι τριφυή (αποτελούνται από τρεις φύσεις).
«λέγουσι δέ· ὁ λέγων τά πάντα ἐξ ἑνός συνεστάναι πλανᾶται, ὁ λέγων ἐκ τριῶν ἀληθεύει καί περί τῶν ὅλων τήν ἀπόδειξιν δώσει. μία γάρ ἐστι, φησίν, ἡ μακαρία φύσις τοῦ μακαρίου ἀνθρώπου τοῦ ἄνω, τοῦ Ἀδάμαντος· μία δέ ἡ θνητή κάτω· μία δέ ἡ ἀβασίλευτος γενά ἡ ἄνω γενομένη, ὅπου, φησίν, ἐστί Μαριάμ ἡ ζητουμένη καί Ἰοθώρ ὁ μέγας σοφός καί Σεπφώρα ἡ βλέπουσα καί Μωσῆς, οὗ γένεσις οὐκ ἔστιν ἐν Αιγύπτῳ· γεγόνασι γάρ αὐτῶ παῖδες ἐν Μαδιάμ». (Κατά αιρέσεων V 8.1-2.)
Μετάφραση
«Λένε, όμως: Όποιος λέει ότι τα πάντα προέκυψαν από ένα στοιχείο, απατάται. Όποιος λέει ότι προέκυψαν από τρία, λέει την αλήθεια και θα δώσει την απόδειξη για το σύμπαν. Γιατί μία, λέει, είναι η μακάρια φύση του μακάριου άνθρωπου του πάνω, του Αδάμαντος (δηλαδή του Αρχανθρώπου). Και μία είναι η θνητή [φύση] του κάτω. Και μία είναι η αβασίλευτος (η μη κυριαρχουμένη) γενεά η άνω, που προέκυψε, εκεί όπου, λέει, βρίσκεται η Μαριάμ η επιθυμητή, και ο Ιοθώρ ο μέγας σοφός, και η Σεπφώρα η βλέπουσα, και ο Μωυσής, του οποίου η γέννηση δεν έγινε στην Αίγυπτο. Γιατί γεννήθηκαν σε αυτόν [ή: γέννησε] παιδιά στη Μαδιάμ.»
"Η αβασίλευτος γενά η άνω γενομένη" δηλαδή η πνευματική σπίθα (συνήθως η Εκκλησία των Γνωστικών ή το Πνεύμα) που υπάρχει στον υλικό κόσμο αλλά δεν κυριαρχείται από αυτόν.
Η Οφιολατρία των Ναασσινών και οι Συγγένειές της
Το φίδι αποτέλεσε ένα από τα αρχαιότερα και πλέον διαδεδομένα θρησκευτικά σύμβολα στον κόσμο, με τις παραδόσεις όλων των λαών να περιλαμβάνουν αναφορές σε θεϊκά ή ημιθεϊκά ερπετοειδή όντα.
Στην Ελληνική Μυθολογία, το ερπετό συνδέεται με τις αρχέγονες δυνάμεις και τους ιδρυτές πόλεων. Σύμφωνα με ορισμένες κοσμογονικές παραδόσεις (όπως η Ορφική), ο αρχέγονος Οφίων, μαζί με την Ωκεανίδα Ευρυνόμη, κυβερνούσαν τον κόσμο πριν από την έλευση των Τιτάνων.
Η ίδια σύνδεση εμφανίζεται στον Κέκροπα, τον μυθικό ιδρυτή της πόλεως των Αθηνών (τότε Κεκροπία). Ο Κέκροπας, που συχνά θεωρούνταν αυτόχθων, απεικονιζόταν ως διφυής—μισός άνθρωπος και μισός ερπετό—και λατρευόταν υπό τη μορφή φιδιού. Την Ακρόπολη των Αθηνών, άλλωστε, φύλαγε το ιερό φίδι της θεάς Αθηνάς, το οποίο σχετιζόταν με την ευημερία της πόλης.
Ανάλογος σεβασμός παρατηρείται και στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου, όπου τα φίδια ήταν τα ιερότερα ζώα του χώρου. Η παράδοση λέει πως ο ίδιος ο θεός ιατρός Ασκληπιός έφτασε στην πόλη παίρνοντας τη μορφή φιδιού.
Στους Ορφικούς μύθους, ο Δίας μεταμορφώνεται σε φίδι προκειμένου να κυνηγήσει την Κόρη (Περσεφόνη). Μάλιστα, ο ποιητής Βιργίλιος αποκαλεί τον Δία «Μεγάλο όφι» ("Magnus anguis"), υπογραμμίζοντας την κοσμική και παγκόσμια δύναμη που αποδιδόταν στο ερπετό.
Η οφιολατρία δεν περιορίζεται στον ελληνορωμαϊκό χώρο. Στην Ινδική μυθολογία, κυριαρχούν οι Νάγκα, μυθικά φίδια-πνεύματα που προστατεύουν τον Βούδα και διαθέτουν την ικανότητα να παίρνουν ανθρώπινη μορφή, αποδεικνύοντας έτσι τη διεθνή σημασία του φιδιού ως σύμβολο σοφίας, αναγέννησης και προστασίας.
Οι Σιμωνιανοί
Οι Σιμωνιανοί, ως ένα από τα πρώτα Γνωστικά ρεύματα, συνέδεαν την κοσμολογική τους αφήγηση με στοιχεία της ελληνικής Μυθολογίας, συνδυάζοντας τις Τιτανομαχίες με τις δικές τους δοξασίες. Επίσης, ταύτιζαν το αφήγημα της Ομηρικής Ελένης με το πρόσωπο της Βαρβηλώς (μιας κεντρικής Γνωστικής θεότητας).
Δίδασκαν ότι ο κόσμος και ο άνθρωπος δημιουργήθηκαν από Αγγέλους, ένας εκ των οποίων ήταν ο Θεός των Εβραίων. Ανέπτυξαν αντινομιστικές (απόρριψη του Νόμου), δοκητικές (ο Χριστός είχε φαινομενικό σώμα) και διαρχικές αντιλήψεις.
Λάτρευαν ως θεό και υπεράνω όλων Πατέρα τον ιδρυτή τους, Σίμωνα τον Μάγο [55], στον οποίο έστηναν εικόνες με τη μορφή του Δία, προσφέροντας θυμιάματα, θυσίες και σπονδές. Αντίστοιχη λατρεία απέδιδαν και στη συνοδό του, Ελένη, μια πρώην πόρνη, την οποία ο Σίμων δίδασκε ότι ήταν η ενσάρκωση του «Αιώνα Επίνοια». Την λάτρευαν ως την Μητέρα όλων και της έφτιαχναν εικόνες με τη μορφή της Αθηνάς. Κατά τον εκκλησιαστικό Πατέρα Ειρηναίο, ο Σίμων ο Μάγος θεωρείται ο πατέρας του Γνωστικισμού.
Οι Καϊνίτες
Οι Καϊνίτες υιοθετούσαν μια ριζικά αντινομιστική και ανατρεπτική στάση απέναντι στην Παλαιά Διαθήκη. Τιμούσαν τον Κάιν ως την προσωποποίηση της Σοφίας (Γνώσης), θεωρώντας τον θύμα του κατώτερου Δημιουργού (Δημιουργού).
Επιπλέον, τιμούσαν τον Ησαύ και τον Ιούδα τον Ισκαριώτη. Τον Ιούδα τον θεωρούσαν κάτοχο υψηλότερης γνώσης και ευεργέτη της ανθρωπότητας, καθώς η προδοσία του υπήρξε το αναγκαίο γεγονός που οδήγησε στη Σταύρωση και, κατ’ επέκταση, στην απελευθέρωση του πνεύματος του Χριστού από τη σωματική του φυλακή.
Οι Βορβορίτες (ή Κοδδιανοί / Βαρβηλίτες)
Οι Βορβορίτες, γνωστοί επίσης ως Κοδδιανοί ή Βαρβηλίτες, φημίζονταν για την ακραία ανηθικότητα και τα τελετουργικά σεξουαλικά τους όργια. Στην Αίγυπτο ήταν γνωστοί ως Φιβιωνίτες ή Στρατιωτικοί.
Ο Επιφάνιος Κύπρου, στο έργο του «Κατά Γνωστικών», αναφέρει ότι οι Φιβιωνίτες τελούσαν αισχρές θυσίες και πορνείες. Είχαν επινοήσει ένα σύστημα με 365 ουράνιους Άρχοντες και, εμπαίζοντας τα «γυναικάρια» (τις γυναίκες τους), τους έλεγαν:
«μίγηθι μετ' εμού, ίνα σε ανενέγκω προς τον Άρχοντα»
Επικαλούνταν, δηλαδή, το όνομα ενός εκάστου Άρχοντα σε κάθε σεξουαλική πράξη, για την «ανάβαση» της ψυχής. Αφού τελείωναν τα ονόματα, οι πράξεις επαναλαμβάνονταν για την «κάθοδο». Στο τέλος, ο μυημένος διακήρυττε:
«εγώ ειμί ο Χριστός, επειδή άνωθεν καταβέβηκα διά των ονομάτων των 365 αρχόντων».
Οι Σοδομίτες
Οι Σοδομίτες είχαν μια από τις πλέον ριζοσπαστικές αντιλήψεις: πίστευαν ότι η ακολασία και η σεξουαλική διαστροφή ήταν το κλειδί της σωτηρίας. Στο πλαίσιο του αντινομισμού τους, θεωρούσαν ότι η παράβαση των εντολών ήταν ο τρόπος για την απελευθέρωση από τον υλικό κόσμο του Δημιουργού.
Οι Περατικοί
Οι Περατικοί (ή Peratae) παρέβαλλαν τους εαυτούς τους με τους Εβραίους που διέσχισαν την έρημο. Θεωρούσαν ότι η σωτηρία τους επιτυγχανόταν μέσω της πνευματικής θεραπείας που αντιπροσώπευε το φίδι που ύψωσε ο Μωυσής (ο Χαλκούς Όφις ή Νεεσθάν). Το φίδι ήταν για αυτούς το σύμβολο του Λόγου ή του Χριστού, ο οποίος «περνάει» (εξ ου και Περατικοί) μέσα από τον κόσμο της ύλης.
Οι Αδαμιανοί
Οι Αδαμιανοί ακολουθούσαν μια ριζοσπαστική πρακτική επιστροφής στην αρχέγονη κατάσταση της αθωότητας πριν την πτώση. Για τον λόγο αυτόν, τελούσαν τις θρησκευτικές τους συνάξεις και τις τελετές τους γυμνοί.
Οι Εγκρατίτες
Οι Εγκρατίτες (από το Εγκράτεια) ήταν ακριβώς το αντίθετο των Σοδομιτών, καθώς ασκούσαν αυστηρό ασκητισμό και τήρηση της αγαμίας. Ο σκοπός τους ήταν να μην διαιωνίζεται η φυλάκιση της αθάνατης θείας ψυχής μέσα στον «τάφο» του σώματος, απορρίπτοντας έτσι την ύλη και την αναπαραγωγή.
Οι Μαρκιωνίτες
Ιδρυτής των Μαρκιωνιτών ήταν ο Μαρκίων, Έλληνας από ποντιακή εύπορη χριστιανική οικογένεια εφοπλιστών. Η διδασκαλία του βασιζόταν σε μια δογματική διαρχία, δηλαδή στην πίστη σε δύο Θεούς:
Τον κατώτερο Θεό ("Θεό του Νόμου"): Αυτόν που δημιούργησε τον υλικό κόσμο και στον οποίο απέδιδε την Παλαιά Διαθήκη (Π.Δ.).
Τον ανώτερο, αληθινό, άγνωστο, «Αγαθό Θεό»: Αυτός κατοικούσε στον άυλο κόσμο και στον οποίο απέδιδε τη Καινή Διαθήκη (Κ.Δ.).
Σε αντίθεση με την ανταγωνιστική διαρχία των Γνωστικών, η διαρχία του Μαρκίωνα ήταν διαρχία κυριαρχίας (ο ένας ήταν κατώτερος και ο άλλος ανώτερος).
Για τον Χριστό, ο Μαρκίων πίστευε ότι ήταν η αποκάλυψη του «Αγαθού Θεού», ο οποίος εμφανίστηκε για να σώσει τον κόσμο από τη δυναστεία του Δημιουργού Θεού της Π.Δ. Το σώμα του Χριστού και η θυσία Του ήταν φαινομενικά (δοκητισμός).
Ο Μαρκίων, δεινός ομιλητής, ίδρυσε μια ξεχωριστή Εκκλησία με δική της ιεραρχία (επισκόπους, πρεσβυτέρους, διακόνους και μυστήρια), διατηρώντας ο ίδιος τον απόλυτο έλεγχο. Επέβαλε αναγκαστική εγκράτεια και οι παντρεμένοι που προσηλυτίζονταν έπρεπε να χωρίζουν.
Οι Χριστιανοί Σιβυλλικοί
Οι Σιβυλλικοί ονομάστηκαν έτσι από τον φιλόσοφο Κέλσο [56], πολέμιο του Ιουδαϊσμού και του Χριστιανισμού, επειδή αναγνώριζαν το κύρος των Σιβυλλικών κειμένων (ψευδεπίγραφα προφητικά κείμενα).
Τα κείμενα αυτά είχαν μεγάλη απήχηση τους πρώτους αιώνες μ.Χ. και χρησιμοποιούνταν για τον προσηλυτισμό των Εθνικών. Ένα από τα δόγματα που δίδασκαν ήταν η Αποκατάσταση των Πάντων και η Παγκόσμια Σωτηρία (Universalism). Ο Κλήμης Αλεξανδρείας μάλιστα τα χαρακτήριζε ως «σωτήριους ύμνους». Οι Σιβυλλικοί Χριστιανοί θεωρούνται οι πατέρες του σημερινού Ουνιβερσαλισμού.
Ωριγένης και Ωριγενισμός
Ο Ωριγένης, μαθητής του Κλήμη Αλεξανδρείας, υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές του «Πατερικού Χριστιανισμού», αλλά και ένας ασκητής, γνωστικίζων φιλόσοφος. Οι διδασκαλίες του προκάλεσαν τις λεγόμενες «Ωριγενιστικές έριδες».
Αν και ήταν πολέμιος του Χιλιασμού, δεχόταν τη θεωρία της Αποκατάστασης των Πάντων (Apokatastasis), πιστεύοντας ότι ακόμη και ο Σατανάς θα σωζόταν τελικά. Λόγω αυτής της δογματικής αντιπαράθεσης, η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος (553 μ.Χ.) αναθεμάτισε τον Ωριγένη και τα έργα του. Παρ' όλα αυτά, το ενδιαφέρον για τις ιδέες του δεν χάθηκε ποτέ. Πρόσφατα, ανά τετραετία διοργανώνεται συνέδριο με τίτλο «Origeniana» στο πανεπιστήμιο Aarhus της Δανίας.
Ο Πρώιμος και ο σύγχρονος Ιουδαιοχριστιανισμός
Οι Ιουδαιοχριστιανοί ήταν Ιουδαΐζοντες Χριστιανοί που ερμήνευαν το μήνυμα του Ιησού μέσα από το δικό τους ιουδαϊκό, εθνικιστικό πρίσμα. Η κεντρική τους θέση ήταν η επιβολή της περιτομής και της απαρέγκλιτης τήρησης του Μωσαϊκού Νόμου, όχι μόνο στους Ιουδαίους αλλά και στους προσήλυτους εξ εθνών.
Οι χιλιαστικές θεωρίες τους (η προσδοκία, δηλαδή, μιας χίλιετούς επίγειας βασιλείας του Χριστού πριν την Τελική Κρίση) βρήκαν υποστήριξη σε σημαντικές μορφές του Πατερικού Χριστιανισμού των πρώτων αιώνων, όπως ο Ιουστίνος, ο Παπίας, ο Ειρηναίος, ο Τερτυλλιανός, ο Λακτάντιος και ο Μεθόδιος Ολύμπου [57].
Ο Σύγχρονος Ιουδαιοχριστιανισμός: Ο Χριστιανικός Σιωνισμός
Σήμερα, οι αρχικές αυτές αντιλήψεις έχουν βρει ένα ιδιότυπο έδαφος αναβίωσης μέσω των σύγχρονων χιλιαστικών και σιωνιστικών δογμάτων, τα οποία αναδεικνύουν το ρόλο των «Εβραίων» ως ρυθμιστών του παγκόσμιου γίγνεσθαι.
Αυτές οι ιδέες υποστηρίζονται από θρησκευτικές οργανώσεις όπως οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, οι Ευαγγελικοί, οι Πεντηκοστιανοί, και ανήκουν στον ευρύτερο χώρο του «Χριστιανικού Σιωνισμού» (Christian Zionism), ενός ρεύματος που είναι κατά κύριο λόγο αμερικανικής προέλευσης.
Κεντρικές Θεολογικές Θέσεις
Οι Χριστιανοί Σιωνιστές θεωρούν την Σταυρική Θυσία του Ιησού ως μία παρένθεση στην ιστορία του κόσμου. Κατ' αυτούς, η πραγματική εκπλήρωση των προφητειών της Παλαιάς Διαθήκης ενσαρκώνεται στο «πολιτικό κράτος του Ισραήλ» και όχι το πρόσωπο του Χριστού.
Προσμένουν την επανάληψη της βιβλικής ιστορίας επί της γης, η οποία περιλαμβάνει:
Την ανοικοδόμηση του επίγειου Ναού της Παλαιάς Διαθήκης στην κάτω Ιερουσαλήμ (με τη λυχνία, την τράπεζα, το ιλαστήριο και τα σκεύη).
Την επαναφορά των ζωικών θυσιών και την υπηρεσία θνητών ιερέων από την φυλή Λευϊ.
Τον ερχομό του Αντίχριστου, τη Χιλιετή Βασιλεία και τη ρεβάνς του πνευματικού πολέμου (Χριστός – Διάβολος).
Το Τέλος του Χριστού ο Νόμος
Ουσιαστικά, κηρύσσουν ότι «το τέλος του Χριστού είναι ο Νόμος και το κράτος του Ισραήλ» [58]. Διδάσκουν την ύπαρξη μιας ειδικής Τρίτης Θείας Διαθήκης για τη σωτηρία που αφορά αποκλειστικά τους σύγχρονους Εβραίους, καταργώντας έτσι «την γνώση σωτηρίας» που είχε ήδη δοθεί στους Εβραίους μέσω του Ιωάννη του Βαπτιστή πριν από δύο χιλιάδες χρόνια.
«Τοῦ δοῦναι γνῶσιν σωτηρίας τῷ λαῷ αὐτοῦ ἐν ἀφέσει ἁμαρτιῶν αὐτῶν.» (Λουκ. 1:77)
Και τα δύο αυτά ρεύματα του Πρώιμου και του Σύχρονου Ιουδαιοχριστιανισμού ή Χριστιανικού Σιωνισμού συγκλίνουν στην υπέρμετρη έμφαση που δίνουν στον Νόμο και στις εθνικιστικές προσδοκίες του Ισραήλ, σε βάρος της Παύλειας θεολογίας που επικεντρώνεται στη χάρη και στον ίδιο τον Χριστό.
Εβιωνίτες (Ιουδαιοχριστιανική Αίρεση)
«Οι Εβιωνίτες απέρριπταν το δόγμα της παρθενικής γέννησης, πιστεύοντας ότι ο Ιωσήφ ήταν ο φυσικός πατέρας του Ιησού. Ήταν φτωχοί (από το εβραϊκό ebionim) και στήριζαν τη ζωή τους στη διδαχή του Ιησού για τους φτωχούς στους Μακαρισμούς. Ασχολούνταν με φιλανθρωπικό έργο, τηρούσαν συχνές τελετουργικές πλύσεις καθαρισμού και επέβαλλαν αυστηρή αποχή από το κρέας και το κρασί. Κοινωνούσαν με άρτο και νερό, γι’ αυτό και τους αποκαλούσαν Υδροπαραστάτες (Aquarii). Περιτέμνονταν, τηρούσαν την αργία του Σαββάτου (την ημέρα των Σαββάτων) και τη λατρεία την «μία των Σαββάτων». Απέρριπταν μέρος του Νόμου και τον Απόστολο Παύλο, τον οποίο χαρακτήριζαν «αποστάτη του Νόμου». Ο Ειρηναίος λέει γι’ αυτούς: «προσκυνούν στα Ιεροσόλυμα, σαν να είναι ο οίκος του Θεού».[59]
Οι Ελκεσαΐτες, που πίστευαν στον μυθικό προφήτη Ελκεσάι (ο οποίος είχε παραλάβει ένα «ουράνιο βιβλίο»), ήταν γνωστικοί Εβιωνίτες. Πίστευαν ότι ο Χριστός ήταν κτίσμα και αρχάγγελος που χρησιμοποιούσε το χοϊκό σώμα του Αδάμ στο οποίο και είχε εισέλθει (ενσάρκωση). Είχαν διαμορφώσει το «δόγμα των διαδοχικών προφητών», κατά το οποίο ο Θεός στέλνει προφήτες κατά καιρούς, με τον τελευταίο να είναι ο καλύτερος. Το δόγμα αυτό επηρέασε πολλούς ιδρυτές θρησκειών, όπως τον Μάνη (Μανιχαϊσμός), τον Μωάμεθ (Ισλάμ) και άλλους.
Μανιχαϊσμός («η θρησκεία του Φωτός»)
Ιδρυτής ήταν ο Πέρσης Μάνης, από Ελκεσαΐτες γονείς, ο οποίος, μιμούμενος τον Ελκεσάι, ισχυριζόταν ότι ο Θεός τού αποκάλυψε την ουράνια αλήθεια. Κεντρικό στοιχείο ήταν ο αυστηρός δυϊσμός (Φως/Καλός Θεός vs Σκότος/Κακός Θεός). Κατ’ αυτόν τον δυϊσμό, ο Κακός Θεός (ο Άρχων του Σκότους) ήταν ο δημιουργός του αισθητού κόσμου και του ανθρώπου, ενώ ο Καλός Θεός του Φωτός παρέμενε αμέτοχος. Ο πραγματικός Ιησούς για τους Μανιχαίους ήταν «ο Φωτεινός και ο Ουράνιος (Δοκητισμός), που είχε κατέλθει στον κόσμο σε διάφορες ιστορικές περιόδους, εισερχόμενος στα σώματα μεγάλων διδασκάλων όπως ο Σήθ, ο Βούδας, ο Ζωροάστρης, αλλά και μέσω του ίδιου του Μάνη, ο οποίος ήταν τμήμα του αιώνιου αγώνα για την απελευθέρωση του φωτός από την κατώτερη ύλη» [60]. Ο Μανιχαϊσμός ήταν ανεικονικός, δυιστικός και δίδασκε αυστηρό ασκητισμό. Ήταν κράμα Χαλδαϊσμού, Ζωροαστρισμού, απόκρυφου Ιουδαϊσμού, Γνωστικισμού, Βουδισμού και αιγυπτιακών και ελληνικών παραδόσεων. Εξαπλώθηκε από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έως την Κίνα χάρη στον ιεραποστολικό ζήλο των «Εκλεκτών» (οι ανώτεροι μυημένοι). Είχαν σαφή επιρροή και από τους Μανδαίους, οι οποίοι λάτρευαν τον Ιωάννη τον Βαπτιστή ως αληθινό προφήτη και Χριστό. Στο βασίλειο των Ουιγούρων Τούρκων το 762 μ.Χ. επιβλήθηκε ως κρατική θρησκεία.
Μοναρχιανοί (Αντιτριαδιστές)
Οι Μοναρχιανοί ήταν αντιτριαδιστές, υπερασπιστές της Θείας Μοναρχίας. Αναπτύχθηκαν δύο κύριες τάσεις:
Τροπικοί Μοναρχιανοί ή Πατροπασχίτες (Πραξέας, Νοητός): Υποστήριζαν ότι ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι τρόποι ή ρόλοι με τους οποίους εκδηλώνεται η μία Θεότητα. Ο όρος Πατροπασχίτες («ο Πατήρ υπέφερε») τους αποδόθηκε από τον Τερτυλλιανό, ο οποίος τελικά μεταστράφηκε στον Μοντανισμό. (Βλέπε και Σαβελλιανοί).
Δυναμικοί Μοναρχιανοί ή Υιοθετιστές: Πίστευαν ότι ο Ιησούς ήταν ένας απλός άνθρωπος που υιοθετήθηκε από τον Θεό κατά το βάπτισμά του ή την ανάστασή του, χάρη στην κατοίκηση μίας «δύναμης» του Θεού εντός του. Κύριοι εκπρόσωποι ήταν οι Άλογοι, ο Θεόδοτος ο Βυζάντιος και ο Παύλος ο Σαμοσατεύς κ.ά..
Μοντανιστές
Με ιδρυτή τον Μοντανό από τη Φρυγία, στα τέλη του δεύτερου αιώνα. Το κίνημα αυτό θεωρούσε ότι είχε τη συνέχεια του αποστολικού χαρίσματος της προφητείας (πνευματοληψία). Ήταν έντονα ασκητικό κίνημα με ψευδο-προφητείες, στοιχεία που υπήρξαν και σε άλλα κατοπινά μεσσιανικά και χιλιαστικά κινήματα. Τρέφονταν με την προσδοκία της επικείμενης έλευσης του Ιησού και της καθόδου της Πνευματικής Ιερουσαλήμ. Η αρχική τους ονομασία ήταν «κατά φρύγας» ή «Καταφρύγια» αίρεση ή αίρεση των «Πεπεζυτών».
Σαβελλιανοί
Με ιδρυτή τον Σαβέλλιο, αρχηγό των Τροπικών Μοναρχιανών. Ο Σαβέλλιος θεωρούσε ότι ο Θεός είναι μία και μόνη αρχή (ουσία) και άλλοτε φανερώνεται με τον τρόπο του Πατρός (νομοθέτη, δημιουργού), άλλοτε με τον τρόπο του Υιού (λυτρωτή) και άλλοτε με τον τρόπο του Αγίου Πνεύματος (η ζωντανή πηγή της Εκκλησίας).
Αρειανιστές
Με ιδρυτή τον Λίβυο Άρειο, ο οποίος δίδασκε ότι ο Υιός είναι δημιούργημα του Πατρός (κτίσμα) και όχι της ίδιας ουσίας (ομοούσιος). Η διδασκαλία του είχε έντονες τριαδικές προεκτάσεις. Κατά τον Άρειο, ο Ιησούς είχε θεϊκές ιδιότητες, αλλά δεν ήταν Θεός με την ίδια έννοια που ήταν ο Πατήρ, θέση συγγενής με αυτή των Μαρτύρων του Ιεχωβά και των Μορμόνων σήμερα.
Η θρησκεία των Οικουμενικών Συνόδων
Κριτική της δογματικής Αποκρυστάλλωσης
«Η φωνή των πατέρων» δεν ταυτίζεται με «τη φωνή του Ιησού και των Αποστόλων». Όσοι θεωρούν ότι η Ορθοδοξία αποτελεί συνέχεια του αυθεντικού αποστολικού έργου σφάλλουν, δεδομένου ότι την ιστορία τη διαμορφώνουν, ως γνωστόν, οι νικητές και οι πνευματικοί επικυρίαρχοι.
Η Ελληνορθοδοξία αναδύθηκε ως το Ανατολικό σκέλος της εκχριστιανισμένης, αυταρχικής «Καθολικής» (Οικουμενικής) θρησκείας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Για πολιτικούς λόγους, το προηγούμενο μοντέλο του «Βασιλέως-Θεού» αντικαταστάθηκε από εκείνο του «ελέω Θεού Βασιλέως».
Σύμφωνα με αυτήν τη νέα θεσμική πραγματικότητα:
Ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας ορίστηκε επίσημα ως ο «Εν Χριστώ Βασιλεύς των Ρωμαίων».
Οι υπήκοοι χαρακτηρίστηκαν ως ο «Περιούσιος Λαός» ή ο «Νέος Ισραήλ».
Το δόγμα της Αυτοκρατορίας συνοψίστηκε στην αρχή: «Ένα Κράτος, Μία Πίστη, Μία Οικουμένη».
Ως εκ τούτου, τα δογματικά και εκκλησιαστικά ζητήματα μετατράπηκαν σε κρατικά θέματα. Η κρατική Εκκλησία, λειτουργώντας ως σύμμαχος του πολιτιστικού, στρατιωτικού και θρησκευτικού ιμπεριαλισμού της Αυτοκρατορίας, απέκτησε ειδικά προνόμια, αυξάνοντας σημαντικά το κύρος της και την περιουσία της σε γη και χρήμα.
Σύνδεση με την Αρχαία Φιλοσοφία
Διδακτορικές διατριβές στη φιλοσοφία και τη θεολογία καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η σύνδεση της Φιλοσοφίας της Ύστερης Αρχαιότητας με τη θεολογία της θεσμικής Νέας Θρησκείας είναι άρρηκτη [61].
Η Ελληνορθοδοξία αποκρυσταλλώθηκε δογματικά μέσω μιας παρὰ φύσιν σύζευξης:
Των κοσμικών εκφάνσεων της αρχαίας Φιλοσοφίας-Μυθολογίας.
Της αποστολικής διά Πνεύματος Αγίου Διδαχής.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αντικατάσταση της Χάριτος του Κυρίου και Θεού Ιησού Χριστού με μία παράδοση μυστικιστικής δογματικής θεολογίας, η οποία έχει ως κορυφή έναν μυθολογικό «τριαδικό θεό» και συνοδεύεται από μία πληθώρα εξωτερικών στοιχείων και πρακτικών:
Ανέγερση επίγειων Ναών σύμφωνα με καταργημένους παλαιοδιαθηκικούς εβραϊκούς συμβολισμούς.
Ανώφελους σαρκικούς ιουδαϊκούς τύπους και τελετουργίες.
Τη χρήση στολών, του θυμιατού και του κεριού.
Την πρακτική του τάματος στον «άγιο» με σκοπό την διαμεσολάβησή του στον Θεό.
Την μεσιτεία, μεταξύ Χριστού και ανθρώπων, κατασκευασμένων αγίων και αυτής της δούλης του Θεού Μαρίας "Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς"
Τη δεισιδαιμονία.
Την προσκύνηση ειδώλων και λειψάνων κ.ά.
Κατά την ομολογία τους ο «Θρίαμβος» αυτός επετεύχθη διότι οι «πατέρες» απλώς απεφόρτισαν από το φιλοσοφικό – μεταφυσικό περιεχόμενο, τους φιλοσοφικούς «όρους» της εποχής τους και τους επαναφόρτισαν με θεολογία[62] «όρος που χρησιμοποιήθηκε αρχικά στα έργα του Πλάτωνα και άλλων φιλοσόφων με αναφορά στη διδασκαλία του Μύθου»[63].
Ο Πλάτωνας ως «Παιδαγωγός»
Οι εκπρόσωποι του Ορθόδοξου μυστικιστικού θρησκευτικού συστήματος θεωρούν τον Αρχαίο Ελληνισμό ως υπόβαθρό τους. Ισχυρίζονται ότι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι ήταν «εν Χριστώ» πριν από την εμφάνιση του Χριστού και ότι η αντιφατική θεολογική φιλοσοφία τους αποτέλεσε «παιδαγωγό» των Ελλήνων προς τον Χριστιανισμό.
Ο Πλάτωνας, ειδικότερα, θεωρήθηκε από τους «Πατέρες» ως ο πλησιέστερος συγγενής με τη θρησκεία τους. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, σε αντίθεση με τις αντιλήψεις ορισμένων συμμαθητών του στη Φιλοσοφία-Μυθολογία, ο Πλάτωνας πίστευε ότι ο Θεός είναι αγαθός και όχι κακός, υποστηρίζοντας ότι «δημιούργησε τον καλύτερο (αγαθότερο) δυνατό κόσμο επειδή είναι αγαθός» [64].
Το ίδιο υπόβαθρο (της «προπαιδείας» του Ελληνισμού) θεωρούν (οι εκπρόσωποι) ότι ισχύει και για το Ισλάμ (7ος αι. μ.Χ.), το οποίο είναι ανεικονικό και μη δυαρχικό. Για το Ισλάμ, ο Αλλάχ (Θεός) είναι απόλυτη δύναμη και αγαθότητα. Το Κακό δεν έχει αυτόνομη οντότητα, αλλά είναι είτε αποτέλεσμα της ανθρώπινης βούλησης είτε έκφραση της παντοδυναμίας του Θεού (όπως π.χ. η τιμωρία). Ο Μουσουλμανισμός ή Ισλάμ είναι συγκερασμός του ραβινικού Ιουδαϊσμού (που πιστεύει ότι η Προφορική Τορά είναι λόγος Θεού)[65], του Ιουδαϊοχριστιανισμού με τις Γνωστικές του εκφράσεις, του Ζωροαστρισμού, του Μανιχαϊσμού, του Ερμητισμού και των εθνικών παραδόσεων του αραβικού Παγανισμού. Θεωρείται από τους οπαδούς του ως η πρωτογενής Θρησκεία, η οποία εξέπεσε στην ειδωλολατρία και αποκαταστάθηκε τον 7ο αιώνα από τον Μωάμεθ. Ο πρωταρχικός προσηλυτισμός του ήταν ειρηνικός, στην πορεία όμως, εμπνεόμενος από το δόγμα του Ρωμαϊκού Χριστιανισμού «Ένας βασιλιάς, μία θρησκεία, μία οικουμένη» και μιμούμενος τις πρακτικές επιβολής του, μεταχειρίστηκε το σπαθί. Το Ισλάμ έχει εκλεκτική συγγένεια με την αρχαία ελληνική Φιλοσοφία, αφού οι Βεδουίνοι είχαν κατακτήσει ελληνιστικές περιοχές στην Μέση και Εγγύς Ανατολή, που επηρέαζαν φιλοσοφικά τους αυτόχθονες. Άλλωστε, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναγνωρίζει το Ισλάμ ως μορφή χριστιανικής αιρέσεως συγγενική προς τον Αρειανισμό [66].
Για τον Ιησού (Isa), οι Μουσουλμάνοι πιστεύουν ότι ήταν βιολογικός άνθρωπος και προφήτης (Nabi) . Αυτή η θέση αντιπαρατίθεται στην κεντρική δογματική πεποίθηση της Εκκλησίας για τον Υιό του Θεού (τον λεγόμενο Θεάνθρωπο). Ο όρος «Θεάνθρωπος», ένας σύνθετος όρος, έχει επικρατήσει λόγω της βίαιης επιβολής του ελληνιστικού Ορθόδοξου δόγματος και συνδέει το ουράνιο με το γήινο καταργώντας την αντινομία ουρανός-γη, πνευματικό - υλικό (1Κορ. 15:46). Αυτή η ιδέα της τελικής σύνθεσης των αντιθέτων, που επιδιώκει την «αρμονία», αποτελεί άλλωστε βασική ιδέα πολλών φιλοσοφικών και μυθολογικών παραδόσεων.
Τέλος, οι «ενωτικοί» που κοπιάζουν για μία παν-θρησκευτική πίστη βρίσκουν αρκετά κοινά σημεία μεταξύ των θρησκειών, οι οποίες ούτως ή άλλως είναι όλες αποτέλεσμα συγκρητισμού και μακριά από τις βιβλικές αλήθειες.
Ο Φιλοσοφικός Ιησούς των Συνόδων
«Εἰ μὲν γὰρ ὁ ἐρχόμενος ἄλλον Ἰησοῦν κηρύσσει ὃν οὐκ ἐκηρύξαμεν, ἢ πνεῦμα ἕτερον λαμβάνετε ὃ οὐκ ἐλάβετε, ἢ εὐαγγέλιον ἕτερον ὃ οὐκ ἐδέξασθε, καλῶς ἀνέχεσθε.» (Β΄ Κορ. 11:4)
Η αρχαία ελληνική θρησκευτική Φιλοσοφία δεν ήταν στατική, αλλά ήταν εξελικτική και είχε συγκρητιστική / αφομοιωτική σχέση με τις ανατολικές και αφρικανικές διδαχές [67]. Εκζητούσε την αλήθεια, αλλά, κατά τη θεολογική άποψη, δεν την βρήκε, διότι την ζητούσε «κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου» (Κολ. 2:8).
Οι Πλατωνιστές θεωρούσαν ότι «οι ιδέες είναι τα πραγματικά όντα» και, ομοίως με άλλες φιλοσοφικές τάσεις, εξέφραζαν την ενότητα και την πολλότητα ταυτόχρονα («εν πάντα είναι»). Χρησιμοποιούσαν τον όρο «θεός» ως ένα σύνολο ποικίλων οντοτήτων, από τον υπερβατικό κοσμικό Δημιουργό (το Εν ή τον Πρώτο Θεό), την Κοσμική Ψυχή και τα μέρη της (που ήταν οι ανθρώπινες ψυχές), έως τους Ολύμπιους θεούς και άλλες αστρικές δευτερεύουσες θεότητες. Οι οντότητες αυτές ήταν ενδιάμεσες δυνάμεις, ιεραρχικά δομημένες, μέσω των οποίων ο Πρώτος Θεός δημιούργησε τον αισθητό κόσμο και επικοινωνούσε με αυτόν, γεφυρώνοντας το ιδεατό με το αισθητό. Ο Λόγος για τους Πλατωνιστές / Νεοπλατωνιστές λειτουργούσε ως η ενδιάμεση αρχή που γεφυρώνει.
Το αρχαίο αιγυπτιακό - ερμητιστικό απόσπασμα που παρατίθεται, αποτυπώνει τις Θεολογικές – Φιλοσοφικές - Μυθολογικές αντιλήψεις στις οποίες εντρυφούσαν οι Αρχαίοι αναζητώντας την αλήθεια.
Ιάμβλιχος «περί Αιγυπτίων Μυστηρίων» VIII, 2 – Ancient Fragments of the Phonician, Chaldaean, Egyptian, Typian, Carthaginian, Indian, Persian, and others writers, (By Isaac Preston Cory, ESG. Fellow of Caius Coll. Cambridge – London William Pickering 1832, page 283)
«Προ των όντως όντων και των άλλων αρχών, έστι θεός εις, πρώτος και του πρώτου θεού και βασιλέως, ακίνητος εν μονότητι της εαυτού ενότητος μένων ούτε γαρ νοητόν αυτώ επιπλέκεται, ούτε άλλο τι παράδειγμα δε ίδρυται του αυτοπάτορος, αυτόγονου, και μονοπάτορος θεού του όντος αγαθού. Μειζον γαρ τι και πρώτον, και πηγή των πάντων, και πυθμήν των νοουμένων πρώτων ειδών όντων. Από δε του ενός τούτου, ο αυτάρχης θεός, εαυτόν εξέλαμψε, διό και αυτοπάτωρ και αυτάρχης. Αρχή γαρ ούτος και θεός θεών, μονάς εκ του ενός, προούσιος και αρχή της ουσίας, απ΄αυτού γαρ η ουσιότης και η ουσία, (διό και ουσιοπάτωρ καλείται αυτός γαρ προ όντος όν, των νοητών έστιν αρχή) διό και νοητάρχης προσαγορεύεται. Αύται ουν εισίν αρχαί πρεσβύταται πάντων, ας Ερμής προ αιθερίων και εμπυρίων θεών προστάτει και των επουρανίων»
Μετάφραση:
«Πριν από τα όντως Όντα, και πριν από τις άλλες αρχές, υπάρχει Ένας Θεός, πρώτος και από τον πρώτο θεό και βασιλέα, διαμένοντας ακίνητος μέσα στη μοναδικότητα της Ενότητάς Του (Πυθαγόρας). Διότι ούτε κάτι νοητό (ως έννοια) αναμιγνύεται σ' αυτόν, ούτε κάτι άλλο. Παράδειγμα δε κείται του Αυτοπάτορα, Αυτογόνου και Μονοπάτορα Θεού, του πραγματικά Αγαθού (Πλάτων). Διότι (Είναι) Μεγαλύτερος και Πρώτος και πηγή των πάντων και βάση των πρώτων νοούμενων ιδεών -των αρχετύπων- όλων. Από δε του ενός τούτου (του Μονοπάτορα), ακτινοβόλησε / εξέλαμψε (ο Δεύτερος) ο βασιλιάς θεός, για αυτό είναι και Αυτοπάτωρ και ο μόνος βασιλιάς. Διότι αυτός (ο Δεύτερος) και αρχή είναι, και Θεός των άλλων (υποδεέστερων) θεών, Μονάδα και αυτός (ο Δεύτερος) εκ του ενός (του Πρώτου), ο προ πάσης ουσίας υπάρχων θεός και η πρωταρχική αιτία της ουσίας (της ύπαρξης), διότι από αυτόν είναι η δύναμη της ύπαρξης (της ζωής) και η ύπαρξη (η ζωή) για αυτό και Πατέρας της Ουσίας καλείται, διότι αυτός προηγείται κάθε οντότητος και είναι πρωταρχική αιτία των νοητών, για αυτό και Νοητάρχης προσφωνείται (αρχηγός του νοητού κόσμου).. Αυτές είναι αρχές παλαιότερες όλων αυτών, που ο Ερμής (ο Τρισμέγιστος) τοποθετεί πριν από τους Αιθέριους και εμπύριους επουράνιους θεούς.»
Το απόσπασμα του Ιάμβλιχου παρουσιάζει ένα τριπλό ιεραρχικό μοντέλο της θεότητας. Αυτή η ιεραρχική δομή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς μοιάζει εκπληκτικά με τις δογματικές συζητήσεις των Πατέρων της Εκκλησίας στον 4ο αιώνα (κυρίως την Αρειανική Έριδα).
Ο Πρώτος Θεός: Η υπέρτατηΑρχή (Ο Πατέρας)
Φιλοσοφική Έννοια: Το Απόλυτο Υπερβατικό Εν ή Αγαθό (Πλατωνισμός).
Περιγραφή Ιάμβλιχου: Είναι «Θεός εις, πρώτος και του πρώτου θεού», ακίνητος και πηγή των πάντων. Είναι το «Μείζον» και η «βάση των νοουμένων ιδεών» (Αρχετύπων).
Σύνδεση με τον πατερικό Χριστιανισμό: Αντιστοιχεί στον Πατέρα της Αγίας Τριάδας, ο οποίος είναι αγέννητος, αρχή και ακατάληπτος.
Ο Δεύτερος θεός: Ο Λόγος (Ο Υιός / Γεφυροποιός)
Η Φιλοσοφική Έννοια του Λόγου είναι η ενδιάμεση αρχή που γεφυρώνει το ιδεατό με το αισθητό.
Στην Περιγραφή του Ιάμβλιχου, ο Λόγος εμφανίζεται ως ο «αυτάρχης θεός», ο οποίος «εαυτόν εξέλαμψε» (δηλαδή, γεννήθηκε/ακτινοβόλησε) από τον Πρώτο Θεό. Καταγράφεται ως «Θεός θεών, μονάς εκ του ενός», δηλαδή δεύτερος σε σειρά αλλά πρωταρχική αιτία του κόσμου («ουσιοπάτωρ»).
Τη θέση αυτή ασπάστηκαν οι πρώτοι Χριστιανοί Απολογητές και διανοούμενοι, όπως ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας, οι οποίοι είδαν στον φιλώνειο Λόγο την αντιστοιχία του Υιού του Θεού.
Η ιεραρχική διατύπωση του Ιάμβλιχου και του Φίλωνος αποτέλεσε τη δομική βάση της Αρειανής θεολογίας. Οι Αρειανοί υποστήριζαν ότι ο Υιός είναι υποδεέστερος και κτίσμα του Πατρός.
Η Ορθόδοξη Απάντηση κατοχυρώθηκε στις Οικουμενικές Συνόδους (325 μ.Χ. και εξής). Το Νικαιακό Σύμβολο Πίστεως θέσπισε την «ουσιακή ισότητα» των προσώπων της Τριάδας, απορρίπτοντας τη φιλοσοφική ιεραρχία, και περιέγραψε τον Υιό ως:
«Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί.»
Φίλων ο Αλεξανδρεύς και η "Χριστιανική Φιλοσοφία"
Εστιάζοντας στην παραπάνω θεώρηση του Ερμητισμού, ο ελληνιστής Ιουδαίος φιλόσοφος Φίλων ο Αλεξανδρεύς, ο οποίος απέδιδε την ελληνική Φιλοσοφία στην Πεντάτευχο και επέδρασε δυναμικά στη διαμόρφωση της «πατερικής σκέψης», κατάταξε τον «Λόγο» (Logos) ως:
Τον ανώτερο των ενδιάμεσων δυνάμεων,
Δεύτερο Θεό, κατώτερο του Μόνου Θεού (του Πρώτου),
Αρχάγγελο, και
Πρωτότοκο Υιό Θεού.
Οι θέσεις αυτές συγγένευαν άμεσα με εκείνες των αρχαίων φιλοσόφων και των γνωστικών δοξασιών.
Ο Ιουδαίος Φίλων εναρμόνισε την ελληνική φιλοσοφία με τον Ιουδαϊσμό. Αποκαλούσε τον Μωυσή «ιεροφάντη» (όπως καλούνταν ο τελετουργός των Ελληνικών Μυστηρίων) και θεωρείται ο ιδρυτής της «Χριστιανικής Φιλοσοφίας». Στα γραπτά του, «βλέπουμε τον Μωυσή να διδάσκει την πλατωνική ψυχολογία και κοσμολογία, την ηθική των Στωικών και το Πυθαγόρειο θεώρημα. Ο Φίλων πίστευε ότι ο μέγας νομοθέτης του Ισραήλ είχε προαναγγείλει όψεις του πλατωνικού σύμπαντος, ενώ οι θεοί και οι ήρωες των Ελλήνων ήσαν αυτοί που ο Μωυσής ονόμαζε αγγέλους».Πηγή
Το «φιλώνειο Λόγο» τον ασπάστηκε ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας, ο οποίος ανέφερε χαρακτηριστικά «ότι ο λόγος εστί και λέγεται Θεός και Κύριος έτερος, υπό τον ποιητήν των όλων» [68]. Τον ασπάστηκαν επίσης άλλοι φιλόσοφοι Απολογητές και Χριστιανοί διανοούμενοι, οι οποίοι ούτως ή άλλως στην εποχή τους ήταν μυημένοι στον Νεοπλατωνισμό. Ο Νεοπλατωνισμός ήταν μια σύνθεση Πυθαγορισμού, Πλατωνικού Ιδεαλισμού, Αριστοτελικού Εμπειρισμού, Γνωστικισμού, Ερμητισμού, Μαγείας και Χαλδαϊκής θεολογίας και θεουργίας.
Χαλδαϊκή θεολογία και Νεοπλατωνισμός
Η δομή Πατήρ (Μονάδα) → Δύναμη → Νους είναι μια παραλλαγή της τριαδικής ιεραρχίας που συναντάμε στον Νεοπλατωνισμό.
Ως προς την Χαλδαϊκή θεολογία, η ενοποιητική έννοια του «Εν», αν και κυρίως πλατωνική, συνδέθηκε από τους Νεοπλατωνικούς φιλοσόφους Πλωτίνο, Ιάμβλιχο και Πρόκλο με τις Βαβυλωνιακές θεότητες. Οι φιλόσοφοι αυτοί έδωσαν έμφαση στους Χαλδαϊκούς χρησμούς , τους οποίους θεωρούσαν ως το απόγειο της γνώσης και της σοφίας, έχοντας τον αριθμό τρία (3) ως βάση του Χαλδαϊκού οντολογικού συστήματος για θεούς και δαίμονες.
Ο ιστορικός – θεολόγος, Κατελής Βίγκλας στο έργο του «Χαλδαϊκή και Νεοπλατωνική Θεολογία» αναφέρει για την «Θεολογία των Χαλδαϊκών χρησμών». Σ' αυτήν την αναφορά παρατηρούμε ότι η δομή Πατήρ (Μονάδα) → Δύναμη → Νους είναι μια παραλλαγή της τριαδικής ιεραρχίας που συναντάμε στον Νεοπλατωνισμό. Το κείμενο έχει ως εξής:
«Ο πρώτος θεός των Χαλδαϊκών Χρησμών είναι η Πατρική μονάδα και υποτίθεται ότι βασιλεύει σιωπηρά από την άβυσσο, από όπου δημιούργησε τον κόσμο με την Δύναμη και το Νου. Η Δύναμη ισοδυναμεί συνήθως με τον Υιό, το κεντρικό στοιχείο, ενώ ο Νους με την Εκάτη. Η Εκάτη, είναι η ζωντανή φωτιά, και η ψυχή του κόσμου, αποτελώντας έναν τρίτο θεό, έχοντας μία ενδιάμεση θέση, χωρίζοντας και ενώνοντας τις δύο πρώτες υποστάσεις, καλούμενες επίσης «Άπαξ και Δις επέκεινα» (και ο Διόνυσος ήταν άπαξ επέκεινα). Κάποτε όμως από το περιεχόμενο των αποσπασματικών στίχων των Χαλδαϊκών Χρησμών φαίνεται ότι ο Νους είναι ο δεύτερος δημιουργός θεός και τότε η δύναμη ταυτίζεται με την Εκάτη. Η πρώτη τριάδα αντιστοιχεί στον κόσμο του υπερκόσμιου φωτός και είναι απολύτως νοητή και αιώνια» [69].
Οι ιδέες αυτές συγκρούστηκαν με τους Μοναρχιανούς και άλλες Ιουδαιοχριστιανικές ομάδες πιστές στον βιβλικό Μονοθεϊσμό. Αργότερα οι «πατέρες φιλόσοφοι», με εισηγητή τον Αθανάσιο, υιοθετώντας την πολυθεϊστική δοξασία ότι «όποιος λατρεύει τους θεούς λατρεύει τον θεό», προβίβασαν τον ενδιάμεσο, διακριτό «δεύτερο θεό» (Λόγο) του Φίλωνος, των Ερμητιστών και λοιπών, κάνοντας οντολογική εξίσωση του Πρώτου Μόνου Θεού Πατέρα και του Δεύτερου Θεού Υιού.
Πατερική «Εταιρική Διαρχία» και η Εξέλιξή της σε «Εταιρική Τριαρχία»
Οι επικρατούσες διαρχικές ιδέες στην αρχαιότητα ήταν είτε ανταγωνιστικές, όπως του Ζωροαστρισμού, είτε μη ανταγωνιστικές, όπως του Μαρκιωνισμού. Από τις δογματικές φιλοσοφικές ζυμώσεις των Πατέρων γεννήθηκε μία νέα «εταιρική» διαρχική θεολογία-φιλοσοφία, όπου ο δεύτερος θεός, ο Υιός, είναι «Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού» [δύο (2) Θεοί]. Ο Υιός είναι μεν γεννητός προ πάντων των αιώνων, αλλά συνάναρχος, συναΐδιος, ομοούσιος και υπερούσιος με τον Πατέρα.
Επειδή όμως «το της πλατωνικής φιλοσοφίας εξαίρετον αγαθόν» έπρεπε οι «Ελληνορθόδοξοι Χριστιανοί» να λατρεύουν «Ένα Θεό εν Τριάδι» και «Τριάδα εν Μονάδι», χωρίς όμως να συγχέουν τα πρόσωπα (τους θεούς) ούτε και να διαιρούν την ουσία. Άλλωστε, τον δρόμο τον είχε δείξει η κοσμοθέαση του Πυθαγόρα με την ιερή τριάδα της δράσης «Πατήρ - Μήτηρ - Υιός», από την οποία εκπορεύτηκε το σύμπαν.
Από Διαρχική Ιεραρχία σε Τριαδική Ισότητα
Τα προβλήματα αυτά τα έλυσαν τελικά οι Πατέρες, αποφορτίζοντας το φιλοσοφικό-μεταφυσικό περιεχόμενο των «φιλοσοφικών όρων, των Αρχαίων» και επαναφορτίζοντάς το με «θεολογικό πατερικό περιεχόμενο» (όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται). Υιοθετώντας στη συνέχεια το «τα πάντα εισίν εν, εν παντί» του Ερμή του Τρισμέγιστου, βρήκαν τη λύση και έκαναν μετάβαση από την ιεραρχία (που υποδήλωνε υποδεέστερη θέση, π.χ. Αρειανισμός) στην ισότητα και τη συνεργασία των Τριών (3) Θείων Προσώπων.
Τώρα, σύμφωνα με τον Αθανάσιο και την κατοχυρωμένη δογματική θέση:
«Λατρεύομε ένα Θεό εν Τριάδι, και Τριάδα εν Μονάδι· ούτε συγχέομε τα πρόσωπα ούτε διαιρούμε την ουσία. Διότι υπάρχει ένα πρόσωπο του Πατρός, ένα άλλο του Υιού και ένα άλλο του Αγίου Πνεύματος. Αλλά η Θεότης του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είναι ενιαία: η δόξα ίση, το μεγαλείο συναιώνιο [...] Ο Πατήρ αιώνιος, ο Υιός αιώνιος και το Άγιο Πνεύμα αιώνιο [...] Ομοίως, ο Πατήρ είναι παντοδύναμος, ο Υιός είναι παντοδύναμος και το Άγιο Πνεύμα είναι παντοδύναμο. Κι εν τούτοις δεν υπάρχουν τρεις παντοδύναμοι, αλλά είς παντοδύναμος. Ομοίως ο Πατήρ είναι Θεός, ο Υιός είναι Θεός και το Άγιο Πνεύμα είναι Θεός. Εν τούτοις, δεν υπάρχουν τρεις Θεοί αλλά ένας Θεός [...] Και σ’ αυτή την Τριάδα κανείς δεν προηγείται ή έπεται του άλλου· κανείς δεν είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος του άλλου. Αλλά και τα τρία πρόσωπα είναι συναιώνια συγχρόνως και ομοούσια».
Αν και, σύμφωνα με τον Αθανάσιο (ως εκπρόσωπο των Πατέρων), δεν υπάρχουν τρεις θεοί, εντούτοις, σύμφωνα με τη μυθολογία και το θεσμικό σύμβολο πίστης (το Νικαιακό), ο δεύτερος Θεός (ο Υιός), ο οποίος είναι συνάναρχος και υπερούσιος με τον Πατέρα, μπόρεσε και κατέβηκε στη γη και ενσαρκώθηκε (ντύθηκε με υλικό σώμα, το οποίο πήρε «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της παρθένου»).
Η Διονυσιακή Λατρεία: Η Τριούχος Μονάδα
Αυτά τα θεολογικά - φιλοσοφικά - μυθολογικά θέματα, ωστόσο, τα είχαν λύσει προ πολλού οι λατρευτές του Διόνυσου και τα εξηγούσαν (από τον Διόνυσο) μέσα από τους ύμνους. Ο Διόνυσος περιγραφόταν ως Τριούχος Μονάδα και Τρίγονος (τρις γεννηθείς).
Ο Νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πρόκλος στους «Ιερούς Ύμνους» του αναφέρει χαρακτηριστικά για τον Διόνυσο:
Μονάδα τριούχον = τριαδική μονάδα (Βλέπε: Τρισυπόστατη Μονάδα)
Η ιδέα αυτή επιβεβαιώνεται από τον Ιωάννη Λυδό στο «Περί μηνών» (2-6):
«Ότι η μονάς εν τριάδι θεωρείται, δυνατόν εκ των υμναρίων λαβείν. Προς γαρ τον άπαξ επέκεινα ο πρόκλος ούτω: μονάδα γαρ σε τριούχον ιδών εσεβάσατο κόσμος.»
Μετάφραση:
«Ότι η μονάδα παρατηρείται μέσα στην τριάδα είναι δυνατόν να το καταλάβει κανείς από τους μικρούς ύμνους. Διότι λέγει ο (Νεοπλατωνικός) Πρόκλος προς εκείνον (τον Διόνυσο), που είναι εντελώς υπερβατικός (επέκεινα της ουσίας): «Διότι μόλις ο κόσμος είδε εσένα ως τριαδική μονάδα (μονάδα που περιέχει την τριάδα), σε εσεβάστηκε» (Ύμνος εις Διόνυσον, αποσπάσματα) [70].»
Η Φιλοσοφική εξάρτηση και ο Θρησκευτικός Εθνικισμός
Οι Ορθόδοξοι, ως λατρευτές του Φιλοσοφικού Ιησού, έχοντας φιλοσοφική εξάρτηση από την Αρχαία θρησκεία και όχι θεολογική αποκάλυψη, αδυνατούν να εκφέρουν χριστιανικό λόγο ή πραγματεία που να μην τεκμηριώνεται από την αρχαία ελληνική γραμματεία και τις σκέψεις των αρχαίων φιλοσόφων. Παράλληλα, όμως, φρόντισαν να παύσουν τις σχολές των ίδιων αυτών φιλοσόφων, επιβάλλοντας τη δογματική απολυτότητά τους, με τη βοήθεια της θεσμικής θανατικής τιμωρίας στους αλλόθρησκους και αλλόδοξους.
Συνδεδεμένη με το άρμα της ρωμαϊκής κρατικής μηχανής, η Νέα Θρησκεία γέννησε τον χριστιανικό θρησκευτικό εθνικισμό, με στόχο εθνικούς σκοπούς. Έτσι, το «Ρωμαίος» και το «Χριστιανός» απέκτησαν ταυτόσημες έννοιες, με όμοιά του φαινόμενα το «Ελλάς Ελλήνων Ορθοδόξων».
Σήμερα, οι εθνικοποιημένες Εκκλησίες, όπως η Βοσνιακή Εκκλησία, η Εκκλησία της Ελλάδος, η Εκκλησία της Ρωσίας, η Ευαγγελική Λουθηρανική Εκκλησία της Φιλανδίας, η Εκκλησία της Δανίας, η Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία, κ.ά., διαγιγνώσκουν το «αθεράπευτο» αυτοάνοσο νόσημα του εθνοφυλετισμού. Συνέβη δε ότι είχε συμβεί και με τον εβραϊκό θρησκευτικό εθνικισμό (Σιωνισμός), ο οποίος δεν διέκρινε την οικουμενικότητα των πνευματικών βιβλικών επαγγελιών. (Γαλ. 3:8-14, 26-28).
Περί Μαριολατρείας, Ηρωολατρείας και Λειψανολατρείας
Η Καθιέρωση των Λατρευτικών Πρακτικών
Οι Ελληνορθόδοξοι «θεολόγοι-φιλόσοφοι», φρονώντας τα επίγεια και όχι τα επουράνια (Κολ. 3:1), καθιέρωσαν τη λατρεία κειμηλίων και λειψάνων (με προτίμηση τις νεκροκεφαλές), καθώς και τη Μαριολατρία με πολλές επωνυμίες.
Έτσι, αυξήθηκαν τα ιερά και, κατά συνέπεια, τα εκκλησιαστικά έσοδα. Το κυριότερο όμως είναι ότι οι προσήλυτοι στη Νέα θρησκεία, μετά το «Εν τούτω νίκα», απέκτησαν αειπάρθενο υπέρμαχο στρατηγό και προστάτιδα στις πολεμικές επιχειρήσεις τους, αντικαθιστώντας την Αθηνά Παλλάδα κόρη του Δία, η οποία, κατά τον μύθο, προστάτευε τους Αθηναίους.
Οι Ρίζες της Μαριολατρείας
Ο Καθολικός ιερέας Άντριου Γκρίλι λέει: «Η Μαρία ως σύμβολο συνδέει άμεσα τη Χριστιανοσύνη με τις αρχαίες θρησκείες των μητέρων - θεών» [71].
Ο Επιφάνιος, στο έργο του κατά «Κολλυριδιανών» (που ήταν κακόδοξη αίρεση αποτελούμενη από γυναίκες ιέρειες που απένειμαν στη Μαρία ισόθεο τιμή, ως τη Βασίλισσα του ουρανού, προσφέροντας καθημερινά την ίδια ώρα ως θυσία κολλυρίδας – αρτοσκευάσματα), αναφέρει το εξής:
«Ναι μην άγιον ην το σώμα της Μαρίας, ου μην θεός, ναι δη παρθένος ην η παρθένος και τετιμημένη αλλ΄ ουκ εις προσκύνησιν υμίν δοθείσα [… ] Ουχ ίνα εις το όνομα αυτής προσενέγκωμεν …» [72].
Ηρωολατρεία, Εικονολατρεία και Παγανιστικές Τελετές
Επίσης, οι Ελληνορθόδοξοι καθιέρωσαν:
Το αρχαίο έθιμο της εικονολατρίας και της περιφοράς των εικόνων.
Την αγιολατρεία (που έχει ρίζες στην αρχαία ηρωολατρεία) με δυνατότητα επιλογής προσωπικού, υπαλληλικού ή συντεχνιακού προστάτη και μεσίτη (ενδιάμεσος μεσολαβητής μεταξύ Θεού και ανθρώπων).
Άλλες παγανιστικές τελετές, που δεν συνάδουν με το μήνυμα του Ευαγγελίου της Σωτηρίας του Εσταυρωμένου και Αναστημένου Ιησού.
«Ό,τι έγεινε, τούτο πάλιν θέλει γείνει· και ό,τι συνέβη, τούτο πάλιν θέλει συμβή· και δεν είναι ουδέ νέον υπό τον ήλιον.» (Εκκλ. 1:9)
Σύνδεση με την Αρχαία Θρησκεία
Έτσι, επί αιώνες τώρα, η χριστιανίζουσα «Καθολική» αυταρχική θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, έχει πείσει τους εξαναγκασμένους οπαδούς του δογματισμού της ότι ευαρεστεί τον Θεό όποιος:
Επικαλείται «αγίους» για προστασία.
Τιμά την απεικόνισή τους ή κάνει γιορτές προς τιμή τους.
Λατρεύει και προσκυνάει τα λείψανά τους, νομίζοντας ότι αυτά εκπέμπουν θεϊκές δυνάμεις.
Οι πρακτικές αυτές ήταν ήδη διαδεδομένες σε προχριστιανικές παγανιστικές θρησκείες, όπου οι λάτρεις διατηρούσαν και λάτρευαν θαυματουργικά λείψανα φυλάρχων, συγγενών, ηρώων πολεμιστών και εχθρών ή τα φορούσαν για φυλακτό. Έτσι λοιπόν, επιβεβαιώνεται η σύνδεση του «πατερικού χριστιανισμού» με την αρχαία θρησκεία.
Ηρωολατρεία: Η Ιστορική Ρίζα της Αγιολατρείας
Από το άρθρο της Δήμητρας Μήττα με θέμα «Ηρωολατρεία» (http://www.greek-language.gr/), διαβάζουμε στοιχεία που αποδεικνύουν τη στενή σύνδεση της αρχαίας λατρευτικής πρακτικής με τις μετέπειτα χριστιανικές:
Ήρωες: Διαμεσολαβητές και Προστάτες
Ο ρόλος των ηρώων στην αρχαία λατρεία ήταν πανομοιότυπος με τον ρόλο των Αγίων στον Χριστιανισμό:
«Οι άνθρωποι ορκίζονται και προσεύχονται σε θεούς και ήρωες. Τους τελευταίους τους αισθάνονται πιο κοντά απ' ό,τι τους θεούς, τους θεωρούν προστάτες και διαμεσολαβητές ανάμεσα στον κόσμο των θνητών και των θεών, γι' αυτό και αναπτύσσουν μαζί τους μια πιο στενή και προσωπική σχέση. Στα αττικά συμπόσια η πρώτη σπονδή γίνεται για τους θεούς και η δεύτερη για τους ήρωες, κυρίως αυτούς που μετά τον θάνατό τους θεοποιούνται, όπως ο Ηρακλής ...»
Η πρακτική να προσφέρεται διπλή σπονδή («η πρώτη σπονδή γίνεται για τους θεούς και η δεύτερη για τους ήρωες») τονίζει τη διακριτή, αλλά υποδεέστερη θέση του Ήρωα/Αγίου έναντι του Θεού, μέσα στην ιεραρχία της λατρείας.
Η Λατρεία των Λειψάνων και ο Τόπος Ταφής
Η λατρεία των ηρώων εστιαζόταν στον τόπο της ταφής, από όπου θεωρούνταν ότι προερχόταν η δύναμη:
«...λατρεύονται, συνήθως στον τόπο της ταφής τους. Αυτό είναι ένα στοιχείο για την ξεχωριστή θέση που επιφυλάσσει η θρησκεία της πόλεως στους ήρωες, στους νεκρούς εκείνους που από τον τάφο τους δρουν ευεργετικά ή καταστρεπτικά.»
Η πεποίθηση ότι οι νεκροί ήρωες δρουν ευεργετικά ή καταστρεπτικά από τον τάφο τους είναι η ακριβής ρίζα της χριστιανικής λειψανολατρείας και της αναζήτησης θαυμάτων στους τάφους των Αγίων.
Πολιτική Χρήση και Κύρος (Μεταφορά Οστών)
Η χρήση των οστών (του ήρωα/νεκρού) ως συμβόλου κύρους και πολιτικής εξουσίας είναι το πλέον συγκρίσιμο στοιχείο με τις μεσαιωνικές πρακτικές των χριστιανικών πόλεων και μονών:
«Όμως η λατρεία των ηρώων, που μπορεί να είναι και υποβιβασμένοι θεοί, αφού πεθαίνουν, δεν έχει μόνο θρησκευτική σημασία. Έχει και πολιτική, γιατί οι ήρωες συνενώνουν τα μέλη μιας ομάδας γύρω από τη λατρεία τους και λειτουργούν ως σύμβολα δόξας και προστασίας της κοινότητας. Σε ήρωα ανακηρύσσεται, λ.χ., ο ιδρυτής μιας αποικίας και ενταφιάζεται στην Αγορά, το κέντρο της νέας αρχής, ενώ δεν λείπουν οι μεταφορές «οστών» από μία πόλη σε άλλη, ώστε να αυξηθεί το κύρος της πόλης που φιλοξενεί τον νεκρό.»
Αυτή η πρακτική μεταφέρθηκε αυτούσια στον Χριστιανισμό, όπου η κατοχή και η μεταφορά των λείψανων Αγίων χρησίμευε ως πηγή θρησκευτικής νομιμοποίησης, οικονομικών εσόδων και πολιτικού κύρους για την εκάστοτε πόλη ή επισκοπή.
Ησυχασμός: Η Δογματική και Ασκητική Παράδοση της Ανατολικής Εκκλησίας
Ο Ησυχασμός (από την ελληνική λέξη «ησυχία» – ηρεμία, απομόνωση, εσωτερική σιωπή) αποτελεί κεντρικό ρεύμα της ανατολικής μοναστικής παράδοσης και θεμελιώδη έκφραση της Ορθόδοξης πνευματικότητας.
Ασκητικές Βάσεις και Επιδράσεις
Βαθιά επηρεασμένοι από τα αιγυπτιακά ασκητικά κινήματα, καθώς και από ορισμένες πτυχές γνωστικών και φιλοσοφικών ρευμάτων, οι Ανατολικοί Χριστιανοί ανήγαγαν την απομόνωση από την κοινωνία σε ιερό θεσμό.
Η ασκητική ζωή υιοθέτησε πρακτικές όπως η αγαμία, η νηστεία και η άρνηση του κόσμου (αρνησικοσμία), όχι ως έκφραση δυϊστικών αντιλήψεων (απόρριψη της ύλης ως κακής), αλλά ως μέσο κάθαρσης και πνευματικής άθλησης.
Σκοπός της απομόνωσης είναι η πνευματική ένωση του ανθρώπου με τον Θεό (θέωση) και η υπέρβαση των παθών δια της Ησυχίας. Αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει την αδιάλειπτη προσευχή («Ευχολόγιο»), τον νηπτικό αγώνα και τη «μελέτη του θανάτου».
Σημείωση: Ο Νηπτικός Αγώνας είναι η πνευματική μεθοδολογία της συνεχούς εγρήγορσης (νήψης) του νου. Αποτελεί τον εσωτερικό πόλεμο εναντίον των λογισμών (των παθών και των αρνητικών σκέψεων). Η πρακτική αυτή είναι άμεσα συνδεδεμένη με την κλασική φιλοσοφική διδασκαλία, η οποία απαιτούσε την αυτογνωσία («Γνώθι σαυτόν»), καθώς ο ασκούμενος πρέπει να επιβλέπει διαρκώς τις εσωτερικές του κινήσεις, προκειμένου να φτάσει στην κάθαρση και την απάθεια (ελευθερία από την τυραννία των παθών).
Ο Πλάτων στο έργο του Φαίδων (67e) είχε ονομάσει τη φιλοσοφία «μελέτη θανάτου». Στον Χριστιανισμό, η μοναχική ζωή ως «τέλεια μελέτη του θανάτου» (όπως την περιέγραψε ο ιστορικός Προκόπιος [73]) σημαίνει την καθημερινή συνειδητή προετοιμασία για τη συνάντηση με τον Θεό και την αποδοχή της φθοράς του κόσμου. Η σύγχρονη έκφραση «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία» χρησιμοποιείται για να περιγράψει αυτήν την ασκητική παράδοση ως τρόπο πνευματικής θεραπείας του ανθρώπου.
Θεολογική Κριτική και Συνέργεια
Η Ορθόδοξη παράδοση τονίζει ότι ο ασκητικός αγώνας διεξάγεται με τη Χάρη του αγίου Πνεύματος που λαμβάνει ο πιστός μέσω των Μυστηρίων (βάπτισμα εν ύδατι), ακολουθώντας την αποστολική διδαχή της συνέργειας (συνεργασίας Θεού-ανθρώπου).
Ωστόσο, αυτή η θέση έρχεται σε αντίθεση με συγκεκριμένα Καινοδιαθηκικά χωρία που αποδεικνύουν τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος ανεξάρτητα από το βάπτισμα στο νερό, όπως στην περίπτωση του Κορνηλίου:
«Ενώ έτι ελάλει ο Πέτρος τους λόγους τούτους, επήλθε το Πνεύμα το Άγιον επί πάντας τους ακούοντας τον λόγον. […] Μήπως δύναταί τις να εμποδίση το ύδωρ, ώστε να μη βαπτισθώσιν ούτοι, οίτινες έλαβον το Πνεύμα το Άγιον καθώς και ημείς;» (Πράξ. 10:44, 47)
Κατά συνέπεια, οι κριτικές ερμηνείες επισημαίνουν ότι, αν ο ασκητικός αγώνας (Νηπτικός Αγώνας) βασίζεται αποκλειστικά σε μια Χάρη που θεωρείται αυτόματη μέσω του Μυστηρίου, χωρίς την προσωπική εκζήτηση και τη λήψη του Αγίου Πνεύματος, τότε ο ασκητικός αγώνας εστιάζει στην αυτοδικαίωση ή την αυτοσωτηρία («χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» – Ιωάν. 15:5).
Η Διδασκαλία του Γρηγορίου Παλαμά
Οι αθλούμενοι στον ασκητικό αγώνα, οπαδοί του φιλόσοφου, λόγιου και μοναχού Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, πιστεύουν ότι δια της ησυχίας και της κατάνυξης μπορούν, με τις ανθρώπινες αισθήσεις και όχι εκστατικά, να δουν την Άκτιστη Δόξα ή αλλιώς το Άκτιστο Φως (θεοπτία). Τότε μπορούν να γίνουν «θεολόγοι», βιώνοντας τον Θεό.
Η κεντρική δογματική θέση του Παλαμισμού είναι η διάκριση Ουσίας και Ενεργειών του Θεού: η άκτιστη Ουσία του Θεού παραμένει απρόσιτη, ενώ οι άκτιστες Ενέργειες (Χάρη, Φως, Δόξα) είναι προσιτές στον άνθρωπο, επιτρέποντας την πραγματική ένωση (θέωση) χωρίς την αλλοίωση της φύσης του Θεού.
Η Δυτική Αντιπαράθεση
Ιστορικά, ο δυτικός χριστιανισμός (κυρίως μέσω του Βαρλαάμ του Καλαβρού) είχε την τάση να απορρίπτει τον Παλαμισμό.
Η διάκριση Ουσίας και Ενεργειών χαρακτηρίστηκε ως αιρετική, καθώς θεωρήθηκε ότι εισάγει μια απαράδεκτη διαίρεση της Τριάδας, με τάσεις πολυθεϊσμού.
Η σχετική πρακτική του ησυχασμού, ιδίως οι σωματικές τεχνικές που χρησιμοποιούνταν, χαρακτηρίστηκε ως «μαγεία» [74].
Αρνησικοσμία και Κοινωνία
Με δόγμα «Βασιλεία ουρανών έστιν απάθεια ψυχής» και «Βασιλεία θεού έστιν γνώσης της Αγίας Τριάδος», η παράδοση παρουσιάζει την αρνησικοσμία ως βιβλική αλήθεια.
Η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία αγιοποιεί και εκθειάζει ως χαρισματούχους ασκητές όπως οι στυλίτες/κιονίτες, οι δενδρίτες, οι έγκλειστοι και άλλοι «σαλοί» που απέρριψαν τον κόσμο και τα αγαθά της ζωής.
Όπως αναφέρει ο Καθηγητής Σάββας Αγουρίδης στο έργο του Αναγέννηση του Μοναχικού Βίου:
«Η κατεύθυνση αυτής της πνευματικότητας είναι ο ουράνιος κόσμος με καταφανή περιφρόνηση των εγκοσμίων πραγμάτων και του ανθρώπινου πολιτισμού, χωρίς ίχνος ενδιαφέροντος για την αλλαγή της ανθρώπινης κοινωνίας, της εκπαίδευσης του ελληνικού λαού και της προόδου του στην επιστήμη, τις τέχνες και τον πολιτισμό.»
Η Πορεία των Χριστιανικών Εκκλησιών (Ανατολή και Δύση)
Το Σχίσμα και η Άλωση της Κωνσταντινούπολης
Η αρχομανία και η διεκδίκηση της πρωτοκαθεδρίας μεταξύ του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και του Πάπα Ρώμης, καθώς και οι βαθιές θεολογικές και πολιτισμικές διαφορές, οδήγησαν στο Σχίσμα των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσης το 1054.
Η διάσπαση αυτή κορυφώθηκε με την Τέταρτη Σταυροφορία (1204), κατά την οποία οι Λατίνοι σταυροφόροι άλωσαν και λεηλάτησαν την Κωνσταντινούπολη, προκαλώντας σφαγή ομοθρήσκων. Το γεγονός αυτό εμβάθυνε ανεπανόρθωτα το χάσμα μεταξύ της Ορθόδοξης Ανατολής και της Ρωμαιοκαθολικής Δύσης.
Μετά τις σταυροφορικές εκστρατείες, η Δυτική Ευρώπη στράφηκε στην Ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα και στο κλασικό πνεύμα, οδηγώντας στην περίοδο της Αναγέννησης (14ος-16ος αιώνας).
Η Μεταρρύθμιση και ο Προτεσταντισμός
Το 1517, η Μεταρρύθμιση του Μαρτίνου Λούθηρου επέφερε περαιτέρω σχίσμα στη Δυτική Εκκλησία. Κύρια αιτία ήταν η αμφισβήτηση της παπικής αυθεντίας και η έμφαση στην Αγία Γραφή ως μοναδική πηγή δόγματος (Sola Scriptura), οδηγώντας στη γέννηση του Προτεσταντισμού.
Ο Προτεσταντισμός διαχωρίστηκε αρχικά σε Λουθηρανισμό και Καλβινισμό. Στους κόλπους του αναπτύχθηκαν πλήθος νέων «εθνικών εκκλησιών» και σύγχρονων ομολογιών, ανομοιογενών μεταξύ τους. Η έμφαση στην ατομική ερμηνεία της Γραφής και στην απευθείας σχέση με τον Θεό ενίσχυσε θεωρίες της ελεύθερης βούλησης. Επιπλέον, σύμφωνα με τη θεωρία του Max Weber [75], η ηθική της εργασίας του Καλβινισμού συνέβαλε στη διαμόρφωση της ιδεολογίας του καπιταλισμού και στην κατάρρευση του φεουδαρχικού συστήματος.
Στους κόλπους του Προτεσταντισμού αναπτύχθηκε, όπως και σε άλλες θρησκείες, ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός (κατά γράμμα ερμηνεία των ιερών κειμένων και προσκόλληση σε αυστηρές αρχές).
Η Γέννηση της Αγγλικανικής Εκκλησίας
Ο βασιλιάς της Αγγλίας Ερρίκος Η΄ (1509-1547), σε μια προσπάθεια να νομιμοποιήσει τον γάμο του με την Άννα Μπολέυν, συνεπλάκη με την παπική εξουσία. Η αιτία ήταν η άρνηση του Πάπα Κλήμη Ζ΄ να χορηγήσει ακύρωση (annulment) του προηγούμενου γάμου του Ερρίκου με την Αικατερίνη της Αραγονίας, η οποία, ως χήρα του αδελφού του, θεωρούνταν συγγενής του. Αποτέλεσμα αυτής της ρήξης ήταν η Πράξη Υπεροχής (Act of Supremacy) του 1534, με την οποία η Αγγλία απέσπαστη από τη Ρώμη και ιδρύθηκε η Αγγλικανική Εκκλησία, έχοντας ως κεφαλή της τον ίδιο τον Άγγλο μονάρχη.
Στους κόλπους της Αγγλικανικής Εκκλησίας αναπτύχθηκε ο Πουριτανισμός, μια κίνηση που ζητούσε την «κάθαρση» της Εκκλησίας από τα Καθολικά στοιχεία και την αυστηρή τήρηση των ηθικών αρχών. Ο Πουριτανισμός ήκμασε ιδιαίτερα κατά την εποχή της Βασίλισσας Ελισάβετ Α΄ και αργότερα αποτέλεσε τη βάση για τη γέννηση της Ευαγγελικής Εκκλησίας στην Αμερική.
Η Ορθοδοξία υπό τον Οθωμανικό Ζυγό
Τον 18ο αιώνα, η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία (υπό την Οθωμανική κυριαρχία) αναζήτησε την πνευματική της αναγέννηση και την ενίσχυση του υπόδουλου ελληνικού έθνους μέσα από το Κολλυβαδικό Κίνημα.
Πρωτεργάτες μοναχοί και θεολόγοι-φιλόσοφοι (όπως ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης) πέτυχαν την αναβίωση της μυστικής και νηπτικής – ησυχαστικής παράδοσης των Πατέρων (Νηπτική Θεολογία [76]), σε συνδυασμό με την εικονολατρία (που θεωρείται η ζεύξη του νοητού με το αισθητό). Με αυτόν τον τρόπο, η Ανατολική Εκκλησία αποσαφήνισε τη θεολογική της ταυτότητα και έθεσε «τείχος ασφαλείας» έναντι του Δυτικού (Ρωμαιοκαθολικού) και του Προτεσταντικού προσηλυτισμού.
Πολιτική και Εκκλησιαστική Εξουσία
Η Εκκλησία της Ανατολής πάντοτε διατηρούσε στενή σχέση με την πολιτική εξουσία. Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453), ως αποτέλεσμα της ανθενωτικής πολιτικής (με σύνθημα «Καλύτερα το Οθωμανικό σαρίκι, παρά η Παπική τιάρα»), ο Γεννάδιος Σχολάριος έγινε ο πρώτος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως υπό τους Οθωμανούς [77].
Το «Ρωμαίικο Μιλλέτ»: Ο υπόδουλος ελληνισμός συσπειρώθηκε κάτω από τον θεσμό του Πατριαρχείου, το οποίο απέκτησε προνόμια από τον Οθωμανό κατακτητή και λειτούργησε ως θεσμός αυτοδιοίκησης των Ορθόδοξων πληθυσμών. Ο Πατριάρχης έγινε ο πολιτικός και θρησκευτικός ηγέτης του «Ρωμαίικου Μιλλέτ» (millet-i Rûm) -έθνος των Ρωμαίων-, του συνόλου των Ορθοδόξων της Αυτοκρατορίας και μεταξύ άλλων φρόντιζε για την σωστή είσπραξη των φόρων.
Πολιτική και Οικονομική Δύναμη: Ο Πατριάρχης και η εκκλησιαστική ιεραρχία υποστηρίζονταν από πλούσιες οικογένειες, όπως οι Φαναριώτες, και από τοπικούς άρχοντες (προεστοί, κοτζαμπάσηδες). Αυτοί απέκτησαν πλούτη και πολιτική δύναμη, ασκώντας συχνά φιλο-οθωμανική πολιτική.
Η εκλογή του Οικουμενικού Πατριάρχη: Η εκλογή του Πατριάρχη (Εθνάρχη) γινόταν από την Ιερά Σύνοδο, αλλά απαιτούσε την έγκριση του Σουλτάνου στον οποίο και απέδιδε λόγο. Η ανάληψη του αξιώματος συνοδευόταν από την καταβολή ενός μεγάλου χρηματικού ποσού (το λεγόμενο «πεσκέσι») στον Σουλτάνο, ένας φόρος που έτεινει να αυξάνεται διαρκώς με κάθε νέα διαδοχή. Η θέση του ήταν πολιτικά ευάλωτη και συχνά οι Πατριάρχες εκθρονίζονταν ή εξορίζονταν από την Οθωμανική εξουσία.
Δογματικός Αποκλεισμός
Ένα κυρίαρχο χαρακτηριστικό του θεσμικού Χριστιανισμού (Πατερικός Χριστιανισμός) ήταν η ικανότητά του να πείθει το ποίμνιο και την πολιτική εξουσία ότι αποτελεί την αδιάσπαστη συνέχεια της αρχέγονης Εκκλησίας του Χριστού.
Ο θεσμός εδραίωσε την αρχή ότι όποιος αμφισβητεί τη δογματική του και τις ιεροτελεστίες του θεωρείται αιρετικός, εχθρός του κράτους και της πίστης, και πρέπει να τιμωρείται από την κοσμική εξουσία.
Άλλες ομάδες (Κινήματα)
Οι Μεσσαλιανοί (Ευχίτες)
Οι Μεσσαλιανοί (από το συριακό «μεσσάλ» = ευχή, γι' αυτό ονομάζονται και Ευχίτες ή Προσευχόμενοι) ήταν ένα Συριακό πλανόδιο, ασκητικό και ενθουσιαστικό κίνημα με πιθανές γνωστικές ρίζες, που εμφανίστηκε στη Συρία τον 4ο αιώνα (την περίοδο των αυτοκρατόρων Βαλεντινιανού και Βάλη).
Επιδίωξή τους ήταν η άμεση θέαση του θείου φωτός, η οποία επερχόταν μέσω της συνεχούς προσευχής και των ενθουσιαστικών χορών, γι' αυτό και ονομάστηκαν Ενθουσιαστές ή Χορευτές.
Οι Μεσσαλιανοί περιφρονούσαν τα εγκόσμια και στρέφονταν κατά της ιεραρχημένης Εκκλησίας. Περιφερόμενοι ρακένδυτοι και επιβιώνοντας με την επαιτεία, καλλιέργησαν μια αυτο-εξύψωση χωρίς μεσάζοντες, με τάσεις αυτοθεοποίησης [79].
Σχέση με τον Ησυχασμό και Δογματικές Αμφισβητήσεις
Η επιθυμία για τη θέαση του θείου φωτός και ο στόχος της Απάθειας (του «θανάτου των παθών») που οδηγεί στη θέωση, συνέβαλαν στην εμφάνιση παρόμοιων μυστικιστικών τάσεων στα μεταγενέστερα Ησυχαστικά κινήματα του 14ου αιώνα. Η Απάθεια, ως ηρεμία από τα πάθη, φέρει μία πλατωνική (πνευματική) ερμηνεία, η οποία συγγενεύει μορφικά με την πνευματική απελευθέρωση άλλων ανατολικών θρησκειών, όπως η Νιρβάνα.
Αυτή η μορφική συγγένεια οδήγησε σε σοβαρές θεολογικές διαμάχες. Ο Γρηγόριος Παλαμάς (μοναχός, αριστοτελικός φιλόσοφος και υπέρμαχος της διδασκαλίας των Ησυχαστών), ο οποίος υποστήριζε ότι η θέαση του Ακτίστου Φωτός είναι δυνατή, κατηγορήθηκε από τον αντίπαλό του Βαρλαάμ τον Καλαβρό και τους ομόφρονές του, ως Μεσσαλιανός και ομφαλόψυχος [78].
Ο Παλαμάς αντέκρουσε τις κατηγορίες, βασιζόμενος κυρίως στη διδασκαλία των Νηπτικών Πατέρων και τονίζοντας ότι η Ορθόδοξη θέωση είναι έργο της Θείας Χάριτος (δόγμα της συνέργειας) και όχι ανθρώπινη τεχνική, αυτοδικαίωση ή αυτοσωτηρία.
Ωστόσο, η Παλαμική θέση ότι η Χάρη του αγίου Πνεύματος που ενεργοποιεί τον ασκητικό αγώνα λαμβάνεται μέσω των Μυστηρίων (όπως το βάπτισμα εν ύδατι), έρχεται σε θεολογική αντίθεση με την αποστολική διδαχή που παρουσιάζει τη δωρεά του αγίου Πνεύματος ως ξεχωριστή θεϊκή (πνευματική) ενέργεια ανεξάρτητη από τη (σαρκική) ενέργεια του βαπτίσματος στο νερό. Συνεπώς, η υπεράσπιση του Παλαμά στο σημείο αυτό υφίσταται σοβαρή Καινοδιαθηκική κριτική.
Αντινομιανισμός και μεταγενέστερες Αιρέσεις
Ένα από τα δόγματα που αποδίδονται στους Μεσσαλιανούς και σε συγγενή κινήματα είναι ο Αντινομιανισμός: η πίστη ότι ο πνευματικός άνθρωπος δεν αμαρτάνει με το πνεύμα, αλλά με τη σάρκα. Κατά συνέπεια, η αμαρτία της σαρκός δεν είναι αμαρτία του πνεύματος. Αυτή η θεώρηση οδήγησε σε αναρχικό ερωτισμό και σε αποκλίνουσες συμπεριφορές [79].
Οι Μεσσαλιανοί συνέβαλαν στην ανάπτυξη της «Αδελφότητας του Ελεύθερου Πνεύματος», μιας μυστικιστικής μορφής που υποστήριζε την άμεση κατανόηση και επικοινωνία με το Θείο, παρακάμπτοντας την εκκλησιαστική μεσολάβηση.
Δυισμός και Βογόμολοι
Οι Ευχίτες της Θράκης (που συχνά ταυτίζονται με μεταγενέστερες δυϊστικές αιρέσεις) εμφάνισαν μια τριαρχική πίστη που αποτελούσε παραλλαγή του Μανιχαϊστικού δυϊσμού (πιο συγγενής στον Ζωροαστρισμό), η οποία περιελάμβανε:
Τον Πατέρα (τον Θεό).
Τον πρεσβύτερο υιό (Σαταναήλ ή Δημιουργό), ο οποίος θεωρούνταν δημιουργός του κακού υλικού κόσμου.
Τον νεότερο υιό (Ιησού), ο οποίος κυβερνά την ουράνια σφαίρα.
Ο συγγραφέας Γεώργιος Στάμκος [80] αναφέρει ότι οι Ευχίτες της Θράκης χωρίστηκαν σε τάσεις:
Η πρώτη αποδεχόταν τη λατρεία και των δύο Υιών.
Η δεύτερη υποστήριζε τον Χριστό (νεώτερο Υιό), αλλά απέδιδε τιμές και στον Σαταναήλ (πρεσβύτερο Υιό).
Η τρίτη και πιο ακραία τάση είχε αποχωριστεί πλήρως από τον «άρχοντα των ουρανών» (Χριστό) και «αγκάλιαζε μονάχα τον επίγειο Σαταναήλ».
Λόγω αυτής της ολιγάριθμης ακραίας ομάδας, αλλά και λόγω της παράδοσής τους να τελούν αρχαία μυστήρια και εκστατικούς χορούς, κατηγορήθηκαν για «Σατανολατρεία» και τερατώδεις τελετές που περιελάμβαναν έκφυλα σεξουαλικά όργια και ακόμη και ανθρωποθυσίες (κατηγορίες που προέρχονται από τους διώκτες τους και πρέπει να αντιμετωπίζονται με ιστορική επιφύλαξη).
Από αρχηγούς ομάδων προσκείμενους στον Μεσσαλιανισμό προέκυψαν οι Ευσταθιανοί, οι Αδελφιανοί και οι Λαμπετιανοί. Διάδοχοί τους υπήρξαν οι Βογόμιλοι.
Ευνομοιανοί (Ανόμοιοι ή Αετιανοί).
Με εισηγητή τον Ευνόμιο, θεολόγο της αλεξανδρινής σχολής, επίσκοπο στην Κύζικο (360 μ.Χ.) και μαθητή του Αέτιου (εξ ου και Αετιανοί). Αποτελούσαν την ακραία πτέρυγα του Αρειανισμού. Υποστήριζαν ότι ο Πατήρ και ο Υιός είναι ανόμοιοι (ετερούσιοι) κατά την ουσία. Ο Πατήρ είναι το Αγέννητο και ο Υιός είναι το Γεννητό (κτίσμα), γεγονός που καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε ομοιότητα ή συμμετοχή στην ίδια ουσία. Δίδασκαν πως ο Λόγος (ο Υιός) κατέλαβε τη θέση της λογικής ψυχής (νοός) στο σώμα του Χριστού, μια θέση που αργότερα υιοθέτησε και ο Απολινάριος, αν και ο Απολινάριος είχε διαφορετική Τριαδολογία. Οι Ευνομιανοί βρέθηκαν σε αντιπαράθεση με άλλες αρειανικές/ημιαρειανικές ομάδες, όπως οι:
Όμοιοι (Ακάκιος Καισαρείας): Δίδασκαν ότι ο Υιός είναι όμοιος με τον Πατέρα, χωρίς να διευκρινίζουν "κατά την ουσία" ή "κατά την υπόσταση". Η θέση τους ήταν πολιτική και αόριστη.
Ομοιουσιανοί (Πνευματομάχοι / Ευσεβιανοί): Δίδασκαν ότι ο Υιός είναι όμοιος κατά την ουσία με τον Πατέρα. Αυτή η ομάδα (στην οποία συχνά κατατάσσεται λανθασμένα ο Ευσέβιος Καισαρείας—ο Ευσέβιος ήταν περισσότερο Όμοιος) αποτελούσε μια ενδιάμεση τάση μεταξύ Αρειανών και Νικαίας.
Απολιναριστές.
Με ιδρυτή τον επίσκοπο Λαοδικείας Απολλινάριο (379 μ.Χ.), θαυμαστή του Μ. Αθανασίου. Δεν δέχονταν ότι ο Υιός είχε δύο φύσεις, διότι τότε θα είχαμε δύο Χριστούς και όχι ένα. Για να αποφύγει την ύπαρξη δύο υποκειμένων, δίδασκε ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού ήταν ελλιπής. Υιοθέτησε την πλατωνική τριμερή ανθρωπολογία (Σώμα – Άλογη Ψυχή – Λογική Ψυχή/Νους) και υποστήριξε ότι τη θέση του νου ή της λογικής ψυχής στον Ιησού την κατέλαβε ο Θείος Λόγος. Επομένως, ο Χριστός δεν ήταν τέλειος άνθρωπος (δεν είχε πλήρη ανθρώπινη ψυχή), αλλά ήταν Θεός σαρκωμένος, έχοντας μόνο μία φύση τη Θεανθρώπινη "μιᾷ δὲ συγκράτῳ
φύσει σαρκικῇ τε καὶ θεϊκῇ" Η άποψή του καταδικάστηκε κυρίως στην Β' Οικουμενική Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης (381 μ.Χ.) επειδή το απρόσληπτο είναι και αθεράπευτο (δηλαδή, αν ο Λόγος δεν είχε αναλάβει πλήρη ανθρώπινη λογική ψυχή, τότε η ανθρωπότητα δεν θα είχε σωθεί πλήρως).
Νεστοριανοί.
Με ιδρυτή τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριο μαθητή του Θεόδωρου Μοψουεστίας (5ος αιώνας) της Αντιοχειανής Σχολής .
Ο Νεστόριος, στην προσπάθειά του να διασφαλίσει την πλήρη ανθρωπότητα του Ιησού και να αποφύγει τη σύγχυση των φύσεων, δίδασκε ότι στον Χριστό υπήρχε σύζευξη (συνάφεια) των δύο φύσεων, όχι ένωση κατά υπόσταση. Υποστήριζε ότι υπήρχαν δύο υποκείμενα (δύο πρόσωπα): ο Θεός Λόγος και ο άνθρωπος Ιησούς, τα οποία είχαν ηθική ενότητα. Απέρριψε τον όρο «Θεοτόκος» (η Μητέρα του Θεού) για την Μαρία και πρόβαλλε τον όρο «Χριστοτόκος» (η Μητέρα του Χριστού), υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε μόνο την ανθρώπινη φύση του Ιησού και όχι την θεϊκή. Καταδικάστηκε στην Γ' Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου (431 μ.Χ.). Το σχίσμα οδήγησε στη διασπορά των οπαδών του, κυρίως στην Εκκλησία της Ανατολής (Ασσυριακή Εκκλησία), η οποία αναπτύχθηκε σε Περσία και Ασία και παραμένει ως σήμερα ανεξάρτητη ονομαζόμενη "Νεστοριανή".
Παυλικιανοί ή Παυλιανίτες.
Οι Παυλικιανοί ήταν ένα γνωστικό-δυϊστικό κίνημα που εμφανίστηκε περίπου στα μέσα του 7ου αιώνα, αν και οι ρίζες του ανάγονται ήδη στον 6ο αιώνα, κυρίως στην περιοχή της Αρμενίας και της Ανατολικής Μικράς Ασίας. Οι Βυζαντινοί τούς θεωρούσαν εκχριστιανισμένη μορφή του Μανιχαϊσμού (ή, ακριβέστερα, νεο-Μανιχαϊστική αίρεση) λόγω του έντονου δυϊσμού τους. Υποστήριζαν την ύπαρξη δύο αρχών (ή Θεών):
Μία Αγαθή αρχή: Ο Θεός του μέλλοντος (του Ουρανού), ο πνευματικός Πατέρας του Ιησού.
Μία Πονηρή αρχή: Ο Θεός αυτού του κόσμου (ο Δημιουργός, ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης), ο οποίος δημιούργησε και εξουσιάζει την ύλη.
Έδιναν ιδιαίτερη έμφαση στις επιστολές του Παύλου (απέρριπταν την Παλαιά Διαθήκη και μεγάλο μέρος της Καινής, δεχόμενοι μόνο τα τέσσερα Ευαγγέλια και τις Επιστολές του Παύλου), θεωρώντας τον Παύλο τον κατεξοχήν Απόστολο της αληθινής πνευματικής διδασκαλίας. Απεχθάνονταν τη Μαριολατρία και τη λατρεία των Αγίων. Ήταν κατά του μοναχισμού και της ιεραρχικής εκκλησιαστικής εξουσίας (απέρριπταν το ιερατείο, τις συνόδους και τα μυστήρια, εκτός ίσως από μια συμβολική μορφή βάπτισης). Αρνούντο την προσκύνηση εικόνων (ανεικονική πίστη) και λειψάνων. Λόγω της ανεικονικής πίστης τους, ευνοήθηκαν από τους εικονομάχους Αυτοκράτορες (8ος-9ος αιώνας) ως πιθανοί σύμμαχοι στην αντιεικονολατρική πολιτική τους. Μετά την οριστική επικράτηση της Εικονολατρίας και την παύση της εύνοιας (κυρίως επί Θεοδώρας, περ. 842 μ.Χ.), διώχθηκαν ανηλεώς. Αυτό οδήγησε στη ριζοσπαστικοποίηση και τη δημιουργία ενός ένοπλου κινήματος με βάση το Τέφρικη, στην Ανατολική Μικρά Ασία. Συμμάχησαν με τον Εμίρη της Μελιτηνής και άλλους Άραβες ηγέτες και εξαπέλυαν από κοινού επιδρομές στις επαρχίες της Ρωμανίας. Μετά την οριστική ήττα τους και την πτώση της Τέφρικης (872 μ.Χ.), ο Ιωάννης Τζιμισκής (10ος αιώνας) μετέφερε τα υπολείμματά τους (ως στρατιωτικά σώματα) στη Βαλκανική χερσόνησο, κυρίως στη Θράκη και την περιοχή της Φιλιππούπολης, όπου και επιβίωσαν. Εκεί επηρέασαν ή αποτέλεσαν πρόδρομο για το μεταγενέστερο κίνημα των Βογομίλων.
Βογόμιλοι / Θεόφιλοι (10ος-15ος αι.)
Τα όσα είναι γνωστά για τα μεταποστολικά κινήματα, όπως αυτό των Βογομίλων, προέρχονται κυρίως από τις πηγές των διωκτών τους, δηλαδή την επίσημη Βυζαντινή Εκκλησία και το απειλούμενο πολιτικό καθεστώς. Το γεγονός αυτό καθιστά απαραίτητη την κριτική ανάγνωση των σχετικών αναφορών.
Οι Βογόμιλοι αναπτύχθηκαν και έγιναν δημοφιλείς στη Βουλγαρία (10ος -15ος αιώνας) διότι κατήγγειλαν τη διαφθορά του κράτους και της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, με αποτέλεσμα να θεωρούνται «εχθροί του κράτους». Στην Αλεξιάδα, η Άννα Κομνηνή αναφέρει πως οι Βογόμιλοι ήταν σκυθρωποί, κουκουλωμένοι ως τα αυτιά, και βάδιζαν σκυφτοί και μουρμουρίζοντας.
Έκαναν αυστηρή αποχή από το κρέας, το κρασί και τα γαλακτοκομικά ο δε γάμος και η τεκνοποίηση θεωρούνταν έργα του Σατανά (κατά συνέπεια, αμαρτωλά).
Θεολογικές Αντιλήψεις
Η ετυμολογία του ονόματος, σύμφωνα με τον Ευθύμιο Ζυγαβηνό, προέρχεται από τις βουλγαρικές λέξεις «Bog» (Θεός) και «milun» (ελέησον), που σημαίνει «αυτός που επικαλείται το έλεος του Θεού» (ή «Φίλοι του Θεού/Θεόφιλοι»). Η προσφώνηση αυτή τους ξεχώριζε από τους αντιπροσώπους της επίσημης εκκλησίας.
Σε επίπεδο δογμάτων, ο Ζυγαβηνός αναφέρει: «Πρόσχημα μεν απάτης των απλουστέρων το πιστεύειν εις Πατέρα, και Υιόν, και Άγιον Πνεύμα προβάλλονται, τας τρεις δε ταύτα κλήσεις τω Πατρί προσάπτουσι...», γεγονός που έχει οδηγήσει σε ερμηνείες που τους συνδέουν με παλαιότερα μονοθεϊστικά κινήματα, χαρακτηρίζοντάς τους ως Αντιτριαδιστές.
Όπως και οι Παυλικιανοί, οι Βογόμιλοι είχαν μυστική αντίθεση προς τη λατρεία της εκκλησίας, την προσκύνηση των αγίων, των λειψάνων και των εικόνων. Επιπλέον, αμφισβητείται ότι αποτελούν συνέχεια του Γνωστικισμού του Μεσαίωνα (Eliade-Couliano, σ. 102).
Κοσμολογικός Δυϊσμός και Πολιτική Δράση
Σχετικά με τις κοσμολογικές τους αντιλήψεις:
Ορισμένες πηγές (Ostrogorsky, τόμ. Β', σ. 146) τους χαρακτηρίζουν ως Δυϊστές, πιστεύοντας ότι ο κόσμος κυβερνάται από δύο αρχές: το Καλό (ο Θεός) και το Κακό (ο Σαταναήλ).
Άλλες πηγές (Eliade-Couliano, σ. 102) υποστηρίζουν ότι δεν ήταν γνήσιοι δυϊστές, καθώς διακήρυτταν ότι ο Σατανάς δεν ήταν ο δημιουργός, αλλά μόνο ο οργανωτής (ο «αρχιτέκτων») του υλικού κόσμου. Επιπλέον, όντας αντιιουδαίοι, ταύτιζαν τον Γιαχβέχ με τον Σατανά.
Η δεύτερη εκδοχή είναι η πιο διαδεδομένη και προσπαθεί να παραμείνει εντός του Χριστιανικού πλαισίου.
Η Υπέρτατη Αρχή: Υπάρχει μόνο ένας αιώνιος Θεός (το Καλό).
Η Δημιουργία: Ο Θεός είχε δύο γιους (ή δύο υπηρέτες): τον Σαταναήλ (ο πρεσβύτερος) και τον Ιησού/Μιχαήλ (ο νεότερος).
Η Πτώση: Ο Σαταναήλ (Σατανάς + El, όνομα Θεού, που αργότερα αφαιρέθηκε μετά την πτώση του) επαναστάτησε.
Ο Υλικός Κόσμος: Ο Σαταναήλ, αφού έπεσε, δημιούργησε τον υλικό κόσμο (γη, σώματα, ύλη), φυλακίζοντας μέσα τους την ψυχή που είναι θεϊκή (ή την έκλεψε από τον Θεό). Ως εκ τούτου, ο Σαταναήλ θεωρείται ο "αρχιτέκτων" ή "οργανωτής" του κόσμου, όχι ο αιώνιος Θεός.
Αυτή η άποψη εξηγεί το κακό ως προερχόμενο από ένα δημιούργημα του Θεού που έπεσε, όχι από μια αντίπαλη αιώνια αρχή.
Σε αντίθεση με τους Παυλικιανούς, οι Βογόμιλοι συνήθως δεν εμπλέκονταν σε στρατιωτική δράση εναντίον του κράτους, αν και αντιστέκονταν σε κάθε προσπάθεια μεταστροφής τους σε «ορθόδοξες» μορφές Χριστιανισμού (Gregory Timothy, σ. 229).
Σχέση με το Βυζάντιο και Δίωξη
Ωστόσο, λόγω της διαφθοράς του Βυζαντινού κράτους και της βαριάς φορολογίας, οι Βογόμιλοι έδειξαν προδοτική στάση απέναντι στην Αυτοκρατορία.
Το 1084, επαναστάτησαν και απείλησαν το Βυζάντιο, συμμαχώντας με τους Πατζινάκους (Πετσενέγους).
Η Άννα Κομνηνή αναφέρει ότι «οι Βογόμιλοι και οι Αρμένιοι μπορεί να είχαν διαφορετική πίστη από τους Παυλικιανούς, αλλά σ' αυτή την περίπτωση συμμάχησαν με τους στασιαστές».
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χαρακτηρισθούν ως πολιτικοί εχθροί και αιρετικοί του Βυζαντίου και να διωχθούν ανηλεώς.
Εξάπλωση και Εξισλαμισμός
Η συμμαχία αυτή συνέβαλε αργότερα στην ίδρυση της Βοσνιακής Εκκλησίας με εθνοφυλετική ταυτότητα, απ' όπου τα πιστεύω τους εξαπλώθηκαν στη Δύση. Λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, δέχθηκαν επιρροές και από την Ανατολή και από τη Δύση. Ταλάνισαν την Κεντρική Ευρώπη και τα Βαλκάνια για πολλούς αιώνες, αντιστεκόμενοι με ένοπλη δράση στη Δυτική και την Ανατολική εκκλησιαστική εξουσία, με αποτέλεσμα να διωχθούν θανάσιμα και από τις δύο.
Τελικά, οι Οθωμανοί τους πρόσφεραν προστασία από τους Χριστιανούς γείτονές τους και θρησκευτική ελευθερία (υπό τον όρο της υπακοής στον Σουλτάνο). Έτσι, οι περιοχές που βρίσκονταν υπό την επιρροή τους θεώρησαν πρακτικότερο να εξισλαμιστούν, ειδικά αφού αρκετές θρησκευτικές τους πεποιθήσεις ομοίαζαν με το ανεικονικό Ισλάμ.
Βογομιλικού τύπου, στρογγυλοί σταυροί, που τοποθετούσαν οι διώκτες τους, διασώζονται στο μεσαιωνικό νεκροταφείο της Χαλκηδόνας στη Θεσσαλονίκη, μαρτυρώντας τη γεωγραφική τους εξάπλωση.[81]
Καθαροί ή Αλβιγηνοί.
Οι Καθαροί (από το ελληνικό Καθαροί = αγνοί) ήταν ένα ισχυρό αιρετικό κίνημα που άνθισε κυρίως στη Νότια Γαλλία (περιοχή Λανγκεντόκ) κατά τον 12ο και 13ο αιώνα, όπου και έλαβαν την ονομασία Αλβιγηνοί (από την πόλη Albi). Ιστορικά θεωρούνται διάδοχοι των Βογόμιλων από τα Βαλκάνια, υιοθετώντας μια ριζοσπαστική δυϊστική θεολογία.
Δογματική και Πρακτική
Δυϊσμός: Η κεντρική τους δοξασία ήταν η ύπαρξη δύο αιώνιων δυνάμεων: του Καλού (το πνεύμα, ο πνευματικός κόσμος) και του Κακού (η ύλη, το σώμα, ο υλικός κόσμος). Πίστευαν ότι ο υλικός κόσμος δημιουργήθηκε από τον κακό Θεό ή Σατανά.
Χριστολογία: Απέρριπταν τη Θεία φύση του Χριστού και την Ενσάρκωση, καθώς θεωρούσαν την ύλη κακή. Ο Χριστός ήταν για αυτούς ένα πνευματικό ον που έμοιαζε να έχει σώμα (Δοκητισμός). Απέρριπταν επίσης την Ανάσταση του σώματος.
Ιεραρχία: Η κοινότητα χωριζόταν σε:
Τέλειους: Ολιγάριθμοι, ασκητικοί, ζούσαν σε πλήρη αποχή από την ύλη (νηστεία, αγαμία). Bonshommes (Καλοί Άνθρωποι) ή Bonnes femmes (Καλές Γυναίκες) ήταν η συνηθέστερη ονομασία που χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι οι Καθαροί για τους Τέλειους, υπογραμμίζοντας την ηθική τους υπεροχή.
Πιστούς: Η πλειοψηφία, ζούσαν φυσιολογική ζωή και λάμβαναν την Consolamentum (παρηγορία/πνευματική βάπτιση) μέσω της χειροθεσίας λίγο πριν τον θάνατο τους από έναν Τέλειο. Μέσω αυτής της χειροθεσίας, πιστευόταν ότι το άγιο Πνεύμα, ο Παράκλητος, μεταδιδόταν από τον Τέλειο στον Πιστό. Αυτή η διαδικασία θεωρείτο ότι ενσωμάτωνε τον Πιστό στην αυθεντική, αποστολική Εκκλησία του Πνεύματος και εξαγνίζε την ψυχή του. Πολλοί πιστοί (Credentes) επέλεγαν να λάβουν το Consolamentum (την παρηγορία) μόνο στο νεκροκρέβατό τους καθώς απέφευγαν έτσι τον κίνδυνο να "πέσουν" (να αμαρτήσουν) μετά τη λήψη του Consolamentum (της παρηγοριάς).
Η Σταυροφορία κατά των Αλβιγηνών
Υποστηριζόμενο από ισχυρούς ευγενείς, όπως ο κόμης της Τουλούζης, το κίνημα πήρε μεγάλες διαστάσεις, προκαλώντας την έντονη ανησυχία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
Το 1208, η δολοφονία του παπικού λεγάτου Πέτρου του Καστελνό (Pierre de Castelnau) από έναν ιππότη στην υπηρεσία του Κόμη της Τουλούζης, αποτέλεσε την άμεση αφορμή. Ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ' (Innocent III), εξοργισμένος από αυτή την πράξη, κήρυξε αμέσως Σταυροφορία κατά της αίρεσης (1209-1229), εξομοιώνοντας τους Καθαρούς με τους απίστους. Η Εκκλησία υποσχέθηκε στους ιππότες:
Τα εδάφη των αιρετικών θα ανήκαν σε αυτούς που θα τα κατακτούσαν.
Οι ιππότες λάμβαναν πλήρη άφεση (πλήρη συγχώρεση των αμαρτιών και αναίρεση των ποινών) με την προϋπόθεση ότι θα υπηρετούσαν στρατιωτικά την Εκκλησία για τουλάχιστον σαράντα ημέρες σε διάστημα ενός έτους. Αυτή η πράξη τους εξασφάλιζε την άφεση εφ' όρου ζωής και μια θέση στον Παράδεισο, εξομοιώνοντας τη Σταυροφορία κατά των αιρετικών με μια Σταυροφορία στους Αγίους Τόπους.[82]
Η Σταυροφορία οδήγησε σε φρικτές σφαγές (π.χ., η σφαγή της Μπεζιέ), και τελικά στην εξόντωση των Καθαρών. Μετά τη στρατιωτική ήττα, η Εκκλησία δημιούργησε την Ιερά Εξέταση για να εξαλείψει τους τελευταίους θύλακες της αίρεσης, με το κάστρο του Μονσεγκύρ να πέφτει το 1244, σηματοδοτώντας το τέλος του κινήματος.
Βάλδιοι
Οι Βάλδιοι πήραν το όνομά τους από τον ιδρυτή τους, τον Πέτρο Βάλδο, έναν πλούσιο έμπορο από τη Λυών, ο οποίος γύρω στο 1170 απαρνήθηκε την περιουσία του και άρχισε να κηρύττει το αποστολικό ιδεώδες της φτώχειας.
Δογματική και Ιστορική Σημασία
Οι Βάλδιοι πίστευαν ότι αποτελούσαν τη συνέχεια της αρχέγονης Αποστολικής Εκκλησίας. Έδωσαν έμφαση στην Καινή Διαθήκη και μετέφρασαν τμήματά της στις τοπικές γλώσσες, κάτι που ήταν απαγορευμένο από την Καθολική Εκκλησία. Απέρριπταν τη διαφθορά και τον πλούτο της Εκκλησίας, την εξουσία του Πάπα, το Καθαρτήριο και τη λατρεία των εικόνων/αγίων. Υποστήριζαν το δικαίωμα κάθε πιστού να κηρύττει.
Λόγω της έμφασης στη Γραφή, στην αντίθεση με την παπική εξουσία και στον ασκητικό βίο, θεωρούνται πρόδρομοι (ή «πρώιμοι») του Προτεσταντισμού αιώνες πριν τον Λούθηρο.
Λολλάρδοι.
Οι Λολλάρδοι ήταν ένα ισχυρό κίνημα στη μεσαιωνική Αγγλία κατά τον 14ο και 15ο αιώνα. Ήταν ένθερμοι, δημοφιλείς περιοδεύοντες κήρυκες που κρατούσαν ραβδί (σύμβολο φτώχειας και αποστολικής ζωής) και θεωρούνται πρόδρομοι του Προτεσταντισμού. Ο όρος Λολλάρδοι πιθανόν προήλθε από την Ολλανδική λέξη lollen, που σημαίνει «αυτοί που μουρμουρίζουν ή ψάλλουν»
Πηγή της διδασκαλίας τους ήταν ο θεολόγος του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, Τζον Ουίκλιφ (1320-1384). Ο Ουίκλιφ ήταν ο πρώτος που μετέφρασε την Αγία Γραφή από τη Λατινική στην Αγγλική (Βίβλος του Ουίκλιφ), καθιστώντας τον Λόγο του Θεού προσιτό στον λαό, μια πράξη που η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία θεωρούσε αιρετική. Ο Ουίκλιφ πέθανε από φυσικά αίτια. Ωστόσο, η Δυτική Εκκλησία τον κήρυξε αιρετικό μετά θάνατον (1415), και τα οστά του εκταφιάστηκαν και κάηκαν συμβολικά το 1428, ως προειδοποίηση για όσους τολμούσαν να μεταφράσουν τη Γραφή.
Βασικές Δοξασίες
Γραφή: Η Αγία Γραφή είναι η μόνη πηγή δόγματος, απορρίπτοντας την εκκλησιαστική παράδοση.
Λατρεία: Ήταν κατά της προσκύνησης εικόνων και αγίων, απορρίπτοντας τα συγχωροχάρτια και την ανάγκη για χτιστούς ναούς (θεωρώντας την Εκκλησία ως την κοινότητα των πιστών).
Εξουσία: Αμφισβητούσαν την κοσμική και πνευματική εξουσία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, υποστηρίζοντας την εξουσία του βασιλιά έναντι του Πάπα.
Κατηγορήθηκαν για υποκίνηση της κοινωνικής εξέγερσης των χωρικών (1381). Οι Λολλάρδοι διώχθηκαν σκληρά και, μετά από αποφάσεις της εκκλησιαστικής εξουσίας, πολλοί οδηγήθηκαν στην ιερά πυρά.
Αναβαπτιστές.
Οι Αναβαπτιστές αποτελούν τον κύριο κορμό της λεγόμενης Ριζοσπαστικής Μεταρρύθμισης του 16ου αιώνα. Το όνομά τους δόθηκε από τους αντιπάλους τους, επειδή απέρριπταν τον νηπιοβαπτισμό και βάπτιζαν εκ νέου τους ενήλικες, πιστεύοντας ότι το βάπτισμα πρέπει να είναι συνειδητή επιλογή του πιστού. Ήταν η πρώτη ομάδα που ζήτησε αυστηρό διαχωρισμό της πνευματικής από την κοσμική εξουσία. Η πλειοψηφία των Αναβαπτιστών υιοθέτησε τον απόλυτο ειρηνισμό, αρνούνταν να στρατευτούν και δεν κατείχαν δημόσιες θέσεις ούτε ορκιζόταν στον πολιτικό άρχοντα..
Οι Αναβαπτιστές δεν ήταν ενιαίο κίνημα, αλλά χωρίστηκαν σε πολλές ομολογίες. Οι πιο γνωστές είναι οι:
Μενονίτες (Mennonites): Πήραν το όνομά τους από τον Μέννο Σίμονς (Menno Simons). Είναι οι πιο πολυάριθμοι, γνωστοί για τον ειρηνισμό τους.
Άμις (Amish): Αποσχίστηκαν από τους Μενονίτες (17ος αι.) και είναι γνωστοί για τον αυστηρό διαχωρισμό τους από τον σύγχρονο πολιτισμό (συντηρητικοί και προοδευτικοί κλάδοι).
Χουτερίτες (Hutterites): Γνωστοί για την κοινοκτημοσύνη των αγαθών τους. Ζουν σε κοινόβια (colonies).
Σοκινιανοί
Οι Σοκινιανοί δεν θεωρούνται παραδοσιακά Αναβαπτιστές. Ήταν μια ξεχωριστή, ριζοσπαστική θρησκευτική ομάδα της Μεταρρύθμισης, που πήρε το όνομά της από τον Ιταλό θεολόγο Φάουστο Σοτσίνι (Fausto Sozzini / Socinus) (1539–1604). Το κύριο χαρακτηριστικό τους ήταν ο ριζοσπαστικός αντιτριαδισμός. Απέρριπταν εντελώς το δόγμα της Αγίας Τριάδας και την προαιώνια θεότητα του Χριστού. Πίστευαν ότι ο Ιησούς Χριστός ήταν μόνο άνθρωπος, αν και γεννήθηκε θαυματουργικά και ανυψώθηκε σε μια θεϊκή θέση μετά την Ανάστασή του.
Το κίνημα άνθισε κυρίως στην Πολωνία και στη Λιθουανία (Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία) και οι απόψεις τους κωδικοποιήθηκαν στην Κατήχηση της Ρακόβ (Racovian Catechism). Όπως και οι Αναβαπτιστές, απέρριπταν τον νηπιοβαπτισμό και τον πόλεμο, αλλά η αντιτριαδική τους θεολογία τούς καθιστά μια ξεχωριστή πτέρυγα. Σήμερα, οι απόψεις τους συνδέονται με τον Ουνιταριανισμό (Unitarianism).
Σαββατιανοί
Ο όρος Σαββατιανοί (ή Sabattarians) δεν αναφέρεται σε μία ενιαία ομολογία όπως οι Μενονίτες ή οι Χουτερίτες, αλλά περιγράφει μια πρακτική ή δογματική θέση που εμφανίστηκε σε διάφορες ομάδες της εποχής της Μεταρρύθμισης και αργότερα. Είναι οι Χριστιανοί που πιστεύουν ότι το Σάββατο (Σάββατο, η έβδομη ημέρα της εβδομάδας) και όχι η Κυριακή, είναι η ημέρα ανάπαυσης και λατρείας που πρέπει να τηρείται, σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη και τις Δέκα Εντολές. Εμφανίστηκαν σε διάφορες ριζοσπαστικές ομάδες, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων Αναβαπτιστών και αργότερα σε ξεχωριστές Προτεσταντικές ομάδες.
Η πιο γνωστή σύγχρονη εκκλησία που τηρεί το Σάββατο είναι οι Αντβεντιστές της Έβδομης Ημέρας (Seventh-day Adventists), οι οποίοι δεν είναι κλασικοί Αναβαπτιστές, αλλά αποτελούν μέρος της ευρύτερης Προτεσταντικής παράδοσης.
Κουάκεροι.
Οι Κουάκεροι (Quakers), γνωστοί επίσημα ως η Θρησκευτική Κοινωνία των Φίλων (Religious Society of Friends), είναι μια Χριστιανική ομάδα που αναδύθηκε στην Αγγλία κατά τον 17ο αιώνα, εν μέσω της πολιτικής και θρησκευτικής αναταραχής του Εμφυλίου Πολέμου. Το κίνημα ιδρύθηκε περίπου το 1647 από τον Τζορτζ Φοξ (George Fox) (1624–1691), έναν Άγγλο κήρυκα που αναζητούσε μια πιο αυθεντική, προσωπική και άμεση σύνδεση με τον Χριστό, πέρα από τις τελετουργίες της καθιερωμένης Εκκλησίας.
Ο όρος "Κουάκεροι" (Quakers, από το ρήμα to quake = τρέμω) ήταν αρχικά ένα υποτιμητικό προσωνύμιο. Λέγεται ότι προήλθε από την παρατήρηση του Φοξ προς έναν δικαστή να "τρέμει" (quake) τον Λόγο του Θεού και αυτός του απάντησε "πες μας λοιπόν εσύ ο τρέμων (Quaker) ή από τον τρόπο με τον οποίο ορισμένοι πρώτοι Φίλοι εκδήλωναν τη θρησκευτική τους συγκίνηση κατά τη διάρκεια της λατρείας (τρόμος, δόνηση).
Η κεντρική δοξασία των Κουακέρων είναι το Εσωτερικό Φως (Inner Light) ή "Ο Χριστός εντός". Πιστεύουν ότι κάθε άνθρωπος φωτίζεται άμεσα από τον Χριστό και ότι ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί τη θέληση του Θεού ακούγοντας αυτή την εσωτερική φωνή. Αν και αναγνωρίζουν την Αγία Γραφή ως Θεόπνευστη, θεωρούν τον Χριστό ως τον πρωταρχικό κανόνα πίστης και το Εσωτερικό Φως ως τον άμεσο οδηγό, τοποθετώντας τη Γραφή ως δευτερεύοντα κανόνα.
Η παραδοσιακή λατρεία (unprogrammed worship) γίνεται με το αδελφομάζεμα (Meeting for Worship), όπου οι πιστοί κάθονται σιωπηλά περιμένοντας τον Θεό να μιλήσει. Δεν υπάρχουν λειτουργοί, ιεροσύνη ή προσχεδιασμένες τελετές.
Οι διδασκαλίες των Κουακέρων μεταφράζονται σε πρακτικές αρχές ζωής, γνωστές ως Μαρτυρίες (Testimonies). Οι πέντε βασικές είναι:
Ειρήνη: Απόλυτη αντίθεση στον πόλεμο και τη βία (ειρηνισμός). Οι Κουάκεροι ήταν ιστορικά αντιρρησίες συνείδησης και δραστηριοποιήθηκαν στον αφοπλισμό και την ειρηνική επίλυση συγκρούσεων.
Ακεραιότητα: Πλήρης ειλικρίνεια και αλήθεια σε όλες τις πράξεις. Εξαιτίας αυτής της αρχής, οι Κουάκεροι αρνούνται να ορκιστούν, καθώς πιστεύουν ότι ο λόγος τους πρέπει να είναι πάντα αληθινός.
Ισότητα: Πίστη στην πνευματική ισότητα όλων των ανθρώπων ενώπιον του Θεού, ανεξαρτήτως φύλου, φυλής, σεξουαλικότητας ή κοινωνικής θέσης. Ήταν πρωτοπόροι στην κατάργηση της δουλείας.
Απλότητα: Ζωή σε απλότητα, αποφυγή της υπερβολικής κατανάλωσης, της πολυτέλειας και της επίδειξης.
Βιωσιμότητα: Ευθύνη για τη φροντίδα του περιβάλλοντος και του κόσμου.
Κοινωνικός Αντίκτυπος
Η Μαρτυρία της Ισότητας και της Ακεραιότητας οδήγησε τους Κουάκερους σε σημαντική κοινωνική δράση:
Κατάργηση της Δουλείας: Ήταν από τους πρώτους που ξεκίνησαν την εκστρατεία κατά της δουλείας.
Φυλακές: Πρωτοστάτησαν σε μεταρρυθμίσεις των φυλακών (π.χ., Elizabeth Fry).
Ιδρυση της Πενσυλβάνια: Ο Κουάκερος Γουίλιαμ Πενν (William Penn) ίδρυσε την Πενσυλβάνια (ΗΠΑ) το 1681 ως τόπο θρησκευτικής ελευθερίας και ειρήνης. Ο Ρόλος του Πενν: Ο Πενν, ένας ευγενής που είχε ασπαστεί τις ιδέες των Κουακέρων, έλαβε τη γη από τον βασιλιά Κάρολο Β' ως αποπληρωμή ενός χρέους που είχε το Στέμμα προς τον πατέρα του Πενν. Ο Πενν σχεδίασε την Πενσυλβάνια ως «Ιερό Πείραμα» (Holy Experiment)—ένα ασφαλές καταφύγιο για τους διωκόμενους Κουάκερους και, γενικότερα, ως τόπο θρησκευτικής ελευθερίας και ανεκτικότητας για όλους τους πιστούς. Ίδρυσε ως πρωτεύουσα την πόλη της Φιλαδέλφειας (Philadelphia), που σημαίνει «Αδελφική Αγάπη», ενσαρκώνοντας τις αρχές της ισότητας και της ειρήνης.
Ιησουίτες (Jesuits)
Οι Ιησουίτες είναι τα μέλη της Εταιρείας του Ιησού (Society of Jesus), ενός θρησκευτικού τάγματος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας που ιδρύθηκε κατά την περίοδο της Μεταρρύθμισης. Το Τάγμα ιδρύθηκε το 1540 από τον Ιγνάτιο Λογιόλα (Ignatius of Loyola), έναν πρώην Βάσκο στρατιωτικό. Οι Ιησουίτες αποτέλεσαν τον κύριο «πνευματικό στρατό» της Αντιμεταρρύθμισης (ή Καθολικής Αναμόρφωσης). Ο πρωταρχικός τους στόχος ήταν η υπεράσπιση και η εξάπλωση του Καθολικισμού σε απάντηση στον Προτεσταντισμό. Το Τάγμα οργανώθηκε με στρατιωτική πειθαρχία και υπακοή. Τα μέλη του ορκίζονταν απόλυτη υπακοή στον Πάπα, πέρα από τους συνηθισμένους μοναστικούς όρκους.
Οι Ιησουίτες διακρίθηκαν σε τρεις κυρίως τομείς:
Εκπαίδευση: Ίδρυσαν πολυάριθμα, άριστα οργανωμένα σχολεία και πανεπιστήμια σε όλη την Ευρώπη, εκπαιδεύοντας την ελίτ της Καθολικής Ευρώπης.
Ιεραποστολές: Ανέλαβαν ριψοκίνδυνες ιεραποστολές σε όλο τον κόσμο (Ινδία, Κίνα, Ιαπωνία, Νότια Αμερική), φέρνοντας τον Καθολικισμό σε νέους πολιτισμούς. Χαρακτηριστικές προσωπικότητες είναι ο Φραγκίσκος Ξαβιέ (Ασία) και ο Ματέο Ρίτσι (Κίνα).
Συμβουλευτική: Υπήρξαν πνευματικοί σύμβουλοι και εξομολόγοι μοναρχών και βασιλικών αυλών, ασκώντας τεράστια πολιτική επιρροή.
Λόγω της μεγάλης τους επιρροής και του πλούτου που απέκτησαν, οι Ιησουίτες έγιναν αντικείμενο φθόνου και αντιπάθειας από ευρωπαϊκά κράτη. Τον 18ο αιώνα, η πολιτική τους επιρροή οδήγησε στην καταστολή του Τάγματος (1773) από τον Πάπα Κλήμεντα ΙΔ' κατόπιν πιέσεων από τους μονάρχες της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Επανιδρύθηκε το 1814.
Μεθοδιστές (Methodists)
Ο Μεθοδισμός ξεκίνησε τον 18ο αιώνα στην Αγγλία ως ένα αναζωπυρωτικό (revivalist) κίνημα αναμόρφωσης εντός της Αγγλικανικής Εκκλησίας, με στόχο τη θρησκευτική ανανέωση και την κοινωνική φροντίδα. Ιδρυτής του κινήματος ήταν ο κληρικός Τζον Γουέσλεϋ (John Wesley) (1703–1791) και ο αδελφός του, Τσαρλς Γουέσλεϋ. Το όνομα Μεθοδιστές δόθηκε ειρωνικά στα μέλη, λόγω της αυστηρά μεθοδικής και οργανωμένης προσέγγισής τους στη μελέτη της Βίβλου, την προσευχή και την εφαρμογή της πίστης στην καθημερινή ζωή. Οι Μεθοδιστές υιοθέτησαν ως θεολογική τους βάση τον Αρμινιανισμό που είναι θεολογικό κίνημα που ίδρυσε ο Ολλανδός Ιάκωβος Αρμίνιος, που πιστεύει ότι ο άνθρωπος σώζεται από τον Θεό με την ελεύθερη θέλησή του υπό προϋποθέσεις. Απλά Ο Θεός προγνωρίζει ποιοι θα αποκριθούν θετικά στην πρόσκληση. Για τους Μεθοδιστές, ο Θεός επιθυμεί τη σωτηρία όλων των ανθρώπων και ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για την αποδοχή ή την απόρριψη της Θείας Χάριτος. Η θέση αυτή είναι αντίθετη απ΄ αυτή που αναπτύχθηκε από τον Αυγουστίνο Ιππώνος και την υιοθέτησε ο Καλβινισμός, που ίδρυσε ο Ιωάννης Καλβίνος, και προτείνει ότι ο Θεός σώζει μόνο τους προορισμένους «εκλεκτούς» χωρίς την θέληση του ανθρώπου (Απόλυτος προορισμός ή προκαθορισμός).
Μάρτυρες του Ιεχωβά
Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά είναι μια παγκόσμια θρησκευτική οργάνωση, η οποία επίσημα αναφέρεται ως Χριστιανική Κοινότητα των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Πρόκειται για μια σύγχρονη μορφή του Χιλιασμού (Millennialism) και των Αναζωογονητικών κινήματων ή Κινημάτων αποκατάστασης. Η οργάνωση αναπτύχθηκε από ομάδα μελετητών της Βίβλου, γνωστούς ως Σπουδαστές της Βίβλου, με έδρα το Πίτσμπουργκ, Πενσυλβάνια, από το 1870.
Κεντρική μορφή ήταν ο Κάρολος Τέιζ Ρώσελ (Charles Taze Russell) (1852–1916), ένας πλούσιος Αμερικανός έμπορος Προτεστάντης. Η επίσημη νομική οργάνωση, η Εταιρεία Σκοπιά (Watch Tower Bible and Tract Society), ιδρύθηκε το 1881. Μετά τον Ρώσελ, η οργάνωση καθοδηγήθηκε από τον Τζόζεφ Φράνκλιν Ρόδερφορντ (Joseph Franklin Rutherford) (που καθιέρωσε το όνομα Μάρτυρες του Ιεχωβά το 1931) και στη συνέχεια από τον Νέιθαν Κνορ (Nathan Knorr). Η έδρα τους βρίσκεται σήμερα στη Warwick, Νέα Υόρκη.
Οι δοξασίες τους είναι:
Θεολογία (Αρειανισμός/Υποτακτισμός): Ακολουθώντας τον Άρειο (4ος αι. μ.Χ.), δεν δέχονται τη Θεότητα του Ιησού και απορρίπτουν το δόγμα της Αγίας Τριάδας. Πιστεύουν ότι: α) Ο Ιησούς είναι κτίσμα, ο πρώτος που δημιουργήθηκε από τον Ιεχωβά (όπως ονομάζουν τον Θεό), β) Ο Ιησούς Χριστός είναι ο Αρχάγγελος Μιχαήλ στην ουράνια του μορφή, δηλαδή ο πρώτος αξιωματούχος του Ιεχωβά.
Ανθρωπολογία: Δεν δέχονται τις Πλατωνικές ιδέες περί προ-ύπαρξης και αθανασίας της ψυχής. Πιστεύουν στον ύπνο της ψυχής (soul sleep) μετά τον θάνατο και απορρίπτουν τον αιώνιο βασανισμό (hellfire) των απίστων.
Ελπίδα: Αναμένουν την επί της γης βασιλεία του Χριστού, όπου ο επίγειος παράδεισος θα είναι παντοτινός.
Το Εσχατολογικό Πιστεύω των Μαρτύρων του Ιεχωβά
Το πιστεύω τους είναι Χιλιαστικό (Millennial), εστιάζοντας σε μια επίγεια ελπίδα σωτηρίας, σε αντίθεση με την παραδοσιακή ουράνια ελπίδα:
Συντέλεια του Κόσμου: Δεν πιστεύουν στην καταστροφή της Γης, αλλά στην καταστροφή του παρόντος διεφθαρμένου ανθρώπινου συστήματος (πολιτικό, οικονομικό, θρησκευτικό). Αυτό θα συμβεί στη μάχη του Αρμαγεδδώνα.
Χιλιετής Βασιλεία (Μillennium): Μετά τον Αρμαγεδδώνα, ο Χριστός θα βασιλεύσει από τον ουρανό για 1.000 χρόνια (τη Χιλιετία). Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Γη θα μετατραπεί σε Παράδεισο και θα γίνει ανάσταση των δικαίων και των αδίκων.
Στο τέλος των 1.000 ετών, ο Σατανάς θα απελευθερωθεί για μια τελική δοκιμασία της τελειοποιημένης ανθρωπότητας.
Αιώνια Κατάσταση: Όσοι περάσουν τη δοκιμασία θα ζήσουν αιώνια σε σωματική τελειότητα στον αποκατεστημένο επίγειο Παράδεισο. Ο Σατανάς και οι άδικοι θα καταστραφούν οριστικά, χωρίς αιώνιο βασανισμό (non-existence).
Κεντρική Ιδέα: Ο Ιεχωβά αποκαθιστά την κυριαρχία του επί της Γης, η οποία γίνεται ο αιώνιος τόπος κατοικίας των πιστών (επίγειος παράδεισος).
Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά είναι παγκοσμίως γνωστοί για:
Διακήρυξη: Τη διανομή των περιοδικών τους «Η Σκοπιά» (The Watchtower) και «Ξύπνα!» (Awake!) από σπίτι σε σπίτι.
Μεταγγίσεις Αίματος: Αρνούνται τη μετάγγιση αίματος (όχι την αιμοδοσία), καθώς πιστεύουν ότι η πράξη αυτή παραβιάζει Βιβλικές εντολές περί αποχής από το αίμα.
Ευαγγελικοί (Evangelicals)
Ο Ευαγγελικός Χριστιανισμός είναι ένα δια-δογματικό (inter-denominational) κίνημα εντός του Προτεσταντισμού, που χαρακτηρίζεται από την πίστη στη σωτηρία μέσω της αναγέννησης (born again) και την έμφαση στη δημόσια διακήρυξη του ευαγγελίου.
Ίδρυση και Ρίζες
Η προέλευση του κινήματος εντοπίζεται συνήθως στα μέσα του 18ου αιώνα, γύρω στο 1738, και αναπτύχθηκε από διάφορα θεολογικά ρεύματα:
Αγγλικός Μεθοδισμός: Υπό τον Τζον Γουέσλεϋ (John Wesley), ο οποίος μαζί με άλλους πρώτους Μεθοδιστές θεωρούνται οι πρώτοι Ευαγγελικοί λόγω της έμφασής τους στην προσωπική εμπειρία και την ιεραποστολική δράση.
Μοραβική Εκκλησία (Moravian Church): Επηρέασε βαθιά τον Γουέσλεϋ με την έμφαση στην καρδιά και τη συναισθηματική πίστη.
Λουθηρανισμός και Πιετισμός: Ο γερμανικός Πιετισμός (Pietism), ριζωμένος στον Λουθηρανισμό, τόνισε επίσης την προσωπική ευσέβεια.
Οι σύγχρονοι μελετητές συνοψίζουν τις κεντρικές πεποιθήσεις του Ευαγγελισμού σε τέσσερα βασικά σημεία (γνωστά ως (The Bebbington Quadrilateral) τα οποία εισήγαγε ο Ντέιβιντ Μπέμπινγκτον
Βιβλισμός (Biblicism): Υψηλή εξάρτηση από την Αγία Γραφή ως την αλάνθαστη πηγή της θρησκευτικής αλήθειας.
Σταυροκεντρισμός (Crucicentrism): Έμφαση στη θυσία του Χριστού στο Σταυρό ως το μόνο μέσο για τη σωτηρία.
Μεταστροφή (Conversionism): Η πεποίθηση ότι η ζωή πρέπει να αλλάξει μέσω μιας προσωπικής, "αναγεννησιακής" εμπειρίας (born again).
Ακτιβισμός (Activism): Η ανάγκη να εκφράζεται το Ευαγγέλιο μέσω ιεραποστολικής δράσης και κοινωνικής φροντίδας (ευαγγελισμός).
Δυναμική και Ηγεσία
Το κίνημα απέκτησε τεράστια δυναμική τον 18ο και 19ο αιώνα μέσω των Μεγάλων Αφυπνίσεων (Great Awakenings) στη Μεγάλη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.[83]
Μεταξύ των μεγάλων μορφών και ηγετών του κινήματος συγκαταλέγονται:
Πρώιμη Εποχή: Τζον Γουέσλεϋ, ο κήρυκας Τζωρτζ Γουάιτφιλντ (George Whitefield) και ο θεολόγος Τζόναθαν Έντουαρντς (Jonathan Edwards).
Σύγχρονη Εποχή: Ο ιεροκήρυκας Μπίλι Γκράχαμ (Billy Graham), ο Μπιλ Μπράιτ (Bill Bright, ιδρυτής Campus Crusade for Christ), ο Άρολντ Τζον Οκένγκα (Harold John Ockenga), ο Τζον Σκωττ (John Stott) και ο Μάρτιν Λόιντ-Τζόουνς (Martyn Lloyd-Jones).
Σήμερα, οι Ευαγγελικοί βρίσκονται διασκορπισμένοι σε πολλές Προτεσταντικές ομολογίες, όπως οι Βαπτιστές, οι Πρεσβυτεριανοί, οι Μεθοδιστές και οι Πεντηκοστιανοί, αποτελώντας μια υπερ-δογματική δύναμη στον παγκόσμιο Χριστιανισμό.
Πεντηκοστιανοί. Ο Πεντηκοστιανισμός είναι κίνημα αμερικανικής προέλευσης που ξεκίνησε μεταξύ φτωχών και απλών ανθρώπων στην αρχή του 20ου αιώνα οι οποίοι μαρτύρησαν την βιβλική αλήθεια της εμπειρικής βάπτισης με Άγιο Πνεύμα και τις συνακόλουθες ζωοποιητικές ενέργειες Του. Το βάπτισμα με Πνεύμα Άγιο την ημέρα της πεντηκοστής όπως περιγράφεται στις Πράξεις των Αποστόλων, τον πρώτο αιώνα, ήταν η εκπλήρωση της προφητείας του Ιωήλ, για τις έσχατες ημέρες του νεκρού τυπικού ιουδαϊσμού και την είσοδο στον ατελεύτητο αιώνα της χάριτος και της δωρεάς της αιωνίου ζωής δια του Ιησού Χριστού. (Πράξ. 2:14-21)
«Όστις και έκαμεν ημάς ικανούς να ήμεθα διάκονοι της καινής διαθήκης, ουχί του γράμματος, αλλά του πνεύματος· διότι το γράμμα θανατόνει, το δε πνεύμα ζωοποιεί.» (Β’ Κορ. 3:6)
«Ο δὲ κύριος τὸ πνεῦμα ἐστιν· οὗ δὲ τὸ πνεῦμα κυρίου, ἐλευθερία.» (2Κορ. 3:17)
Όμως στην πορεία 0 Πεντηκοστιανισμός θρησκειοποιήθηκε και διαμορφώθηκε σε προσωποπαγές (= αδιάσπαστα συνδεδεμένο με την γνώμη, ιδέα, αποκάλυψη ή προφητεία του ιδρυτή ή του ποιμένα), πνευματοληπτικό, χιλιαστικό, πολυδιάσπαστο μεσσιανικό κίνημα, απόχρωση του Προτεσταντισμού, που «σήκωσε την σκόνη του» η οποία έκατσε πάνω στο ήδη κατασκονισμένο θρησκευόμενο πλήθος από τη σκόνη της Μυθολογίας, των Ανατολικών και Δυτικών θρησκειών, του Γνωστικισμού και του επιβεβλημένου «πατερικού Χριστιανισμού».
Οι Πεντηκοστιανοί φαντάζονται ότι είναι η συνέχεια του ήδη ολοκληρωμένου αποστολικού έργου και οι περισσότεροι εξ αυτών διαδίδουν τις θεωρίες των Οικονομιαστών ή Χριστιανών Σιωνιστών, πατέρας των οποίων ήταν ο Αγγλικανός τριαδικός κληρικός John Nelson Darby (1800-1882). Ο χριστιανικός σιωνισμός ορέγεται νέα, τρίτη Διαθήκη με αποδέκτη το πολιτικό Ισραήλ, το κτίσιμο εκ νέου του ήδη κατεστραμμένου επίγειου Ναού της Ιερουσαλήμ, την επιστροφή στους νεκρούς τύπους της Παλαιάς Διαθήκης και άλλα φαιδρά αγνοώντας το:
«Οὐ γὰρ ἐπαισχύνομαι τὸ εὐαγγέλιον, δύναμις γὰρ θεοῦ ἐστιν εἰς σωτηρίαν παντὶ τῷ πιστεύοντι, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ Ἕλληνι.» (Ρωμ. 1:16).
Κατά την ομολογία τους αναγνωρίζουν την θεοπνευστία της Αγίας Γραφής αλλά ισχυρίζονται, σε αντίθεση με την πρώτη αποστολική Εκκλησία, ότι το Πνεύμα το Άγιο!!! τους έχει αποκαλύψει να πιστεύουν τα εξής:
1) Στην μυθολογική «Χριστιανική Αγία Τριάδα» που αντικατέστησε τις αρχαίες αρσενικές και θηλυκές τριαδικές θεότητες που είχαν βάση την ιερή τριάδα του Πυθαγόρα.
2) Στο γνωστικό πατερικό «σύμβολο της πίστεως» που διδάσκει την κάθοδο και ενσάρκωση του δεύτερου προσώπου της μυθικής Αγίας Τριάδας.
3) Στους 318 πατέρες της ορθοδοξίας που έθεσαν τον ελληνισμό ως υπόβαθρο του χριστιανισμού.
4) Στην διττή φύση του Ιησού σύμφωνα με την αρχαία θρησκεία (βλέπε Διόνυσος, Ηρακλής, Έλληνας, ο εκπεσών στο φυσικό κόσμο Αρχέτυπος άνθρωπος του Ερμητισμού κ.ά) και το ειδωλολατρικό μοντέλο «χοϊκού ανθρώπου-θεού».
5) Στον ερχομό του ιστορικού Αντίχριστου, εξαπατώντας τους οπαδούς τους ότι αυτός θα είναι ένας παγκόσμιος ηγέτης.
6) Στην επερχόμενη Δευτέρα Παρουσία, αγνοώντας ότι αυτή ήταν επικείμενη στην γενεά των Αποστόλων «Έρχομαι ταχέως», «ο γαρ καιρός εγγύς», «ο Κύριος εγγύς», «ιδού ο κριτής προ των θυρών έστηκεν» κ.ά..
7) Στο επερχόμενο τέλος του υλικού κόσμου, αντιγράφοντας τον Ζωροαστρισμό και περιγελώντας το «πάντα εν σοφία εποίησας».
8) Στην πλατωνική ανθρωπογνωσία περί αθανασίας της ψυχής, ενώ η Γραφή διδάσκει την ανάσταση εκ των νεκρών.
9) Στα αιώνια βασανιστήρια των απίστων από τον Αγαθό μεν, αλλά Δήμιο «τριαδικό θεό» τους, επινοώντας σύμφωνα με την μυθολογία νέα μορφή ζωής πέραν αυτής που δωρίζει ο Ιησούς.
Επιπλέον πιστεύουν εν έτι 2022 μ.Χ. ότι είναι η γενιά της «αρπαγής» και κινδυνολογώντας μονίμως «εξαπατούν τις καρδιές των ακάκων» πείθοντας τους ότι έρχεται το τέλος του κόσμου και ότι η συμμετοχή στους λατρευτικούς χώρους τους σώζει από τα επερχόμενα δεινά στην ανθρωπότητα και τα αιώνια βάσανα!!!!
Ο Μονοθεϊστικός ή Αντιτριαδικός μεσσιανικός Πεντηκοστιανισμός, δεν δέχεται μεν το φιλοσοφικό «Τριαδικό Δόγμα» των Πατέρων όμως μεγάλο μέρος του δέχεται όλα τα υπόλοιπα. Και οι δύο κλάδοι θέλοντας να νομιμοποιήσουν την ύπαρξη τους ως φορείς και συνεχιστές του ήδη τελειωμένου αποστολικού έργου μεταχειρίζονται απατηλά τις ονομασίες «αποστολική εκκλησία», «εκκλησία του Θεού» κ.λπ. για να προσδώσουν κύρος στις ταμπέλες τους.
Το θρησκειοποιημένο προσωποπαγές κίνημα της «Πεντηκοστής» είναι ένα ακόμη χιλιαστικό, μεσσιανικό κίνημα στο μακρύ κατάλογο της πολύπαθης «Θρησκευτικής Ιστορίας», που φιλοδόξησε, κινδυνολόγησε, εξαπάτησε, ψευδοπροφήτευσε, αστόχησε ως προς την πίστη, και αφιόνισε τους οπαδούς του.
Συμπέρασμα
«Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός μου, καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν υἱὸν εἰ μὴ ὁ πατήρ, οὐδὲ τὸν πατέρα τις ἐπιγινώσκει εἰ μὴ ὁ υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ υἱὸς ἀποκαλύψαι.» (Ματθ. 11:27)
* Στο σύγχρονο πολύχρωμο θρησκευτικό τοπίο, ο κάθε προσήλυτος, αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως «πρόβατο», «άγιο», «πιστό», «χριστιανό», «άνθρωπο του θεού», «ελεημένο», «σωσμένο», «εκλεκτό» κ.λπ., αναλόγως του τόπου καταγωγής του ή της οικογενειακής του παράδοσης ή της ομολογιακής του ένταξης και της υπακοής του σε κάποιο ιερατείο ή άνεμο διδασκαλίας. Για τους περισσότερους προσήλυτους η «Εκκλησία» είναι κοινωνική διέξοδος.
* Οι περισσότερες «χριστιανικές» εκκλησίες και ομολογίες στηρίζονται στο γνωστικό «σύμβολο της πίστεως» το επικυρωμένο από τους Ρωμαίους Αυτοκράτορες, στο μυθολογικό «τριαδικό θεό» και στον «Φιλοσοφικό Ιησού», που είναι συγγενής με τον «Αιώνα Ιησού» των Γνωστικών και διάφορος από τον «Βιβλικό Ιησού», όλα προϊόντα θεσμικής επιβολής, της αρχαίας ελληνικής σκέψης από τους «πατέρες» με «αποστολική επικάλυψη».
* Πνευματικός δεσποτισμός είναι η επιβαλλόμενη εμμονική θεολογική -φιλοσοφική άποψη, κόντρα στη βιβλική ορθότητα. Προσβάλλει τους κατεχόμενους από φρόνημα υπεροχής, το οποίο αντιμάχεται το φρόνημα του Χριστού και επιφέρει ανίατο αφιονισμό.
* Η «πατερική» μυστικιστική και μυθική «Τριαδική Θεότητα», ήταν η σημαία της «Καθολικής Ρωμαϊκής Εκκλησίας» που απειλούσε με αποκεφαλισμό και δήμευση περιουσίας, όσους δεν την προσκυνούσαν (ιερή βία)[84] και εξελίχθηκε σε πνευματική παρακαταθήκη του ελληνικού πολιτισμού. Είναι δε η αιτία και όχι η λύση της κρίσης του πολιτισμού της Νεωτερικότητας.
* Ο αυταρχισμός και ο δογματικός ηγεμονισμός, ο οποίος χαρακτήριζε την «Καθολική Ρωμαϊκή Θρησκεία» συνεχίζεται αμείωτος και στις μέρες μας, από τους επικεφαλής της «επίσημης Εκκλησίας» και των «θρησκευτικών αδελφοτήτων». Αυτοί είναι θεματοφύλακες αρχαίων ελληνικών και ιουδαϊκών μύθων και αγωνίζονται για την διασφάλιση των ιστορικών, των επαγγελματικών και των περιουσιακών τους κεκτημένων ή την επίτευξη προσωπικών στόχων και φιλοδοξιών, επαληθεύοντας τους λόγους του προφήτη Ησαΐα που είπε:
«Λαός μου οἱ πράκτορες ὑμῶν καλαμῶνται ὑμᾶς καὶ οἱ ἀπαιτοῦντες κυριεύουσιν ὑμῶν λαός μου οἱ μακαρίζοντες ὑμᾶς πλανῶσιν ὑμᾶς καὶ τὸν τρίβον τῶν ποδῶν ὑμῶν ταράσσουσιν.» (Ησ. 3:12, Ο')
* Όταν ο Ιησούς ρώτησε σεις τίνα με λέγετε ότι είμαι; Ο Πέτρος δεν είπε ότι: Συ είσαι ο Υιός της Μαρίας, ούτε είπε: Συ είσαι ο ενσαρκωμένος Υιός του Θεού, αλλά είπε: «Συ είσαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος». Και ο Ιησούς του απάντησε: «Μακάριος είσαι, Σίμων, υιέ του Ιωνά, διότι σαρξ και αίμα δεν σοι απεκάλυψε τούτο, αλλ' ο Πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς». (Ματθ. 16:16-17)
* Οι Απόστολοι δεν απεστάλησαν να κηρύξουν την ανθρώπινη θεολογία–φιλοσοφία των Βαβυλωνίων ή των Ορφικών ή τον Όμηρο ή τον Πλάτωνα ή τον Γνωστικισμό ή τον ημίθεο και ενσαρκωμένο δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, τον θεό Υιό «Ιησού». Τέτοιοι θεοί υπήρχαν πολλοί στο πάνθεο των Ελλήνων και λοιπών λαών. Οι Απόστολοι κήρυξαν «εν Πνεύματι Αγίω» τον Ιησού Χριστό, Θεό Ζώντα και Αληθινό, Σωτήρα του κόσμου.
«Καὶ ὅ τι ἂν αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου τοῦτο ποιήσω, ἵνα δοξασθῇ ὁ πατὴρ ἐν τῷ υἱῷ· ἐάν τι αἰτήσητέ με ἐν τῷ ὀνόματί μου ἐγὼ ποιήσω.» (Ιωάν. 14:13-14, SBLGNT)
--------------------------------------------------------------------------------------------------
Σημειώσεις
[1] [Ιερεύς = ο τας θυσίας επιτελών ιερεύς, θύτης, εις ον και η εκ των σπλάγχνων του θύματος μαντεία ανήκεν (Liddel-Scott)].
Οι Φρύγοι ιερείς, της ορεινής Μεγάλης Μητρός Κυβέλης της Πεσσινούντος, που το άγαλμα της έπεσε από τον ουρανό, και του συζύγου της Άττεως, μυούνταν στην λατρεία της μέσω του αυτοευνουχισμού. Η Κυβέλη στην Ελλάδα λατρευόταν ως Ρέα και ο αρχαίος ποιητής Πίνδαρος την αποκαλεί «Κυβέλα, Μάτερ θεών». Για περισσότερες θεότητες και ιερατεία βλέπε: «Λεξικό των αρχαίων κυρίων ονομάτων της μυθολογίας, ιστορίας και γεωγραφίας». Μετάφραση από τα γερμανικά, υπό Νικολάου Λωρέντη.
Σύμφωνα με την επίσημη θέση της Ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας, το κληρονομικό Λευϊκό ιερατείο, του βιβλικού ιουδαϊσμού, θεωρείται τύπος της Ορθόδοξης ιερωσύνης η οποία είναι θεοΐδρυτη!!! Το Ορθόδοξο ιερατείο, εν τη γενέσει του έκανε την εκλογή του με ψηφοφορία, παντός του λαού και του κλήρου «ψηφίσματι κοινώ πάντων, κλήρου και λαού» (Θρησκευτική και ηθική εγκυκλοπαίδεια τόμος 7ος σελίς 677-686), αλλά στην πορεία του εξελίχτηκε σε επαγγελματικό ιερατείο, που αναπόφευκτα εξέθρεψε την «Σιμωνία».
Στον Ραβινικό Ιουδαϊσμό δεν υπάρχουν πλέον ιερείς αλλά νομοδιδάσκαλοι και στο Ισλάμ, όπου πίστη και κράτος είναι ένα και το αυτό, δεν υπάρχει ιερατείο και μυστήρια, αλλά τα θρησκευτικά καθήκοντα τα ασκούν οι κρατικοί λειτουργοί.
Στον Βουδισμό όλοι οι μοναχοί θεωρούνται ιερείς, και στον Ινδουισμό, που είναι σύνολο πολλών τοπικών θρησκειών, την διδασκαλία των ιερών κειμένων -Βέδες- την έχουν αναλάβει οι γκουρού (= δάσκαλοι).
[2] Κάρολος Μπρούσαλης «Σουμέριοι: Οι άγνωστοι της 3ης χιλιετίας π.Χ.»
[3] Ν. Καστάνη «Η Παρακμή της Μαθηματικής Παιδείας τους Πρώτους Αιώνες του Μεσαίωνα»
[4] Προς Ρωμαίους 10:18, 16:26-27, Προς Κολοσσαείς 1:6, 23
[5] Η πρώτη εκκλησία δεν δίωκε τους αντικειμένους. Τα βιβλία των μάγων δεν τα έκαιγαν οι Απόστολοι, αλλά οι ίδιοι, που έπρατταν τις μαγείες. «Ικανοὶ δὲ τῶν τὰ περίεργα πραξάντων συνενέγκαντες τὰς βίβλους κατέκαιον ἐνώπιον πάντων· καὶ συνεψήφισαν τὰς τιμὰς αὐτῶν καὶ εὗρον ἀργυρίου μυριάδας πέντε». (Πράξ. 19:19)
Οι Ρωμαίοι απεχθάνονταν τις μαγείες, σύμφωνα με τον Ρωμαίο ιστορικό Σουετώνιο, ο Καίσαρας Αύγουστος το 13 π.Χ. διέταξε να καούν δύο χιλιάδες βιβλία μαγείας. Το 95 π.Χ. η Γερουσία των Ρωμαίων απαγόρευσε την ανθρωποθυσία που έπρατταν οι Κέλτες μάγοι (Δρυίδες). Επίσης ο Κλαύδιος εκδίωξε από την Ρώμη αστρολόγους, Δρυίδες και Ιουδαίους (Πράξ. 18:1)
[6] «Η Βασιλεία του Θεού δεν θα εκπληρωθεί με έναν ιστορικό θρίαμβο της Εκκλησίας στο τέλος μιας ανοδικής προόδου, αλλά με την νίκη του Θεού ενάντια στο τελευταίο ξέσπασμα του κακού ..». «Κατήχηση της καθολικής εκκλησίας», εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1996, σελ. 227)
[7] Η Περσία τον 8ο αιώνα εξισλαμίστηκε βίαια από το Ισλάμ. Πρεσβευτές του Ζωροαστρισμού υπάρχουν σήμερα σε Ινδία, Ιράν και Ιράκ, καλούνται «Παρσιστές» και λατρεύουν την φωτιά ως μέσο πνευματικής ενόρασης και αποτροπής του πνευματικού σκότους και του κακού και ως σύμβολο εξαγνισμού. Τον 17ο αιώνα οι πυρολάτρες αναφέρονται και ως «Γκόροι»
[8] Ζαν Ντορές « Τα απόκρυφα κείμενα των γνωστικών της Αιγύπτου» σελ. 165
[9] Νόρμαν Κον (Cohn Norman) «Αγώνες για την έλευση της χιλιετούς Βασιλείας του Θεού. Επαναστάτες χιλιαστές και μυστικιστές αναρχικοί του Μεσαίωνα»
[10] Ειρηναίου έλεγχος, εισαγωγή, σελ. 32
[11] «εἰ δὲ Χριστὸς ἐν ὑμῖν, τὸ μὲν σῶμα νεκρὸν δι' ἁμαρτίαν, τὸ δὲ πνεῦμα ζωὴ διὰ δικαιοσύνην». (Ρωμ. 8:10, GR/Orthodox)
[12] Εκκλησιαστική Ιστορία Στεφανίδη σελ. 64
[13] Φιλοσοφούμενα, η κατά πασών αιρέσεων έλεγχος, βιβλίο V, 9 σελ. 121
[14] Φιλοσοφούμενα, η κατά πασών αιρέσεων έλεγχος. βιβλίο VII, 35 σελ. 245
[15] Ειρηναίου, έλεγχος, Βιβλίο Α, 30:13
[16] Εκκλησιαστική Ιστορία Στεφανίδη σελ. 67
[17] Ερμητικά κείμενα, εκδ. Παρασκήνιο, εισαγωγή σελ. 9
[18] Gourinat Jean Batiste «Οι Στωικοί για την ψυχή», εκδ. Καρδαμίτσα, 1999 σελ. 30.
[19] DMITRIEVSKIJ, Opisanie 2, 547. Ε.Ι.Ε.Κ.Ν.Ε 60 Θεσμοί και Ιδεολογία στη νεοελληνική κοινωνία. Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης «ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ. Η προσαρμογή μιας ποινής στις αναγκαιότητες της Τουρκοκρατίας».
[20] Αριστοτέλης: Περί ψυχής, 413a4-6
[21] http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/prayers/kontakia_xristoygennwn.htm
[22] Κατελής Βίγκλας «Χαλδαϊκή και Νεοπλατωνική θεολογία»
[23] Ιάμβλιχος «περί Αιγυπτίων Μυστηρίων» VIII, 2
[24] Β. Κάλφα και Γ. Ζωγραφίδη «Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι» (7.9. Η μετοχή και η μίμηση)
[25] Στο έργο του Ωριγένους διασώζεται ο εξής γνωστικός ύμνος: «Από σου πατήρ και δια σε μήτηρ, τα δύο αθάνατα ονόματα, αιώνων γονείς, πολίτα ουρανού, μεγαλώνυμε άνθρωπε». Διαιρούσιν δε αυτόν, ως Γηρυόνην, τριχή. «Φιλοσοφούμενα, η, κατά πασών αιρέσεων έλεγχος βιβλίο Ε.7 σελ. 95»
Στα γνωστικά διαρχικά συστήματα η θεότητα και η ανθρωπότητα στην αρχέτυπη μορφή τους παρουσιάζονται με δύο φύσεις άρρεν και θήλυ οι οποίες αποχωρίστηκαν, για αυτό υπάρχουν άνδρες και γυναίκες και η ένωσή τους -ενοφυλία ή αφυλία - είναι το επιζητούμενο. Για περισσότερα βλέπε: «Ενοφυλία το ιδεώδες των γνωστικών» του Παναγιώτη Χρήστου.
Την ιδέα της αρρενοθηλείας -δύο φύσεις ενωμένες σε μία οντότητα- την συναντάμε στην λατρεία της θεάς Κυβέλης και του Άττη και στους Πυθαγόρειους Στην ελληνική μυθολογία ο Ερμαφρόδιτος ήταν γιος του Ερμή και της Αφροδίτης και πήρε το όνομά του από τα ονόματα των γονιών του.
[26] http://erevoktonos.blogspot.com/2018_01_25_archive.html
[27] Ιουστίνου Απολ. Α΄32, 10
[28] Στον αρχαίο κόσμο ήταν διαδεδομένη η θεωρία της «αποκάθαρσις από των κακών», δια της εκπύρωσης και η αποκατάσταση των στοιχείων στην αρχική τους μορφή. Οι Στωικοί, αναπαράγοντας τον Ηράκλειτο, δεχόντουσαν «ότι ο κόσμος είναι φθαρτός, καταστρεφόμενος δια της εκπυρώσεως και αναγεννώμενος πάλιν εκ νέου. Η ιστορία του κόσμου άρα είναι αλληλοδιαδοχή κόσμων φθειρομένων και αναγεννωμένων. Η καταστροφή εκάστου περιοδικώς εμφανιζομένου κόσμου συντελείται δι΄ εκπυρώσεως, ήτις είναι μετατροπή συμπάντων των εν τω κόσμω όντων εις πυρ, «εις πύρ ανάλυσις των όντων». «Την τοιαύτην εκ νέου δημιουργίαν καλούν οι Στωικοί «παλιγγενεσίαν» και «αποκατάστασιν». Δια ταύτης επέρχεται εκ νέου η «διακόσμησις» …….. Η μεθ΄ εκάστην εκπύρωσιν εμφανιζομένη διακόσμησις είναι αιωνίως η αυτή». (Κ. Δ. Γεωργούλης, Ιστορία της Ελληνικής φιλοσοφίας. Εκδ. Παπαδήμα Αθήναι 1994 σελ. 380-381)
[29] Κατελής Βίγκλας «Χαλδαϊκή και Νεοπλατωνική θεολογία» https://www.researchgate.net
[3ο] Ιωάννης Καραβιδόπουλος «Ο Ιούδας της ιστορίας και ο Ιούδας των αποκρύφων κειμένων» http://www.discussion.gr/themata/judas/karavidopoulos.html
[31] Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου «Ελλήνων μύθοι. Η Γαία και ο Ουρανός» https://www.larissanet.gr/2017/08/09/i-gaia-kai-o-ouranos/
[32] Παναγιώτης Χρήστου «Ενοφυλία το ιδεώδες των Γνωστικών» www.apostoliki-diakonia.gr «Γενικώς εις τα συστήματα των Γνωστικών δύο θεότητες προεδρεύουν των θείων και των εγκοσμίων, μία άρρην και μία θήλεια. Η πρώτη περικλείει το ουράνιον στοιχείον, η Δευτέρα το γήινον είναι ο ουρανός και η γη της παλαιάς ελληνικής θρησκείας.»
[33] Ερμή του Τρισμέγιστου «Ερμητικά κείμενα» ISBN: 960-7107-01-2 εκδ. Παρασκήνιο. (Εισαγωγικά για τον πρώτο λόγο σελ. 15)
[34] Κατά τον μύθο η Ιώ πέρασε από το ένα πέλαγος και σε ανάμνηση της το ονόμασαν Ιόνιο πέλαγος.
[35] Η ένωση των δύο φύσεων του Ιησού Χριστού σε μία υπόσταση, αποδέχεται ήπιο Αρειανισμό. Κατά τον Άρειο, ο οποίος πίστευε σε ιεραρχική τριάδα, που σχηματίστηκε σταδιακά και όχι αιώνια, «ο κτιστός Υιός του Θεού προσέλαβε ως Χριστός «εν χρόνω», όχι όλη την ανθρώπινη φύση του, αλλά μόνο ανθρώπινο (Χοϊκό) σώμα χωρίς ψυχή, αφού τη θέση της ψυχής την κατέβαλε ο κτιστός λόγος (συγγενής πίστη με αυτή των Απολιναριστών)». Πηγή
[36] Ο Βισνού είναι η τρίτη μορφή της ανώτατης τριαδικής θεϊκής εκδήλωσης του ινδουισμού, Τριμούρτι, όπου ο Βράχμα είναι ο δημιουργός, ο Βισνού είναι ο διατηρητής /προστάτης και ο Σίβα είναι ο καταστροφέας ή ο μετασχηματιστής, που είναι όρος γνωστικός.
[37] Ζαν Ντορές «Τα απόκρυφα κείμενα των γνωστικών της Αιγύπτου» σελ. 269
[38] Κλάδος του Ισλάμ, με δεύτερο κλάδο τους Σουνίτες, που δέχονται τον Αλή, τον γαμπρό και ξάδελφο του Μωάμεθ για ηγέτη -Χαλίφη κατά την παράδοση- αντίθετα με τους Σουνίτες που δέχονται τον Αμπού Μπακρ, ως πρώτο διάδοχο του Μωάμεθ.
[39] Ιουδαϊκοί πόλεμοι, βιβλίο. Β΄, VIII, 14
[40] Σπύρος Ράγκος «Γνωστικισμός και Πλάτων» http://n1.intelibility.com/ime/lyceum/?p=lemma&id=350&lang=1
[41] Μιχάλης Μπατής «Η Τριαδικότητα του Θείου κατά τον Πυθαγόρα» https://intownpost.com/
[42] Αριστοτέλους, Περί Ουρανού, Βιβλίον I, 268α
[43] Έγγραφα 10 και 104, «Η Αγία Τριάδα του Παραδείσου» και «Προέλευση της σκέψης για την τριάδα», από το βιβλίο «Ουράντια» του ιδρύματος Ουράντια στο Σικάγο του Ιλινόις. https://www.urantia.org/el/vivlio-tis-oyrantia/eggrafo-104-proeleysi-tis-skepsis-gia-tin-triada
[44] https://hellenictheology.gr/kronos-nous-dias-kosmiki-psychi/
[45] www.agniyogahellas.gr
[46] Μιχάλης Μπατής ««Η Τριαδική Υπόσταση του Θείου- Η Αέναη Πάλη Θήλεως και Άρρενος» (Μέρος Β΄)» www.intownpost.com
[47] Μιχάλης Μπατής «Ελληνιστική εποχή και Χριστιανισμός» www.intownpost.com
[48] Ο Ιησούς απαντώντας σε ερώτηση μαθητού, απαντά ότι η βασιλεία θα έλθει «όταν τα δύο εν και το έξω ως το έσω, και το άρρεν μετά της θηλείας, ούτε άρρεν ούτε θήλυ». (Β΄ Κλήμεντος 12:26)
[49] «Πρὸ μιᾶς οὖν τοῦ θηριομαχεῖν ἡμᾶς, βλέπω ὅραμα τοιοῦτον. Πομπόνιος ὁ διάκονος, φησίν, ἦλθεν πρὸς τὴν θύραν τῆς φυλακῆς καὶ ἔκρουσεν σφόδρα …. καὶ λέγει μοι· Σὲ περιμένω, ἐλθέ. καὶ ἐκράτησεν τὰς χεῖράς μου, καὶ ἐπορεύθημεν διὰ τραχέων καὶ σκολιῶν τόπων· καὶ μόλις παρεγενόμεθα εἰς τὸ ἀμφιθέατρον· καὶ εἰσήγαγέν με εἰς τὸ μέσον καὶ λέγει μοι· Μὴ φοβήθῃς· ἐνθάδε εἰμὶ μετὰ σοῦ, συγκάμνων σοι· καὶ ἀπῆλθεν. καὶ ἰδοὺ βλέπω πλεῖστον ὄχλον ἀποβλέποντα τῇ θεωρίᾳ σφόδρα· κἀγὼ ἥτις εἶδον πρὸς θηρία με καταδικασθεῖσαν ἐθαύμαζον ὅτι οὐκ ἔβαλλόν μοι αὐτά. καὶ ἦλθεν πρός με Αἰγύπτιός τις ἄμορφος τῷ σχήματι μετὰ τῶν ὑπουργούντων αὐτῷ μαχησόμενός μοι. καὶ ἔρχεται πρός με νεανίας τις εὐμορφώτατος τῷ κάλλει ἐξαστράπτων, καὶ ἕτεροι μετ᾿ αὐτοῦ νεανίαι ὡραῖοι, ὑπηρέται τε σπουδασταὶ ἐμοί. καὶ ἐξεδύθην καὶ ἐγενήθην ἄρρην». (Μαρτύριο Περπέτουας 10)
[50] «Ο Νους-Θεός που είναι σερνικο-θήλυκος, ζωή και φως μαζί γέννησε με ένα λόγο, άλλον δημιουργό Νουν, ο οποίος είναι θεός της φωτιάς (πυρός) και του πνεύματος και ο ενιαίος δημιουργός επτά διοικητών που περιέχουν σε κύκλους τον αισθητό κόσμο και η διοίκησή τους καλείται Ειμαρμένη». (Ερμητικός λόγος Α΄ 9, Ποιμάνδρης)
[51] Κωνσταντίνος Σαπαρδάνης «Η ομοφυλία στον πλατωνικό μύθο» eranistis.net
[53] Οι αρχικοί θηρευτές αιρέσεων της χριστιανικής Εκκλησίας (Ειρηναίος, Ιππόλυτος, Επιφάνιος κλπ.) θεωρούσαν τον Γνωστικισμό μια επάρατη χριστιανική αίρεση και έγραψαν δεκάδες τόμους πολεμικής ρητορικής εναντίον του. Οι Έλληνες φιλόσοφοι από την άλλη ήταν διχασμένοι όσον αφορά τον Γνωστικισμό. Για παράδειγμα, ο Πλωτίνος στο βιβλίο του «Προς Γνωστικούς» θα πολεμήσει τις αντιλήψεις τους και γενικά τη θεοσοφία των Γνωστικών, που τη θεωρεί διαστροφή τής πλατωνικής διδασκαλίας. Άλλοι Νεοπλατωνιστές όμως, όπως ο Πορφύριος και ο Ιουλιανός, ευθυγραμμίζονται με τους Γνωστικούς στην πολεμική τους κατά των Χριστιανών και ιδιαίτερα στην απόκρουση της ιδέας ότι ο υπέρτατος Θεός μπορεί να είναι ο ίδιος δημιουργός του υλικού κόσμου. Πηγή: Βικιπαίδεια: Γνωστικισμός
[54] https://www.impantokratoros.gr/neoeidololatria_nea_epoxh.el.aspx
[55] Εκκλησιαστική ιστορία Ευσεβίου Καισαρείας, Βιβλίο 2, 13
[56] Κέλσος «Αληθής Λόγος κατά Χριστιανών» σελ. 109, εκδόσεις Θύραθεν. Το περιεχόμενο του βιβλίου διασώθηκε από το απολογητικό έργο του φίλου του γνωστικισμού Ωριγένη «Κατά Κέλσου». Το συμπέρασμα από αυτό το έργο είναι ότι ο χριστιανισμός του 2ου αιώνα είχε καμπαλιστικές και γνωστικές προσμίξεις. Ο Κέλσος επαναλάμβανε τις προσβολές προς τον Χριστιανισμό των ταλμουδικών κειμένων.
[57] Ειρηναίου έλεγχος, εισαγωγή, σελ. 33
[58] Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις πλάνες των «Χριστιανών Σιωνιστών» και του πολυδιασπασμένου πνευματοληπτικού Πεντηκοστιανισμού, που γεννήθηκε από αμερικανικές σιωνιστικές προτεσταντικές ομάδες, βλέπε:
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΙ ΚΑΙ ΙΣΡΑΗΛ: ΜΙΑ ΑΠΙΘΑΝΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ»
«Οι Ρίζες του Χριστιανικού Σιωνισμού»
[59] Ειρηναίου, έλεγχος, βιβλ. Α, κεφ. κστ΄, 2 σελ. 97
[60] Γεώργιος Στάμκος, από το βιβλίο του «Οι πρόδρομοι των Βογόμιλων στη Σκιά του Άλλου Θεού» σελ. 78
[61] «Η παρουσία του νεοπλατωνικού Πρόκλου στην Παράφραση του Γεωργίου Παχυμέρη στο Περί θείων ονομάτων του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου» www.didaktorika.gr
[62] Ιερόθεος Βλάχος «Η Ορθόδοξη νηπτική θεολογία της Εκκλησίας ως μέθοδος θεραπείας» https://www.oodegr.com/oode/psyxotherap/niptiki1.htm
[63] Θεολογία - Βικιπαίδεια
[64] Τίμαιος 29d – 30c
[65] Ο Μωαμεθανισμός είναι εβραϊκό καμπαλιστικό κατασκεύασμα. Ο Βεδουϊνος Μωάμεθ είχε Εβραία μητέρα και κάποιες από τις γυναίκες του ήταν Εβραίες. Το περιβάλλον του αποτελείτο από Εβραίους μάγους, αστρολόγους και αποκρυφιστές, με επικεφαλής τον μοναχό Εβραίο ξάδελφο της γυναικός του Ουάρακα μπιν Νάουφαλ, που γνώριζε την Π. Δ. και τις εβραϊκές παραδόσεις. (Από το βιβλίο «Ο Οικουμενισμός χωρίς μάσκα» του Αρχιμ. Χαραλ. Βασιλοπούλου)
Οι Εβραίοι συμφωνούν «Το Ισλάμ είναι πιο κοντά στον Ιουδαϊσμό από οποιαδήποτε άλλη θρησκεία». http://redskywarning.blogspot.com
[66] «Ισλάμ μια Χριστιανική Αίρεση» http://www.oodegr.com/oode/islam/xr_airesi1.htm
[67] Κωνσταντίνος Τσοπάνης – Δρ. Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Θρησκευμάτων: «Ο μυστικισμός στην αρχαία Ελλάδα» https://archive.gr/?p=78
[68] Ιουστίνου Διάλ. 56, 4
[69] Κατελής Βίγκλας «Χαλδαϊκή και Νεοπλατωνική θεολογία» https://www.researchgate.net
[70] ΤΡΙΑΣ https://gregoriusworld.blog
[71] The Making of the Popes 1978, ΗΠΑ, 1979, σ. 227
[72] Επιφάνιος, Πανάριον, «Κατά Κολλυριδιανών των τη Μαρία προσφερόντων» σελ. 655, 658
[73] Β. Ν. Τατάκη «Ο Βυζαντινός Μυστικισμός ( Κυριώτερα Ρεύματα )» http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/tatakis/tatakis_ch1.htm
[74] Παλαμισμός - Βικιπαίδεια
[75] Max Weber «Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού» Μετάφραση Μιχ. Γ. Κυπραίου, Gutenberg, Αθήνα 2006
[76] Ιερόθεος Βλάχος «Η Ορθόδοξη νηπτική θεολογία της Εκκλησίας ως μέθοδος θεραπείας» https://www.oodegr.com/oode/psyxotherap/niptiki1.htm
[77] Η άλωση του 1453 – Η Μεγάλη Προδοσία των ανθενωτικών. https://diamantiskoutoulas.blogspot.com/2017/05/1453.html
[78] Η αλληλεπίδραση των πολιτισμών και ιδεών είναι εμφανής και αποδεδειγμένη ιστορικά από αρχαιοτάτων χρόνων. Υποστηρίζεται λοιπόν ότι το σουφικό ανατολίτικο ασκητικό τάγμα των Μεβλεβί ή περιστρεφόμενων Δερβίσηδων, που επιδίωκαν μέσω περιστροφικής εκστατικής κίνησης να έρθουν σε επαφή με το θείο, ήταν αποτέλεσμα επίδρασης των επιδιώξεων εκστατικών, ενθουσιαστικών, μυστικιστικών κινημάτων. Άλλωστε τα εν μέρει συγγενή ασκητικά κινήματα της Ανατολής είχαν αμφίδρομες αλληλεπιδράσεις με αρχαίες σαμανικές, ζωροαστρικές, στωικές, νεοπλατωνικές, γνωστικές, και λοιπές θρησκευτικές επιδιώξεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο βασιλιάς της Ινδίας και της νότιας Ασίας (Ασόκα ο Μέγας, 273 π.Χ. – 232 π.Χ.), του οποίου πολλά διατάγματα ήταν σκαλισμένα στα ελληνικά, όντας ένθερμος υποστηρικτής του Βουδισμού Μαχαγιάνα, διοργάνωσε ιεραποστολές προς εξάπλωσή του, που έφτασε έως Συρία, Αίγυπτο, Μακεδονία και Ήπειρο. Αργότερα ο επίσης βουδιστής, Ινδός βασιλιάς Κανίστρα, τον εξάπλωσε έως Κίνα, Σιάμ κ.λπ.. Το ανεξάρτητο ελληνικό βασίλειο της Βακτριανής (250-130 π.Χ.), στο σημερινό Αφγανιστάν, συνέβαλλε στην ίδρυση της ελληνοβουδιστικής σχολής τέχνης στην Γανδάρα, αρχαίο βασίλειο στο σύγχρονο Πακιστάν και την δυτική Ινδία και έτσι γεννήθηκε ο «Ελληνοβουδισμός» (= πολιτισμική πρόσμιξη στοιχείων του ελληνικού πολιτισμού με την βουδιστική ανεικονική τέχνη), με αποτέλεσμα την ανθρωπομορφική αναπαράσταση, του Βούδα με μοντέλο τον Απόλλωνα, και άλλων βουδιστικών θεοτήτων. Η ελληνοβουδιστική τέχνη επηρέασε και τις τέχνες στην Κίνα, την Ιαπωνία και την Κορέα. Έχουν επίσης βρεθεί Βουδιστικά χειρόγραφα γραμμένα σε καλλιγραφικά Ελληνικά, τα οποία υμνούν διάφορους Βούδες και κάνουν αναφορά του Μαχαγιάνα Λοκεσβάρα Βούδα (συγκεκριμένα το πλήρες όνομα αναγράφεται με Ελληνικά γράμματα ως λωγοασφαροραζοβοδδο). Τα χειρόγραφα αυτά έχουν χρονολογηθεί αργότερα από τον 2ο αιώνα μ.Χ. https://el.wikipedia.org/wiki/Ελληνοβουδισμός
[79] Νόρμαν Κον «Αγώνες για την έλευση της χιλιετούς Βασιλείας του Θεού Επαναστάτες χιλιαστές και μυστικιστές αναρχικοί του Μεσαίωνα» κεφ. 8: Μια ελίτ ανήθικων υπερανθρώπων. Η αίρεση του Ελεύθερου Πνεύματος σελ. 157
[80] Γεώργιος Στάμκος, από το βιβλίο του «Οι Πρόδρομοι των Βογόμιλων στη Σκιά του άλλου Θεού» σελ. 99, 100
[81] Βογόμιλοι. Ήταν η κυνηγημένη χριστιανική αίρεση με τους στρογγυλούς σταυρούς. Πίστευαν ότι ο σατανάς ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Θεού και αρνούνταν κάθε εξουσία «Μηχανή του χρόνου»
[82] Σταυροφορίες: Η Σταυροφορία των Αλβιγηνών (1208-1244) http://greekworldhistory.blogspot.com/2015/11/1208-1244.html
[83] Ευαγγελικός Χριστιανισμός «Βικιπαίδεια»
[84] Ιουστιάνειος Κώδικας 1.11.9
====================
<< Επιστροφή στην Αρχική σελίδα